Η νύχτα είχε πέσει. Είχε φύγει από τον Πύργο εδώ και ώρες. Η έρευνα που είχαν κάνει με τον Κοσμά δεν είχε φέρει αποτελέσματα, κανείς δεν είχε ακούσει τίποτα. Ο Φρίξος είχε αναστατωθεί, προσπάθησε να τον καθησυχάσει. Του είπε ψέματα, πως δεν θα είχε συμβεί κάτι. Πως μάλλον κάπου θα είχε πάει η Θεοφανώ και απλά δεν ήξεραν πού. Πως ακόμα και κάτι να είχε συμβεί, θα την έφερνε πίσω σώα και αβλαβή. Άλλη μία υπόσχεση που δεν ήξερε αν θα μπορούσε να κρατήσει. Και να μην πει κάτι στον Μάρκο, όχι ακόμα που δεν ήξεραν. Θα την έβαζε απλά σε περισσότερες σκοτούρες, και το τελευταίο που χρειαζόταν τώρα η Θεοφανώ ήταν περισσότερες σκοτούρες.
Αφού βρήκαν το σκισμένο ύφασμα από το νυχτικό ήταν σίγουρος πως κάτι είχε συμβεί. Το κουκλάκι και το νυχτικό υποδείκνυαν βία. Οι φρουροί εν τω μεταξύ ακόμα αγνοούνταν.
«Άσε με να φύγω πρώτος εγώ. Θα πάω να την ψάξω. Αν έχει φύγει μόνη της, θα μπορέσω να της εξασφαλίσω λίγο χρόνο ακόμα. Αν την έχουν πιάσει, ίσως καταφέρω να την βρω. Αν σε ρωτήσει τίποτα ο Μάρκος, πες πως δεν ξέρεις. Ούτε που είναι η Θεοφανώ, ούτε που εγώ, ούτε οι φρουροί. Βρες μια δικαιολογία.», ήταν οι οδηγίες που έδωσε στον Κοσμά. Από τη στιγμή που έμαθε πως τον εμπιστευόταν η Θεοφανώ, τον εμπιστευόταν και αυτός. Και ήταν αμφίδρομη η εμπιστοσύνη. Ο Κοσμάς ήταν καλός στρατιώτης. Πιστός, σε αυτόν που είχε την αφοσίωσή του. Και τώρα ήταν σαφές ποιος την είχε. Η Θεοφανώ. Θα έκανε τα πάντα για να την προστατεύσει και σε αυτό στηριζόταν τώρα ο Αντρέι.
Κάλπαζε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, προσπαθώντας να μη σκέφτεται σε τι κατάσταση θα την βρει. Ο Τζανής είχε μιλήσει κατευθείαν. Αφότου ήταν σαφές πως κάτι είχε συμβεί, η υποτιθέμενη άγνοιά του ήταν πολύ ύποπτη. Αναρωτιόταν πόσο ακόμα θα μπορούσε να χρησιμοποιεί το μυστικό του. Ήταν τόσο απρόσεκτος και παρορμητικός, έκανε και αυτός τη μία λάθος κίνηση μετά την άλλη. Του υποσχέθηκε ότι δεν θα έλεγε τίποτα στον Μάρκο, παρότι δεν του είχε καμία υποχρέωση. Κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα ακόμα μία διαμάχη μεταξύ των αδερφών που δεν ήξερε πού θα μπορούσε να οδηγήσει, ειδικά με τον Μάρκο στην παρούσα του κατάσταση. Άλλο ένα μυστικό του Τζανή που γνώριζε και δεν έπρεπε να αποκαλυφθεί.
Του είχε πει πως την κρατούσαν μάλλον σε μια από τις σπηλιές κοντά στη θάλασσα, στο Πόρτο Κάγιο. Δεν ήξερε καλά την περιοχή και ήταν βράδυ. Πήγαινε στα τυφλά, στην κατεύθυνση που του είχε υποδείξει ο Κοσμάς, ελπίζοντας πως δεν είχε χαθεί μέσα στο βράδυ, πως δεν ήταν πολύ αργά. Πως η κοπέλα είχε καταφέρει να το σκάσει και πως ήταν στον δρόμο της για μία ελεύθερη ζωή.
Πλησίαζε τον γκρεμό, όταν ξαφνικά είδε φωτιές στο βάθος. Η καρδιά του σκίρτησε. Μπορεί να ήταν αυτοί. Έδεσε το άλογό του όπου βρήκε και άρχισε την κατηφόρα. Όσο περισσότερο πλησίαζε, έβλεπε ότι όντως υπήρχε μια σπηλιά. Δεν άκουγε τίποτα πέρα από τον παφλασμό των κυμάτων που έσκαγαν πάνω στα βράχια. Ήταν περίεργο αυτό. Θα έπρεπε να ακούγονται ομιλίες. Θα έπρεπε να υπήρχαν φρουροί. Πλησίασε προσεκτικά το στόμιο της σπηλιάς και μπήκε μέσα αθόρυβα. Δεν ακουγόταν τίποτα. Ίσως δεν ήταν κανείς εκεί. Έκανε ακόμα ένα βήμα πιο βαθιά στη σπηλιά. Το χώμα ήταν πιο σκούρο και ταυτόχρονα λαμπερό σε σημεία. Ακολούθησε τα περίεργα σχήματα μέχρι που έπεσε πάνω στον πρώτο. Έσκυψε να νιώσει τον σφυγμό του, αν και ο κομμένος του λαιμός του έδινε ήδη την απάντηση. Προχώρησε κι άλλο στη σπηλιά, άλλοι τέσσερις άντρες βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση. Τους αναγνώριζε. Ήταν οι Τριβολαίοι. Πώς είχε συμβεί αυτό; Τους είχε βρει κάποιος πριν από αυτόν; Η άσπρη φιγούρα με τα μακριά ξανθά μαλλιά του έλυσε την απορία. Ήταν αναίσθητη γυρισμένη μπρούμυτα.
«Θεοφανώ.», ψιθύρισε.
