Την έφερε και πάλι κοντά του, ακουμπώντας το μέτωπό του στο δικό της. Η Θεοφανώ τον κοίταζε ακόμα. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Φοβόταν πως ήταν όλα ένα όνειρο, η αγάπη που ένιωθε θα χανόταν αν έκλεινε τα μάτια της. Την άφησε και πάλι. Ένιωσε το τοίχος της αποστασιοποίησης να υψώνεται και πάλι ανάμεσά τους.

«Συγγνώμη», της είπε, και την απομάκρυνε από κοντά του.

Δεν θα τον άφηνε να φύγει μακριά της. Αν αυτός φοβόταν, η αγάπη της θα τον έπειθε, θα τον έπειθε πως δεν έπρεπε να φοβάται, πως οι καρδιές τους ήταν ενωμένες, πως ήταν το φως της.

Χώθηκε μέσα στην αγκαλιά του, όπως εκείνη την ημέρα πριν τον γάμο. Ήταν τόσο ζεστά τα χέρια του. Ένιωθε ασφάλεια εκεί, σα να μην είχε καμία σκοτούρα, σαν όλα τα προβλήματά της να εξαφανίζονταν. Τώρα που την κρατούσε στα χέρια του ένιωθε και αυτός το ίδιο. Σαν κανένα από τα προβλήματα που τους περίμεναν να μην είχε σημασία. Σα να βρίσκονταν μόνο οι δυο τους στον κόσμο, μέσα σε εκείνη τη σπηλιά. Σαν να ήταν εκείνη η σπηλιά, εκείνη η αγκαλιά όλος ο κόσμος τους. Η αρχική, αβέβαιη, αμήχανη αγκαλιά μεταλλάχθηκε σε μια αγκαλιά που είχαν και οι δύο ανάγκη, τα χέρια του την έσφιξαν κοντά του, το πρόσωπό του χώθηκε στα μαλλιά της.

Όταν απομακρύνθηκαν μετά από ώρα, άπλωσε το χέρι της στο πρόσωπό του και το χάιδεψε απαλά. Παρά την ανακούφισή του, η ανησυχία εκεί ήταν ακόμα εμφανής. Ήθελε να την σβήσει με το χάδι της, δεν ήθελε τίποτα να τον στενοχωρεί. Έκλεισε τα μάτια του, πήρε μια βαθιά ανάσα και την ξανακοίταξε.

«Είσαι καλά, Θεοφανώ;» ρώτησε απαλά, ήρεμα.

Πρόσεξε τα ματωμένα της χέρια, το ματωμένο της νυχτικό. Τα χέρια της ήταν μες στις μελανιές. Δεν είχε αντιληφθεί τι είχε γίνει. Κοίταξε γύρω της. Τέσσερις άντρες ήταν νεκροί. Αυτή μες στα αίματα. Ο Αντρέι καθαρός.

«Αντρέι; Τι έγινε;»

«Νομίζω…» δίστασε αυτός. «Νομίζω η Αναχίτ, Θεοφανώ. Θα μπορούσε λες;»

Η κοπέλα κοίταζε τρομοκρατημένη.

«Όχι, δεν είναι δυνατόν.» έλεγε, κυρίως στον εαυτό της, παρά στον Αντρέι.

«Θεοφανώ; Ποιο είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάσαι;»

«Θυμάμαι… Θυμάμαι να λένε πως είναι καλύτερα να με σκοτώσουν και να μην περιμένουν τον Λάσκαρη.»

«Τον Λάσκαρη; Ποιον Λάσκαρη;»

«Δεν ξέρω, δεν είπαν. Αντρέι, τι θα κάνω; Σκότωσα τέσσερις ανθρώπους.»

Έβλεπε τον πανικό στο βλέμμα της. «Θεοφανώ, όχι. Δεν ήσουν εσύ. Κοίτα τα χέρια σου, είναι μες στις μελανιές. Όπως είπες ότι γίνεται.»

«Δεν έχει σημασία.» του φώναξε. «Τόσο καιρό έλεγα πως δεν έχω πειράξει κανένα, και τώρα; Πώς θα το καλύψω; Αν γίνει κι άλλη φορά;»

Την έπιασε από τους ώμους. «Θεοφανώ, άκουσέ με. Λες πως το τελευταίο πράγμα που άκουσες ήταν ότι ήθελαν να σε σκοτώσουν. Το πιο πιθανό ήταν πως θα το έκαναν. Υπερασπίστηκες τον εαυτό σου. Η… Αναχίτ σε προστάτευσε.»

Έδειχνε πιο ήρεμη. «Αν το ξανακάνω;» τον ρώτησε σιγανά.

Την κοίταξε. Δεν ήξερε τι να της πει. Όλο αυτό ήταν πρωτόγνωρο και για τον ίδιο. Προσπαθούσε να ηρεμήσει την κοπέλα για κάτι που δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει.

«Ξέρεις, ο Μπακού μου είπε πως το πνεύμα της μητέρας σου περιφέρεται ακόμα στη γη. Ίσως αυτή είναι η λύση. Ίσως… ίσως η μητέρα σου ψάχνει δικαίωση για τον θάνατό της και γι'αυτό βρίσκεται ακόμα στη γη. Αν βρεις ποιος την σκότωσε, αν τους αντιμετωπίσεις, τότε ίσως ελευθερωθεί το πνεύμα της.»

Τα λόγια του την είχαν ηρεμήσει αρκετά.

«Όσο για αυτούς» είπε δείχνοντας τους νεκρούς Τριβολαίους, «μην ανησυχείς. Δεν χρειάζεται κανείς να μάθει πως ήταν η Αναχίτ. Αν και όταν τους ανακαλύψουν, μπορούμε να πούμε πως σας βρήκα εγώ. Κανείς δεν θα το αμφισβητήσει, κανείς δεν θα κάνει ερωτήσεις.»

«Θα το έκανες αυτό;»

«Δεν είναι κάτι.»

«Είναι» απάντησε αυτή και του έπιασε τα χέρια. Κοίταζαν ο ένας τον άλλο χωρίς να μιλάνε. Για άλλη μία φορά την προστάτευε. Είχε χάσει πια τον λογαριασμό. Είχε χάσει τον λογαριασμό για το πόσες φορές του είπε ευχαριστώ. Της προσέφερε πάντοτε την βοήθειά του ανιδιοτελώς, χωρίς να περιμένει κανένα αντάλλαγμα. Ένας άνθρωπος που μέχρι πριν λίγο καιρό μετά βίας ήξερε, πλέον ήξερε όχι μόνο τα πιο βαθιά, σκοτεινά μυστικά της, αλλά την βοηθούσε πάντα χωρίς να την κρίνει. Χωρίς να την κρίνει. Μπορούσε να είναι τελείως ο εαυτός της μαζί του. Την ήξερε και την έβλεπε για αυτό που είναι. Δεν χρειαζόταν να του κρύβεται, να του κρύβει κάποια πτυχή της. Την αποδεχόταν για αυτό που ήταν.

Είχε ξεπεράσει τα όρια μαζί της, είχε αφεθεί. Είχε ξεπεράσει τον ίδιο του τον εαυτό. Πώς ήταν δυνατόν αυτός, που σκεφτόταν μόνο βάσει λογικής και δεδομένων, να μιλάει για πνεύματα που κυκλοφορούν στη γη, για πνεύματα που κυριεύουν; Ποιο ήταν αυτή η κοπέλα που τον έκανε να αμφισβητεί ό,τι θεωρούσε δεδομένο; Που τον έκανε να ξεφύγει από τα όριά του; Γιατί ένιωθε αυτή την ακαταμάχητη παρόρμηση να την βοηθήσει; Ήταν κάτι παραπάνω από ένα ανθρώπινο ενδιαφέρον. Ακόμα και από φιλικό. Το είχε καταλάβει πλέον, και μόνο στην σκέψη πως θα την έχανε τρελαινόταν. Ακόμα και αν δεν ήταν «δική του» και ποτέ δε θα γινόταν. Ακόμα και αν ήταν τόσο μακριά για αυτόν όσο τα αστέρια. Η συγκρία του καπετάνιου Λάσκαρη. Εγκλωβισμένη για πάντα σε μία ζωή που δεν είχε επιλέξει.

Δεν τον πείραζε. Αρκεί να ήταν αυτή καλά. Δεν ήταν όμως, κάθε άλλο. Και δεν ήξερε πώς μπορούσε να την βοηθήσει. Δεν ήξερε αν ο παιδικός της έρωτας για τον Μάρκο υπήρχε ακόμα κάτω από όλη την πίκρα, ή όντως εννοούσε πως ήθελε να φύγει. Αν το ήθελε πραγματικά θα την βοηθούσε, ό,τι και να του ζητούσε. Η μάχη αυτή είχε πια χαθεί και ως καλός στρατιώτης δεν είχε παρά να το παραδεχτεί και να το αποδεχτεί. Έτσι βρέθηκε άλλη μία φορά σε έναν απελπιστικό έρωτα. Μπορεί να μην ήταν ο έρωτας με την πρώτη ματιά, αλλά η ευαλωτότητα της κοπέλας, σαν εκείνο το κυκλάμινο που της είχε αφήσει πριν λίγο καιρό, η καλοσύνη της, το καθαρό, διαπεραστικό της βλέμμα που πετούσε σπίθες κάθε φορά που τον αντίκρυζε, το ζεστό της χαμόγελο που φώτιζε το όμορφο πρόσωπό της, όλα αυτά είχαν τρυπώσει μέσα του και πλέον δεν μπορούσε να τα βγάλει από το μυαλό του και την καρδιά του. Ερωτευμένος με τη γυναίκα κάποιου άλλου. Έτσι να ένιωθε ο Λεβ, άραγε; Έτσι να νιώθει ο Τζανής; Αυτό το σαράκι να τους τρώει σιγά σιγά, με κάθε βλέμμα, με κάθε λέξη;

Κοίταξε ξανά την κοπέλα. Κάτι περίμενε από αυτόν.

«Πάμε», της είπε αποφασιστικά και την πήρε από το χέρι.