~~Timeskip~~
——
——
«Τρίτη 1 Νοεμβρίου 1994»
Έτρεχα. Δεν ξέρω που πήγαινα όμως έπρεπε να του ξεφύγω. Ο διάδρομος είχε λιγοστό φωτισμό με τις μόνες λάμπες που φώτιζαν να ήταν γλόμποι. Οι τοίχοι ξεθωριασμένοι. Μουντοί. Λες κι είχαν να βαφτούν δέκα χρόνια. Είχαν φωτογραφίες σε κορνίζες με εμένα κι εκείνο το τέρας —γιατί άνθρωπος δεν είναι— σε στιγμές που ούτε θέλω να θυμάμαι. Φαίνεται πως κανένα άλλο παιδί της ηλικίας μου δεν είχε την κατάλληλη ανατομία σώματος για να ικανοποιήσει τα γούστα του. Αφού εγώ την έχω, εμένα χρησιμοποίησε προφανώς.
Κανένας σεβασμός προς κάτι που μόνο εγώ κατέχω πλήρως! Πόσο μάλλον όταν προσπάθησα να το πω στον διευθυντή! Και γιατί να με πιστέψει δηλαδή; Ο Τζον είναι για όλους άνθρωπος μάλαμα. Δεν είναι δυνατόν να κάνει κάτι τέτοιο. Βεβαίως δεν είναι δυνατόν! Όταν φοράς την αγγελική μάσκα που κρύβει το διαβολικό σου πρόσωπο, προφανώς και θα ξεγελάσεις τους άλλους! Μόνο σε εμένα αποκάλυψε την πραγματική όψη του εαυτού του. Για να μην με πιστέψουν οι άλλοι σε περίπτωση που προσπαθήσω να τον καταγγείλω. Ενας πραγματικός δράκουλας που μού έπινε το αίμα. Αυτό ήθελε να κάνει και τώρα!
Επιτέλους έφυγα από τον διάδρομο και βρέθηκα σ'ένα μεγάλο δωμάτιο σαν σε εγκαταλελειμμένο σπίτι. Προσπάθησα να βρω καμιά πόρτα, κάνα έπιπλο μπας και επιτέλους ξεφύγω απ' αυτό το τέρας! Όμως ήταν τελείως άδειο. Ούτε ένα έπιπλο δεν υπήρχε. Ένας ακόμα γλόμπος μου τράβηξε την προσοχή και τότε είδα μια σκιά να εισχωρεί στο δωμάτιο. Η καρδιά μου σφίχτηκε.
Ξαφνικά κάτι με τράβηξε προς τα πίσω. Δεν ήξερα τι ήταν αλλά από την αίσθηση και μόνο ήταν κρύο και μεταλλικό. Όταν έδεσε τα πόδια μου κατάλαβα πως ήταν αλυσίδες. Τα κούνησα προσπαθώντας να τις βγάλω.
«Μην σηκώνεσαι για χάρη μου, καλό μου παιδί. Μπορεί να μην σε βλέπω αλλά ακούω τα δόντια σου που τρίζουν. Ξαφνιάστηκες που με είδες; Έλα... Δεν θα πονέσει. Στο υπόσχομαι.»
Δεν μπορούσα να φωνάξω για βοήθεια. Ήταν λες και μού είχαν κλείσει το στόμα με βουλοκέρι. Είναι αυτή η αίσθηση στα όνειρα που θες να φωνάξεις και δεν μπορείς. Είναι πραγματικά φριχτό... Κοίταξε με λαγνεία το παντελόνι μου έτοιμος να το κατεβάσει και να αρχίσει πάλι τα γνωστά...
Και τότε ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα. Ήταν δεν ήταν τέσσερις τα ξημερώματα. Μπορεί να ήταν μόνο ένας εφιάλτης αλλά ήταν τόσο αληθινός που λίγα λεπτά αφότου ξύπνησα ένιωθα ότι ο Τζον ήταν μες το δωμάτιο. Μέχρι και το φως άναψα κι έπιασα τον εαυτό μου να ψάχνει μες την ντουλάπα και κάτω απ'το κρεβάτι.
Τι κάνω, μωρέ νυχτιάτικα; Αφού ο Τζον είναι στην φυλακή!προσπάθησα να ηρεμήσω τον εαυτό μου.
Προτίμησα λοιπόν αντί να κάτσω να το σκέφτομαι να πέσω για ύπνο. Ύπνος όμως δεν με έπαιρνε, ακόμα κι όταν έσβησα το φως. Σε κάποια στιγμή μου'ρθε να κλάψω αλλά κρατήθηκα. Γιατί; Γιατί πολύ απλά είμαι άντρας. Οι άντρες δεν κλαίνε!
Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπω κάποιον εφιάλτη που έχει μέσα τον Τζον. Άλλωστε δεν είναι κι ο χειρότερος. Θυμάμαι άλλον έναν ο οποίος φαινομενικά δεν είχε κάτι το τρομακτικό, αλλά τελευταία στιγμή λίγο πριν ξυπνήσω, άκουσα το όνομα Τζον. Σκέτο Τζον χωρίς τίποτα άλλο. Κι εκεί ξύπνησα. Με είχε πιάσει ταχυπαλμία, το οποίο δεν μού κάνει καμία απολύτως εντύπωση. Κάτι με έχει πιάσει τώρα τελευταία. Παρόλο που τα βάσανά μου με τον Τζον τελείωσαν, το μυαλό μου τα ξαναζεί από την αρχή. Δεν είναι λοιπόν απλές αναμνήσεις, αλλά το μυαλό μου και το σώμα μου αντιδράνε ακριβώς όπως ένιωσα εκείνη την στιγμή.
Σε τέτοιες στιγμές βαριανασαίνω και σφίγγεται κόμπος το στομάχι μου. Νιώθω φτερούγισμα στο στήθος, σαν να κρύβεται στην καρδιά μου ένα πουλί. Προσπαθώ να το ελέγξω αλλά με πιάνουν τα κλάματα, και μού παίρνει πολύ ώρα μέχρι να συνέλθω... Μα αυτό είναι το λιγότερο. Το χειρότερο είναι που δεν πλησιάζω το γήπεδο την ώρα της γυμναστικής, κι απλά κάθομαι και να παρακολουθώ τα παιδιά να παίζουν από μακριά. Δεν τολμώ να το πλησιάσω, ακόμα κι όταν ξέρω ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος... Και για όλα φταίει ο Τζον!
Πιο παλιά θυμάμαι που έκανα δώρο στον Τζον για τα γενέθλιά του μια μπάλα μπάσκετ για να τον τιμήσω που είναι τόσο «καλός» γυμναστής. Και τώρα μού το ανταποδίδει δυό φορές. Μια με ο,τι μού έκανε και μια άλλη με να μού το θυμίζει. Με υποχρέωσες, Τζον! Σε ευχαριστώ πολύ! Να μου το θυμίσεις όταν μεγαλώσω να σου χαρίσω κι εγώ κάτι παρόμοιο. Όπως ας πούμε να σε ξεφτιλίσω δημοσίως ενώ κάνεις μπάνιο. Ή ακόμα καλύτερα να σε στείλω στην ηλεκτρική καρέκλα. Δεν νομίζω να έχεις παράπονο, ε; Τα καλύτερα δώρα σκέφτηκα! Εγώ θα σου πρότεινα το δεύτερο γιατί έχει όλη την πολυτέλεια που θα ήθελε ένας άνθρωπος σαν κι εσένα: Πόνος. Τόση πολυτέλεια μέσα σε μια λέξη! Νομίζω αυτό θα ήταν δίκαιο για σένα!
Και μιας και λέμε για δίκαιο, εδώ έναν χρόνο έχω γίνει ντετέκτιβ. Εντάξει, όχι ακριβώς ντετέκτιβ αλλά ας πούμε ότι λύνω υποθέσεις. Όταν ήρθα για πρώτη φορά στο Wammy's house, ήρθαν κάποιοι ειδικοί που έκαναν τεστ IQ σε όλα τα παιδιά μαζί με μένα, καθώς σύμφωνα με την θεωρία του Κουίλις όλα τα παιδιά γεννιούνται ιδιοφυίες. Λίγα όμως έχουν την ευκαιρία να αναπτύξουν την εξυπνάδα τους. —Όσο έξυπνος κι αν είναι ένας άνθρωπος, αν μείνει απαίδευτος δεν θα φανεί το υψηλό του IQ.—
Τα αποτελέσματα έδειξαν πως έχω πολύ υψηλό IQ σε σχέση με τον μέσο συνομήλικό μου και μάλιστα εκ γενετής. Είπαν πως στα πρώτα χρόνια της ζωής μου δεν φαινόταν λόγω της πολύ μικρής μου ηλικίας, όμως με την πάροδο του χρόνου θα γινόταν πιο έντονο, γι'αυτό καλό θα ήταν να απασχολήσω το μυαλό μου με κάτι που απαιτεί πολύ σκέψη. Κάποιος είπε να μπω στο αστυνομικό σώμα αλλά δεν είμαι σίγουρος.
Δεν εφαρμόστηκε νωρίτερα αυτή η ιδέα, διότι ο Κουίλις το θεώρησε υπερβολή να γίνω αστυνόμος σε τόσο μικρή ηλικία.
Αυτό βέβαια άλλαξε πέρσι όταν «έλυσα» την πρώτη μου υπόθεση. Ο Ρότζερ είχε μαζέψει όλα τα παιδιά στην αυλή να τούς κάνει ανάκριση για να δει ποιος έσπασε το τζάμι του γραφείου του με την μπάλα. Κοιτούσα επίμονα ένα αγόρι γύρω στα οχτώ και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί. Κάτι στην στάση τού σώματός του έδειχνε ότι αυτός ήταν ο ένοχος. Κι όντως ήταν. Σήκωσα τελικά το χέρι μου να πάρω τον λόγο, τον έδειξα με το δάχτυλο και είπα: «αυτός το έκανε!» Πέτυχα διάνα, αν και το μάντεψα εντελώς τυχαία.
Και κάπως έτσι διακρίθηκε η «εξυπνάδα» μου και τώρα λύνω υποθέσεις. Δεν κάνω και τίποτα το φοβερό εδώ που τα λέμε. Σκοτώνω την βαρεμάρα μου έτσι.
Βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι, από μικρός το είχα αυτό. Δηλαδή αν έπαιρνε το αυτί μου για κάποιον εγκληματία στις ειδήσεις που διέπραξε ένα πολύ βαρύ έγκλημα τύπου δολοφονίας ή βιασμού, έλεγα μέσα μου:να ψωφήσει!Ή ακόμα κι αν έκανε κάτι ελαφρύ, έλεγα:να μείνει στην φυλακή εκατό χρόνια!Δεν νομίζω αυτό να είναι αίσθηση της δικαιοσύνης, γιατί ένα μικρό παιδάκι έτσι θα σκεφτόταν για οποιονδήποτε εγκληματία. Θα μπορούσα όμως να αποδώσω δικαιοσύνη σε τέτοιους ανθρώπους. Ισως και για τον Τζον. Γιατί θέλω να μάθω τι θα πει δικαιοσύνη. Μπορεί να σημαίνει πως επιτρέπεται να σκοτώνονται οι εγκληματίες με βάση της βαρύτητας του εγκλήματος. Όχι πως θα με πείραζε να τον στείλω εγώ ο ίδιος στην ηλεκτρική καρέκλα.
Παραδόξως, εκείνοι οι επιστήμονες που μελέτησαν το IQ μου είχαν κατά κάποιον τρόπο δίκιο. Έτσι νομίζω δηλαδή. Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα σε ένα ορφανοτροφείο στην Μόσχα. Εκεί μου έλεγαν πως όταν γεννήθηκα φέρανε μια αστρολόγο να κάνει μια γενική πρόβλεψη για όλα τα παιδιά. —Γιατί τόσο τούς έκοβε τους υπεύθυνους— Μετά την δική μου πρόβλεψη κράτησαν σημειώσεις, και νομίζω πως έλεγαν τα εξής:
«Αυτό το παιδί λάμπει. Έχει μια ισχυρή προσωπικότητα που βγαίνει προς τα έξω! Όταν μπαίνει σ'έναν χώρο, γυρίζουν όλοι και τον κοιτάνε. Δεν γίνεται να περάσει απαρατήρητος! Έχει τόσο καθαρή αύρα που δεν υπάρχει περίπτωση να τον πληγώσει κανένας. Θα είναι ένα ευτυχισμένο πλάσμα σε όλη του την ζωή!»
Μετά από αυτές τις μπούρδες με βάφτισαν με το γράμμα της λατινικής αλφαβήτας. Σκέφτονταν να με πουν "Legend" δηλαδή θρύλο, αλλά τούς φάνηκε πολύ αριστοκρατικό κι έτσι κράτησαν το "L". Ακόμα μέχρι σήμερα δεν ξέρω αν μου έλεγαν αλήθεια!
Πάντως, με υιοθέτησε μια οικογένεια. Ήταν μια χήρα γυναίκα μαζί με τον βιολογικό της γιο, ο οποίος ήταν δεν ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερός μου. Εκείνη την περίοδο βέβαια, δεν καταλάβαινα και πολλά για την έννοια της οικογένειας, γιατί προφανώς ήμουν τεσσάρων χρονών. Για την ηλικία μου ήμουν αρκετά αντικοινωνικός. Δεν έπαιζα με τα άλλα τα παιδιά. Καθόμουν στην γωνιά μου κι έπαιζα ήσυχα. Έμενα εκεί απ'την γέννησή μου και δεν θυμάμαι αν έκανα καμιά προσπάθεια να κάνω παρέα με κανέναν. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι κάποια στιγμή μού είχε πει ένας υπεύθυνος: «έχεις μάνα, αλλά δεν σε αγαπάει. Εδώ σε φόρτωσε.»
Ποιος ξέρει; Μάλλον θα ήμουν υπερβολικά ντροπαλός να πλησιάσω τα άλλα τα παιδιά. Ή μπορεί τα λόγια του να με πλήγωσαν τόσο ώστε να θέλω την αγκαλιά της μάνας μου, κι όχι την παρέα των άλλων παιδιών. Εδώ που τα λέμε, ποιος θα πλησίαζε ένα παιδί που κάθεται μόνο του σαν κλαμμένη Παναγιά;
Μέσα σ'αυτά τα δύο χρόνια λοιπόν που έμεινα με αυτή την οικογένεια, έστω και υιοθετημένος κατάλαβα πώς είναι αυτό το συναίσθημα. Του να δένεσαι με κάποιον και να τον αγαπάς. Γιατί όταν τους αποχωρίστηκα, ένιωθα λες και μού ξερίζωσαν την καρδιά. Το πώς τους αποχωρίστηκα είναι μεγάλη ιστορία, θα προσπαθήσω όμως να την πω εν τάχει. Ήδη γράφω αρκετή ώρα.
Ο μεγάλος μου αδελφός ο Ντιμίτρι ήταν κάπως γεμάτος. Δεν τον έλεγες και βαρέλι αλλά κάποια κιλά τα είχε. Στο νηπιαγωγείο που πηγαίναμε, κάποια παιδιά τον κορόιδευαν για το πάχος του. Τού είχαν βγάλει τα πιο «χαριτωμένα» παρατσούκλια κι όχι μόνο. Έγραφαν και πάνω στην τσάντα του. Ένας μεγάλος μπορεί να σκεφτόταν: «σιγά το σπουδαίο» Όντως δεν είναι σοβαρό, εγώ όμως σαν μικρό παιδί που ήμουν, ένιωσα αμέσως την ανάγκη να τον προστατεύσω και να τον αγκαλιάσω, γιατί τον έκαναν να νιώθει άσχημα για το σώμα του!
Μάλιστα, κάποιος τον πρόσβαλλε φανερά κι εγώ αμέσως τού κατέβασα το παντελόνι ως «τιμωρία». Το ανέφερα κιόλας στην δασκάλα μας κι εκείνη απάντησε με δύο λέξεις: «παιδιά είναι.» Ότι δηλαδή δεν το κάνουν με κακή πρόθεση, επειδή είναι παιδιά. Μπορεί όντως να μην είχαν κακές προθέσεις. Γιατί όμως δεν έλαβαν υπόψη τα συναισθήματα του Ντιμίτρι;
Τέλος πάντων, κράτησε δυό μήνες περίπου διότι αργότερα προέκυψε η μετακόμισή μας. Η μητέρα μας είχε δουλειά στην Αγγλία μιας και ήταν άνεργη, συγκεκριμένα στο Γουίντσεστερ. Ρίξαμε λοιπόν μαύρη πέτρα πίσω μας και φύγαμε απ'την Ρωσία. Όταν προσγειψθήκαμε στο αεροδρόμιο, ήρθε ένα ταξί και μας πήρε όπου κανονικά θα μας πήγαινε στο καινούργιο μας σπίτι. Τρακάραμε όμως ακαριαία με ένα άλλο αμάξι που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Θυμάμαι πως λίγο πριν προλάβω να φωνάξω του οδηγού «προσέξτε!», ξαφνικά συγκρουστήκαμε κι όλα μαύρισαν σε κλάσματα δευτερολέπτου.
Ευτυχώς βγήκα σώος κι αβλαβής από τα συντρίμμια, όμως πρόσεξα κάτι κόκκινο να κυλάει από τα σπασμένα τζάμια. Τούς φώναξα να σιγουρευτώ πως ζούνε. «Μαμά! Ντιμίτρι!» Καμία απάντηση. Είχαν μαζευτεί κιόλας άνθρωποι γύρω απ'τα αμάξια και τα κοιτούσαν σοκαρισμένοι. Δεν ξέρω αν με τρόμαζε περισσότερο το ότι ήμουν τελείως μόνος μου σε μια ξένη χώρα, ή οι εκφράσεις των περαστικών. Μπορεί και τα δύο.
Μέσα στον πανικό μου κι εγώ, δεν ήξερα τι έκανα. Άνοιξα το πορτμπαγκάζ του ταξί, πήρα την βαλίτσα με τα πράγματά μου κι έφυγα τρέχοντας από 'κει. Βέβαια δεν ήξερα πού πήγαινα, όμως δεν ήθελα να βλέπω την οικογένειά μου νεκρή.
Κι ύστερα από λίγο γνώρισα τον Κουίλις. Με βρήκε καθισμένο σ'ενα πεζούλι να φοβάμαι και να κλαίω. Ευτυχώς ήξερε λίγα ρώσικα κι έτσι μπόρεσα να τού διηγηθώ την ιστορία μου. Την θυμάμαι πολύ καλά αυτήν την μέρα. Είχε συννεφιά, χιόνιζε κι εγώ φορούσα ένα καφέ μακρύ παλτό. Ηταν Δεκέμβριος του 1988. Ήμουν έξι χρονών. Και να'μαι τώρα ο Ελ Λολάιτ στο Wammy's house της Αγγλίας!
Όπως και να'χει, είμαι ντετέκτιβ στον ελεύθερό μου χρόνο. Το κωδικό μου όνομα είναι το όνομά μου. Γιατί ποιος θα μαντέψει πως όντως με λένε L; Κανείς! Με συμφέρει που αυτό είναι το πραγματικό μου όνομα. Αλλά θα δούμε πού θα βγάλει αυτός ο δρόμος...
Σχεδόν τελειώσαμε!!
