Τα μάτια της ήταν κλειστά. Προσπάθησε να καταλάβει αν είχε χτυπήσει. Πονούσε όλο της το σώμα. Ένιωθε τον αστράγαλό της να είναι ζεστός και να πάλλεται και έναν οξύ πόνο στο κεφάλι της. Άκουγε φωνές, δεν μπορούσε να τις διακρίνει. Μύριζε θάλασσα πολύ έντονα και άκουγε το κύμα. Πρέπει να ήταν σε κάποια σπηλιά, ίσως στο Πόρτο Κάγιο. Σιγά σιγά, τα κομμάτια της χθεσινής νύχτας έρχονταν στην επιφάνεια. Θυμήθηκε μια καμπάνα να χτυπάει. Πριν προλάβει να καταλάβει τι είχε συμβεί, τρεις άντρες όρμησαν στον οντά της. Πριν προλάβει να αντιδράσει της είχαν δέσει το στόμα και την πήραν σηκωτή. Δεν μπορούσε να φέρει αντίσταση. Το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να σκίσει το νυχτικό της. Ήλπιζε πως αν το έβλεπε ο Αντρέι θα καταλάβαινε. Τα ματωμένα σώματα των φρουρών της θα το έκαναν προφανές.
Δεν ήθελε να ανοίξει τα μάτια της. Είχε καταλάβει πλέον ποιοι ήταν, αλλά όχι και τι ήθελαν. Θα είχε την ίδια μοίρα με τη μητέρα της;
«Ξύπνα.» άκουσε μια βαριά αντρική φωνή. Δεν άνοιξε τα μάτια της.
«Ξύπνα», άκουσε ξανά την ίδια φωνή και ένιωσε ένα πόδι να την σκουντάει. Ένιωθε το σκληρό τοίχωμα της σπηλιάς στην πλάτη της. Άνοιξε τα μάτια της και αντίκρυσε έναν άντρα με σκοτεινά μαλλιά, μούσια και μάτια. Φορούσε ένα μαύρο καπέλο με έναν κόκκινο σταυρό. Πρέπει να τον είχε συναντήσει σε καμιά ακολουθία. Τριβολαίος.
«Πιες», της έδωσε νερό. Το ήπιε γρήγορα. Άπλωσε το χέρι του και της έδωσε ψωμί. Το πήρε στα χέρια της.
«Φάε κάτι», της είπε.
«Δεν πεινάω», απάντησε αυτή.
«Όπως επιθυμείς», είπε και έκανε να φύγει.
«Τι θέλετε; Γιατί με πήρατε;»
Γύρισε ξανά προς το μέρος της και χωρίς να πει κουβέντα της φόρεσε πάλι το πάνινο φίμωτρό της. Ταλαιπωρημένη την πήρε ο ύπνος.
Είχε πέσει η νύχτα. Άκουγε ψιθυριστές φωνές.
«Εγώ λέω να σκοτώσουμε τη μάγισσα. Πόσο θα περιμένουμε τον Λάσκαρη να έρθει; Θα μας πάρουν χαμπάρι.»
«Του υποσχέθηκα πως θα μιλήσει πρώτα με τη μάγισσα. Δεν θα κάνουμε τίποτα μέχρι να έρθει.»
«Αυτός μπορεί να μη θέλει να μπλέξει. Όσο περισσότερο περιμένουμε, τόσο πιο ύποπτοι φαινόμαστε. Δεν πρέπει να μπούμε σε πόλεμο με τους Λασκαραίους, ας τελειώνουμε επιτέλους με αυτό. Ό,τι και να ήθελε να πει ο Λάσκαρης, δεν είναι πιο σημαντικό από την ασφάλειά μας.»
«Σταμάτα, ξύπνησε», είπε.
Ένα έντονα πράσινο μάτι φάνηκε μέσα στο σκοτάδι.
