Κατέβηκε από το πλοίο με τη βαλίτσα του στο χέρι. Τον περίμενε ο Μελέτης, τον είχε στείλει ο πατέρας του να τον πάρει, σίγουρα μετά από προτροπή της μητέρας του. Οπότε τα αδέρφια του ήταν στην Αθήνα. Χαιρετήθηκαν τυπικά, δεν είχαν ποτέ καλές σχέσεις άλλωστε.

«Έχω αφήσει το αμάξι έξω», είπε ο Μελέτης. «Μισό λεπτό να πάρω κάτι και έρχομαι».

Ο Νικηφόρος στηρίχθηκε στο αυτοκίνητο. Έβγαλε τον καπνό από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του και άρχισε να στρίβει ένα τσιγάρο. Παρακολουθούσε τον κόσμο να περνάει. Κόσμος που πάσχιζε για το μεροκάματο στο λιμάνι και αυτός μπροστά στην καινούρια Φορντ του πατέρα του, φορώντας το λινό κοστούμι και τα γυαλισμένα παπούτσια του. Η κατάστασή του δεν άφηνε τον κόσμο γύρω του αδιάφορο. Διάφορες γυναίκες τον πλησίαζαν. Η αδιαφορία του ήταν εμφανής και μετά από λίγο απομακρύνονταν.

Η Δρόσω είχε μεγάλα όνειρα. Η Τρούμπα ήταν μόνο η αρχή για το μέλλον που είχε μπροστά της. Όλοι της έλεγαν άλλωστε πως ήταν όμορφη σα νεράιδα με φωνή αηδονιού. Στην Τρούμπα είχε έρθει πριν κάνα χρόνο. Τραγούδι και κονσομασιόν στη Χαβάη.

Είχε πάει να την δει η Ασημίνα. Πλέον νοίκιαζε ένα δωμάτιο μόνη της, μακριά από το σπίτι. Δεν ήταν σπουδαίο, αλλά είχε τον δικό της χώρο μακριά από τις άλλες. Δεν την έβαλε καν μέσα. Είχε πάει να της πει για το μνημόσυνο του πατέρα τους, δεν σκόπευε να πάει ούτως ή άλλως. Από τότε που έφυγε από το σπίτι η Ασημίνα προσπαθούσε να διατηρήσει κάποια σχέση με την ελπίδα ότι θα την φέρει στον ίσιο δρόμο. Δεν καταλάβαινε ότι αυτό ήταν επιλογή της. Η Ελένη από την άλλη δεν ήθελε να την δει στα μάτια της. Της το είχε ξεκαθαρίσει. Αν έβγαινε από την πόρτα δεν υπήρχε γυρισμός. Ήξερε, βέβαια, πως αν γύριζε η αδερφή της θα την δεχόταν πίσω. Ο εγωισμός της την εμπόδιζε να μιλάει στην αδελφή της, όχι η έλλειψη αγάπης. Η Ασημίνα δεν είχε ίχνος εγωισμού, μόνο περηφάνια. Γι'αυτό της ήταν δύσκολο να βρίσκεται σε εκείνη τη γειτονιά και να μιλάει με την αδερφή της.

«Αν θέλετε ελάτε να πιούμε ένα καφέ για τον πατέρα», είπε η Δρόσω.

«Δρόσω, η Ελένη…»

«Αν θέλει να με δει η Ελένη, ξέρει πού βρίσκομαι», την διέκοψε. «Τώρα αν δε σε πειράζει, έχω δουλειά», της είπε, ενώ έπαιρνε τη τσάντα της από την κρεμάστρα και ετοιμαζόταν να κλειδώσει την πόρτα.

Η Ασημίνα έφυγε εκνευρισμένη και στενοχωρημένη. Η αδερφή του είχε επιλέξει τον δρόμο της, έπρεπε να το δεχτεί. Εμφανισιακά δεν είχαν μεγάλη διαφορά αν και η Δρόσω θεωρούνταν πάντοτε η όμορφη της οικογένειας. Είχε σγουρά ξανθά μαλλιά και καταγάλανα μάτια. Οι γαμπροί άρχισαν να μαζεύονται, θα έπρεπε να παντρευτεί σύντομα. Με τη μικρή προίκα που είχαν από τον πατέρα τους, θα μπορούσε να έχει έναν καλό γαμπρό και να ζήσουν μια αξιοπρεπή ζωή μαζί. Χωρίς τις φασαρίες και τα λούσα που ήθελε η Δρόσω. Αυτή ήθελε μία ήρεμη ζωή με έναν καλό άνθρωπο και τα παιδιά τους. Προς το παρόν δούλευε σε μια μοδίστρα. Έπιανε το χέρι της και η Ουρανία πλήρωνε καλά. Όποτε μπορούσε μάλιστα την έστελνε στις κυρίες της καλής κοινωνίας, για ένα επιπλέον χαρτζιλίκι. Σε μία τέτοια κυρία και την κόρη της θα πήγαινε και τώρα. Είχαν μία δεξίωση τις επόμενες μέρες και ήθελαν καινούρια φορέματα. Η Ουρανία ήλπιζε πως η Ασημίνα θα έβρισκε και έναν καλό γαμπρό σε αυτά τα σπίτια, αλλά η Ασημίνα δεν άνοιγε τα μάτια της, όπως της έλεγε συχνά πυκνά. Ήταν ντροπαλή η Ασημίνα, συνεσταλμένη. Η δεύτερη αδερφή, πάντα στη σκιά της κακομαθημένης μικρής και της αυταρχικής πρώτης. Ήταν όμως και πολύ έξυπνη, ξεχώριζε από τις αδερφές της.

«Αχ, αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, μέχρι που θα σπούδαζες» της έλεγε η Ουρανία.

«Τι λες, Ουρανίτσα μου», της έλεγε αυτή, «από πού κι ως πού.» Κι όμως είχε τελειώσει το δημοτικό με άριστα και ό,τι βιβλίο έβρισκε το ρουφούσε σε αντίθεση με τις αδερφές της. Η Ελένη παρότι το είχε μεράκι, έπρεπε να τις φροντίσει και σταμάτησε το σχολείο νωρίς. Πάντα το είχε παράπονο και παρότι ποτέ δεν τους το είχε πει, η Ασημίνα το ήξερε. Τη Δρόσω την ένοιαζαν περισσότερο τα λούσα και οι έρωτες, παρά τα γράμματα.

Η Δρόσω πήγαινε στο μαγαζί για πρόβα, ήταν γύρω στις έντεκα και μέχρι να περάσουν μια φορά τα τραγούδια, μέχρι να ετοιμαστεί, άρχισαν να έρχονται ήδη οι πρώτοι πελάτες. Ο κοστουμάτος νεαρός μπροστά στη Φορντ ήταν μια καλή ευκαιρία. Ήταν όμορφος, σαν πρίγκηπας, ο πρίγκηπας με το άσπρο άλογο που θα την έπαιρνε από εκεί μέσα και θα της έδινε τη ζωή που ονειρευόταν. Φαινόταν πως δεν ήταν από εκεί και δεν συνήθιζε να συχνάζει στη γειτονιά. Ντυμένη με το καλό της φόρεμα, τα μαλλιά της κατεβασμένα και χωρίς όλα τα βραδινά της στολίδια, δεν θα καταλάβαινε. Θα μπορούσε να την ερωτευτεί μόνο από την ομορφιά της. Κάπνιζε το τσιγάρο του ανέμελος και δεν της έδωσε καν σημασία. Την ώρα που οι εργάτες στην απέναντι οικοδομή σφύριζαν και την πείραζαν, αυτός δεν της έριξε ούτε ένα βλέμμα. Τον πλησίασε.

«Συγγνώμη» ρώτησε ευγενικά, «θα μπορούσατε να μου πείτε την ώρα;».

«Βεβαίως», απάντησε ευγενικά. «Είναι δώδεκα παρά είκοσι», είπε αφού κοίταξε το ρολόι του. Και συνέχισε να καπνίζει αμέριμνος το τσιγάρο του.

«Ευχαριστώ πολύ» απάντησε. Η αδιαφορία του την εκνεύριζε, δεν συνέβαινε συχνά να μην της έπιαναν την κουβέντα, πόσο μάλλον να έπρεπε να την ξεκινήσει αυτή.

«Δεν είστε από εδώ, έτσι δεν είναι;», συνέχισε την κουβέντα.

«Όχι, μένω χρόνια στο εξωτερικό», απάντησε ευγενικά χαμογελώντας. Εκείνη την ώρα πήρε το μάτι της μια ψηλή γνώριμη φιγούρα να έρχεται προς το μέρος τους.

«Τι έγινε, Νικηφόρε, έκανες νέες παρέες όσο έλειπα;» αστειεύτηκε ο Μελέτης. Ο υποτακτικός των Σεβαστών. Αυτός και ο φίλος του, Κωνσταντής, ήταν γνωστοί θαμώνες στο μαγαζί και από τους καλούς πελάτες. Οπότε, ήταν ένας Σεβαστός. «Ρόζα, έτσι δεν είναι», συνέχισε ο Μελέτης.

«Ναι, Ρόζα», είπε. «Σας ευχαριστώ πολύ και πάλι», είπε στον Νικηφόρο και έφυγε. Έριξε κάτω το τσιγάρο, το πάτησε για να σβήσει και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου για να μπει.

«Σου γυάλισε η Ρόζα, Νικηφόρε; Δεν έχετε τέτοιες στα Παρίσια;»

«Μη λες βλακείες. Ούτε την πρόσεξα.»

«Καλά, καλά, μπες μέσα τώρα.»

Πήγε να μπει στο αυτοκίνητο, όταν το μάτι του μία κοπέλα να στηρίζεται στον τοίχο. «Περίμενε μισό λεπτό, Μελέτη», του είπε και πήγε γρήγορα προς το μέρος της. Η κοπέλα δεν φαινόταν καλά. Στηριζόταν ακόμα στον τοίχο. Είδε το πρόσωπό της ήταν χλωμό, τα πράγματα που κρατούσε είχαν πέσει κάτω.

«Δεσποινίς; Είστε καλά;» την ρώτησε και της κράτησε το μπράτσο.

«Μια χαρά ευχαριστώ».

«Μα εσείς είστε κάτωχρη» της είπε ανήσυχα.

«Ζαλίστηκα λίγο αλλά είμαι καλά».

«Θέλετε λίγο νερό, να σας φέρω;»

«Όχι, όχι, σας ευχαριστώ».

«Καθίστε λίγο.» την έβαλε να καθίσει σε ένα παγκάκι στη στάση του λεωφορείου. Μία νεραντζιά έριχνε την πυκνή σκιά της πάνω τους.

Η κοπέλα κάθισε λίγο με κλειστά τα μάτια. Μετά από λίγη ώρα φαινόταν καλύτερα. «Σας ευχαριστώ πολύ» είπε και πάλι. Το χρώμα είχε γυρίσει στο πρόσωπό της, τα καταγάλανα μάτια της άρχισαν να γεμίζουν ζωή. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Το βλέμμα της τον έκανε να ξεχάσει πού βρισκόταν και γιατί. Ένιωθε σα να βρίσκεται σε μία σφαίρα όπου βρίσκονταν μόνο αυτοί οι δύο. Ο θόρυβος του δρόμου τον ξύπνησε από τον λήθαργο που είχε πέσει.

«Πού πηγαίνετε, θα θέλατε να σας πάμε κάπου;»

«Όχι ευχαριστώ, μην σας βάζω σε κόπο».

«Κανένας κόπος, αντιθέτως, θα νιώθω καλύτερα αν ξέρω πως δεν λιποθυμήσατε στη μέση του δρόμου», είπε χαμογελώντας.

«Σας ευχαριστώ πολύ, δεν είναι ανάγκη» επέμεινε. Το λεωφορείο μου έρχεται σύντομα.

Χαμογέλασε. Ήθελε να μάθει περισσότερα για την κοπέλα. Γιατί τον ενδιέφερε τόσο; Και όχι μόνο αυτό, αλλά ανησυχούσε για αυτήν, ήθελε να είναι σίγουρος πως ήταν καλά. Κάθισε δίπλα της στο παγκάκι. Η κοπέλα τραβήχτηκε διακριτικά. Ήταν ντροπαλή. Χαμογέλασε πάλι.

«Θα μου επιτρέψετε τότε να περιμένω μαζί σας μέχρι να έρθει το λεωφορείο», απάντησε.

«Σας είπα, δεν είναι ανάγκη».

«Σας παρακαλώ» επέμεινε. «Να, θα καθίσω εδώ, δεν χρειάζεται καν να μιλάμε», είπε και κοίταξε σοβαρός μπροστά. Με την άκρη του ματιού του είδε την κοπέλα να χαμογελά πίσω από τα ξανθά, σγουρά μαλλιά της. Την κοίταξε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του και χαμογέλασε στραβά.

«Νικηφόρος», της είπε και άπλωσε το χέρι του.

«Χάρηκα», απάντησε, χωρίς να του δώσει το δικό της όνομα, αλλά δίνοντάς του το χέρι της. Το πήρε στο δικό του, το έφερε στα χείλη του και το φίλησε. Το δέρμα της ήταν απαλό, τα χέρια της είχαν μια διακριτική μυρωδιά σαπουνιού. Του θύμιζε ηλιόλουστες καλοκαιρινές μέρες στη Γαλλία. Τα χείλη του έστειλαν ένα ρεύμα στο σώμα της. Φοβήθηκε αυτή την αίσθηση και το τράβηξε απότομα. Κοίταξε τριγύρω, είδε το λεωφορείο να έρχεται και σηκώθηκε γρήγορα.

«Ήρθε το λεωφορείο», είπε, «πρέπει να φύγω».

Της έδωσε τα πράγματά της που είχαν ακουμπήσει κάτω.

«Δεν θα μου δώσετε το όνομά σας;», τη ρώτησε.

«Αντίο», του είπε ρίχνοντάς του ένα τελευταίο βλέμμα ανεβαίνοντας στο λεωφορείο.

Βρήκε μια θέση και κάθισε. Η διαδρομή ήταν μεγάλη και έπρεπε να αλλάξει ένα λεωφορείο. Ο άντρας αυτός την έχει αναστατώσει. Έμοιαζε σαν ένας πρίγκηπας. Ένας πρίγκηπας του παραμυθιού. Ήταν όμορφος και ευγενικός. Ήταν διαφορετικός από τους άντρες που είχε γνωρίσει. Φαινόταν τόσο καλός, την βοήθησε χωρίς να ζητήσει τίποτα πέρα από το όνομά της. Γιατί τον σκέφτομαι; σκέφτηκε θυμωμένα. Γιατί παίρνουν τα μυαλά μου αέρα; Θαρρείς και θα τον ξαναδώ.

Κατέβηκε από το λεωφορείο. Οι πελάτισσες έμεναν στο Κολωνάκι. Δεν χαιρόταν που έπρεπε να πάει στις συγκεκριμένες. Ήταν δύσκολες και της φέρονταν άσχημα. Ανέβαινε τις σκάλες για το διαμέρισμα γρήγορα. Είχε ήδη αργήσει και θα της έκαναν παρατήρηση. Χτύπησε την πόρτα. Άνοιξε η οικονόμος τους, η Αγορίτσα. Ήταν πάντα ευγενική και καλή μαζί της, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους. «Πέρνα, κορίτσι μου, μέσα είναι. Να σου φέρω κάτι;»

«Όχι ευχαριστώ, κύρια Αγορίτσα, πάω γρήγορα να ξεκινήσουμε».

«Καλά, πήγαινε, πήγαινε, κι όταν τελειώσεις, πέρνα από εδώ να σου βάλω κάτι να φας».

Της χαμογέλασε. Το συμπαθούσε πολύ αυτό το κορίτσι. Ένα ορφανό, φτωχό κορίτσι που έβγαζε το μεροκάματό της, ξύπνια, καλόκαρδη και ευγενική. Δεν φαινόταν καλά σήμερα, πολύ χλωμή ήταν.

Η Ασημίνα χτύπησε την πόρτα. Πέρασε, άκουσε την φωνή από μέσα.

«Γεια σας, κυρία Σεβαστού, συγγνώμη που άργησα», είπε ήσυχα.

«Να μην επαναληφθεί», είπε αυστηρά. Την συμπαθούσε αυτή τη μικρή, σχετικά. Ήταν ξύπνια, υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να έχει φτάσει ψηλά. Πολλές στον κύκλο τους είχαν λιγότερα εφόδια να βρίσκονται εκεί. Με έναν καλό γάμο θα μπορούσε να βελτιώσει τη θέση της και θα μπορούσε να καλοπαντρευτεί, ήταν ομορφούλα.

Ήταν καλή και στη δουλειά, έπιανε το χέρι της. Δούλευε με προσήλωση, χωρίς να μιλάει. Την ησυχία διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα.

«Περάστε», είπε.

«Μητέρα, σε ζητούν στο τηλέφωνο», είπε μια αντρική φωνή.

Η καρφίτσα της τρύπησε το χέρι. Σήκωσε τα μάτια της και βρήκε τα δικά του.

«Μάλιστα, πηγαίνω. Ασημίνα, περίμενε εδώ», είπε η Μυρσίνη καθώς έβγαινε από το δωμάτιο. «Έρχεσαι, Νικηφόρε;»

«Ναι, μισό λεπτό, μητέρα», απάντησε χωρίς να πάρει τα μάτια του από την κοπέλα. Τον κοίταξε ανήσυχα. Δεν της άρεσε το ύφος του, αυτό της έλειπε τώρα, ένα ανάρμοστο ειδύλλιο.

«Ώστε Ασημίνα, λοιπόν», είπε χαμογελώντας.

«Μάλιστα, κύριε Σεβαστέ» απάντησε και έριξε το βλέμμα της.

«Νικηφόρος, είπαμε, νομίζω. Είδατε όμως, έπρεπε να έρθετε μαζί μου τελικά, στο ίδιο μέρος πηγαίναμε».

Τον κοίταξε και χαμογέλασε. «Ώστε γνωρίζετε τη μητέρα μου;»

«Ναι, βοηθάω τη μοδίστρα της».

«Και τι άποψη έχετε για την οικογένειά μου;» Κοκκίνησε και κοίταξε κάτω.

«Συγγνώμη, σας έφερα σε δύσκολη θέση, δεν το ήθελα».

Του χαμογέλασε πάλι, «Μην ανησυχείτε» είπε. «Εσείς μένετε στη Λάρισα;»

Τον ξάφνιασε η ερώτησή της. Δεν περίμενε να του απευθύνει μόνη της τον λόγο. «Όχι, όχι» απάντησε ξαφνιασμένος. «Στο Παρίσι.»

«Στο Παρίσι;! Μακριά… Και διαφορετικά, φαντάζομαι.»

«Ναι, πολύ διαφορετικά» συμφώνησε και χαμογέλασε. Το χαμόγελό του ήταν θλιμμένο. Ήθελε να μάθει τι κρυβόταν πίσω από εκείνο το χαμόγελο, αλλά εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα η μητέρα του.

«Ακόμα εδώ είσαι, Νικηφόρε;» ρώτησε τον γιο της. «Ασημίνα, πρέπει να διακόψουμε για σήμερα. Άργησες και μου έτυχε κάτι. Πέρασε αύριο την ίδια ώρα και μην αργήσεις αυτήν τη φορά».

«Μάλιστα, κυρία Σεβαστού». Έφυγε και πάλι από το δωμάτιο. Η Ασημίνα άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της.

«Λυπάμαι που δεν τελείωσε σήμερα η δουλειά σας», της είπε ο Νικηφόρος βοηθώντας την με τα πράγματα. «Αλλά χαίρομαι κιόλας», είπε χαμηλόφωνα. Πλέον ήταν πολύ κοντά της και την κοίταζε μες στα μάτια.

«Γιατί;» τον ρώτησε σα μαγεμένη.

«Γιατί έτσι θα μπορέσω να σας δω και αύριο».