Είχαν περάσει δύο μέρες. Δεν την είχε δει, δεν άφηνε τον οντά της και οι φρουροί δεν τον άφηναν να μπει. Θεώρησε πως ήταν καλύτερα να μην κάνει φασαρία, το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να την αναστάτωνε. Μάθαινε τα νέα της από τον Φρίξο. Ήταν πολύ καλύτερα, πλέον είχε σχεδόν επανέλθει πλήρως. Έμοιαζε, ακόμα, πιο… ήρεμη. Πιο ανάλαφρη. Δεν τους μιλούσε πολύ και ακόμα δεν έτρωγε. Περνούσε τις ημέρες με ένα απροσδιόριστο χαμόγελο στο πρόσωπό της χωρίς να ανταποκρίνεται σε αυτά που της έλεγαν.
Την δεύτερη ημέρα του έδωσε ένα γράμμα να της πάει. Τον εμπιστευόταν, αυτή την φορά θα έφτανε στον παραλήπτη του. Δεν της έλεγε κάτι. Απλά πως χαιρόταν που ένιωθε καλύτερα. Πως με την πρώτη ευκαιρία θα προσπαθήσει να την δει. Πως ελπίζει ότι θα είναι καλύτερα σύντομα και πως ελπίζει να μπορέσει να την δει από κοντά επίσης σύντομα. Ήταν αρκετά φιλικό και ουδέτερο. Δεν θα έφερνε την κοπέλα σε δύσκολη θέση. Παρότι μέσα του καιγόταν, παρότι κάθε μέρα που δεν την έβλεπε ήταν ένα μαρτύριο για αυτόν. Η Θεοφανώ χρειαζόταν ηρεμία τώρα και αυτός δεν θα την διατάρασσε για κανένα λόγο.
Την επόμενη φορά που είδε τον Φρίξο ξαφνιάστηκε όταν του είπε πως είχε κι αυτός ένα σημείωμα από τη Θεοφανώ. Πάνω σε ένα μικρό κομμάτι, μόνο δυο λέξεις. «Σε περιμένω». Πρώτη φορά τον έβλεπε ο Φρίξος να χαμογελάει. Παραξενεύτηκε. «Σου είπε τίποτα άλλο, Φρίξο;» τον ρώτησε με εμφανή ανυπομονησία. «Όχι, Αντρέι, μόνο μου έδωσε το σημείωμα.»
«Εντάξει, ευχαριστώ.» του είπε και έφυγε προς την αυλή.
Ήθελε να πάρει αέρα. «Σε περιμένω». Τον περίμενε. Έπρεπε να βρει τρόπο να την δει.
«Κοσμά, θα με βοηθήσεις;»
Δεν ήταν εύκολο, ο Μάρκος τους είχε απαγορεύσει να φύγουν και οι δύο μαζί. Δεν εμπιστευόταν πλέον τον Κοσμά, ή ήταν ενοχλημένος μαζί του. Δεν τον ενδιέφεραν πια οι διάφορες διαθέσεις του Μάρκου. Αν δεν εμπόδιζε τη Θεοφανώ, δεν θα του έδινε καν δεύτερη σκέψη. Όταν όμως έμεινε ο ένας από τους δύο φρουρούς, ήταν πιο εύκολο. Του ζήτησε να κάνει μια δουλειά που θα έπαιρνε μερικά λεπτά και θα έμενε αυτός στο πόστο του. Έτσι θα μπορούσε να μπει ο Αντρέι.
Στο δωμάτιο ήταν ήδη ο Φρίξος. Η Θεοφανώ ήταν καθισμένη με τον κορσέ πάνω στο κρεβάτι.
«Συγγνώμη» είπε και έκανε να κλείσει την πόρτα.
«Αντρέι, όχι. Μείνε.»
Ο Φρίξος κοίταζε μια τη Θεοφανώ, μια τον Αντρέι.
«Ναι, μείνε. Εγώ να φύγω τώρα, Θεοφανώ μου. Θα περάσω αργότερα.»
Ήταν και οι δύο χαμένοι κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο. Δεν άκουσαν τον Φρίξο.
Πήγε και κάθισε στο κρεβάτι της από τη δική του πλευρά.
«Πώς είσαι, Θεοφανώ;» την ρώτησε η ανησυχία στο βλέμμα και τη φωνή του εμφανής.
Του χαμογέλασε και έπιασε το χέρι του. «Καλά» του είπε. «Καλύτερα.». Έμοιαζε όντως καλύτερα. Παρά τις μελανιές από την περιπέτειά της τις προηγούμενες μέρες, φαινόταν ήρεμη. Σαν να μπορούσε επιτέλους να αναπνεύσει. Πλέον μπορούσε να δει και τις μελανιές που είχε προκαλέσει η Αναχίτ. Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το μάγουλό της. Η κοπέλα έγειρε το πρόσωπό της στο άγγιγμά του και έκλεισε τα μάτια της.
«Λυπάμαι» της είπε.
«Για ποιο πράγμα;» τον ρώτησε ήρεμα.
«Για όσα έχεις περάσει. Δεν θα έπρεπε να τα έχει περάσει όλα αυτά.»
«Έχω κάνει λάθη.»
«Τα πλήρωσες πολύ ακριβά.»
«Έτσι δεν γίνεται πάντα;»
«Όχι, δεν γίνεται πάντα έτσι. Και δεν έκανες κάτι που να άξιζε τόσο ακριβή τιμωρία. Αγάπησες.»
«Τον λάθος άνθρωπο. Ήξερα τους κινδύνους και δεν με ένοιαζαν. Το πλήρωσα.»
«Η αγάπη δεν είναι τιμωρία, Θεοφανώ, είναι ελευθερία.»
Τον κοίταξε και χαμογέλασε. «Η αγάπη είναι ελευθερία» είχε πει κι αυτή.
«Σ' ευχαριστώ. Με όλα όσα έγιναν δεν πρόλαβα να σου πω πως σε ευχαριστώ.»
«Για ποιο πράγμα;» την ρώτησε χαμογελώντας αμυδρά.
«Για όλα όσα έχεις κάνει για εμένα. Όταν με βρήκες, όταν δέχτηκες να με βοηθήσεις. Δεν με βοηθούσες απλά, έβαζες και τον εαυτό σου σε κίνδυνο. Δεν το σκέφτηκες δεύτερη φορά, δεν σκέφτηκες τι συνέπειες θα είχε για εσένα, σκεφτόσουν μόνο πώς θα μπορούσες να με βοηθήσεις. Και από ό,τι κατάλαβα έχω εσένα να ευχαριστώ και για την ανάρρωσή μου. Και για την προστασία μου και πάλι.» είπε κατεβάζοντας τη φωνή της τώρα. «Δεν υπήρχε υγρό στο ποτήρι μου, φαντάζομαι εσύ το άδειασες.».
Της άγγιξε και πάλι το χέρι. «Δεν χρειάζεται να με ευχαριστείς για τίποτα. Δεν έκανα τίποτα.»
«Έκανες» του είπε. «Έκανες τα πάντα για εμένα». Κατέβασε το βλέμμα του για να κρυφτεί από το διαπεραστικό δικό της βλέμμα και δεν είπε τίποτα. Σηκώθηκε απότομα από τη θέση της και έκλεισε τα χέρια της γύρω του σε μία σφιχτή αγκαλιά. Τον ξάφνιασε. Αμήχανα άνοιξε κι αυτός τα χέρια του και αγκάλιασε το αδύναμό της σώμα, προσεκτικά σα να ήταν εύθραυστο. Και για μια στιγμή ήταν σα να μην βρίσκονταν πια στον πύργο, και σα να μην είχε φρουρούς. Σα να ήταν ελεύθερη.
Την ψευδαίσθηση διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα. Το σινιάλο του Κοσμά.
«Πρέπει να φύγω» της είπε και της φίλησε το χέρι. «Δεν ξέρω πότε θα μπορέσω να ξαναέρθω. Θα σου γράφω.» της φίλησε πάλι το χέρι. Σηκώθηκε και αυτή από το κρεβάτι και έριξε τα χέρια της γύρω του σε μία τελευταία αγκαλιά για να κρατήσει τη ζεστασιά του στο διάστημα που θα ήταν χώρια.
«Θα περιμένω» του είπε. Η απόσταση μεταξύ τους ήταν πολύ μικρή, κοίταζε ο ένας βαθιά στα μάτια του άλλου. Σαν τους δύο πόλους ενός μαγνήτη κάτι τους τραβούσε κοντά. Η απόσταση έγινε ακόμα πιο μικρή, η αναπνοή τους πιο κοφτή και γρήγορη. Ο Αντρέι έκλεισε τα μάτια του, ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της και έπιασε το πρόσωπό της με τα χέρια του. Αυτή τον κοιτούσε ακόμα, περιμένοντας. Γύρισε απότομα το κεφάλι του, φίλησε το μέτωπό της και βγήκε από το δωμάτιο.
