ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28
Φέρνω μία γύρα με τα μάτια μου τον χώρο. Οι πέτρες είναι ψηλές και τοποθετημένες σε κύκλο. Μπορώ να νιώσω την μαγεία του χώρου, αλλά είναι θαμπή. Βρίσκομαι στο σωστό μέρος, αλλά όχι στον σωστό χρόνο.
Στην άλλη διάσταση, ο Ντράκο Μάλφοϋ κατάφερε να κάνει το πέρασμα ακριβώς στο σημείο όπου βρίσκομαι αυτήν την στιγμή. Εκτέλεσε ένα περίπλοκο μαγικό που του επέτρεψε να αλλάξει το παρελθόν του και να σώσει τον θείο μου τον Φρεντ από βέβαιο θάνατο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία μιας καινούργιας διάστασης, της δικιάς μας διάστασης. Εγώ δεν θέλω να αλλάξω τον χρόνο ούτε να δημιουργήσω καινούργιο. Θέλω να μεταφερθώ σε ήδη υπάρχουσα διάσταση. Έστω, σκέφτηκα πως η απάντηση στο πώς να το κατορθώσω να βρισκόταν στην εμπειρία του Ντράκο Μάλφοϋ, για αυτό και χρησιμοποίησα την ενέργεια του, ώστε να ταξιδέψω νοερά στην αρχική του διάσταση και να δω πώς τα κατάφερε. Είδα το μαγικό, είδα την έρευνα του, είδα τα όνειρα του που τα προκάλεσαν όλα, ένιωσα την απελπισία του. Δεν έχω όμως τίποτα να κάνω αυτήν την γνώση. Η ευθυγράμμιση του Κρόνου που θα μου επέτρεπε να κάνω το μαγικό δεν θα συμβεί για τα επόμενα δέκα χρόνια.
Ανακάλυψα και κάτι ακόμα, προγκίζοντας επισταμένα την ενέργεια του. Ο Ντράκο Μάλφοϋ δεν θυμάται τίποτα από αυτά. Ο Ντράκο Μάλφοϋ της δικής μου διάστασης δεν έχει καμία ανάμνηση του Ντράκο Μάλφοϋ της άλλης διάστασης. Το συνειδητοποίησα όταν εκείνο το βράδυ στο σπίτι της Ρόουζ, ανέφερα το ενδεχόμενο άλλων διαστάσεων. Οι δικοί μου θα πίστεψαν ότι το έκανα, για να δικαιολογήσω ξανά την φυγή του Ίαν. Δεν το έκανα για αυτό. Το έκανα, για να δω τις αντιδράσεις του πατέρα του Σκόρπιους. Δεν είχε καμία αντίδραση. Καμία συναισθηματική τραμπάλα που να έδειχνε πως ήξερε τι είχε συμβεί. Ίσως κάποτε να θυμόταν, όταν η πύλη που άνοιξε ήταν ακόμα νωπή. Τώρα όμως ό,τι και αν ήταν αυτό που έφερε μαζί του έχει πια σβηστεί. Δεν είναι πως λέει απλά ότι δεν πιστεύει πως υπάρχουν άλλες διαστάσεις. Δεν ξέρει πραγματικά πως υπάρχουν. Δεν ξέρει πραγματικά πως αυτός υπάρχει σε ένα άλλο σύμπαν, όπως υπάρχει και η γυναίκα του και ο γιος του και όλος του ο κόσμος.
Φαντάζομαι το μυαλό του τον έκανε να ξεχάσει, για να τον προστατεύσει. Είναι το είδος της γνώσης που μπορεί να σε φτάσει στην παράνοια. Ενδεχομένως για αυτό μας είναι τόσο δύσκολο να πιστέψουμε στην ύπαρξη παράλληλων διαστάσεων. Η διανοητική μας ικανότητα δεν θα άντεχε τέτοια σύλληψη. Η δική μου διανοητική ικανότητα κοντεύει να φτάσει στα όρια της. Μάχομαι να κρατηθώ στις επάλξεις για χάρη του, επειδή δεν μπορώ να διανοηθώ την ύπαρξη μου σε έναν κόσμο που δεν θα ξαναδώ το πρόσωπο του, δεν θα ξανακούσω την φωνή του να μου λέει σε αγαπώ. Ακόμα και αν αυτό σημαίνει πως σε περίπτωση που τα καταφέρω να πάω να τον βρω, όχι μόνο δεν θα μπορώ να γυρίσω πίσω, αλλά θα έχω ξεχάσει παντελώς την ζωή μου εδώ.
Κάθομαι κατάχαμα στην μέση του πέτρινου κύκλου και ξαπλώνω στο κρύο χώμα. Κοιτάζω τον ουρανό γεμάτο σύννεφα προσπαθώντας να ηρεμήσω τις σκέψεις μου. Απλώνω τα χέρια μου δεξιά και αριστερά και βουλιάζω τα δάχτυλα μου στην γη. Νιώθω τα νύχια μου να μακραίνουν και να μακραίνουν και να μακραίνουν, να γίνονται ρίζες και να επεκτείνονται μέχρι να φτάσουν στο κέντρο του πυρήνα. Κλείνω τα μάτια μου και συγκεντρώνομαι στην αίσθηση, στην μαλακή, χθόνια διαδρομή μου.
«Μην παντρευτείς το γιο μου.»
«Σε αγαπώ.»
«Είμαι τρελός για εσένα.»
«Πόσο βρώμικη είσαι;»
«Όσο θέλεις εσύ να είμαι.»
Το νυφικό είναι σομόν παλ τούλι που πέφτει σε βαριές στρώσεις μέχρι το πάτωμα. Ανασηκώνεις την πρώτη στρώση. Πιάνεις στα χέρια σου το πολύτιμο ύφασμα. Σου γλιστράει. Το πιάνεις ξανά. Το κάνεις κόμπο στην χούφτα σου. Ύστερα την δεύτερη στρώση. Τούλι και τούλι και πάλι τούλι. Μεταξωτό, εύθραυστο, ντελικάτο, απαλό. Θροΐζει μέσα στα χέρια σου. Τρίτη στρώση, τέταρτη. Το σηκώνεις όλο και την ξεγυμνώνεις. Αποκαλύπτεις την λευκή της επιδερμίδα που καλύπτεται μόνο από ένα σατινένιο σλιπάκι. Το κάνεις στην άκρη, το σκίζεις σχεδόν. Το φερμουάρ σου έχει ήδη κατέβει, ο ανδρισμός σου έχει απελευθερωθεί. Χώνεσαι μέσα της, βαθιά. Αναπνέεις το άρωμα της, βυθίζεις την μύτη σου στα μαλλιά της, όλοι σου οι πόροι γεμίζουν με την μυρωδιά της και την αίσθηση της. Στα αυτιά σου πάλλεται η υγρασία της καθώς συνεχίζεις να μπαίνεις μέσα της. Την πιάνεις από το πηγούνι και ανασηκώνεις το κεφάλι της. Οι ματιές σας συναντιούνται στο είδωλο του καθρέφτη. Η δικιά της θηρευτική, λάγνα, απαιτητική. Τα μπλε της μάτια λάμπουν από ιταμότητα και ίμερο. Μαγκώνουν την καρδιά και το μυαλό σου.
Ένα μικρό κομμάτι του νου σου καταφέρνει να δραπετεύσει, να βγει έξω από το κορμί σου και να ταξιδέψει ψηλά. Σε παρατηρεί από την οροφή, για λίγο, ενώσω παραδίνεσαι στον πυρετό σου για εκείνη. Ύστερα ίπταται μέσα από τοίχους και φτάνει στο κεντρικό κλίτος, εκεί που ο γιος σου περιμένει την γυναίκα της ζωής του, την ίδια στην οποία τώρα ασελγείς. Στημένος μπροστά από το ιερό, ντυμένος το γκρι του κοστούμι, υπέροχος, όμορφος, και αθώος. Τόσο, μα τόσο ανυποψίαστος ότι λίγα μέτρα μακριά του ο πατέρας του πηδάει την κοπέλα που αγαπάει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο.
Δεν έχεις άλλο μυαλό να διαθέσεις πια. Το κορμί σου σφίγγεται μέσα της και η κάψα σου εκσφενδονίζεται καυτή και υγρή. Πέφτεις επάνω στον λαιμό της, ακουμπάς το ιδρωμένο σου μέτωπο στον ώμο της. Μέχρι να βρεις την ανάσα σου, έχεις ξεχάσει πού είσαι και τι κάνεις. Μα ένα κομμάτι της καρδιάς σου, ένα μικρό απειροελάχιστο κομμάτι, έχει πια ραγίσει.
Και αυτό είναι μονάχα η αρχή.
Ανοίγω τα μάτια μου. Ο ουρανός από πάνω μου είναι σκοτεινός. Δεν ξέρω πόση ώρα έχει περάσει, μα έχει πέσει η νύχτα. Σηκώνομαι από το έδαφος αργά γιατί ζαλίζομαι. Στηρίζομαι σε μία από τις πέτρες και παίρνω βαθιές ανάσες. Βήχω δυνατά και νομίζω θα λιποθυμήσω. Με πολύ κόπο καταφέρνω να ηρεμήσω την καρδιά μου που χτυπάει σαν τρελή μέσα στο στήθος μου. Μετράω νοερά μέχρι το δέκα. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, επτά, οκτώ, εννέα, δέκα. Κάνω ένα βήμα. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, επτά, οκτώ, εννέα, δέκα. Κάνω δεύτερο βήμα. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, επτά, οκτώ, εννέα, δέκα. Τρία, τέσσερα βήματα. Παίρνω και άλλες βαθιές ανάσες. Ο κόσμος αρχίζει να βρίσκει σιγά-σιγά τις κανονικές του διαστάσεις. Εισπνέω λαίμαργα τον βραδινό αέρα. Μπαίνει μέσα στα πνευμόνια που παγωμένος και με κόβει σαν αιχμηρές λεπίδες. Τον καλοδέχομαι. Καταπίνω επίπονα και συνεχίζω να βαδίζω μακριά από τον πέτρινο κύκλο. Μέχρι να συνέλθω κάπως, έχω φτάσει πια στο χωριό. Δεν έχω το κουράγιο να διακτινιστώ, οπότε πηγαίνω στην τοπική και μοναδική παμπ.
Βρίσκω τον χώρο σχεδόν άδειο, πέρα από έναν μεσήλικα πίσω από την μπάρα και δυο παππούδες που πίνουν μπίρα δίπλα-δίπλα σκαρφαλωμένοι σε ψηλά σκαμπό. Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι πεινάω και διψάω με μανία. Καταλαμβάνω μία θέση μακριά από τους παππούδες και ζητάω νερό και ό,τι έχει απομείνει στην κουζίνα. Ο πάμπλικαν μου σερβίρει ένα μεγάλο ποτήρι από την βρύση το οποίο κατεβάζω σχεδόν με μία γουλιά και ζητάω δεύτερο. Μου ξαναγεμίζει το ποτήρι και σε λίγο ακουμπάει μπροστά μου ένα πιάτο με αχνιστή πίτα του βοσκού. Τον ευχαριστώ και ξεκινώ να τρώω λαίμαργα. Είναι ίσως ό,τι καλύτερο έχω δοκιμάσει στην ζωή μου και αυτό δείχνει μετά βεβαιότητας πόσο λιμασμένη είμαι.
«Ψύχρανε απότομα ο καιρός, ε;» λέει ένας από τους παππούδες στα αριστερά μου.
Κλασικός αγγλικός τρόπος να ξεκινήσεις συζήτηση.
Καταλαβαίνω ότι απευθύνεται σε εμένα και δεν μπορώ να τον αγνοήσω γιατί έχει γυρίσει προς το μέρος μου και με κοιτάει επισταμένως.
«Ναι, Σεπτέμβριος πια,» απαντώ γενικόλογα συνεχίζοντας να χώνω μεγάλες μπουκιές στο στόμα μου.
«Ήρθες από την πόλη;» με ρωτάει ξανά ο ίδιος παππούς.
Δεν είμαι σίγουρη σε ποια πόλη αναφέρεται. Υποθέτω το Μπαθ που είναι η κοντινότερη μεγάλη. Όπως και να έχει γνέφω θετικά χωρίς να μπω σε λεπτομέρειες. Και το Λονδίνο πόλη είναι, άλλωστε, επομένως δεν λέω ψέματα υπό την ευρεία του όρου έννοια.
«Έχουμε αρκετούς τουρίστες πλέον στα μέρη μας,» προστίθενται στην κουβέντα και ο άλλος παππούς. «Όταν μεγαλώναμε εμείς, δεν βλέπαμε ξένο ούτε με το κιάλι, που λένε. Τώρα όμως έρχονται αρκετοί από το Μπαθ και από το Μπρίστολ και το Λονδίνο ακόμα. Το καλοκαίρι περισσότερο, βέβαια. Στα τέλη Ιουνίου γίνεται και η γιορτή επάνω στο Σέρεν ο' Ντόρι και εμφανίζονται μιλούνια ντυμένοι σαν ξωτικά, για να γιορτάσουν το ηλιοστάσιο. Θυμάσαι, Σέιν, όταν ήμασταν μικρά; Κανείς δεν νοιαζόταν για αυτούς τους βράχους. Οι μανάδες μας μάς λέγανε να μείνουμε μακριά, γιατί βγαίνουν νεράιδες και σου παίρνουν το μυαλό, αλλά εμείς πηγαίναμε και παίζαμε κρυφτό. Μέσα στα αγριόχορτα ήταν. Τώρα πια θέλεις εισιτήριο να μπεις. Λες και ο κόσμος αντιλήφθηκε ξαφνικά τι το σπουδαίο έχουν μία αρμαθιά πέτρες.»
«Είναι μαγικό μέρος αυτό, Μάιλς, και μην το γελάς,» αντικρούει ο άλλος παππούς. «Καλά κάνουν και το τιμούν όπως του πρέπει. Γιατί το Στόουνχεντζ καλύτερο είναι; Ας εκτιμήσουμε αυτά που έχουμε, είναι η εθνική μας κληρονομιά.»
Η αναφορά στον πέτρινο κύκλο κεντρίζει την προσοχή μου. Είναι αναμενόμενο ένα μέρος με έντονη μαγική δραστηριότητα να τραβάει και τους μανγκλ χωρίς βέβαια να ξέρουν γιατί ή τι ακριβώς. Είμαι τυχερή που αυτήν την εποχή του χρόνου είναι άδειο και που σίγουρα δεν είναι τόσο διάσημο όσο άλλα μνημεία. Φυσικά, η παρουσία των μανγκλ δεν θα με εμπόδιζε. Έχω αρκετά ξόρκια, για να περνάω απαρατήρητη. Το να παρακάμψω τους δύο βαριεστημένους φρουρούς στην είσοδο χωρίς να με καταλάβουν σήμερα ήταν παιχνιδάκι. Σίγουρα ωστόσο τα πράγματα θα γίνονταν πιο περίπλοκα, αν μιλάγαμε για ορδές τουριστών. Επίσης, το Υπουργείο επιτηρεί τις μαγικές ενέργειες κοντά σε μέρη που συχνάζουν πολλοί μάγνκλ πολύ περισσότερο, ώστε να διασφαλίσει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος αποκάλυψης. Είμαι ήδη σε επιφυλακή μιας και παρά την απελευθέρωση μου είμαι βέβαιη ότι ο πατέρας μου έχει βάλει Χρυσούχους να προσέχουν τις κινήσεις μου και κάθε φορά σκαρφίζομαι χίλιες διαδρομές, για να χάσουν τα ίχνη μου όποιοι και αν είναι αυτοί που με παρακολουθούν. Δεν θα ήθελα να μπω από μόνη μου στο μικροσκόπιο και της κυβέρνησης.
Η συζήτηση των δύο συνδαιτημόνων μου κατρακυλάει σε άλλα θέματα πολύ πιο προσωπικού και άρα για μένα μηδαμινού ενδιαφέροντος. Νοιώθω καλύτερα, οπότε πληρώνω το φαγητό μου και σηκώνομαι να φύγω. Βγαίνω έξω και προχωράω λίγο παρακάτω με σκοπό να μπω σε ένα στενό και να διακτινιστώ σπίτι μου. Διανύω μερικά βήματα, στρίβω στο σκοτεινό παρασόκακο, σταματώ απότομα, γυρίζω πίσω μου, βγάζω το ραβδί μου και το σημαδεύω προς την άγνωστη φιγούρα. Την ακινητοποιώ και την τραβάω προς το μέρος μου. Είναι ένας νεαρός άντρας, σχεδόν αγόρι, με ξανθά μαλλιά και μαύρα μάτια, μετρίου αναστήματος και παχουλός.
«Ποιος είσαι και τι θέλεις;» τον ρωτάω ήρεμα αλλά απειλητικά.
Ξέρω ότι δεν είναι Χρυσούχος. Αν ήταν Χρυσούχος δεν θα τον είχα αντιληφθεί να με έχει πάρει στο κατόπι από την στιγμή που άρχιζα να κατηφορίζω τον λόφο από το Σέρεν ο' Ντόρι.
Δεν απαντάει αμέσως και χρησιμοποιώ ξανά το ραβδί μου, για να τον ανασηκώσω προς τα επάνω. Από τα αυτιά. Είναι μικρή η πίεση, σχεδόν ανεπαίσθητος πόνος, αλλά φαίνεται να κάνει την δουλειά του.
«Όχι, κυρία, καλή, κυρία, μη κυρία, θα σας τα πω όλα. Τοντ με λένε, Τοντ!»
«Τι θέλεις; Γιατί με παρακολουθείς;»
Ξαναδιστάζει να απαντήσει και τον ανασηκώνω λίγο περισσότερο, ώστε ο πόνος να μην είναι τόσο ανεπαίσθητος πια.
«Αααα, όχι, κυρία, σας παρακαλώ κυρία, αααα, θέ-θέλαμε να δούμε αν θα μας οδηγήσεις στον Κάλλιστο.»
Σμίγω τα φρύδια μου παραξενευμένη. Ποιον Κάλλιστο;
Ευτυχώς για μένα ο Τοντ παραείναι πρόθυμος πληροφοριοδότης.
«Ξέρουμε ότι σκοπεύεις να πας να τον βρεις. Ξέρουμε ότι σου έχει δώσει το κλειδί.»
«Ποιο κλειδί; Μίλα ξεκάθαρα.»
«Το κλειδί.»
Με τα μάτια του, που μαζί με το στόμα του είναι το μόνο σημείο του κορμιού του που του έχω επιτρέψει να κουνά, δείχνει προς τα κάτω. Αντιλαμβάνομαι πως εννοεί το δαχτυλίδι μου.
«Αυτό;» ανασηκώνω την αναστροφή της παλάμης μου στο ύψος των ματιών του.
Ανοιγοκλείνει τα ματόκλαδα του.
«Πες μου!»
«Ναι, αυτό, αυτό,» σκούζει χωρίς να τον έχω πονέσει, περισσότερο.
«Τι κλειδί είναι αυτό; Για ποια πόρτα;»
«Δεν είναι πόρτα, δεν είναι.»
«Τότε τι είναι;»
Η απάντηση στην ερώτηση μου έρχεται πριν μου την δώσει εκείνος. Φυσικά, είναι κλειδί. Δεν ανοίγει πόρτες. Ανοίγει πύλες. Για άλλες διαστάσεις.
Πού το ξέρει όμως αυτό το ξανθό αυτό παχουλό αγόρι;
«Πού ξέρεις εσύ τι είναι και τι κάνει; Μίλα!»
Τον πονάω λίγο ακόμα δίχως να χρειάζεται, μα για να εντείνω την προθυμία του να μου τα ξεράσει όλα.
«Μίλα! Πόσο καιρό με παρακολουθείς;»
«Ααα, ααα, όχι, εγώ, κυρία, εγώ για λίγο μόνο, κυρία. Αααα, είναι και άλλοι, είμαστε και άλλοι, πολλοί είμαστε.»
«Και ποιοι είστε αυτοί οι πολλοί;»
«Οι Απόγονοι των Σαμαρινών.»
Μου παίρνει λίγα δέκατα του δευτερολέπτου, για να συνειδητοποιήσω σε ποιους αναφέρεται. Απόγονοι των Σαμαρινών ή Πρίγκιπες της Σαμαρίνας είναι η ονομασία που έχουν δώσει στον εαυτό τους μία πανάρχαια σέκτα μάγων που ως χαρακτηριστικό τους έχουν την λατρεία μίας μυστικιστικής δύναμης που αποκαλείται Έρεβος.
Ώστε έτσι κάνουν τελικά την εμφάνιση τους οι Ερεβίτες.
Ναι, έχουν περάσει δύο χρόνια, αλλά η ιστορία συνεχίζεται. Δεν ξέρω αν έχει νόημα να ανεβάζω πια και αν έχει μείνει καμία σας να διαβάζει, αλλά εφόσον η έμπνευση επέστρεψε, πρέπει να διοχετευθεί κάπου. Υπόσχομαι, στον εαυτό μου πρώτα, ότι θα ανανεώσω ξανά σύντομα και ότι το ταξίδι μας θα φτάσει στο τέλος του.
Εύχομαι να είστε όλες καλά όπου και να είστε. Σας ευχαριστώ πολύ για τα υπέροχα λόγια σας, όποτε και αν αποφασίσατε να τα γράψατε. Εγώ τα διαβάζω και μου δίνουν απερίγραπτη χαρά.
Σας φιλώ πολύ!
ΧΧΧ
