Η μέρα ήταν αποπνικτικά ζεστή και το κόκκινο φόρεμά της δεν την βοηθούσε. Ούτε το γεγονός πως είχε κοιμηθεί άσχημα το προηγούμενο βράδυ. Είχε εφιάλτες πάλι, όνειρα που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Έβλεπε όλη την οικογένεια σφαγμένη, μια μεγάλη μάχη στην αυλή. Αυτή εγκλωβισμένη να πέφτει από τον πύργο. Μια μαυροφορεμένη εικόνα του εαυτού της να της λέει πως τώρα γεννιέται και να της φωνάζει να ξυπνήσει. Και εκεί ξυπνάει.

Ήταν πολύ έντονο το όνειρο, σαν να το ζoύσε στην πραγματικότητα. Ζαλισμένη περιφερόταν στον Πύργο, προσπαθώντας να κάνει τις δουλειές που είχε. Είχαν μεγάλο γλέντι σήμερα, επέστρεφε ο γιος του Τζανέτου, ο διάδοχος της σειριάς, μετά από έξι μήνες στη θάλασσα. Δεν τον θυμόταν καλά, ήταν ήδη αρκετά μεγάλος όταν η Αγάθη την είχε πάει στον πύργο. Μετά έλειπε συνέχεια σε ταξίδια και όσες φορές γύριζε τον έβλεπε μόνο από μακριά. Το τελευταίο διάστημα που βρισκόταν στο μοναστήρι πάλι μόνο από μακριά τον είχε δει. Γύρισε στον Πύργο ένα μήνα αφού είχε φύγει, θα παντρευόταν ο Μάρκος με τη Γερακάρισσα και ήθελαν βοήθεια στον Πύργο. Πήραν την Θεοφανώ που ζούσε για χρόνια στον Πύργο. Η οικογένεια την ήξερε και την εμπιστευόταν.

Είχε ακούσει όμως για αυτόν. Ήταν όμορφος, έλεγαν, και λεβέντης σας τον πατέρα του. Έξυπνος, δίκαιος, λογικός, ξεχώριζε από τους γιους του Μιχαήλ. Ήταν όμως και ξεροκέφαλος, δεν του άλλαζες γνώμη εύκολα. Τον προξένευαν με την κόρη του Δραγουμάνου. Όταν γύριζε από το ταξίδι ίσως επισημοποιούσαν το προξενιό. Τα άκουγε χωρίς να λέει τίποτα. Δεν την ενδιέφεραν τα κουτσομπολιά του Πύργου. Ήθελε απλά να κάνει τη δουλειά της και να έχει ήσυχο το κεφάλι της.

Προετοιμάζονταν λοιπόν για το μεγάλο γλέντι. Θα ήταν όλη η οικογένεια, και η Αναστασία, θα ήταν όλοι οι Γερακάρηδες, και οι Δραγουμάνοι. Η Πολυξένη ήταν στο πόδι από τα ξημερώματα και τους διέταζε από εδώ κι από εκεί. Έπρεπε να είναι όλα τέλεια για τη μέλλουσα νύφη, είναι πριγκιποπούλα.

Η ζέστη ήταν αφόρητη, δεν μπορούσε να πάρει ανάσα έτσι όπως σέρβιραν το τραπέζι. Τα όργανα έπαιζαν τον ρυθμό εύθυμα και ο καπετάνιος χόρευε. Η ατμόσφαιρα όμως στο τραπέζι ήταν βαριά. Η Δαμιανή σκυθρωπή αγριοκοίταζε μια τον καπετάνιο μια την Αναστασία, τη γυναίκα που χάρισε πρώτη το τουφέκι στον άντρα της. Η Μεταξία και ο Μάρκος κοιτούσαν αντίθετες κατευθύνσεις, χωρίς να δείχνουν καμία όρεξη να είναι στο τραπέζι.

«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησε τον Φρίξο, για τον άντρα που καθόταν στη θέση δίπλα από τον Μιχαήλ. Μιλούσε με μία όμορφη κοπέλα.

«Αυτός; Ο καπετάνιος μας.» απάντησε. «Ο επόμενος δηλαδή. Ο Ανδρέας Λάσκαρης.» Τον κοίταξε πιο προσεκτικά. Δεν είχαν άδικο, ήταν όντως όμορφος. Το ύφος του σοβαρό δεν άφηνε να δεις πίσω από αυτό που ο ίδιος ήθελε να δεις. Τον παρατηρούσε. Στο πρόσωπό του φαινόταν πως δεν θα ήθελε να βρίσκεται εκεί, αλλά η ευγένεια υπέβαλλε τη συζήτηση.

«Μιλάει με την κόρη του Δραγουμάνου, την Κερασίνα.» συνέχισε ο Φρίξος. «Θα είναι η νέα μας νύφη, λένε». Ο Φρίξος την κοίταξε. «Είναι πολύ μεγαλύτερος ο κόσμος από αυτόν τον Πύργο, Θεοφανώ.» της είπε. «Θα βρεις κάποιον που θα στον δείξει».

«Εμένα δεν με ενδιαφέρουν αυτά.» είπε η Θεοφανώ κόβοντας τη συζήτηση.

Ο ζουρνάς εξακολουθούσε να παίζει τον μονότονο ρυθμό του. Η Θεοφανώ ένιωσε να χάνεται μέσα στον ήχο του, ξαφνικά σα να βρέθηκε σε έναν άλλο χώρο δίπλα στη ρεματιά. Ήταν σκοτεινό βράδυ χωρίς φεγγάρι. Μέσα στο σκοτάδι έβλεπε τις πυγολαμπίδες να λάμπουν. Σαν να την έδειχναν ένα δρόμο να ακολουθήσει. Έναν δρόμο προς τη φωνή που φώναζε το όνομά της.

«Θεοφανώ; Θεοφανώ;» άκουγε τη φωνή του Φρίξου. Άνοιξε τα μάτια της. Βρισκόταν πεσμένη κάτω, ο Φρίξος από πάνω της.

«Τι έκανες, άμυαλη;» είπε η Πολυξένη «λέρωσες την κοπέλα».

Δεν είχε καταλάβει τι είχε συμβεί. Κοίταξε γύρω της. Η Κερασίνα καθόταν στο τραπέζι και προσπαθούσε να καθαρίσει με ένα πανί το μεταξωτό της φόρεμα. Το άσπρο πουκάμισο του Ανδρέα είχε γίνει κόκκινο, αυτός όμως την κοίταζε με ενδιαφέρον. Πρέπει να είχε πέσει όσο τους σέρβιρε και να είχε σπάσει το κανάτι.

«Με συγχωρείς, αφέντη, κυρά» είπε η Θεοφανώ. «Δεν ξέρω τι με έπιασε».

«Κοσμά, πάρτην μέσα, και δώς΄της δύο βουρδουλιές» είπε η Δαμιανή.

Ο Ανδρέας γύρισε απότομα το κεφάλι του προς το μέρος της. «Θα τιμωρήσουμε την κοπέλα επειδή ζαλίστηκε και έπεσε ενώ δουλεύει όλη μέρα μέσα στον ήλιο, θεία; Να την αφήσουμε να ξεκουραστεί θα έπρεπε.» της είπε. Το τραπέζι πάγωσε.

«Για τους υπηρέτες είναι υπεύθυνη η θεία σου, Ανδρέα.» απάντησε ο Μιχαήλ. «Μπορεί να κάνει ό,τι νομίζει. Κοσμά, πήγαινε.»

Ο άντρας άρχισε να πλησιάζει τη Θεοφανώ. Ο Ανδρέας σηκώθηκε από τη θέση του και τον έπιασε από το μπράτσο. Πλέον είχαν σταματήσει και τα όργανα. Ο Κανέλλος σηκώθηκε και πήγε προς του μέρος του. «Ανδρέα» είπε στον εαυτό του, ο οποίος αγριοκοίταζε τον Κοσμά. «Ανδρέα» επανέλαβε και τον έπιασε αυτός τώρα από το μπράτσο. «Κοσμά, πάρε τη Θεοφανώ και φύγε. Μην κάνεις τίποτα μέχρι να έρθω. Ανδρέα, κάτσε κάτω, μη χαλάς το γλέντι.» είπε ο Κανέλλος. Κάθισε στη θέση του, πίνοντας εκνευρισμένος το κρασί του.