Δεν μπορούσαν να συνεχίσουν σήμερα, η κοπέλα ήταν εξουθενωμένη. Πονούσε όλο της το σώμα και μετά βίας στεκόταν στα πόδια της. Δεν θα μπορούσε ούτε να σταθεί πάνω στο άλογο. Την άφησε να καθίσει στην ακροθαλασσιά, μέχρι να βρει ένα καταφύγιο για το βράδυ. Η σπηλιά του Τζανέτου ήταν μακριά, δεν μπορούσαν να πάνε μέχρι εκεί απόψε. Βρήκε μια μικρή σπηλιά λίγο πιο πέρα, περισσότερο με εσοχή στον βράχο έμοιαζε παρά με σπηλιά, όμως θα τους προσέφερε προστασία και ζεστασιά για το βράδυ.
Την οδήγησε προσεκτικά στο καταφύγιό τους. «Θα μείνουμε εδώ» της είπε «για απόψε. Και αύριο βλέπουμε.». Βρήκε κάποια κλαδιά στην παραλία και κατάφερε να ανάψει μια φωτιά. Της έδωσε να πιει νερό από το φλασκί του και ένα μήλο που είχε πάρει από την κουζίνα πριν φύγει. «Εσύ δεν πεινάς;» τον ρώτησε. Της χαμογέλασε. «Όχι» είπε ευγενικά «δεν πεινάω». Θυμήθηκε τις ημέρες στον πόλεμο, τα μερόνυχτα που περνούσαν χωρίς φαγητό. Το ότι τώρα είχαν ένα καταφύγιο και μία φωτιά να καίει ήταν πολυτέλεια.
Δεν μιλούσαν, η φωτιά που έκαιγε και τα απαλά κύματα που έσκαγαν στα βράχια ήταν οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν. Είχαν τόσα να πουν αλλά συνάμα ήταν σαν να μην πρέπει να πουν τίποτα. Αυτός κοίταζε τη φωτιά, σκεπτικός σα να προσπαθούσε να βρει τις απαντήσεις που έψαχνε μέσα στις φλόγες. Εκείνη κοιτούσε αυτόν. Η παρουσία του της προσέφερε ασφάλεια, σιγουριά. Το σκληρό του παρουσιαστικό πλέον είχε μαλακώσει και έβλεπε έναν άνθρωπο γεμάτο αγάπη. Δεν ήθελε να πάρει τα μάτια της πάνω από αυτόν τον άνθρωπο. «Θα είναι το φως σου αυτός ο άνθρωπος», της είχε πει η Σιμώνη, και είχε δίκιο. Ήταν σαν να εξέπεμπε φως, ζεστασιά.
«Πέρασες πολλά, είσαι κουρασμένη, κοιμήσου», της είπε μετά από λίγο. Τον άκουσε, ήταν όντως κουρασμένη. Έγειρε στο πλάι και έκλεισε τα μάτια της. Έβγαλε το παλτό του και την σκέπασε.
«Θα κρυώσεις, έχει υγρασία» του είπε.
«Μην ανησυχείς» της χαμογέλασε για να λάβει πίσω το δικό της χαμόγελο. Την κοίταξε. Κοιμόταν με τα χέρια της για μαξιλάρι, πάνω στο σκληρό έδαφος. Έβγαλε το γιλέκο του, το δίπλωσε και το έβαλε προσεκτικά κάτω από το κεφάλι της.
Άνοιξε τα μάτια της. «Αντρέι», άρχισε να διαμαρτύρεται...
«Άστο. Είσαι ταλαιπωρημένη, τουλάχιστον ας είσαι όσο πιο άνετα γίνεται.» Πήγε να αντιδράσει. «Θεοφανώ, μην υποτιμάς τους ρωσικούς χειμώνες» αστειεύτηκε. «Το κρύο εδώ είναι μια ευχάριστη δροσιά» είπε και γέλασε.
Άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε το πρόσωπό του που είχε φωτιστεί από το γέλιο του. Αμέσως σοβάρεψε και η Θεοφανώ πήρε το χέρι της. Ξάπλωσε το κεφάλι της στο γιλέκο του. Ο ύπνος την πήρε αμέσως, ένας ύπνος βαθύς. Την σκέπασε καλύτερα με το παλτό του και βγήκε έξω από την γεμάτη με το άρωμά της σπηλιά. Περπατούσε στην ακροθαλασσιά και σκεφτόταν, αναπνέοντας βαθιά τον θαλασσινό αέρα. Είχε περάσει ώρα, σε λίγο θα πρόβαλλαν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου στον ορίζοντα, όταν άκουσε μια φωνή από την σπηλιά να τον φωνάζει. «Θεοφανώ», είπε σιγανά. Άρχισε να τρέχει πριν καν καλά-καλά το καταλάβει. Ήταν τόσο αφηρημένος που τους είχε βρει κάποιος; Την άφησε απροστάτευτη; Έφτασε μέσα σε μερικά λεπτά. Την βρήκε ανάστατη, με δάκρυα στα μάτια.
«Θεοφανώ, είσαι εντάξει;» την ρώτησε ανήσυχα χαϊδεύοντας το πρόσωπό της.
Το πρόσωπό της χάθηκε στην αγκαλιά του. Τον έσφιξε κοντά της, αυτός χάιδευε απαλά τα μαλλιά της για να την ηρεμήσει.
«Κοιμήσου λίγο ακόμα, είναι νωρίς ακόμα» της είπε απαλά. Τον άκουσε και έγειρε προς τα πίσω. Πήγε να σηκωθεί, όταν ένιωσε το χέρι της να κρατάει το δικό του.
«Όχι» του είπε. «Μείνε μαζί μου». Την κοίταξε για λίγο πριν γείρει και αυτός πίσω. Χώθηκε στην αγκαλιά του και αυτός την τράβηξε πιο κοντά. Κι έτσι τους βρήκε η πρώτη τους αυγή μαζί, αγκαλιά με τα χέρια τους και τις καρδιές τους ενωμένες.
