Ο δρόμος της επιστροφής ήταν σιωπηλός. Καυτά δάκρυα έπεφταν πάνω στο χλωμό πρόσωπο της Θεοφανώς. Ο Αντρέι την κοιτούσε από το άλογό του. Δεν ήξερε πώς μπορούσε να την βοηθήσει πλέον, δεν ήξερε αν μπορούσε να την βοηθήσει. Έπρεπε μόνη της να σπάσει τα δεσμά της για να μπορέσει να απελευθερωθεί. Έπρεπε ο Μάρκος με κάποιον τρόπο να αντιληφθεί τι της προκαλούσε. Όχι, δεν ήταν γινάτι όλο αυτό, η κοπέλα υπέφερε. Πώς ήταν δυνατόν να την ήξερε τόσα χρόνια και να μην το έβλεπε; Τόσο πολύ τον είχε τυφλώσει η αλαζονεία του, που δεν μπορούσε να δει το κακό που προκαλούσε στη γυναίκα που υποτίθεται πως αγαπά;
Είχε μπλέξει κι ο ίδιος, το ήξερε. Ο Μάρκος δεν θα το άφηνε έτσι, εκτός αν επέλεγε να πιστέψει την κακή δικαιολογία που έδωσε η Θεοφανώ. Μπορεί και να το έκανε, τουλάχιστον μπροστά στους άλλους. Δεν ήταν καλό για την εικόνα του η συγκρία του να θέλει να το σκάσει. Ούτε ήταν καλό να κάνει εχθρό του τον Αντρέι, ήταν ιδιαίτερα συμπαθής με τους άνδρες. Ήξερε όμως πως ακόμα και να μην το έδειχνε δημόσια, θα αντιμετώπιζε αν όχι την οργή του, σίγουρα την ενόχλησή του. Ίσως ήταν όντως ώρα να φύγει από τον πύργο, ήταν δηλαδή, είχε σίγουρα καθίσει περισσότερο από όσο έπρεπε. Πώς θα την άφηνε όμως; Πώς δεν θα την έβλεπε κάθε μέρα ακόμα και από μακριά; Και μόνο στη σκέψη ένιωθε την καρδιά του να πονάει.
Το ταξίδι δεν κράτησε πολύ, ήταν μεσημέρι όταν έφτασαν στον πύργο. Οι φρουροί οδήγησαν την Θεοφανώ στον οντά της. Ο Αντρέι κίνησε προς τον δικό του, όταν ο Μάρκος τον σταμάτησε.
«Σου είπα να κρατηθείς μακριά από τη Θεοφανώ. Δεν με άκουσες. Δεν θα το ξαναπώ.» Η απειλή στη φωνή του ήταν εμφανής.
«Και; Τι θα κάνεις;» τον ρώτησε. «Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις για να με σταματήσεις». Είχε κουραστεί. Δεν υπήρχε πια κανείς λόγος να κρατάει τα προσχήματα, αυτά που ένιωθε για τη Θεοφανώ του ήταν πλέον προφανή και ο μόνος τρόπος να μην την βλέπει ήταν να του το ζητήσει αυτή. Ο μόνος τρόπος για να μείνει μακριά της θα ήταν αν αυτό την έβαζε σε κίνδυνο.
Έφυγε και τον άφησε μόνο του στην αυλή. Η ζήλεια του του θόλωνε το μυαλό. Αλλά η Θεοφανώ τον αγαπούσε ακόμα. Δεν γινόταν να μην τον αγαπά, μετά από όλα όσα είχε κάνει για εκείνη. Κουβαλούσε το παιδί τους, τον καρπό της αγάπης τους. Τον αγαπούσε. Μπήκε στον οντά της και την βρήκε ξαπλωμένη στο κρεβάτι.
«Θεοφανώ μου;» της είπε. «Είσαι καλά, κορίτσι μου; Σε πείραξαν;»
Δεν γύρισε να τον κοιτάξει. «Φύγε» ήταν το μόνο που του είπε.
«Καλά, ξεκουράσου, πέρασες μεγάλη ταλαιπωρία. Θα έρθω αργότερα», της είπε φιλώντας το κεφάλι της. Απομακρύνθηκε από το φιλί του.
Θα της περάσει, σκεφτόταν. Θα της περάσει. Είναι απλά το γινάτι της. Η εγκυμοσύνη της πείραξε τα νεύρα. Όταν δει καθαρά τα πράγματα, θα καταλάβει και θα της περάσει.
«Μην αφήσετε κανένα να μπει εκτός από τη μάνα μου και τον Φρίξο» είπε στους φρουρούς έξω από την πόρτα.
Όλα είχαν τελειώσει. Η τελευταία της ευκαιρία να ζήσει ελεύθερη μακριά από όλους είχε χαθεί οριστικά. Ο Μάρκος δεν θα την άφηνε ποτέ ξανά από τα μάτια του. Δεν θα μπορούσε ποτέ να φύγει από τον πύργο. Κλεισμένη μες στο χρυσό κλουβί της για μια ζωή. Καταδικασμένη να μη γνωρίσει ποτέ την αγάπη, την ελευθερία, την ευτυχία. Πάντα σε αυτόν τον θάλαμο αναμονής χωρίς τελειωμό. Ούτε σύζυγος, ούτε μάνα, ούτε άνθρωπος. Απλά ένα κτήμα του καπετάνιου, θα μπορούσε να είναι το άλογο ή το σπαθί του.
Ευχόταν να μην είχε μπλέξει ποτέ με τον Μάρκο, να μην είχε υπάρξει ποτέ εκείνη η νύχτα στην Αρεόπολη. Πώς ήταν δυνατόν κάτι που ξεκίνησε τόσο αθώα να κατέληξε έτσι; Πώς ήταν δυνατόν η αγάπη που είχε παλιά να ήταν μόνο πίκρα; Ήξερε πως ποτέ ξανά δεν θα μπορούσαν να είναι μαζί όπως παλιά, ποτέ δεν θα είχε τα ίδια αισθήματα για τον Μάρκο. Θα μπορούσε όμως ποτέ πια να τον θυμάται ως τον πρώτο της έρωτα ή είχε κι αυτό καταστραφεί για πάντα; Δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι ελεύθερη όσο θα είχε αυτό το παιδί. Μακάρι ο γιατρός να έκανε λάθος. Μακάρι ο Φρίξος να μην την είχε σταματήσει από το να πάρει τα βοτάνια. Ήταν όλο ένα λάθος από την αρχή που έπρεπε να είχε τελειώσει.
Τα βοτάνια! Ήταν αυτή η λύση; Δεν ένιωθε καμία επαφή με αυτό το μωρό, σαν να μην υπήρχε. Σαν να μην ήταν ποτέ έγκυος. Πόσο πιο εύκολα θα ήταν τα πράγματα για όλους τους αν δεν είχε μείνει ποτέ έγκυος. Πόσο δύσκολη θα ήταν η ζωή αυτού του παιδιού αν γεννιόταν; Πόσο δύσκολες θα ήταν οι ζωές όλων τους αν γεννιόταν; Πόσο θα διευκολύνονταν όλοι αν δεν γεννιόταν ποτέ;
Άνοιξε το μπαούλο της. Δεν τα είχε πετάξει ποτέ. Ίσως βαθιά μέσα της ήξερε πως τα πράγματα θα οδηγούνταν εκεί τελικά. Έκλεισε το μπαούλο και πήγε προς την πόρτα.
«Πού πηγαίνεις;» την σταμάτησαν οι φρουροί.
«Στην κουζίνα, μπορώ;» απάντησε νευριασμένα.
«Τι θες, θα πούμε να στο φέρουν».
«Λίγο βραστό νερό θέλω. Με ενοχλεί το στομάχι μου.»
«Μπες μέσα και κάτσε, θα στο φέρω όταν το ετοιμάσουν.»
Μπήκε στο δωμάτιο και κάθισε στο κρεβάτι. Αυτή θα ήταν η ζωή της. Να μην μπορεί να πάει πουθενά μόνη της, χωρίς να πάρει άδεια από τον κύρη της, χωρίς να παρακολουθεί κάποιος το κάθε της βήμα. Το είχε πάρει απόφαση. Δεν ένιωθε καν λύπη πια. Το παιδί αυτό δεν ήταν ο καρπός της αγάπης τους με τον Μάρκο. Ο Μάρκος δεν την αγαπούσε. Ήξερε άραγε να αγαπάει; Ήξερε τι είναι η αγάπη; Ό,τι όμορφο είχε για αυτόν κάποτε, είχε πλέον χαθεί.
Ο φρουρός γύρισε μετά από λίγο με το νερό.
«Άφησέ το εκεί», του είπε. «Ευχαριστώ». Δεν είπε τίποτα καθώς έφευγε και έκλεινε την πόρτα πίσω του.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι.
