«Αντρέι. Αντρέι, τρέχα». Ο Μπακού είχε ορμήσει στο δωμάτιο του.
«Τι έγινε, Μπακού», ρώτησε φορώντας τις τιράντες του.
«Θεοφανώ» απάντησε αυτός μονολεκτικά.
Δεν χρειάστηκε να πει δεύτερη λέξη. Είχε ήδη ορμήσει έξω από την πόρτα. Βρέθηκε στον οντά της μέσα σε λίγα λεπτά. Οι φρουροί δεν τόλμησαν να τον σταματήσουν. Είδε τον Φρίξο και την Τσαντούλα πάνω από το κρεβάτι της, ο Φρίξος σήκωσε το μέσα στην ανησυχία βλέμμα του και τον κοίταξε, ενώ κρατούσε το χέρι της Θεοφανώς. Το κορμί της έμοιαζε άψυχο. Η καρδιά του πήγε να σπάσει. Πλησίασε το κρεβάτι. Και τότε την είδε. Το σώμα της άκαμπτο, μέσα σε μια λίμνη από αίμα και ιδρώτα, παραμιλούσε από τον πυρετό.
«Τι έκανες, κορίτσι μου;» είπε ο Αντρέι και της έπιασε το χέρι. Με το άλλο του χέρι έπιασε το μέτωπό της. Καιγόταν ολόκληρη.
«Πρέπει να ρίξουμε τον πυρετό της, Τσαντούλα, φέρε ένα βαρέλι. Μπακού, Φρίξο, φέρτε κουβάδες νερό, κατευθείαν από το πηγάδι.»
«Κύριε Σιντόροφ», ξεκίνησε να λέει η Τσαντούλα. «Τσαντούλα, πήγαινε, γρήγορα».
Έσκισε τα μανίκια και το κάτω μέρος του νυχτικού της. Πήρε ένα πανί το έχωσε στο νερό και το ακούμπησε στο πυρακτωμένο της μέτωπο. Έκανε την ίδια διαδικασία με το σκισμένο νυχτικό της αυτή τη φορά στα χέρια και τα ματωμένα πόδια της.
«Θεοφανώ; Κορίτσι μου; Με ακούς;»
«Αντρέι;» είπε αδύναμα αυτή.
«Ναι, κορίτσι μου, εδώ είμαι; Όλα θα πάνε καλά» είπε και της φίλησε το χέρι.
Κοίταξε γύρω. Είδε ένα ποτήρι πεσμένο. Το σήκωσε και το μύρισε. Μανδραγόρας. Τι είχε κάνει; Πόσο απελπισμένη ήταν για να βάλει τον εαυτό της σε τόσο κίνδυνο και μάλιστα σε τόσο προχωρημένη εγκυμοσύνη;. Άδειασε το ποτήρι έξω από το παράθυρο, αν το μάθαινε κανείς θα βρισκόταν σε ακόμα χειρότερη θέση. Δεν μπορούσε να την βλέπει σε αυτή την κατάσταση, και μόνο στη σκέψη πως κάτι χειρότερα θα γινόταν μούδιαζε το κεφάλι του. Όχι, έπρεπε να μείνει συγκεντρωμένος, τον χρειαζόταν τώρα, έπρεπε να μείνει συγκεντρωμένος γι' αυτήν.
Μετά από λίγο ήρθε η Τσαντούλα με τον Λουκά και το βαρέλι και ο Φρίξος με τον Μπακού άρχισαν να το γεμίζουν με το νερό.
«Λίγο ακόμα» τους είπε.
«Τι θα κάνεις, Αντρέι;» τον ρώτησε ο Φρίξος.
«Θα δείτε.» απάντησε αυτός κοφτά, αλλάζοντας τα πανιά από το μέτωπο της Θεοφανώς.
Το βαρέλι είχε γεμίσει αρκετά. «Εντάξει» τους είπε ο Αντρέι. Πήγε στο κρεβάτι και σήκωσε απαλά τη Θεοφανώ στα χέρια του. Η κοπέλα ήταν σχεδόν αναίσθητη μέσα σε μία ομίχλη πραγματικότητας και παραισθήσεων από τον πυρετό.
Εκείνη τη στιγμή όρμισε στον οντά ο Μάρκος. Τα μάτια του πήγαν από το ματωμένο κρεβάτι, στον Αντρέι και τη Θεοφανώ στο βαρέλι. «Τι γίνεται εδώ μέσα;» ρώτησε θυμωμένα. Ο Φρίξος και η Τσαντούλα εξήγησαν πώς βρήκε ο πρώτος τη Θεοφανώ σε αυτή την κατάσταση όταν ήρθε να δει πώς είναι. Φώναξε αμέσως την Τσαντούλα που ήξερε από εγκυμοσύνες και είπαν στον Μπακού να φωνάξει τον Αντρέι, που… ήξερε γενικά.
«Και δεν σκεφτήκατε να φωνάξετε εμένα;» ρώτησε ακόμα πιο θυμωμένος. «Είμαι ο πατέρας. Να έρθει αμέσως ο γιατρός.» μήνυσε στους φρουρούς. «Δεν θα εμπιστευτούμε τον Σιντόροφ για τη Θεοφανώ», είπε ενώ κοιτούσε τον Αντρέι. «Τι κάνεις εκεί;» πήγε να τον σταματήσει τον Αντρέι. Αντ'αυτού τον σταμάτησε ο Βρώτσος που είχε έρθει ίσα ίσα αρκετή ώρα για να καταλάβει τι είχε γίνει.
«Καπετάνιε, καλύτερα να περιμένεις τον γιατρό στο γραφείο σου.»
«Τι λες, Κοσμά; Είμαι ο πατέρας!»
«Ναι, και η Θεοφανώ μετά βίας ζει. Άσε τον Αντρέι να κάνει ό,τι μπορεί μέχρι να έρθει ο γιατρός και με τον ενοχλείς. Εκτός αν πιστεύεις πως μπορείς να κάνεις κάτι καλύτερο.»
Το θράσος του ήταν μεγαλύτερο από ό,τι επιτρεπόταν, αλλά η κατάσταση ήταν δύσκολη και αποφάσισε να ακολουθήσει τη «συμβουλή» του.
«Βγείτε κι εσείς» είπε ο Αντρέι στους άλλους. «Έχει πολύ κόσμο, αν χρειαστώ κάτι θα σας φωνάξω. Τσαντούλα, μπορείς να αλλάξεις τα σεντόνια, και να φέρεις μερικά καθαρά πανιά και νυχτικό.»
«Αμέσως, κύριε Σιντόροφ» απάντησε.
Με τη Θεοφανώ αγκαλιά, μπήκε αργά και προσεκτικά στο βαρέλι. Η Θεοφανώ άρχισε να έχει ρίγη και να διαμαρτύρεται, το σώμα της να συσπάτε βίαια. Αυτός την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του.
«Το ξέρω, κορίτσι μου, το ξέρω, κάνε υπομονή» της είπε και της φιλούσε τα βρεγμένα της μαλλιά, τώρα από το νερό και όχι τον ιδρώτα. Σιγά σιγά οι συσπάσεις της άρχισαν να μειώνονται και να γίνονται λιγότερο βίαιες. Ακούμπησε τα χείλη του στο μέτωπό της. Η θερμοκρασία της είχε πέσει. Εν τω μεταξύ η Τσαντούλα είχε αλλάξει τα σεντόνια και είχε φέρει καθαρά πανιά. Του έδωσε τα πανιά και καθάρισε προσεκτικά τα ματωμένα της πόδια. Το νερό είχε πλέον γίνει κόκκινο. Βγήκαν από το βαρέλι, η Θεοφανώ ακόμα κολλημένη πάνω του.
«Τσαντούλα, θα με βοηθήσεις;» την ρώτησε. Με τα καθαρά πανιά στέγνωσαν τα μαλλιά και το σώμα της. Αυτός την κρατούσε, όσο η Τσαντούλα της έβγαζε το βρεγμένο νυχτικό και της φορούσε το καθαρό. Ο πυρετός πλέον είχε πέσει τελείως. Την ξάπλωσαν στο κρεβάτι και περίμεναν.
Ο γιατρός ήρθε μετά από ώρα, η κατάστασή της δεν είχε αλλάξει. Είδε τα σεντόνια και μετά την περιγραφή τους, αποφάνθηκε πως το παιδί είχε χαθεί και πως δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι. Αν η μητέρα έβγαζε τη νύχτα, θα ζούσε. Αλλά κι εκεί δεν υπήρχε κάτι παραπάνω να κάνει από αυτά που είχε κάνει ήδη ο κύριος Σιντόροφ.
Η φλόγα ενός αναμμένου κεριού τρεμόπαιζε. Κανένας ήχος δεν ακουγόταν. Ο Κοσμάς είχε διώξει τους φρουρούς, ήταν τώρα αυτός και ο Μπακού έξω από την πόρτα. Ο Φρίξος και η Τσαντούλα κάθονταν από τη μία πλευρά του κρεβατιού, έτοιμοι σε περίπτωση που χρειαστεί κάτι, μες στην αγωνία. Από την άλλη καθόταν ο Αντρέι, κρατώντας το χέρι της σφιχτά. Πού και πού ανέβαινε ο πυρετός της και της έβαζε πάλι πανιά στο μέτωπο, τα χέρια και τα πόδια. Δεν έφυγε στιγμή από το πλάι της. Ούτε και σκέφτηκε πως θα φαινόταν στον Φρίξο, την Τσαντούλα, τον Κοσμά, τον γιατρό ότι της κρατούσε το χέρι και κοιτούσε μόνο αυτήν. Τίποτα από αυτά δεν είχε σημασία, το μόνο που είχε σημασία ήταν να ξυπνήσει και να είναι καλά. Να ανοίξει τα μεγάλα γαλανά της μάτια και να του χαμογελάσει όπως του χαμογελούσε εχθές.
Το σκοτάδι άρχισε σιγά σιγά να σπάει από τον ήλιο που ανέτελλε και ο πετεινός ακούστηκε από το βάθος. Χάιδεψε μία ακόμα φορά τα μαλλιά από το μέτωπό της για να αισθανθεί τη θερμοκρασία της. Ήταν καλή. Με αυτό το άγγιγμα, κούνησε και αυτή το πρόσωπό της και σιγά σιγά άνοιξε τα μάτια της.
«Αντρέι;» είπε.
«Κορίτσι μου.» είπε αυτός και της φίλησε το χέρι. Ο Φρίξος και η Τσαντούλα κάτι έλεγαν αλλά δεν τους άκουγε.
«Τι έγινε;»
«Τίποτα, κορίτσι μου, ξεκουράσου. Ξεκουράσου και όλα θα είναι καλύτερα αύριο.» είπε και της φίλησε το μέτωπο.
Έκλεισε τα μάτια της και την πήρε ο ύπνος.
