Καθόταν μαζεμένη σε μια καρέκλα στο αναγνωστήριο. Πάντα την τρόμαζε αυτό το δωμάτιο. Σαν οι σκιές από τα βιβλία στους τοίχους να δημιουργούσαν φαντάσματα που την καλούσαν κοντά τους. Ήταν ανήσυχη. Πρώτη φορά της είχε συμβεί αυτό ενώ ήταν ξύπνια. Έπρεπε να προσέχει, αν την ανακάλυπταν θα είχε άσχημα ξεμπερδέματα. Η Δαμιανή δεν θα άλλαζε γνώμη για τις βουρδουλιές, τους είχε ντροπιάσει μπροστά στους συμπέθερους. Θα το θεωρούσε προσβολή σε αυτούς και την Κερασίνα. Ένα βλέμμα της έδινε ακόμα ελπίδα. Ένα βλέμμα αποφασισμένο και έντονο να την κοιτάει στα μάτια σαν να ήταν ίσοι, σαν να ήταν κάτι παραπάνω από μια δούλα. Αυτή τη δούλα υπερασπίστηκε μπροστά στους καπεταναίους, μπροστά στη μέλλουσα νύφη του. Σηκώθηκε από την καρέκλα και άρχισε να περπατά πάνω κάτω.
Η πόρτα άνοιξε. Ξαφνιάστηκε όταν τον είδε. Δεν ήταν ο Κανέλλος, ήταν αυτός. Έκανε μια μικρή υπόκλιση.
«Αφέντη, δεν το ήθελα, ζαλίστηκα και έπεσα, αυτό είναι όλο.» απολογήθηκε γρήγορα με κατεβασμένο το κεφάλι.
Δεν είπε τίποτα. Απλά την κοίταζε. Το κορίτσι ήταν τρομοκρατημένο, η απειλή του μαστιγώματος προφανής στο βλέμμα της. Τα μάτια της – είχαν αλλάξει χρώμα άραγε; – τον κοίταζαν ανταριασμένα. Έβλεπε όμως και μια φωτιά πίσω από την αντάρα, μια λαχτάρα για ζωή, για μια ζωή πέρα από τα τείχη αυτού του Πύργου. Την ίδια λαχτάρα που είχε και αυτός.
«Ξέρεις ποιος είμαι, Θεοφανώ;» την ρώτησε σοβαρός.
«Ο επόμενος καπετάνιος μας» απάντησε με το κεφάλι κατεβασμένο.
«Να συστηθώ» της είπε κάνοντας μια μικρή υπόκλιση και χαμογελώντας στραβά. Πήρε το χέρι της και το φίλησε απαλά. «Ανδρέας Λάσκαρης». Τον κοίταζε με την έκπληξη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Το κατάλαβε και της χαμογέλασε και πάλι.
«Κάθισε, Θεοφανώ» της είπε και πήγε να καθίσει απέναντί της.
«Αφέντη…»
«Μη με λες, αφέντη» την διέκοψε. «Είσαι καλύτερα τώρα;»
«Με…με πιστεύεις;»
«Ναι Θεοφανώ, σε πιστεύω. Μην ανησυχείς, δεν θα τιμωρηθείς.»
«Δεν θα τιμωρηθώ;»
«Όχι, Θεοφανώ. Δεν τιμωρώ ανθρώπους που ζαλίζονται. Εξάλλου δεν έγινε και τίποτα.»
Τον κοίταζε βαθιά στα μάτια. Πίσω από το σκληρό παρουσιαστικό έβλεπε μόνο ζεστασιά. Μια ζεστασιά που δεν έβλεπε σε κανέναν άλλο στην οικογένεια, παρά την ομοιότητα.
«Ευχαριστώ» είπε και κατέβασε το κεφάλι. «Να πηγαίνω», είπε και σηκώθηκε από την καρέκλα.
«Ναι, πήγαινε… Και, Θεοφανώ;»
Γύρισε και τον κοίταξε από την πόρτα.
«Αν χρειαστείς κάτι… η πόρτα μου είναι πάντα ανοιχτή.»
Ένα χαμόγελο που της φώτισε το πρόσωπο ήταν το τελευταίο πράγμα που είδε πριν κλείσει την πόρτα πίσω της.
