Καθόταν ανήσυχος στο δωμάτιό του. Κοίταζε έξω από το παράθυρο, αφουγκραζόταν την σιωπή. Η νύχτα ήταν σκοτεινή και σιωπηλή και επίτεινε την ανησυχία του. Τα κεριά στο δωμάτιο σιγόκαιγαν δημιουργώντας παράξενα σχήματα στον τοίχο. Κοίταξε τα χαρτιά που είχε στο γραφείο. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Τα γεγονότα της ημέρας τον είχαν αναστατώσει. Οι επιλογές του Μάρκου ήταν η μία χειρότερη από την άλλη, με το να βάλει τους φρουρούς στο μπουντρούμι να είναι το τελευταίο λάθος του. Θαρρείς και δεν τον είχε συμβουλέψει. Τον στρατό πρέπει να τον έχεις στο πλάι σου. Με την κίνησή του αυτή τους είχε αποξενώσει, σε μία πιθανή επανάληψη των σημερινών γεγονότων η εξέλιξη θα ήταν ακόμα πιο αμφίρροπη. Όχι, πως ο Μιχαήλ ήταν καλύτερος. Κότεψε μπροστά στον κίνδυνο, δεν πήρε τη δύσκολη απόφαση, ρίχνοντας όλο το βάρος στους ώμους του ανέτοιμου Μάρκου. Κι αυτός λύγισε. Ο συνετός και μετριοπαθής ευγενής που είχε γνωρίσει είχε μετατραπεί σε έναν απερίσκεπτο αλαζόνα που δεν άκουγε τίποτα και κανένα και έπαιρνε όλες τις λάθος αποφάσεις.
Εκτός από μία. Που δεν άφησε την κοπέλα να φύγει από τον πύργο. Ήταν βέβαιος πως δεν θα είχε καλή κατάληξη κάτι τέτοιο, εξάλλου τα ίδια άτομα βρίσκονταν μάλλον πίσω από όλη την αναστάτωση. Δεν ήξερε αν ο Μάρκος το έκανε από αγάπη για την κοπέλα ή επειδή δεν δεχόταν να την χάσει ή να δείξει αδυναμία και υποχώρηση μπροστά σε τρίτους. Οι τελευταίες του συζητήσεις μαζί του, αν μπορούσαν να θεωρηθούν καν συζητήσεις, έδειχναν κάτι εμμονικά κτητικό απέναντί της, κάτι αρρωστημένο. Η Θεοφανώ από την άλλη είχε χάσει κάθε ζωντάνια, αποδεχόμενη πλέον την μοίρα της. Η χαρούμενη κοπέλα των Χριστουγέννων είχε αντικατασταθεί από ένα φάντασμα. Χλωμή σχεδόν κάτωχρη, και παρά την εγκυμοσύνη της που προχωρούσε όλο και πιο αδύνατη. Εξέπεμπε κάτι μη υγιές, τα μάτια της, παλαιότερα γεμάτα μία άγρια ζωντάνια, πλέον είχαν χάσει τη ζωή τους. Μια λύπη έβλεπες μόνο, μια παραίτηση, σα να ήθελε απλά να τελειώσει το μαρτύριο της, με όποιον τρόπο. Αυτό ήταν και που τον έκανε να θέλει να την βοηθήσει ακόμα πιο πολύ. Ήθελε να απλώσει τα χέρια του, να την κλείσει στην αγκαλιά του και της πει πως όλα θα πάνε καλά. Να πάρει τη στεναχώρια από τα σκοτεινά μάτια της και να δει ξανά το χαμόγελό της να λάμπει σε αυτά. Δεν μπορούσε, δεν έπρεπε. Δεν έπρεπε να δίνει ελπίδα στην κοπέλα όταν δεν ήταν σίγουρος πως όντως θα μπορούσε να την βοηθήσει. Να φύγει πάντως από τον πύργο δεν ήταν η λύση.
Σηκώθηκε από την καρέκλα του και φόρεσε το παλτό του. Θα πήγαινε μια βόλτα στον πύργο να δει πως όλα ήταν καλά. Η αλαζονεία του Μάρκου τους είχε καταστήσει ευάλωτους, αν κάποιος ήθελε να χτυπήσει απόψε ήταν η ευκαιρία. Πριν καλά-καλά προλάβει να βγει από την πόρτα άκουσε μια καμπάνα να χτυπάει και αμέσως μια αναταραχή. Άρπαξε γρήγορα το σπαθί του και όρμησε έξω από το δωμάτιο.
