Τελικά η δίκη μεταφέρθηκε την Δευτέρα στις 20 του μήνα. Θέλαμε να δώσουμε λίγο χρόνο στον δικαστή, ώστε να μην πάμε ξαφνικά την επόμενη μέρα και να πει: «πάλι εσείς;! Ξεκολλημό δεν έχετε;» Η άλλη επιλογή βέβαια ήταν να πάμε σε άλλο δικαστήριο. Αλλά εφόσον το βρήκαμε γιατί να πάμε σε άλλο; Άσε που μπορεί να υπήρχαν και κόντρες από τους φανατικούς οπαδούς του Κίρα. «Είναι σωτήρας μας, είναι θεός μας! Μην τον δικάζετε!» κι άλλες τέτοιες ανοησίες. Άντε να τους εξηγήσεις μετά...

Ενώ πέρναμε τις θέσεις μας στο δικαστήριο, πρόσεχα τον δικαστή. Μού φάνηκε σφιγμένος. Δεν είχε φαίνεται πολύ όρεξη να δικάσει, πόσο μάλλον μ'εμάς ως μάρτυρες. Την ίδια έκφραση είχε και ο δικηγόρος του Λάιτ. Ούτε οι συνεργάτες μου είχαν πολύ όρεξη. Έμοιαζαν σαν να τους είχαν φέρει με το ζόρι. Έπρεπε όμως να φύγει το εμπόδιο απ'την μέση, ώστε να μην δολοφονήσει τελικά ολόκληρο το Τόκιο.

«Αρχίζει η συνεδρίαση,» δήλωσε ο δικαστής κουνώντας το καμπανάκι του. «Ορκιστείτε να τελειώνουμε.»

«Θα πάω εγώ,» είπε ο Μάτσουντα άλλα ο Ελ τον πρόλαβε.

«Εσύ μείνε εκεί που είσαι. Φτάνουν τα όσα έκανες την περασμένη εβδομάδα.» Πλησίασε τον δικαστή.

«Πώς ονομάζεστε;» ρώτησε ο δικαστής ενώ κρατούσε κάτι σημειώσεις.

«Χιρόσι Ριουζάκι.»

«Ορκιστείτε, κύριε Ριουζάκι.»

«Ορκίζομαι να πω την αλήθεια γιατί πιστεύω είμαι ο μόνος που πήρε την υπόθεση στα σοβαρά.»

«Ωραία...» ο δικαστής αναστέναξε βαθιά.

«Τι σας έκανε να υποπτευθείτε πως ο νεαρός Γιαγκάμι από δω θα μπορούσε να είναι ο πραγματικός Κίρα;»

«Τι να σας πω; Ενστικτωδώς το κατάλαβα. Υπήρχαν όμως τρανταχτά στοιχεία.»

«Όπως;»

«Στο ξεκίνημα της υπόθεσης, με δική μου πρωτοβουλία, τοποθέτησαν κάμερες ασφαλείας στο σπίτι του διευθυντή της αστυνομίας, ο οποίος τυχαίνει και ήταν ο πατέρας του Κίρα. Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός έδινε εξετάσεις κι έτσι διάβαζε σερί από τις εφτά το απόγευμα μέχρι τις δέκα το βράδυ. Καμιά φορά ξεπερνούσε το τρίωρο και γινόταν τετράωρο ή πεντάωρο. Έτρωγε βέβαια αλλά μόνο στο δωμάτιό του ώστε να μην διακόψει την μελέτη. Σύμφωνα μάλιστα με τον πατέρα του, διάβαζε τόσο πολύ ώστε να μπει στο αστυνομικό σώμα. Σκέφτηκα λοιπόν πως θα μπορούσε να είναι ο δολοφόνος και πως καλύπτει την ταυτότητά του λόγω της καλής εικόνας που περνάει. Δεν υπήρχαν βέβαια αρκετά στοιχεία.

»Αργότερα, μπήκε στην ομάδα μας δήθεν για να βοηθήσει. Ήταν σχετικά ήσυχος αλλά ευγενικός. Δεν υπήρξε δηλαδή ποτέ καμιά διαφωνία με μέλος της ομάδας. Στο μεταξύ είχε και σχέση με την ηθοποιό και μοντέλο Αμάνε Μίσα, αλλά όπως αποδείχτηκε την είχε για κάλυψη για να φαίνεται "έφηβος με λαμπρό μέλλον". Όπως έδειξαν και οι κάμερες, εκείνη μόλις του έκανε πρόταση γάμου δεν ήξερε τι να απαντήσει, σαν να μην ήταν γραμμένο στο σενάριο, να το πω έτσι.»

Ο Λάιτ από την άλλη δεν μιλούσε. Ήταν μουτρωμένος. Λες και τον είχαν μαλώσει.

«Κι αυτά δηλαδή τα στοιχεία ήταν αρκετά να σας πείσουν ότι ο Λάιτ είναι ο δολοφόνος.» συμπέρανε ο δικαστής.

«Μάλιστα.»

«Ακουσα πώς στην έρευνα συμμετείχε και ο γνωστός ντετέκτιβ Ελ. Αληθεύει;»

Ο Ελ πάγωσε στην ερώτηση. Κόμπιασε λίγο στην αρχή σαν να μην περίμενε την ερώτηση.

«Ε... Ναι. Αλλά προτίμησε να μην παρευρεθεί στην δίκη λόγω κάποιων προσωπικών του υποχρεώσεων.»

«Καλά, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Απλώς ρώτησα. Φαντάζομαι πως θα είναι πολυάσχολος άνθρωπος. Συμφώνησε όμως να μπουν κάμερες σε ξένο σπίτι; Δεν είναι παραβίαση της ιδιωτικότητας;» συνέχισε τις ερωτήσεις ο δικαστής.

«Πως! Αν δεν είχε συμφωνήσει δεν θα τις βάζαμε. Ασφαλώς συζητάμε την κάθε απόφαση και κάθε γνώμη. Έκρινε λοιπόν ότι ήταν απαραίτητο, κι ας παραβιάζει έναν νόμο. Από την αστυνομία όλα επιτρέπονται.»

«Προφανώς. Είχατε εκφράσει ποτέ στον Ελ τις ανησυχίες σας για την εικόνα που έδειχνε ο Λάιτ; Είναι ο αρχηγός της ομάδας φαντάζομαι.»

«Ναι, και μάλιστα συμφώνησε με τον τρόπο σκέψης μου. Δεν μπορώ βέβαια να μιλήσω για τους υπόλοιπους συναδέλφους μου. Θα σας τα πουν οι ίδιοι.»

Ο δικαστής ζήτησε κι από τους υπόλοιπους αστυνόμους να έρθουν. Ένας ένας ξεχωριστά έλεγε τις εντυπώσεις του για τον Λάιτ. Όπως κι εγώ δηλαδή. Είπα φυσικά πως ήμουν αρχάρια στον τομέα της αστυνομίας κι έτσι δεν μίλησα πολύ. Είπα περίπου τα ίδια που είπε κι ο Ελ. Παρατήρησα όμως πως ο δικαστής μάς κοιτούσε εξεταστικά σαν να μην πίστευε τα λεγόμενά μας.

Ύστερα έκανε κι άλλες ερωτήσεις παρόμοιες, όπως πώς βρήκαμε το death note, αν όντως δουλεύει κι αν γίνεται να το τεκμηριώσει. Δεν αναφέρθηκαν καθόλου στο θέμα του βίντεο, για να κρατήσουν λογικά την ανωνυμία του μάρτυρα που απαθανάτισε την στιγμή. Πάλι καλά!

Συμφωνήσαμε, κι ο Αϊζάβα μετέφερε μια βαλίτσα προς την εξέδρα. Οι υπόλοιποι ένορκοι την άνοιξαν πολύ προσεκτικά, λες και θα έβγαζαν από μέσα κανέναν πολύτιμο λίθο. Τότε ο δικαστής ζήτησε από έναν υπεύθυνο του δικαστηρίου να φέρει έναν εγκληματία ο οποίος προοριζόταν για εκτέλεση. Τον κρατούσε από τα μπράτσα. Μόλις ο εγκληματίας έπεσε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα, το ακροατήριο έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης.

«Σιγά μωρέ, πώς κάνετε έτσι; Μας τα'παν κι άλλοι αυτά,» σχολίασε ο Μάτσουντα.

Τότε πήρε τον λόγο ο δικηγόρος του Λάιτ. «Πώς είμαστε τόσο σίγουροι ότι δεν είναι στημένο το βίντεο;»

«Τι εννοείτε;» έκανε ο Μάτσουντα.

«Θα μπορούσατε πολύ απλά να είχατε βάλει έναν ηθοποιό, να του βάλατε μακιγιάζ και να παίξει τον ρόλο του Κίρα, χωρίς κανένα κίνητρο. Απλά και μόνο για να βγάλετε γρήγορα κάποιο συμπέρασμα ώστε να τελειώσει τσακ μπαμ η υπόθεση.»

Ορίστε! Ζήσαμε να το ακούσουμε κι αυτό! Πώς μπορούσε να αμφισβητεί ένας δικηγόρος την δουλειά ενός αστυνομικού; Εκτός κι αν δεν ήταν δικές του σκέψεις κι ήταν κάποιος ρόλος που έπαιζε, μιας και η δουλειά του ήταν να υπερασπιστεί τον δολοφόνο!

Οι αστυνόμοι σάστισαν και με το δίκιο τους. «Τι είναι αυτά που λέτε;» είπε ο Μόγκι.

«Θα πέφταμε ποτέ τόσο χαμηλά εις βάρος της υπόθεσης; Για τέτοιους μας έχετε δηλαδή;! Μας προσβάλλετε!» φώναξε ο Αϊζάβα.

«Τώρα πώς να του αποδείξουμε τα αυτονόητα;» συμπλήρωσε ο Μόγκι. «Δεν έχουμε άλλες απτές αποδείξεις εκτός από το βίντεο και το death note.»

«Δεν νομίζω να πιστεύει αυτά που λέει. Είναι δικηγόρος που υπερασπίζεται εγκληματίες. Δουλειά του είναι άλλωστε.» είπε ο Ελ.

«Δηλαδή θα πλακωθούμε όπως και την άλλη φορά;» ρώτησε ο Μάτσουντα.

«Ρε! Έχουμε κι ένα φονικό τετράδιο! Το ξεχάσατε;» φώναξα.

«Να σκοτώσουμε τον δικαστή που πιθανόν να ξέρει πώς τον λένε, έτσι ώστε όταν δει γραμμένο το όνομά του στο death note να κάνει την σύνδεση.» πρότεινε ο Μάτσουντα.

Ο δικαστής κούνησε έντονα το καμπανάκι σαν να είχε αρχίσει να θυμώνει σιγά σιγά. «Τι είναι αυτά που ακούω, μάρτυρες;! Θα σας κλείσω μέσα για ασέβεια!»

«Ενίσταμαι, κύριε δικαστά! Ο δικηγόρος από δω, όσο καλά κι αν ξέρει την δουλειά του, δεν μπορεί να αμφισβητεί τα στοιχεία μας! Τι άλλο θέλει πια; Έχουμε το τετράδιο, το βίντεο, —που δεν ασχοληθήκαμε πολύ— και τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Τι δεν κάνουμε σωστά δηλαδή;!» διαμαρτυρήθηκε ο Μάτσουντα.

«Δεν ξέρω. Να τα βρείτε μόνοι σας. Αρκετά μας ζαλίσατε τα συκώτια τις προάλλες.»

Ύστερα στράφηκε προς το κοινό. «Κυρίες και κύριοι, κάνουμε ένα διάλειμμα δέκα λεπτών μέχρι να βρω τα χάπια μου. Δεν με βλέπω να χαλαρώνω ούτε σήμερα...»

Μαζεύτηκαν τα σώματά μας μεταξύ τους σαν να θέλαμε να συνωμοτήσουμε.

«Τώρα τι κάνουμε παιδιά;» ψιθύρισα.

«Δεν ξέρω, αλλά όλη αυτή η κατάσταση έχει αρχίσει να μου την δίνει στα νεύρα,» είπε ο Αϊζαβα. «Αν δεν τον δικάσουν μέσα στο επόμενο μισάωρο θα κλείσω ραντεβού σε κάναν ψυχολόγο για όλη την ομάδα.»

«Γιατί όμως δεν το έμαθαν οι δημοσιογράφοι; Ένα τόσο κοσμοϊστορικό γεγονός θα έπρεπε να είχε κάνει πάταγο σε όλες τις τηλεοράσεις και τις εφημερίδες! Μιλάμε για το σπανιότερο έγκλημα του κόσμου!» είπα με κάπως ενοχλημένο ύφος.

«Δεν ήθελαν λέει οι ένορκοι δημοσιότητα. Θέλουν να 'χουν το κεφάλι τους ήσυχο από τους παπαράτσι που κάνουν χαζές ερωτήσεις. Και με το δίκιο τους δηλαδή,» απάντησε ο Μάτσουντα. «Ουσιαστικά κάνουμε την δίκη στα κρυφά»

«Τέλος πάντων, Ριουζάκι, είσαι σίγουρος ότι δεν είναι αυθεντικά τα λεγόμενα αυτού του δικηγόρου. Αν είναι να ξεκινήσουμε πάλι τις λογομαχίες!» είπε ο Μόγκι.

«Σιγουρότατος. Όταν ήμουν στην δίκη του Τζον Ντάμερ είχαν φέρει δύο τρεις δικηγόρους να τον υπερασπιστούν, πάρα τα όσα έλεγαν τα στοιχεία για μαζοχισμό και παιδεραστία. Τέτοιο είναι το δικαστικό σύστημα...»

«Είμαστε ασφαλείς τότε!» αναφώνησε ο Μάτσουντα.

«Τι εννοείς;»

«Δεν συμφέρει να τσακωθούμε για ψύλλου πήδημα όπως τις προάλλες, αφού ούτως ή άλλως ο δικηγόρος είναι πιστός στο επάγγελμά του. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να καλέσουμε κάποιο τηλεοπτικό κανάλι που να ενδιαφέρεται για τον Κίρα όπως το Σάκουρα TV, έτσι ώστε να δημιουργηθεί χαμός. Θα είναι τόσο πολύ εξουθενωτική εμπειρία, ώστε θα αναγκαστεί ο δικαστής να τον κηρύξει ένοχο. Δεν είναι ιδιοφυές το σχέδιό μου;»

«Πολύ. Ανατρίχιασα...» ειρωνεύτηκε ο Μόγκι.

«Αν δεν το δοκιμάσουμε, πώς θα ξέρουμε ότι θα πετύχει; Έχουμε φτάσει στο σημείο του "ή τώρα ή ποτέ". Δεν μας μένει καιρός για σκέψη!»

Έπρεπε να παραδεχτώ ότι είχε απόλυτο δίκιο ο Μάτσουντα. Ή τώρα ή ποτέ. Δεν μας έπαιρνε για πειραματισμούς τελευταία στιγμή. Συμφωνήσαμε τελικά να τηλεφωνήσουμε στο Σάκουρα TV, κι αν δεν μας πίστευαν να πήγαινε κάποιος από μας εκεί να βρει κανέναν δημοσιογράφο που να ενδιαφέρεται. Ευτυχώς δεν έγινε λόγος για καμία δυσπιστία. Μάλιστα, παρά την σχετικά μεγάλη απόσταση ήρθε το συνεργείο όσο πιο γρήγορα μπορούσε. —Περίπου είκοσι λεπτά με το αμάξι απ'ότι μάς είπαν—

Κανένας από το κοινό δεν περίμενε να μπουκάρει έτσι στα ξαφνικά ένας τηλεοπτικό συνεργείο, πόσο μάλλον όταν τούς είχαν πει ότι η δίκη θα γίνει μυστικά. Η εικόνα που ξεπρόβαλε μπροστά στα μάτια μου δεν μπορεί να την περιγράψει κανείς με λόγια απλά και κατανοητά. Το μόνο που θυμάμαι είναι τον δικαστή και τον δικηγόρο να κοιτάνε με γουρλωμένα μάτια, πόσο μάλλον ο Λάιτ. Στο μεταξύ, κάποιοι από το κοινό είχαν κρύψει τα πρόσωπά τους για να μην τους βρει ο φακός της κάμερας. Λες και ήταν τίποτα διασημότητες που φοβούνταν μην τους αναγνωρίσουν οι θαυμαστές... Κι όσο ο δικαστής έψαχνε απεγνωσμένα τα χάπια του, οι δημοσιογράφοι είχαν πέσει πάνω από τον Λάιτ να τον βομβαρδίσουν στις ερωτήσεις. Στο μεταξύ ο δικηγόρος, του είχε κλείσει τα μάτια για να μην φανεί το πρόσωπό του στην τηλεόραση. Για να μην τον θίξει λογικά.

Μου αρέσει που και εγκληματίας να είσαι, δεν σού στερούν τα δικαιώματά. Το δικαίωμα της ανωνυμίας για παράδειγμα, ή το δικαίωμα να έχεις δικηγόρο. Κι αν είσαι τυχερός μπορεί να σε στείλουν σε καμιά φυλακή που μόνο με φυλακή δεν μοιάζει. Έχω δει σε φωτογραφίες πώς είναι οι σύγχρονες φυλακές σε κάποιες χώρες, στις οποίες όλοι οι εγκληματίες ασχέτως κακουργήματος, έχουν τηλεόραση στα δωμάτιά τους, οι τοίχοι είναι χρωματιστοί, υπάρχει μάλιστα και γυμναστήριο με όλα τα δημοφιλή σπορ!Μπορεί στο μέλλον να γίνω κι εγώ εγκληματίας. Ζωάρα θα κάνω!

«Ακούστηκε ότι εσείς είστε ο πραγματικός Κίρα. Αληθεύει;»

«Τι έχετε να πείτε προς υπεράσπισή σας, νεαρέ;»

«Τι έχετε να πείτε γι'αυτούς που σας θαυμάζουν και σας έχουν είδωλο;»

Λες και ο Λάιτ θα μπορούσε ποτέ να απαντήσει συγχρόνως σε όλες αυτές τις ερωτήσεις! Αντ'αυτού όμως, έδειξε την αγανάκτησή του.

«Γιατί θεέ μου;! Τι έχω κάνει και τιμωρούμαι έτσι;!»

«Ερωτήσεις κάνουμε μόνο εμείς!» είπε με αυθάδεια κάποιος δημοσιογράφος.

Στο μεταξύ, ο δικαστής μάταια προσπαθούσε να διώξει από πάνω του τα μικρόφωνα και τις κάμερες. Πρέπει να έσπασε κιόλας καμία κάμερα, αλλά δεν είμαι και σίγουρη.

«Κύριε Γιαμάσιτα, εσείς ως γνωστότερος δικαστής της Ιαπωνίας, τι έχετε να πείτε γι'αυτή την υπόθεση; Ξεπερνάει κάθε φαντασία, καταλαβαίνετε;»

«Και επιπλέον, γιατί δεν μας καλέσατε από την αρχή; Προσωπικά το σιχαίνομαι όταν πηγαίνω κάπου τελευταία στιγμή, πόσο μάλλον για ένα φωτορεπορτάζ!»

«Πόσο πιθανό είναι να ξαναδούμε τέτοια παρόμοια υπόθεση στο μέλλον;»

«Μιλήστε, ρε! Γιατί δεν μιλάτε;!»

Παρόλο που είχε βρει τα χάπια του κι είχε καταπιεί μια χούφτα, δεν τον έβλεπα και πολύ χαλαρό τον κακομοίρη... Έριξα ένα βλέμμα στους συνεργάτες μου. Ο Μάτσουντα χαμογελούσε ικανοποιημένα, λες κι είχε μόλις λύσει μια δύσκολη μαθηματική άσκηση. Οι άλλοι, πλυν του Ελ, φαίνονταν μπερδεμένοι κι απορημένοι ταυτόχρονα. Μάλλον θα αναθεωρούσαν τις επιλογές τους στην ζωή. Κι ο Ελ φαινόταν να βαριέται τρομερά. Σαν να είχε ξαναδεί την συγκεκριμένη σκηνή.

«Παίδες... Πού πήγαμε και μπλέξαμε;» τούς είπα.