Ξημέρωσε 15 του Νοέμβρη. Η μέρα της δίκης. Η μέρα που όλοι περιμέναμε με αγωνία. Επιτέλους ο Κίρα θα μετακόμιζε πίσω απ'της φυλακής τα σίδερα! Δεν υπήρχε πια διέξοδος γι'αυτόν. Τέλος τα ψέματα, Κίρα! Έπαιξες το παιχνίδι σου, θα παίξουμε κι εμείς το δικό μας. Και τότε θα ήμαστε πάτσι! Ποιος τον είδε ποιος τον ήξερε! Σε δέκα χρόνια κανένας δεν θα τον θυμάται. Ή ακόμα και να τον θυμούνται, δε θα σκέφτονται πως ήταν ο «σωτήρας» όπως νομίζει εκείνος, αλλά ένας ακόμα δολοφόνος!
Θυμάμαι εκείνη την μέρα έβρεχε καρεκλοπόδαρα, όπως την μέρα που χτύπησα το πόδι μου. Λίγες μέρες πριν, είχε ενημερωθεί ένα μικτό ορκωτό δικαστήριο στο κέντρο του Τόκιο, κι έγινε ακριβώς αυτό που υπέθεσα: Δεν πίστευαν στα αυτιά τους! Ήδη ασχολούνταν με μια άλλη υπόθεση δολοφόνου, αλλά θα την μετέφεραν σε άλλον δικαστή που δούλευε στο ίδιο κτήριο. Αλλωστε τα δικαστήρια δεν έχουν μια μόνο αίθουσα.
Τέλος πάντων, η ώρα που ορίστηκε ήταν τέσσερις και μισή το απόγευμα. Προφανώς, εμείς ήμασταν οι μόνοι μάρτυρες στις πράξεις του Λάιτ. Δεν έφταναν όμως μόνο οι μάρτυρες. Είπαν ότι θα προσλάμβαναν και εξειδικευμένο δικηγόρο, διότι αν και δολοφόνος είχε ακόμα το δικαίωμα της υπεράσπισης. Ποτέ δεν κατάλαβα αυτή την λογική. Γιατί να χρειάζεται δικηγόρο κάποιος ένοχος, ειδικά όταν μιλάμε για κακουργήματα; Οι δικηγόροι που βρίσκονται σε αυτή την κατάταξη θα πρέπει κάνουν την πιο αχρείαστη δουλειά. Σίγουρα πληρώνονται με αξιοσέβαστο χρηματικό ποσό, αλλά δεν βαδίζει με την λογική. Ο κακούργος είναι κακούργος! Να λέμε τα πράγματα έτσι όπως έχουν! Σκεφτόμουν πως θα ήταν πολύ αστείο θέαμα να λέγαμε ότι ο Λάιτ σκότωσε τον πατέρα του μπροστά στα μάτια μας, κι ο δικηγόρος να ισχυριζόταν ότι ήταν αθώος! Κι ας μην τον ήξερε προσωπικά.
Όσο για το πόδι μου, ήταν ευτυχώς προς το τέλος της ανάρρωσης και μπορούσα να περπατήσω μόνη μου. Πολύ εγκάρδιο το «δώρο» σου, Λάιτ. Όσο ζω θα το θυμάμαι!
Είχε μαζευτεί πολύς κόσμος στην δίκη. Δεν είδα την μητέρα του και την αδερφή του. Ντρέπονταν μάλλον να έρθουν να μην γίνουν δακτυλοδεικτούμενες από το ακροατήριο. Ο Λάιτ είχε καθίσει στην θέση του κατηγορούμενου και εμείς εκεί που κάθονται οι μάρτυρες. Δίπλα από τον Λάιτ καθόταν κι ένας άλλος άντρας που υπέθεσα πως ήταν ο δικηγόρος. Φυσικά όταν ο Ελ ρωτήθηκε το όνομά του, εκείνος απάντησε «Ριουζάκι» για ευνόητους λόγους. Μόνο που πρόσθεσε κι ένα «Χιρόσι» στην αρχή κι έγινε «Χιρόσι Ριουζάκι». Δεν ήξερα ότι το Ριουζάκι το'χε για επίθετο.
«Αρχίζει η συνεδρίαση!» δήλωσε ο δικαστής και κούνησε το καμπανάκι δίπλα του. Έπεσε νεκρική σιγή κι όλα τα κεφάλια στράφηκαν προς το μέρος του. Σήκωσε κάτι χαρτιά κι άρχισε να τα διαβάζει.
«Ο μαθητής Γ' Λυκείου Γιαγκάμι Λάιτ κατηγορείται πως είναι ο πραγματικός Κίρα έπειτα από ένα βίντεο που προβλήθηκε στο Σάκουρα TV από έναν που πίσω από την ανωνυμία είχε το αγγλικό γράμμα Όου.» Κατέβασε τα χαρτιά κι έβγαλε τα γυαλιά του.
«Μάλιστα... Μάρτυρες τι γνωρίζετε;»
Ο Μάτσουντα σήκωσε το χέρι.
«Μάλιστα, κύριε Μάτσουντα. Σας δίνω τον λόγο. Ορκιστείτε πρώτα.»
Στάθηκε μπροστά στον δικαστή.
«Ορκίζομαι»
Ακολούθησε παύση για λίγα λεπτά.
«Παρακάτω»
«Τι παρακάτω;»
«Πού ορκίζεστε, κύριε αστυνόμε;»
«Ορκίζομαι,» έκανε ο Μάτσουντα.
«Ναι, αλλά σε ποιον ορκίζεστε αγαπητέ; Αυτό ρωτάω!» Ο δικαστής μιλούσε τώρα πιο επιτακτικά σαν να βιαζόταν.
«Ξέρω 'γω; Στην φαμίλια μου ίσως. Στην μάνα μου, στον πατέρα μου, στον παππού τον συγχωρεμένο, στον θείο μου τον κουτσό που έχει δώδεκα στρέμματα ρύζι στο χωριό, στην αδελφή μου που έχει οχτώ γάτες σπίτι της—»
«Σιωπή! Δεν σε ρώτησα πόσα σκυλιά και γατιά έχουν οι δικοί σου!»
«Αφού θα πει όλο το σόι...» μουρμούρισε κάποιος απ'το ακροατήριο.
«Τέλος πάντων... Πείτε κύριε Μάτσουντα, τι γνωρίζετε για τον κατηγορούμενο; Μιλήστε σοβαρά όμως αυτή την φορά!»
«Όπως μου πείτε, κύριε δικαστά. Λοιπόν... Ο Λάιτ είναι περίπτωση που λέμε πάσης υποψίας. Δηλαδή ούτε που θα σας περνούσε απ'το μυαλό πως ήταν δολοφόνος. Φαινόταν πως ήταν απλά ένας νεαρός που ήθελε να συμβάλλει στην έρευνα.»
«Παρακάτω,» υπέδειξε ο δικαστής.
«Και... Μια μέρα ήρθαν όλα τελείως απρόσμενα, αν και υπήρχαν κάποιες ενδείξεις για την ενοχή του.»
«Δηλαδή;»
«Να... Ας πούμε πως—»
Η πρότασή του κόπηκε απότομα όταν δεχτήκαμε μια απρόσμενη παρουσία μέσα στην αίθουσα. Ήταν μια όμορφη μελαχρινή γυναίκα με μακριά μαλλιά ντυμένη επίσημα. —Κολλητή φουστά με καλσόν και πουκάμισο.— Ή τουλάχιστον αυτό νομίζαμε τα πρώτα δέκα λεπτά.
«Καλή σας μέρα, αγαπητέ κύριε δικαστά και σεβαστό δικαστήριο. Ονομάζομαι Ουατανάμπε Γιούκικο και έρχομαι εκ μέρους του μαθητή μου. Αναφέρομαι στον Γιαγκάμι Λάιτ, δηλαδή τον κατηγορούμενο.»
«Ποια είναι αυτή;» είπαμε μεταξύ μας.
«Τι με κοιτάτε έτσι; Πρώτη φορά την βλέπω στην ζωή μου!» διαμαρτυρήθηκε ο κατηγορούμενος.
«Κι όμως... Σαν να έχω ξαναδεί αυτά τα μπούτια.» είπε ο Ελ και τον σκούντηξα ελαφρά στον ώμο.
«Σύνελθε, ματάκια! Σε δικαστήριο είμαστε!»
«Είναι δυνατόν να είναι κάποια που δεν ξέρουμε;!»
«Είναι κόλπο να ξεφύγει ο Κίρα απ'το δικαστήριο!»
«Ησυχία οι μάρτυρες από κει!» φώναξε ο δικαστής και κούνησε το καμπανάκι δίπλα του.
«Κύριε δικαστά ενίσταμαι! Δεν την έχω ξαναδεί αυτήν την γυναίκα!» διαμαρτυρήθηκε ο Λάιτ.
«Λάιτ, Πώς μπορείς να είσαι τόσο αγενής μπροστά στην δασκάλα σου; Ντροπή!»
«Δασκάλα;!»
«Ναι, καλέ. Που σού κάνει ιδιαίτερα στο σπίτι!»
«Κυρία μου φύγετε από το δικαστήριο! Μού είστε παντελώς άγνωστη!»
«Σιωπή εσύ! Επιβαρύνεις την θέση σου!» ούρλιαξε ο δικαστής. «Μάρτυς, τι γνωρίζετε για τον κατηγορούμενο;»
«Κοιτάξτε να δείτε, ο Λάιτ ήταν από πάντα εξαιρετικό παιδί. Εκτός από άριστος μαθητής στο σχολείο, είναι και πονόψυχος. Μιας και ο πατέρας του ο συγχωρεμένος ήταν πλούσιος, καμιά φορά πήγαιναν σε φιλανθρωπικές οργανώσεις κι έδιναν χρήματα εκεί. Μια φορά όμως που είχαμε πάει στο εξοχικό μου, είχε σώσει ένα παιδάκι από πνιγμό στην θάλασσα. Θυμάμαι μετά οι γονείς του παιδιού αυτού, τον προσκύνησαν λες κι ήταν θεός. Να φανταστείτε κιόλας έχει για κατοικίδιο ένα φίδι. Πού σημαίνει ότι αγαπάει όλα τα ζωάκια, ασχέτως την σπανιότητά τους!»
«Αυτά θα τα έλεγα εγώ!» φώναξε ο δικηγόρος και πλησίασε τον δικαστή.
«Κύριε Γιαμάσιτα, δεν θυμάμαι να είχαμε συμφωνήσει έτσι. Εσείς δεν με καλέσατε να υπερασπιστώ τον Κίρα; Τι δουλειά έχει αυτή εδώ;»
«Δεν ξέρω τίποτα! Αλήθεια σας λέω! Το μόνο που σας είπα ήταν να τον υπερασπιστείτε!»
«Δηλαδή δύσκολα θα τα βγάλουμε πέρα με αυτή την υπόθεση...» αναστέναξε.
Δεν μπορώ να πω ότι ο δικηγόρος είχε άδικο. Ειδικά έπειτα από αυτά που ακολούθησαν.
«Κυρά μου, δεν ήταν ανάγκη να μού πάρετε την θέση! Ήδη υπάρχει μια ειδικότητα γι'αυτή την δουλειά. Δεν χρειαζόταν να μπείτε σε τόσο κόπο!»
«Εσείς όμως πληρώνεστε για να τον υπερασπιστείτε! Το πιθανότερο θα ήταν ότι θα τα βγάζατε όλα απ'το μυαλό σας αν δεν είχα έρθει! Οι δικές μου δηλώσεις τουλάχιστον είναι αυθεντικές!»
«Μίλησε ο άνθρωπος ο ειλικρινής!» ειρωνεύτηκε ο Μάτσουντα.
Το ακροατήριο είχε σκάσει στα γέλια. Οπωσδήποτε η κατάστασή μας δεν έμοιαζε με δίκη αλλά με κωμωδία του Αριστοφάνη. Δεν ήξερες πια τι θα ακολουθήσει.
«Επιτέλους, κυρία μου ποια είστε;! Αποκαλύψτε την ταυτότητά σας!» φώναξε ο Λάιτ. Τότε τής έβγαλε βίαια την περούκα σαν να ξεριζώνει πραγματικά μαλλιά. Την έριξε κάτω στο δάπεδο βγάζοντάς της τα κοσμήματα και το μακιγιάζ. Οι αστυνομικοί τον κράτησαν με τα χίλια ζόρια, ώσπου να αντικρίσουμε το απροσδόκητο θέαμα: Η πρώην του Λάιτ ή αλλιώς ο δεύτερος Κίρα.
«Μίσα;!»
«Καλώς τους! Χαίρομαι που τα ξαναλέμε από κοντά.»
«Τι συμβαίνει εδώ;!» έκανε συγχυσμένος ο δικαστής. «Οι μάρτυρες τσακώνονται μεταξύ τους, ο δικηγόρος μού κάνει παράπονα και ψευδομάρτυρες εμφανίζονται απ'το πουθενά! Πού έχω έρθει;!»
«Μην συγχύζεστε, κύριε δικαστά. Η λύση είναι απλή: Ο Γιαγκάμι πρέπει να μπει φυλακή!» είπα.
«Εσείς θα μπείτε στην φυλακή για πλεκτάνη! Είμαι αθώος ρε γαμώτο! Τι δεν καταλαβαίνετε;! Βάζω και το προσωπικό του δικαστηρίου μέσα!»
«Αυτά μας τα'παν κι άλλοι! Λες και δεν θα καταλαβαίναμε ποτέ ότι είσαι ένας κλαψιάρης, φαντασμένος και κακομαθημένος!»
Πέρασε στην αντεπίθεση ο Λάιτ χτυπώντας με τρεις φορές στο μάγουλο. Ο Μόγκι παρόλο που τον κρατούσε από το μπράτσο, ήταν αρκετά δυνατός ώστε να του ξεφύγει. Σκέφτηκα να του δείξω τις λίγες κινήσεις τζούντο που ξέρω, αλλά μάλλον θα γίνονταν χειρότερα τα πράγματα. Είχαμε ήδη γίνει ρεζίλι μπροστά στον κόσμο. Κάποιοι γελούσαν ακόμα, κάποιοι άλλοι όμως το είχαν πάρει στα σοβαρά.
«Τράβα στο διάολο, ζώον!» ούρλιαξε κάποιος από το κοινό.
«Ντροπή! Τόσο νέο παιδί και να έχει τέτοιο μίσος για τον συνάνθρωπό του!»
«Να φας σκατά, Κίρα!»
Σχεδόν σε όλους μας λίγο πολύ είχε φωλιάσει η σύγχυση στο νου. Ο καημένος όμως ο δικαστής ήταν ο πιο μπερδεμένος! Υπήρχε τώρα δίπλα στο καμπανάκι ένα ποτήρι νερό και τρια χάπια. Μόλις που είχε καταπιεί το ένα. «Τι συμβαίνει εδώ;! Εξηγήστε, χριστιανοί!»
Οι υπόλοιποι ένορκοι δεν ήξεραν ούτε αυτοί τι να πιστέψουν. Παρόλο που δεν είχαν μιλήσει μέχρι τώρα στην δίκη, η έκφραση του προσώπου τους μετέφραζε την αγανάκτησή τους. —Ή τον θυμό τους— Κάποιοι αναστέναζαν βαθιά. Άλλοι έκρυβαν το πρόσωπό τους στις παλάμες τους. Ένας πήρε την θέση του πρώτου δικαστή.
«Φτάνει! Θα το πάμε απ'την αρχή! Δεν περίμενα ότι δεν θα ήσασταν συνεργάσιμοι!»
«Τι φταίμε εμείς, ρε παιδιά; Η Γουτανάμπε το ξεκίνησε!» παραπονέθηκε ο Μάτσουντα.
«Ποια Γουτανάμπε, ρε βλίτο; Ξύπνα! Η Μίσα είναι!» είπε ο Λάιτ.
«Η ταυτότητά της ακόμα ισχύει εφόσον ψευδομαρτύρησε.»
«Βλάκα!»
«Εσύ είσαι!» του πέταξε ο Μάτσουντα του Λάιτ.
«Και τέλος πάντων είναι άδικο αυτό που κάνετε! Θα έπρεπε να είστε κατά των πλεκτάνων! Είναι άδικο!»
«Κι η μάνα σου αυτό είπε όταν σε γέννησε, αλλά τι να κάνει; Σε κράτησε!» πέταξα κι εγώ την κοροϊδία μου. Φυσικά ο Κίρα δεν έδωσε σημασία.
«Σαν μωρά κάνετε όλοι σας! Εγώ θα σας κάνω μαθήματα ηθικής; Θα το ήθελα βέβαια, αλλά δεν θα δεχτείτε την πρότασή μου!»
Ύστερα ειπώθηκαν κάποιες βαριές λέξεις που δεν μου επιτρέπεται να πω. Αλλά για τα επόμενα λεπτά έτσι ήμασταν. Κάποια στιγμή δεν είδα την Μίσα. Είχε φύγει απ'το οπτικό μας πεδίο. Σκέφτηκα πως η κοπέλα ήταν τελικά ψευδαίσθηση, αλλά όχι. Είχε πάει να χτυπήσει τον συναγερμό της πυροσβεστικής να σταματήσει όλο αυτό το χάος.
Μόλις χτύπησε, ο δικαστής φώναξε να εκκενωθεί η αίθουσα. Βγήκαμε όλοι άρων άρων νομίζοντας πως όντως αρπάξαμε φωτιά και μπήκαμε στο περιπολικό μαζί με τον Λάιτ και την Μίσα. Στον δρόμο δεν βγάλαμε άχνα. Άλλοι ήταν σωματικά κουρασμένοι, άλλοι ψυχολογικά ή και τα δύο. Αυτό πάντως μόνο δίκη δεν το λες. Κάποια στιγμή έσπασε την σιωπή η Μίσα.
«Ξέρετε... Εγώ πήγα και χτύπησα τον συναγερμό. Δεν γινόταν αλλιώς! Επρεπε κάποια στιγμή να σταματήσετε! Οσο για την παρουσία μου, θα σας εξηγήσω αμέσως. Είναι λίγο περίπλοκο αλλά έτσι είναι.
»Όταν η Ρεμ έμαθε πως θα γίνω συνεργάτιδα του Κίρα, μου πρότεινε να με φιλοξενήσει στον κόσμο των Σινιγκάμι ώστε να με προστατέψει από πιθανό του φόνο. Στην αρχή βέβαια δεν δέχτηκα, όμως τελικά συμφώνησα αφού είδα πως επέμενε. Μού είπε όμως ότι αυτό θα έχει αντίκτυπο κάτω στην Γη εφόσον ένας θνητός βρίσκεται στον κόσμο των Σινιγκάμι, οπότε έβαλε δύο Σινιγκάμι να μας αντικαταστήσουν. Εμένα δηλαδή και την Ρεμ. Ο ένας Σινιγκάμι μιας και μπήκε σε σώμα θνητού πέθανε. Γράφτηκε δηλαδή το όνομά μου στο death note. Ομως δεν πέθανα εγώ αλλά αυτός. Ο άλλος εξαφανίστηκε. Άνοιξε η Γη και τον κατάπιε. Δεν ξέρω πού πήγε. Ούτε η Ρεμ ξέρει δηλαδή. Πάντως, όταν έμαθα πως ο Λάιτ πιάστηκε και πήγε στο δικαστήριο, κατέβηκα απ'τον κόσμο των Σινιγκάμι, πήγα σπίτι μου, άλλαξα ρούχα... Κι έγινε ο,τι έγινε»
Κανείς δεν μίλησε. Κανένας δεν σχολίασε τι είπε. Όλοι ήμασταν λες και μας είχε πέσει η μπαταρία. Δεν είχαμε κουράγιο ούτε το στόμα μας να ανοίξουμε.
«Θα με βάλουν στην φυλακή που ψευδομαρτύρησα. Σωστά;»
«Όχι...» είπε ξεψυχισμένα ο Αϊζάβα.
«Σίγουρα;»
«Σιγουρότατα...» ούτε η φωνή του Μάτσουντα δεν έβγαινε. Λες και ήταν ξάγρυπνος όλη την νύχτα.
«Ριουζάκι, είσαι ο μόνος που δεν έβγαλε άχνα καθ'όλη την διάρκεια της δίκης,» σχολίασε η Μίσα. «Πώς κι έτσι;» Εκείνος χάζευε έξω απ'το παράθυρο λες κι ήταν χαμένος στις σκέψεις του. Δεν απάντησε κατευθείαν. Τού τράβηξα ελαφρώς τα μαλλιά.
«Α, συγγνώμη. Είπατε τίποτα;»
«Σε ρώτησα πώς και δεν μίλησες καθόλου στην δίκη.»
«Μίλησα. Απλώς δεν μου αρέσει να φωνάζω. Δεν με προίκισε η φύση να γίνω "τραγουδιστής" όπως οι υπόλοιποι.»
Γέλασα σιγανά. Κατάλαβα τι εννοούσε. Προτίμησα όμως να μην τούς εξηγήσω. Εξάλλου δεν είχαν όρεξη για πολλές κουβέντες, γι'αυτό και δεν ζήτησαν μετάφραση απ'τον Μπαμπινιώτη.
*
*
Όταν φτάσαμε στην μυστική βάση, αφήσαμε το αμάξι στο υπόγειο γκαράζ ως συνήθως. Βγήκαμε και τράβηξα τον Λάιτ απ'τις χειροπέδες, ενώ ο Αϊζάβα και ο Μόγκι πήραν ταξί να γυρίσουν σπίτι τους. Μάλιστα ο Μόγκι πρότεινε στην Μίσα να την συνοδεύσει μέχρι το σπίτι της. Δέχτηκε.
«Εσύ, Μάτσουντα δεν θα πας σπίτι σου;» τον ρώτησα.
«Γιατί να πάω σπίτι; Ποιος με περιμένει; Οι άλλοι έφυγαν γιατί έχουν οικογένειες. Εγώ που είμαι μπακούρης που να πάω;»
«Μα και η Μίσα μόνη της ζει»
«Έχει το σκυλάκι της. Κι ο σκύλος οικογένεια είναι.»
Έτσι πέρασε και το υπόλοιπο απόγευμα. Μόλις κλείδωσα τον Λάιτ στο υπόγειο κελί ο Μάτσουντα πρότεινε να παίξουμε χαρτιά ή κάποιο επιτραπέζιο παιχνίδι όσο ο Ελ τον επέβλεπε. Κάποια στιγμή όμως έπαψε να είναι διασκεδαστικό το παιχνίδι. Πρότεινα να δούμε τηλεόραση. Δεν κάναμε και τίποτα το σπουδαίο δηλαδή. Έξω έβρεχε ακόμα, αν και τώρα η βροχή είχε γίνει ψιχάλα. Μιας και η τηλεόραση ήταν στο ίδιο δωμάτιο με τους υπολογιστές, ο Ελ βρισκόταν στο οπτικό μας πεδίο. Ήταν ακίνητος για πολλή ώρα. Σκέφτηκα λοιπόν μήπως είχε κοιμηθεί. Είχε γύρει στο δεξί χερούλι της πολυθρόνας και τα μάτια του ήταν κλειστά.
«Άραγε πόσες ώρες να κοιμάται ο Ελ;» αναρωτήθηκα.
«Μια φορά που τον είχα δει ξύπνιο στις έξι το πρωί, μού είπε ότι κοιμήθηκε μόνο για δύο ώρες. Ήταν στην αρχή της υπόθεσης Κίρα. Φαίνεται είναι τόσο παθιασμένος με την δουλειά του που μέχρι και τις βασικές του ανάγκες παραλείπει.» είπε ο Μάτσουντα.
«Μπορεί να είναι εξωγήινος μεταμορφωμένος σε άνθρωπο,» απάντησα χαριτολογώντας.
«Ή μπορεί στην προηγούμενή του ζωή να ήταν χάμστερ, κι επειδή τα χάμστερ κοιμούνται γύρω στις 12 ώρες, να το μετάνιωσε και να σκέφτηκε: "θα γίνω άνθρωπος. Δεν μου αρέσει ο ύπνος," κάτι τέτοιο τέλος πάντων.»
Γελάσαμε ψιθυριστά, προσέχοντας να μην τον ξυπνήσουμε. Προφανώς θα είχε κάποιον σοβαρό λόγο που παρέλειπε τον ύπνο, εμείς είχαμε όρεξη για αστεία. Τελικά, πήγα στο δωμάτιό του να φέρω την κουβέρτα απ'το κρεβάτι του και τον σκέπασα. Δεν κατάλαβε τίποτα. Τόσο βαθιά κοιμόταν.
Τέλος, συζητήσαμε το θέμα της δίκης κι είπαμε να περιμένουμε λίγες μέρες, αφού με τα θεατρινίστικα που κάναμε στο δικαστήριο, οι ένορκοι δεν θα ήθελαν να μας βλέπουν ούτε ζωγραφιστούς. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά γίναμε και ρεζίλι!
