Έκλεισα το βιβλίο ενώ προσπαθούσα να συλλάβω αυτά που είχα διαβάσει. Το σοκ που είχα ήταν μεγαλύτερο κι από αυτό όταν διαβάζω ένα μυθιστόρημα με ανατροπή. Μόνο που αυτό δεν ήταν μυθιστόρημα, αλλά καταγεγραμμένα γεγονότα, όπως στο ημερολόγιο της Άννας Φρανκ. Ούτε που μού πέρασε απ'το μυαλό πως αυτό το ψυχρό βλέμμα είναι στην πραγματικότητα μια ταλαιπωρημένη ψυχούλα! Και να ήταν μόνο αυτός; Πόσα παιδιά σαν κι αυτόν ατύχησαν και συνάντησαν τα αποβράσματα της κοινωνίας! Δεν θα τον κατηγορούσα καθόλου αν ήθελε να τον δει δολοφονημένο, ακόμα κι αν πάει κόντρα στις ιδεολογίες της ομάδας μας. Ποιος ξέρει; Μπορεί τελικά ο Λάιτ να έχει δίκιο. Ίσως και να επιτρέπεται ο θάνατος των εγκληματιών σε ορισμένες περιπτώσεις. Ειδικά όταν μιλάμε για τέρατα όπως ο Τζον! Επίσης, είναι ορφανός, κάτι το οποίο έτυχε. Κι εκεί που πήγε να βρει μια οικογένεια, την έχασε κι αυτή έστω και θετή. Δεν μπορώ να ξέρω βέβαια αν τούς σκέφτεται ακόμα, όμως και πάλι τούς είδε να πεθαίνουν μπροστά του! Μακάρι να έβαλαν τελικά τον Τζον στην ηλεκτρική καρέκλα, όπως ο ίδιος ο Ελ έγραψε. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά μακάρι.

Ακούστηκαν θόρυβοι απ'τον κάτω όροφο και μουρμουρητά. Έκρυψα το βιβλίο κάτω απ'το κρεβάτι και έλεγξα τον χώρο να δω μην είχα αφήσει κανένα πειστήριο του εγκλήματος, ότι μπήκα. Δεν έπρεπε να μάθει ο Ελ ότι τον κατασκόπευα. Το μόνο που είχε σημασία εκείνη την στιγμή ήταν να συλληφθεί ο Λάιτ όσο το δυνατόν γρηγορότερα.

Προχώρησα προς τα σκαλιά κουτσαίνωντας. Σίγουρα θα έλεγαν κάτι του στυλ: " ζωή σε εμάς" ή "κρίμα τον διευθυντή". Αυτό όμως που άκουσα ήταν πολύ ενδιαφέρον!

«Δεν το βρίσκετε λίγο περίεργο;» ρώτησε ο Μάτσουντα.

«Ποιο;» έκανε ο Μόγκι.

«Να, την ώρα της κηδείας, πήρε το μάτι μου έναν νεαρό που πήγε να αφήσει λουλούδια σ'έναν τάφο. Πέρασε από πίσω μου και μού είπε: "συλληπητήρια". Τον ευχαρίστησα και είπα πως ο εκλιπών ήταν ο αρχηγός της ομάδας μας, αφού πρώτα τού έδειξα την καρτέλα με την ψεύτικη ταυτότητα. Κατάλαβε αμέσως ότι είμαστε αστυνόμοι, γιατί πήγαμε πιο πέρα να πιάσουμε την κουβέντα περί της υπόθεσής μας. Είπε πως είδε τις ειδήσεις τις προάλλες και δεν το χώραγε ο νους του ότι ο Λάιτ ήταν ο πραγματικός Κίρα. Τον ρωτάω: "Ξέρεις τον Λάιτ;" και μού απαντάει: "ναι, είμαι δεύτερός του ξάδερφος."

»Είπε επίσης ότι δήλωσε στην οικογένειά του τα μαντάτα, κι ότι αποφάσισαν να το κρατήσουν κρυφό απ'την υπόλοιπη οικογένεια. Λες και δεν θα μάθαινε ποτέ η μάνα του ή ή αδελφή του ότι ο φονιάς κρυβόταν μες το σπίτι. Το άλλο που μού είπε, είναι ότι είχαν μιλήσει πριν τρεις μήνες και ο Λάιτ τού είχε πει για μια σχέση που είχε με μια συμμαθήτριά του, την Τάκαντα. Δεν αναφέρθηκε καθόλου στην Μίσα.»

«Και τι θες να πεις μ'αυτό;» ξαναρώτησε ο Μόγκι.

«Ότι αν αποκλείσουμε όλες τις πιθανές τοποθεσίες που μπορεί να βρίσκεται, όπως στο σπίτι του, τότε θα μπορούσε να είναι στο σπίτι της Τάκαντα. Σε ξενοδοχείο αποκλείεται να είναι, γιατί δεν νομίζω να άφηνε ο ρεσεψιονίστ να κλείσει δωμάτιο σε ανήλικο και χωρίς πιστωτική κάρτα.»

«Τώρα κάτι μας είπες! Δεν ξέρουμε ούτε ποια είναι αυτή η συμμαθήτριά του, ούτε πού μένει. Αδικος κόπος!»

«Μην το αποκλείεις, Μόγκι. Έχει κατά κάποιον τρόπο δίκιο ο Μάτσουντα.»

«Δηλαδή, Ριουζάκι δεν είμαι πια βλάκας; Θες να πεις ότι με επαινείς;» το χαμόγελό του έφτασε μέχρι τα αυτιά του.

«Καλά, μην το παίρνεις και πάνω σου. Πρώτα θα δούμε αν όντως έχεις δίκιο. Αλλά όπως λέει και ο απλός λαός, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια.»

Με αυτά τα λόγια, ο ντετέκτιβ πληκτρολόγησε σ'ενα από τα περίπλοκα συστήματα ασφαλείας, κι άνοιξε μια μπλε οθόνη, η οποία στην συνέχεια εμφανίστηκε ο χάρτης του Τόκιο με μια κόκκινη κουκκίδα στην μέση. Εκανε ζουμ πάνω της.

«Όπως μάλλον διαπιστώσατε, αυτό εδώ είναι σύστημα GPS. Η κουκκίδα δεν είναι πού βρισκόμαστε, αλλά πού βρίσκεται ο ένοχος.»

«Και πώς ξέρει ότι αυτός είναι ο Κίρα;» ρώτησε ο Μάτσουντα.

«Δεν το ξέρει συνειδητά. Μηχάνημα είναι. Απλώς οι κάμερες κατέγραψαν την εγκληματική ενέργεια στο υπόγειο την μέρα που δολοφονήθηκε ο διευθυντής, και μέσω μαθηματικών υπολογισμών καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτός που είναι μπροστά στο πτώμα είναι και αυτός που διέπραξε τον φόνο.»

«Τέλειο!» έκανα έκπληκτη.

«Δεν ξέρω τι τεχνολογία έχετε εσείς στην Ελλάδα, Μαρίνα, πάντως η Ιαπωνία ζει στο 2030 κι όχι στο 2006.»

«Κάποιοι δεν έχουν καν ίντερνετ σπίτι τους, όχι αυτά τα μηχανήματα!» γέλασα.

Με κοιτούσαν σαν να μην μπορούσαν να πιστέψουν ότι η Ελλάδα —τότε τουλάχιστον— ήταν πολύ πίσω στην εξέλιξη του διαδικτύου.

Τότε η τελίτσα στάθηκε δίπλα στην τοποθεσία του σταθμού της Σιμπούγια. Όταν το ελέγξαμε λίγο πιο προσεκτικά, καταλάβαμε πως στα τρία χιλιόμετρα μακριά απ' τον σταθμό υπήρχε ένα συγκρότημα διαμερισμάτων. Σύμφωνα με την τελίτσα, σε ένα από αυτά είχε πάει ο Λάιτ.

«Ωραία λοιπόν,» είπα «Όπως φαίνεται, ο Λάιτ θέλει να παίξουμε κρυφτό. Εμείς όμως τον βρήκαμε πρώτοι χωρίς να το ξέρει. Για να πούμε όμως "φτου ξελευθερία" θα χρειαστεί να τον απαγάγουμε.»

Οι υπόλοιποι γύρισαν τα κεφάλια τους προς το μέρος μου.

«Τι με κοιτάτε, ρε παιδιά; Αν μας βόλευε η κατάσταση θα πηγαίναμε να τον συλλάβουμε κατευθείαν. Τώρα όμως συγκατοικεί με άλλον άνθρωπο. Που σημαίνει ότι δεν μπορούμε να πάμε όποτε θέλουμε. Αλλωστε η σύλληψη πρέπει να γίνει όσο πιο διακριτικά γίνεται, έτσι δεν είναι; Αρα λοιπόν θα πάμε την νύχτα να τον απαγάγουμε και να τον φέρουμε εδώ.»

«Πράγματι, πρέπει να είμαστε διακριτικοί.» είπε ο Μάτσουντα. «Προτείνω όμως να μην το ρισκάρουμε τώρα που έχουμε φτάσει σχεδόν στον τερματισμό. Υπάρχει κι άλλος τρόπος πιο απλός: Θα πάω να κρατήσω τσίλιες στο σημείο που δείχνει ο χάρτης, και μόλις μού δωθεί ευκαιρία τότε τον συλλαμβάνω.»

«Θα πας εσύ; Χα! Καλό κι αυτό! Ξέρω κι ένα άλλο με τον Τοτό, να στο πω;» κορόιδεψε ο Αϊζάβα.

Ο Μόγκι που μάλλον δεν είχε όρεξη για πειράγματα, τον σκούντηξε χωρίς να πει τίποτα.

«Εκπλήσσομαι που ακόμα και μετά την Γιότσουμπα δεν πιστεύεις στις ικανότητές μου. Στοίχημα λοιπόν δέκα χιλιάδες γιεν! Αν κερδίσω, μού τα δίνεις! Αν χάσω, είναι δικά σου!»

«Σύμφωνοι. Είμαι μέσα!»

Ο Μάτσουντα τότε έψαξε με το βλέμμα του κάτι στο δωμάτιο. Ο Ελ του έδωσε μια ζώνη. Φάνηκε να μην την αναγνώρισε αρχικά.

«Αυτό ψάχνεις; Είναι η ζώνη που σάς δώθηκε στην αρχή της υπόθεσης. Εφόσον είναι ανοιχτή εντοπίζει την τοποθεσία αυτού που την φοράει. Φόρεσέ την κι εμείς θα σε βλέπουμε απ'τον υπολογιστή.»

Ο άλλος αστυνόμος την πήρε. Αποχαιρέτισε τότε την υπόλοιπη ομάδα κι έφυγε.

«Πώς και τον αφήσατε; Νόμιζα ότι σας ενοχλεί η ύπαρξη του. Πάντα τον βρίζετε επειδή ζει κι αναπνέει.» Ήθελα να το πω απλά, αλλά περισσότερο φάνηκε σαν να τους μάλωνα παρά σαν απλή απορία.

«Η πλάκα έχει κι ένα όριο. Αλλωστε δεδομένου του ότι ο διευθυντής δεν είναι πια μαζί μας, δεν έχουμε καιρό για αστεία.» είπε ο Αϊζάβα.

«Και το στοίχημα;»

«Θα είναι η τελευταία πλάκα μεταξύ μας. Μετά το διαλύουμε,» απάντησε. «είναι ικανός ο Μάτσουντα! Καμιά φορά πρέπει να αγνοείς τους "κανόνες" του αστυνομικού σώματος, ειδικά αν δεν συμφέρουν ηθικά. Εκεί μπαίνει η φωνή της λογικής και της ανθρωπιάς. Νομίζω ο Μάτσουντα διαθέτει αυτό το χαρακτηριστικό!»

«Κοίτα να δεις που ξύπνησα σε παράλληλο σύμπαν και δεν το κατάλαβα!» Μουρμούρισε κάποιος. Μπορεί να ήταν κι ο Ελ.

*

*

Είχε περάσει κάνα δίωρο από την στιγμή που είχε φύγει ο Μάτσουντα. Δεν ξέρω για τους άλλους, πάντως ανησυχούσα. Όχι μόνο για το ίδιο το μέλος της ομάδας μας αλλά και την την υπόθεση. Κι αν ο Λάιτ ήξερε κάτι παραπάνω πέρα από τα μαγικά τετράδια; Κι αν μας νικούσε τελικά; Αποκλείεται! Είμαστε πέντε κι αυτός ένας. Εκτός κι αν κάποιος με εξουσία ήταν με το μέρος, του όπως ένας πολιτικός.

«Για ελάτε να δείτε» είπε κάποια στιγμή ο Ελ. Κοιτάξαμε τις κουκκίδες στον υπολογιστή. Η μπλε ήταν ο Μάτσουντα και η κίτρινη ο Λάιτ. Κινούνταν μεταξύ τους μέχρι που η μπλε κόλλησε πάνω στην κίτρινη. Που σήμαινε ότι ο Λάιτ πιθανότητα είχε συλληφθεί. Επιτέλους! Υστερα προχώρησαν μαζί σ'ενα σημείο και τελικά έμοιαζαν να φτάνουν προς την γειτονιά μας. Τόσο οι άλλοι αστυνόμοι όσο κι ο Ελ είχαν ένα ύφος ικανοποίησης στα μάτια τους.

Όταν επέστρεψε κρατώντας τον Λάιτ από τις χειροπέδες τον υποδέχτηκα με ένα δυνατό χειροκρότημα. Χαμογέλασε κοκκινίζοντας. Ο Λάιτ φορούσε γύρω απ'τα μάτια του ένα μεταλλικό κάλυμμα, κι είχε στο στόμα του κάτι σαν μαντίλι. Μούγκριζε. Οι άλλοι αστυνόμοι έκαναν κόλλα το με τον Μάτσουντα, κι ο Ελ του είπε να βάλει τον Λάιτ στο κελί για να τον παρακολουθούμε για κάποιο διάστημα, ώσπου να γίνει η δίκη. Ήμουν σίγουρη πως μόλις άκουγαν οι δικαστές και οι δικηγόροι πως επρόκειτο να δικαστεί ο Κίρα, θα παρατούσαν την οποιαδήποτε άλλη υπόθεση να ασχοληθούν με τον Κίρα! Μόλις τον κλείδωσαν, άρχισαν να τον ρωτάνε επιτακτικά πώς πήγε η σύλληψη. Όχι πως εγώ δεν είχα περιέργεια να μάθω!

«Είχε δίκιο ο ξάδερφος του Λάιτ. Έμενε με την συμμαθήτριά του την Τάκαντα. Εφόσον ήταν μέσα η Τάκαντα, προτίμησα να περιμένω μέχρι να βρεθεί η κατάλληλη στιγμή να τον συλλάβω. Μιας και το σπίτι της ήταν μονοκατοικία, σκέφτηκα να στήσω καραούλι λίγα μέτρα πιο μακριά. Αν τύχαινε να περάσει κάποιος περαστικός δήθεν θα κοιτούσα το ρολόι στον καρπό μου, αντί να είμαι με το όπλο στο χέρι όλη την ώρα. Κάποια στιγμή είδα την Τάκαντα να βγαίνει απ'την είσοδο και περίμενα μέχρι να απομακρυνθεί αρκετά ώστε να μην γίνω αντιληπτός. Δεν γινόταν να μπω από την εξώπορτα κι έτσι έσπασα την τζαμένια πόρτα του μπαλκονιού. Δεν πρόλαβε ούτε καν να φωνάξει γιατί τον φίμωσα.»

«Και μετά;» ρώτησα.

«Τελικά τον έβαλα με το ζόρι μες το αμάξι και γυρίσαμε.»Τότε στράφηκε προς τον Αϊζάβα. «Ορίστε! Συλλήφθηκε ο δολοφόνος μας. Δωσ' μου τώρα τα λεφτά μου!»

«Πλάκα σου έκανα, Μάτσουντα. Θα σου έλεγα ότι τα στοιχήματα είναι αχρείαστα αλλά ήθελα να δω που θα το πας, βρε μιγιάγγιχτε! Συγγνώμη για όλες τις φορές που σε κορόιδεψα. Για όλα υπάρχει ένα όριο, ακόμη και στα αστεία. Αν και αρχάριος στην δουλειά, ήδη με έχεις εντυπωσιάσει! Μπράβο σου, ρε θηρίο!»

Τον χτύπησε φιλικά στον ώμο. Ο Μάτσουντα τον κοιτούσε σαστισμένος.

«Τι έγινε... Παιδιά; Ξέρετε μήπως... Τι έχει πάθει; Μεθυσμένος είναι;»

«Μπα. Ο εαυτός του είναι.» χαμογέλασα.

«Και τώρα δηλαδή;»

«Τώρα τον λόγο έχει η δικαιοσύνη! Σας το είπα από την αρχή ότι θα νικούσαμε!» είπε ο Ελ θριαμβευτικά.