Δεν άργησαν να ξυπνήσουν. Πρώτα ο Αντρέι. Την κοίταξε μες στον ύπνο της. Κρατούσε ακόμα το χέρι του σφιχτά. Πήρε απαλά τα μαλλιά που έπεφταν στο πρόσωπό της και την χάιδεψε. Το απαλό άγγιγμά του ξύπνησε και εκείνη. Της χαμογέλασε ζεστά και του το ανταπέδωσε. Έβγαλε άλλο ένα μήλο από το σακίδιό του και της το έδωσε, μαζί με λίγο νερό. Το έτρωγε ήσυχα, χωρίς να λένε κουβέντα.
«Ήρθε η ώρα να φύγουμε», της είπε μετά από λίγο, ενώ φορούσε τα όπλα, το γιλέκο και το παλτό του. Σηκώθηκε απρόθυμα. Η επιστροφή σήμαινε και επιστροφή στον εγκλωβισμό της, στην φυλακή του δωματίου της. Παρόλα όσα είχε τραβήξει αυτές τις ημέρες, το χθεσινό βράδυ της έδωσε μια ψευδαίσθηση διαφορετικής ζωής, μια ψευδαίσθηση ελευθερίας. Δεν μπορούσε να κρατήσει, το ήξερε, έπρεπε να επιστρέψει, έπρεπε να τελειώσει. Απρόθυμα πήρε το δρόμο προς το άλογο του Αντρέι.
Αυτός την έβλεπε, δεν ήθελε να γυρίσει. Δεν ήξερε τι εναλλακτική να της προσφέρει. Μπορούσε να τη βοηθήσει να το σκάσει αν ήθελε, αλλά για πού; Όπου και να πήγαινε μες στη Μάνη, θα την έβρισκαν. Να την στείλει σε περιοχές έξω από τη Μάνη, έτσι όπως ήταν η κατάσταση, με μία επανάσταση να προετοιμάζεται και αυτή μόνη της με ένα παιδί στην αγκαλιά δεν ήταν επίσης εναλλακτική. Τι μπορούσε να της προτείνει;
Την βοήθησε να ανέβει στο άλογο.
«Για πού» την ρώτησε ενώ έφτιαχνε τα χαλινάρια.
«Για πού; Τι εννοείς;»
«Επιστρέφουμε στον πύργο;»
«Γιατί πού αλλού θα μπορούσαμε να πάμε;»
«Όπου μου ζητήσεις.»
Τον κοίταξε στα μάτια. Το εννοούσε; Της είχε πει ξανά ότι αν το είχε μετανιώσει μπορούσε να την βοηθήσει αυτός. Πόσο χαζή που δεν το είχε δεχθεί τότε. Αλλά πώς, τι εναλλακτική υπήρχε; Κατέβηκε από το άλογο.
«Συγγνώμη, δεν έπρεπε να ρωτήσω.» απολογήθηκε αυτός και της γύρισε την πλάτη, συνεχίζοντας να φτιάχνει τα χαλινάρια.
Τον έπιασε από το μπράτσο και τον γύρισε προς το μέρος της.
«Έπρεπε» του είπε. «Έπρεπε».
«Ωραία, τότε για πού;» της είπε και χαμογέλασε στραβά.
Το πρόσωπό της σκοτείνιασε και χαμήλωσε το βλέμμα της.
«Δεν ξέρω» του είπε θλιμμένα.
«Ούτε εγώ» της απάντησε. «Θα μπορούσαμε να μείνουμε λίγο ακόμα σε σπηλιές. Ίσως σε κάποια καλύτερη από τη χθεσινή, βέβαια. Αλλά αυτό δεν είναι λύση μακροχρόνια, ούτε για την κατάστασή σου. Και υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να σε βρουν.»
Μιλούσε μόνο από τη δική της οπτική, τι ήταν ή δεν ήταν καλό για εκείνη. Δεν σκεφτόταν καν πώς θα επηρέαζε όλο αυτό τον ίδιο.
«Μετά η υπόλοιπη Μάνη δε νομίζω πως είναι επίσης καλή επιλογή. Ακόμα και να μη μας έπαιρναν χαμπάρι, που θα ήταν δύσκολο, ο Μάρκος θα σε έβρισκε, κάποιος θα σε έβλεπε, κάτι θα άκουγε. Αλλά ούτε και άλλα μέρη με Ρωμιούς, όχι στην κατάστασή σου, δεν θα ήμουν ήρεμος να ξέρω πως θα ήσουν μόνη σου με το παιδί.»
«Οπότε τι απομένει;» τον ρώτησε απελπισμένη.
«Έχω μια ιδέα. Αλλά είναι δύσκολη και περίπλοκη. Θα καταλάβω αν δεν θέλεις, θα είναι πολύ δύσκολο για εσένα.»
«Να πας στην Οδησσό. Έχω καλούς φίλους εκεί, θα σε προσέχουν και εσένα και το παιδί. Να σου δώσουν στέγη και φαΐ. Έχουν και δικά τους παιδιά, θα μπορούσες ίσως να τα φροντίσεις. Ή αν όχι τα δικά τους, κάποιων άλλων Ρωμιών, μιας καλής οικογένειας. Έχει πολλούς Ρωμιούς η πόλη.»
Δεν είπε τίποτα.
«Θα είναι δύσκολα, δεν πρέπει να τα αφήσεις όλα πίσω, η γλώσσα, η ζωή, είναι τελείως διαφορετικά. Αλλά θα έχεις μια καλή ζωή. Τον φίλο μου τον εμπιστεύομαι με τη ζωή μου, θα σε φρόντιζε καλά είμαι σίγουρος. Και το ταξίδι… θα είναι μεγάλο, επικίνδυνο.»
Ίσως αυτή ήταν η λύση τελικά. Θα ζητούσε από τον Μπακού να τη συνοδεύσει. Ο Διογένης θα την πρόσεχε, ήταν όντως σίγουρος. Δεν θα άφηνε τίποτα κακό να της συμβεί. Θα του έλεγε την αλήθεια και μια ιστορία για να καλύψουν την κατάσταση. Θα μπορούσαν ίσως να πουν πως ήταν και γυναίκα του, την γνώρισε στη Μάνη και την έστειλε στην Οδησσό για την ασφάλεια της και του παιδιού τους, όσο αυτός τελείωνε τις δουλειές του εκεί. Έτσι θα είχαν και αυτή και το παιδί ένα όνομα. Θα μπορούσε να πάρει τη σύνταξή του όταν δεν θα γυρνούσε. Να ζήσουν μία καλή ζωή. Η σκέψη ότι δεν θα την έβλεπε ποτέ ξανά ήταν μαχαίρι στην καρδιά, αλλά δεν τον ένοιαζε, αρκεί να ήταν αυτή ευτυχισμένη. Ο πόνος που ένιωθε δεν είχε καμία σημασία, αν αυτή ήταν καλά.
Τον κοίταζε προσεκτικά. Αυτό που της προσέφερε ήταν μια καινούρια ζωή. Θα μπορούσε να αφήσει τα πάντα πίσω της και να ξεκινήσει από την αρχή. Θα μπορούσε να πει πως ήταν χήρα, δεν θα χρειαζόταν κανείς να μάθει την αλήθεια. Ναι, θα τους άφηνε όλους πίσω, αλλά και η ζωή που ζούσε τώρα, δεν ήταν ζωή. Δεν άξιζε να έχει μία καλύτερη ευκαιρία. Έστω και αν δεν ήταν αυτό που είχε ονειρευτεί, έστω και αν ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό της.
«Κι εσύ;» τον ρώτησε απρόσμενα.
«Εγώ τι;» απάντησε ξαφνιασμένος.
«Θα γυρίσεις στην Οδησσό;» Ήξερε συγκεκριμένα άτομα σε όλη της τη ζωή. Τον Φρίξο, την Τσαντούλα, τον Λουκά, τους Λασκαραίους. Πώς ήταν δυνατόν περισσότερο από όλους να πονούσε στην ιδέα να μην ξαναδεί τον Ξένο; Μια δική του διαβεβαίωση ότι υπήρχε πιθανότητα να τον ξαναδεί, να του ξαναμιλήσει, ήταν αρκετή για να την πείσει. Και να την κάνει να περιμένει καρτερικά την επιστροφή του.
«Θα γυρίσω.» της χαμογέλασε και έπιασε το χέρι της.
