Άνοιξε την πόρτα του δωματίου του εξουθενωμένος. Οι πρώτες ακτίνες της ημέρας έμπαιναν διστακτικά από το παράθυρο. Πήρε ένα βρεγμένο πανί και κάθισε στο κρεβάτι του. Καθάριζε με το πανί το μουτζουρωμένο πρόσωπό του. Η φωτιά είχε ξεκινήσει στα υπόγεια, στις αποθήκες τροφίμων. Συμβαίνει, είχε πει ο Τζανής. Για κάποιον λόγο είχε ένα περίεργο αίσθημα, κάτι βασάνιζε το μυαλό του, μία αίσθηση που δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Η φωτιά απόψε ήταν πολύ …βολική. Σαν να μην ήταν το κυρίως γεγονός, αλλά... Αλλά ένας αντιπερισπασμός.
«Θεοφανώ», είπε σιγανά και όρμησε έξω από το δωμάτιο.
Άνοιξε την πόρτα του οντά της, χωρίς να την χτυπήσει. Το δωμάτιο ήταν άδειο, δεν υπήρχε καμία ένδειξη πως κάτι είχε συμβεί. Το ενδιαφέρον του για αυτή την κοπέλα τον έκανε να αντιδρά υπερβολικά. Έπρεπε να προσέχει, δεν ήθελε να μπλέξει και κυρίως να μπλέξει αυτήν. Δεν θα έπρεπε να τον βρουν βράδυ στο δωμάτιό της. Έλειπαν όμως και οι φρουροί. Ίσως ήταν απλά η ώρα που άλλαζαν. Πήρε μια βαθιά ανάσα και πήγε να κλείσει την πόρτα, όταν με την άκρη του ματιού του είδε κάτι κλαράκια. Πήγε από την πλαϊνή πλευρά του κρεβατιού. Ήταν το κουκλάκι της μητέρας της. Το πήρε προσεκτικά στα χέρια του. Ήταν σπασμένο. Η κοπέλα το αγαπούσε αυτό το κουκλάκι, ήταν το μόνο πράγμα που είχε από τη μητέρα της, θα το πρόσεχε. Η ανησυχία του επανήλθε. Κάτι είχε πάθει. Έβαλε το κουκλάκι κάτω από το μαξιλάρι της, δεν έπρεπε να μάθουν άλλοι για αυτό, και άρχισε να σκέφτεται έναν τρόπο για να τους πει αυτό που φοβόταν.
Ο πύργος είχε αρχίσει να ξυπνάει, στην κουζίνα ετοίμαζαν το πρωινό και ξεκινούσαν τις δουλειές τους. Βγήκε στην αυλή. Θα ξεκινούσε από τον Βρώτσο. Ο Κοσμάς θα τον πίστευε αν αφορούσε τη Θεοφανώ. Ίσως θα μπορούσε να το παρουσιάσει ως δικές του υποψίες, ο φρούραρχος θα ήταν πιο αξιόπιστος και ουδέτερος παρατηρητής από τον ξένο που ο καπετάνιος είχε ήδη προειδοποιήσει να μείνει μακριά από τη συγκρία του. Γύρισαν στον οντά της μαζί.
«Πού είναι οι φρουροί;», ρώτησε. «Θα έπρεπε να είναι εδώ».
«Αυτό σκέφτηκα κι εγώ, θα έπρεπε να είναι εδώ».
«Έχεις δίκιο, Αντρέι, κάτι δεν πάει καλά».
«Λες να το έσκασε μόνη της;» ρώτησε σιγανά. Είχε περάσει από το μυαλό του. Πως είχε βρει ευκαιρία μέσα στην αναταραχή να το σκάσει. Πως η… πως η Αναχίτ φρόντιζε να πάρει η κόρη της αυτό που λαχταρούσε. Και αυτό που λαχταρούσε τώρα ήταν η ελευθερία της.
«Δεν ξέρω.» είπε προβληματισμένος ο Κοσμάς.
«Άκου. Ας μην το πούμε ακόμα στον Μάρκο. Ρώτα τον Λουκά αν λείπει κάποιο άλογο και τους φρουρούς αν μπήκε ή βγήκε κανείς το βράδυ. Θα ρωτήσω τον Φρίξο αν ήξεραν κανένα κρυφό πέρασμα. Ας σιγουρευτούμε πρώτα πως δεν το έσκασε μόνη της και τους το λέμε μετά».
«Κι αν χάνουμε χρόνο;»
Το σκεφτόταν και ο ίδιος. Αν την είχε αρπάξει κάποιος και χρειαζόταν τη βοήθειά τους.
«Το ξέρω. Το σκέφτομαι. Αλλά σκέφτομαι πως έτσι ίσως της κερδίζουμε και λίγο παραπάνω, πολύτιμο χρόνο.»
