Καθόταν σκεπτικός στο γραφείο. Τα αναμμένα κεριά σιγοέκαιγαν, φωτίζοντας τον σκοτεινό χώρο. Διάβαζε προβληματισμένος τα χαρτιά που βρίσκονταν μπροστά του. Τα πλοία τους δεν τα πήγαιναν καλά φέτος, είχαν μεγάλη χασούρα. Οι επιθέσεις από πειρατές ήταν όλο και πιο συχνές, τα δρομολόγια όλο και πιο επικίνδυνα. Άφησε κάτω το χαρτί που κρατούσε στο χέρι του, έβγαλε από το πουγκί του τον καπνό και άρχισε να στρίβει ένα τσιγάρο. Η φλόγα από το τσακμάκι φώτισε για λίγο τα σκοτεινά του μάτια. Με το τσιγάρο αναμμένο στο στόμα του, άρχισε να ψάχνει τα χαρτιά που είχε μπροστά του. Αναστέναξε. Θα έπρεπε να φύγει για ταξίδι σύντομα πάλι, ο θείος του τον πίεζε όλο και περισσότερο. Αν δεν ήταν και ο Κανέλλος, πλέον δεν θα περνούσε καθόλου χρόνο στη Μάνη, θα ήταν συνεχώς πάνω σε ένα καράβι.
Ο Κανέλλος. Ο αγαπημένος αδερφός του πατέρα του και ο μόνος που κρατούσε ακόμα τη μνήμη του ζωντανή. Αυτός και ο Ανδρέας που όσο μεγάλωνε του έμοιαζε τόσο στην όψη όσο και στον χαρακτήρα. «Αυτό το κεφάλι σου» του έλεγε συχνά ο Κανέλλος, «αγύριστο, σαν του πατέρα σου.» Και ο Ανδρέας γέμιζε περηφάνεια που έμοιαζε έστω και λίγο στον πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ. Ο Κανέλλος τον μεγάλωσε. Αυτός ήταν και πατέρας και θείος του. Προσπάθησε να τον μεγαλώσει όπως θα τον μεγάλωνε ο Τζανέτος, να τον κάνει περήφανο και για τους δύο τους, του είχε εκμυστηρευτεί χρόνια πριν. Ήταν παιδί και ο ίδιος, αμούστακος ακόμα, όταν ο Διογένης είχε φέρει τον γιο του Τζανέτου στον Πύργο. Η Αναστασία ακόμα έγκυος με τον Μάρκο, τον πρωτότοκο του Μιχαήλ. Ο Μάρκος τον είχε προστατεύσει για όσο ζούσε, τον γιο του αγαπημένου του Τζανέτου. «Αυτό το παιδί είναι ο πρώτος γιος της σειριάς μας» έλεγε συχνά, «μια μέρα θα γίνει καπετάνιος». «Ακούς, Μιχαήλ;», έλεγε στον θείο του. Αλλά αυτός δεν άκουγε. Ούτε άκουγαν η Δαμιανή και η Αναστασία, που μεγάλωσαν και οι δύο τους γιούς τους με μία αντιπάθεια για τον Ανδρέα. Ειδικά ο Μάρκος, ο πρωτότοκος του Μιχαήλ. Ο Τζανής πάλι δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα, το μόνο που έμοιαζε να τον ενδιαφέρει ήταν η κόρη των Γερακάρηδων, η Μεταξία. Αν δεν ήταν η Δαμιανή που ήθελε έναν καλό γάμο για τον κανακάρη της, θα της είχε ήδη ζητήσει το χέρι. Προς το παρόν καίγονταν και οι δύο από μακριά για όποιον μπορούσε να δει πίσω από το αδιάφορο, υπεροπτικό βλέμμα της Μεταξίας.
Αντίθετα, την Μεταξία ήθελαν να την δώσουν στον Μάρκο. Το να τελειώσουν το γδικιωμό με έναν γάμο, θα ανέβαζε το κύρος του, θα είχε μεγαλύτερα ερείσματα για την αρχηγία. Ο Μάρκος από την άλλη θεωρούσε πως αυτός ο γάμος ήταν κατώτερος του. Θα παντρευόταν την κόρη του πειρατή; Πώς ήταν δυνατόν, αυτός, ο γιος της πιο δυνατής σειριάς της έξω Μάνης, θα έπεφτε τόσο χαμηλά; Ο πατέρας του επέμενε όμως και η Δαμιανή συμφωνούσε.
Και μέσα σε όλα αυτά, ο Ανδρέας. Που από τη γέννησή του, ήταν προορισμένος να γίνει αρχηγός της σειριάς τους. Και όχι μόνο ήταν προορισμένος, ήταν και καλός σε αυτό. Ήταν έξυπνος, δίκαιος, συνετός, ενέπνεε τον σεβασμό των ανδρών τους χωρίς να προσπαθεί, απλά με τον τρόπο που συμπεριφερόταν. Ελάχιστα τον ενδιέφερε η αρχηγία. Θα ήθελε να είναι ελεύθερος μακριά από όλους και από όλα, μακριά από τους συγγενείς του που του ρουφούσαν το οξυγόνο. Το όφειλε όμως στον πατέρα του, στον παππού του, στην οικογένειά του. Ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά αν πίστευε πως ο Μάρκος ή ο Τζανής θα μπορούσαν να ηγηθούν. Ο Μάρκος όμως ήταν παρορμητικός, νευρικός και αλαζόνας, δεν μπορούσε να έχει τους άντρες μαζί του. Με μια του κίνηση θα έβαζε φωτιά στα πάντα. Τον Τζανή δεν τον ενδιέφερε. Αν δεν τον πίεζε η μητέρα του, δεν θα του περνούσε καν σαν σκέψη.
Τον προξένευαν κι αυτόν. «Είσαι σε ηλικία γάμου» του έλεγε ο Κανέλλος, «πρέπει να παντρευτείς, να κάνεις κάνα κουτσούβελο, να συνεχιστεί η σειριά μας». Την τελευταία φορά που είχε έρθει η συζήτηση, έπιασε το όνομα της κόρης του Δραγουμάνου. Κερασίνα νομίζει την λένε. Όμορφη, έξυπνη, πλούσια από οικογένεια με δύναμη και επιρροή. Η τέλεια νύφη για τον διάδοχο των Λασκαραίων. Την είχε δει μερικές φορές, ήξερε ποια ήταν. Θα ήταν σίγουρα καλή σύζυγος.
Έβγαλε το ρολόι από την τσέπη του. Ήταν περασμένη η ώρα, και αύριο είχαν το γλέντι για την επιστροφή του. Θα ήταν και οι πιθανοί μέλλοντες συμπέθεροι, ίσως έκλεινε το προξενιό αύριο. Αναστέναξε. Το προξενιό. Είχε ακούσει την ιστορία του πατέρα του. Πώς είχε ερωτευτεί μια ελληνοπούλα στην Πόλη, παντρεμένη με έναν πασά. Πώς είχε σκοτώσει τον άντρα της όταν την σκότωσε και πήγε να σκοτώσει τον ίδιο. Ρούφηξε ακόμα μια ντζούρα από το τσιγάρο του. Άφησε κάτω τα χαρτιά και έγειρε προς τα πίσω. Δεν υπήρχε κανένας έρωτας για αυτόν, καμία αγάπη. Θα παντρευόταν την καλύτερη νύφη για τη σειριά τους και, ίσως, κάποια στιγμή μάθαινε να την αγαπαέι.
Έσβησε το τσιγάρο του. Θα έπρεπε να συνεχίσει αύριο. Σηκώθηκε από το γραφείο βυθισμένος στις σκέψεις του και βγήκε από το δωμάτιο.
