«Θεοφανώ;»

Είχε παγώσει. Η εικόνα της αναίσθητης κοπέλας του προκαλούσε έναν αβάσταχτο πόνο. «Όχι, δεν είναι δυνατόν, όχι.», σκεφτόταν.

«Θεοφανώ», είπε δυνατά αυτή την φορά ενώ την πλησίαζε. Έπεσε στα γόνατα, πήρε προσεκτικά τα μαλλιά της κοπέλας από το πρόσωπό της. Η ανακούφιση που ένιωσε όταν ένιωσε τη ζεστή ανάσα της στο χέρι του, του έφερε δάκρυα στα μάτια. Κάθισε κάτω και την πήρε στην αγκαλιά του.

«Θεοφανώ», είπε, γλυκά αυτή τη φορά, προσπαθώντας να την επαναφέρει. Έβγαλε το φλασκί με το νερό από τη ζώνη του και της έριξε νερό στο πρόσωπο, καθαρίζοντας ταυτόχρονα τα αίματα που είχε. Πήρε το ματωμένο μαχαίρι από το χέρι της και το άφησε κάτω. Κοίταξε τα χέρια της. Ήταν μες στις μελανιές.

«Μόνο που είχε μελανιές σε όλο μου το σώμα. Και τις δύο φορές.», θυμήθηκε τη συζήτησή τους στην εκκλησία. «Αναχίτ», σκέφτηκε. Πώς ήταν δυνατόν; Πώς ήταν δυνατόν να την κυριεύει ένα άλλο…πνεύμα; Κι όμως, ό,τι του είχε περιγράψει η κοπέλα είχε βγει αληθινό. Και μόνη της η Θεοφανώ δεν θα είχε σε καμία περίπτωση τη δύναμη να σκοτώσει αυτούς τους άντρες. Γιατί δεν υπήρχε αμφιβολία, αυτή τους είχε σκοτώσει. Πάντα εμπιστευόταν τη λογική του, πάντα τα στοιχεία. Και τώρα τα στοιχεία οδηγούσαν σε κάτι παράλογο, αλλά όχι λιγότερο πραγματικό.

Την κρατούσε στην αγκαλιά του, χαϊδεύοντας απαλά το πρόσωπό της.

«Έλα, Θεοφανώ, κορίτσι μου, ξύπνα», είπε ακόμα μία φορά, γλυκά. Τα μάτια της άρχιζαν να πεταρίζουν και να κάνει μικρές κινήσεις. Ένας μορφασμός σχηματίστηκε στο πρόσωπό της.

«Αντρέι;», είπε, ζαλισμένη.

«Κορίτσι μου, είσαι καλά;» την ρώτησε. Η Θεοφανώ άνοιξε τα μάτια της. Μπορούσε να δει την ανησυχία που άκουγε στη φωνή του ζωγραφισμένη στα μάτια του. Ήταν σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά. Τα καστανά μάτια του, συνήθως τόσο απόμακρα και ξένα, την κοιτούσαν με έναν τρόπο που δεν την είχε κοιτάξει ποτέ ξανά κανείς. Δεν ήταν η συμπάθεια ή συμπόνια που της έδειχνε πότε πότε. Ήταν κάτι πολύ βαθύτερο. Δεν καταλάβαινε ακόμα τι, αλλά δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από τα δικά του. Ήθελε να λύσει το αίνιγμα τους, να μάθει τι της έλεγαν.

Τον κοίταζε. Ήταν καλά. Η ανακούφιση που ένιωσε διαπέρασε σα ρεύμα όλο του το σώμα. Την έσφιξε στην αγκαλιά του, χωρίς να το σκεφτεί. Μετά από λίγο, την άφησε φέρνοντας πάλι το πρόσωπό της απέναντι από το δικό του. Πήρε και πάλι τα μαλλιά από το πρόσωπό της. Ένα μεγάλο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του, καθώς την κοιτούσε, τα μάτια του μέσα στη ζεστασιά και την…αγάπη…

Και τότε κατάλαβε. Κατάλαβε τι ήταν αυτός ο τρόπος που την κοιτούσε, που ο πάντα συγκρατημένος εαυτός του, δεν άφηνε ποτέ να φανεί. Η ανησυχία του και η επακόλουθη ανακούφιση όταν την βρήκε ζωντανή έφεραν στην επιφάνεια όσα συναισθήματα προσπαθούσε να της κρύψει. «Όταν θα συναντηθούν τα βλέμματά σας όπως πρέπει και θα το καταλάβετε» της είχε πει η Σιμώνη. Την αγαπούσε κι αυτός.