Τα βήματά του τον οδήγησαν στο σπίτι της Ασημίνας. Χτύπησε την πόρτα.
«Νικηφόρε; Τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα;» τον ρώτησε ξαφνιασμένη.
«Είναι η Ελένη μέσα; Μπορώ να περάσω;» την ρώτησε.
«Ναι, μέσα είναι, πέρνα.»
«Γεια σου, Ελένη.»
«Γεια σου, Νικηφόρε» είπε αυτή. «Πώς κι από εδώ τέτοια ώρα;»
«Ήθελα να μιλήσω στην Ασημίνα.»
«Τώρα τελειώνω τα πιάτα και σας αφήνω.» είπε η Ελένη.
«Όχι, Ελένη, καλύτερα να τα ακούσεις κι εσύ.»
«Τι έγινε, Νικηφόρε, ανησυχώ.» είπε η Ασημίνα.
«Μην ανησυχείς, καρδιά μου.» της είπε γλυκά και της χάιδεψε το χέρι.
«Πώς και ήρθες τέτοια ώρα; Οι δικοί σου;»
«Θα σας τα πω όλα.»
«Νικηφόρε; Να βάλω ένα κρασάκι να πιούμε;» πρότεινε η Ελένη.
«Και δε βάζεις;» είπε αυτός ανάλαφρα.
«Ασημίνα, εσύ;»
«Όχι, Ελένη. Ευχαριστώ.»
«Λοιπόν, Νικηφόρε; Τι έγινε;» είπε η Ελένη αφού έφερε το κρασί και κάθισε στο τραπέζι μαζί τους.
Η Ασημίνα δεν είχε πάρει τα μάτια της από πάνω του. Φαινόταν… ήρεμος. Σαν την ηρεμία μετά την καταιγίδα. Κάτι είχε συμβεί σίγουρα.
Πήρε το ποτήρι με το κρασί στα χείλη του και ήπιε μια μικρή γουλιά. «Έγινε… ότι η Ευλαμπία Παπαδοπούλου, όπως ήταν αναμενόμενο, πήρε τη μητέρα μου και της τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι. Σε περιέγραψε ως όμορφη και ευγενική κοπέλα, Ασημίνα» είπε και χαμογέλασε.
«Και;» είπε τρομαγμένα η Ασημίνα. «Η μητέρα σου δεν το δέχεται, ε;» ψιθύρισε.
«Η μητέρα μου για να μη με χάσει θα το δεχόταν. Το θέμα ήταν ο πατέρας μου. Μου είπε πως το κάνω επειδή θέλω να τους πάω κόντρα. Ότι τους τιμωρώ. Και να τους ξεγράψω αν το συνεχίσω.»
«Νικηφόρε…» ψιθύρισε η Ασημίνα με δάκρυα στα μάτια.
«Εγώ του είπα ότι είναι εγωκεντρικός και πως ο μόνος τρόπος για να είμαι ευτυχισμένος είναι μακριά τους. Και ο πατέρας μου, μου είπε πως αν περάσω το κατώφλι δεν υπάρχει επιστροφή.» συνέχισε αυτός. «Και τώρα είμαι εδώ, καρδιά μου.» είπε και έπιασε τα χέρια της Ασημίνας στα δικά του. «Μαζί σου. Πραγματικά ελεύθερος.» Πήρε τα χέρια της και τα φίλησε.
«Οπότε» είπε και πάλι δυνατά. «Σήμερα γιορτάζουμε την ελευθερία μου.» είπε και σήκωσε το ποτήρι του. «Και την αγάπη μας, καρδιά μου» γύρισε προς την Ασημίνα. Αυτή σηκώθηκε, πήρε ένα ποτηράκι και το γέμισε κρασί. Σήκωσε το ποτήρι της να ευχηθεί και αυτή για την ελευθερία του αγαπημένου της και την αγάπη τους.
«Τι θα κάνεις, Νικηφόρε;» τον ρώτησε η Ελένη. «Πού θα μείνεις;»
«Πήγα ήδη σε ένα ξενοδοχείο εκεί κοντά. Έχω κάποια χρήματα στην άκρη από το Παρίσι. Αύριο θα ξεκινήσω να ψάχνω σπίτι και δουλειά. Δεν θα είναι δύσκολο.»
«Όχι, φαντάζομαι δε θα είναι. Θα είναι διαφορετικά όμως.»
«Ναι. Θα είμαι πρώτη φορά στη ζωή μου ελεύθερος. Θα πρέπει να χτίσω τη ζωή μου πάνω στις δικές μου δυνάμεις και όχι με τη βοήθεια της οικογένειάς μου. Επιτέλους.»
«Νικηφόρε…» ξεκίνησε η Ασημίνα.
«Ασημίνα…» είπε αυτός. «Δεν υπάρχει κάτι να συζητήσουμε. Έχω πάρει την απόφασή μου. Ξέρεις πολύ καλά τη σχέση μου με την οικογένειά μου. Δεν είσαι εσύ η αιτία, καρδιά μου. Εσύ μου έδωσες τη δύναμη να κάνω αυτό που ήθελα τόσα χρόνια. Να απελευθερωθώ.» Τελείωσε το κρασί του.
«Λοιπόν, να φεύγω σιγά-σιγά. Έχει περάσει η ώρα και έχω δρόμο μπροστά μου. Αγάπη μου, θα σε δω αύριο. Αυτό είναι το τηλέφωνο μου, αν με θέλεις κάτι. Αλλιώς θα περάσω από το ραφτάδικο το απόγευμα.»
Ξύπνησε νωρίς το πρωί. Έβαλε το κοστούμι του με το σακάκι που του είχε ράψει η Ασημίνα και βγήκε έξω. Θα πήγαινε πρώτα στα υπουργεία να ρωτήσει για δουλειά. Είχαν πολλές ανάγκες, και αυτός γνώσεις και προϋπηρεσία. Δεν χρειάστηκε να πάει μακριά. Μία θέση γραμματέα σε μία διεύθυνση του υπουργείου εξωτερικών ήταν ανοιχτή. Με τα προσόντα του δεν το σκέφτηκαν καθόλου, τον πήραν αμέσως. Θα είχε έναν καλό μισθό και τη δυνατότητα να ανελιχθεί γρήγορα, του είπε ο διευθυντής. Δεν το σκέφτηκε, δεύτερη φορά. Δέχτηκε τη θέση και ευχαρίστησε τον διευθυντή. Θα ξεκινούσε τη Δευτέρα.
Όταν τελείωσε είχε φτάσει μεσημέρι. Κοίταξε το ρολόι του. Θα μπορούσε να πάει από τώρα στην Ασημίνα, αν δεν είχε δουλειά θα μπορούσε να την βγάλει, να γιορτάσουν τη νέα του θέση. Μπορούσε να πάρει τηλέφωνο και την Αννέτ, θα ερχόταν και αυτή.
«Ασημίνα μου;» είπε μόλις μπήκε στο μαγαζί.
«Νικηφόρε!» είπε αυτή χαρούμενα. «Τι έγινε, πώς και ήρθες τόσο νωρίς;»
«Βρήκα δουλειά» είπε και στηρίχθηκε πάνω στο τραπέζι.
«Μπράβο, αγάπη μου!» είπε και τον πήρε αγκαλιά.
«Και σκέφτηκα… συνέχισε. Σκέφτηκα, αν δεν έχεις δουλειά, να σε πάρω να πάμε να το γιορτάσουμε. Τι λες;» Τα μάτια της έλαμψαν.
«Ναι, αγάπη μου.» είπε και του χάιδεψε τα μαλλιά. «Απλά περίμενε να έρθει η Ουρανία, να μην αφήσω το μαγαζί μόνο του.»
Της φίλησε το μέτωπο και κάθισε σε μια καρέκλα να την βλέπει να δουλεύει. Τον ηρεμούσε έτσι όπως την έβλεπε. Προσηλωμένη, ήρεμη, πάνω από τη ραπτομηχανή της να γαζώνει προσεκτικά, μεθοδικά. Όσο την έβλεπε την αγαπούσε και πιο πολύ. Σκεφτόταν το μέλλον του μαζί της. Αυτός θα πήγαινε στη δουλειά του το πρωί, αυτή εδώ πίσω από αυτό το τραπέζι να είναι το ίδιο συγκεντρωμένη. Δεν μπορούσε να περιμένει πια. Σηκώθηκε και πήγε δίπλα της. Την πήρε από το χέρι, την σήκωσε από το τραπέζι και την φίλησε.
«Τι έγινε;» τον ρώτησε γλυκά και χαμογέλασε. Την κοίταζε βαθιά μέσα στα μάτια, η ένταση του συναισθήματός του αποτυπωμένη εκεί.
«Ασημίνα. Δεν θέλω να περιμένω άλλο, καρδιά μου. Θέλω να παντρευτούμε.»
Δεν είπε τίποτα. Μόνο έγνεψε και τον φίλησε.
Θα παντρεύονταν σε έναν μήνα. Χωρίς πολλές επισημότητες, χωρίς πολύ κόσμο. Μόνοι οι δικοί τους άνθρωποι, να χαρούν με τη χαρά τους. Η Αννέτ επέμενε να κάνει το νυφικό της Ασημίνας. Είχε βάλει να της στείλουν πόσα περιοδικά από το Παρίσι για να της ράψει το πιο όμορφο φόρεμα. Η Ασημίνα της έλεγε πως δεν χρειαζόταν, της αρκούσε ένα απλό φόρεμα, αλλά η Αννέτ δεν άκουγε τίποτα.
Εν τω μεταξύ ο Νικηφόρος συνήθιζε στη δουλειά του. Δεν ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά ήταν ευχάριστη, γνώριζε τα κατατόπια. Και του επέτρεπε να περνάει χρόνο με την Ασημίνα. Κάθε απόγευμα όταν τελείωνε κατέβαινε στον Πειραιά και την έπαιρνε για βόλτα. Πλέον μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα. Όχι μόνο το ήξεραν όλοι ότι ήταν μαζί, αλλά θα παντρεύονταν σε λίγο. Οι γονείς του το είχαν μάθει, τους το είχε πει η Αννέτ. Ο πατέρας του δε μίλησε και η μητέρα του τα έβαλε μαζί του που είχε διώξει τον γιο τους από το σπίτι του. Η Πηνελόπη είχε χαρεί. Θα ερχόταν και στον γάμο, τους είπε η Αννέτ, μαζί με την Αγορίτσα. Ο Νικηφόρος χάρηκε, η Ασημίνα το είδε στα μάτια του. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν του έλειπε η οικογένειά του. Το μόνο που έβλεπε ήταν ότι ο Νικηφόρος ήταν πιο ανάλαφρος, πιο χαρούμενος. Σα να είχε φύγει ένα βάρος από πάνω του και αυτό που είχε μείνει ήταν μόνο χαρά.
Μεγάλο μέρος των ελεύθερων ωρών τους πια έπαιρνε η αναζήτηση διαμερίσματος. Έψαχναν για ένα διαμέρισμα να μείνουν μαζί μετά τον γάμο τους. Ο Νικηφόρος επέμενε να νοικιάσουν κάτι μεγαλύτερο. «Να μη χρειαστεί να μετακομίσουμε πάλι όταν θα έρθει το παιδί μας, αγάπη μου.» της έλεγε. Η Ασημίνα όμως φοβόταν να ξανοιχτεί τόσο. Ήθελε να βρουν ένα πιο μικρό διαμέρισμα κι ας ζορίζονταν στην αρχή.
Είχαν πάει να δουν ένα σπίτι. Ήταν ισόγειο, σε μία ήσυχη γειτονιά με μονοκατοικίες. Μίλησαν με τον σπιτονοικοκύρη. Θα μπορούσαν να αρχίσουν να φέρνουν τα πράγματά τους από τώρα και να μετακομίσουν όταν παντρευτούν. Είχε μία μικρή αυλή στο πίσω μέρος του σπιτιού. Τα δέντρα, πυκνά, σαν να προστάτευαν την αυλή και το σπίτι από τον εξωτερικό κόσμο. Δεν υπήρχαν καθόλου φώτα τριγύρω, το μόνο που έβλεπαν ήταν ο κεντημένος με άστρα ουρανός. Την πήρε αγκαλιά και την φίλησε.
«Εδώ θέλω να ζήσουμε, Ασημίνα.»
«Δεν έχει σημασία, Νικηφόρε μου»
«Εσένα; Δεν σου αρέσει;»
Χάιδεψε απαλά τα μαλλιά του. «Μου αρέσει. Αλλά όπου και να ήμουν μαζί σου, πάλι θα μου άρεσε. Σημασία δεν έχει πού είμαστε, αγάπη μου, αλλά ότι θα είμαστε μαζί.»
«Όχι, δεν έχει» συμφώνησε. «Αλλά ξέρεις κάτι, Ασημίνα; Μας βλέπω μέσα σε αυτό το σπίτι, καρδιά μου. Βλέπω να κοιμάμαι και να ξυπνάω με εσένα στην αγκαλιά μου. Να ξυπνάς και να βλέπεις από το παράθυρο τα λουλούδια που θα έχουμε στο παρτέρι. Βλέπω τα παιδιά μας να μεγαλώνουν εδώ. Να τρέχουν στον κήπο, εγώ να κάθομαι στη γραφομηχανή μου κι εσύ να διαβάζεις. Βλέπω τη ζωή μας σε αυτό το σπίτι, Ασημίνα.» Τον φίλησε και αυτή.
«Νικηφόρε…»
«Ναι, αγάπη μου, το ξέρω.» Την φίλησε και πάλι. Το φιλί έγινε πιο έντονο, σα να μην μπορούσαν να συγκρατήσουν πια αυτό που ένιωθαν. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και αυτός την κόλλησε στον τοίχο. Δεν μπορούσαν να αφήσουν ο ένας τον άλλο. Κατέβασε απότομα το κεφάλι του, ανασαίνοντας βαθιά με τα μάτια κλειστά.
«Σε τρεις εβδομάδες, Ασημίνα» είπε και έπιασε το πρόσωπό της στα χέρια του. «Επιτέλους, σε τρεις εβδομάδες.»
«Σε τρεις εβδομάδες» ψιθύρισε κι αυτή.
«Τι έγινε, Νικηφόρε, βρήκατε κανένα σπίτι που να σας αρέσει;» ρώτησε η Αννέτ στο δείπνο τους με την Ασημίνα την επόμενη ημέρα.
«Ναι, βρήκαμε ένα. Αλλά ο σπιτονοικοκύρης άλλαξε γνώμη και θέλει να το πουλήσει.»
«Δεν πειράζει, Νικηφόρε μου» του είπε γλυκά η Ασημίνα. «Θα βρούμε άλλο.» Πήρε το χέρι της και το φίλησε. «Ναι, καρδιά μου» συμφώνησε.
«Ε και; Πού είναι το πρόβλημα;» ρώτησε η Αννέτ. «Ήθελα να περιμένω τον γάμο να σου το πω, Νικηφόρε, αλλά δεν υπάρχει λόγος πλέον. Το έχω ήδη πει και στους γονείς σου. Ο Κλωντ άφησε τη μισή περιουσία του σε εσένα, παιδί μου. Τα χρήματα αυτά μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις όπως θέλεις εσύ, αλλά αν θέλετε να αγοράσετε αυτό το σπίτι, μπορείτε.»
«Αννέτ…» ξεκίνησε ο Νικηφόρος.
«Νικηφόρε μου, άκουσέ με. Το ξέρω ότι σου είναι δύσκολο. Αλλά για τον Κλωντ ήσουν ό,τι πιο κοντινό είχε σε γιο. Αλλά ακόμα και έτσι να μην ήταν, ήθελε να έχεις αυτά τα χρήματα. Το έγραψε ξεκάθαρα στη διαθήκη του. Εξασφάλισε εμένα και την υπόλοιπη περιουσία του μπορούσε να την κάνει ό,τι ήθελε. Την άφησε, λοιπόν, σε εσένα.»
Κοίταξε την Ασημίνα. Τον κοιτούσε μέσα στα μάτια. Δεν υπήρχε τίποτα από τη δική της πλευρά, καμία επιθυμία, τίποτα άλλο από το να είναι αυτός ευτυχισμένος και να είναι μαζί. Η ανιδιοτέλειά της πάντα τον εξέπληττε. Το ήξερε πως μπορούσε να της προσφέρει μια άνετη ζωή. Και μακριά από τους γονείς του, ο μισθός από το υπουργείο και τα χρήματα που είχε στην άκρη ήταν υπεραρκετά για να ζουν άνετα, να μην χρειάζεται καν να δουλεύει. Δεν το δεχόταν, όμως. Ήθελε να συνεχίσει να δουλεύει. «Νικηφόρε μου» του έλεγε όταν καμιά φορά της έλεγε πως δεν θέλει να κουράζεται. «Θέλω να συνεχίσω να δουλεύω. Να έχω κι εγώ κάποια χρήματα, να βοηθάω και την Ελένη αν χρειάζεται.» Και αυτός δεν επέμενε. Και χαιρόταν που η γυναίκα του ήθελε να δουλεύει και να είναι ανεξάρτητη. Δεν ήθελε να της δίνει τίποτα, κανένα δώρο. Ούτε αυτός, ούτε η Αννέτ. «Το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσες να μου έχεις κάνει, αγάπη μου, είναι η αγάπη σου. Δεν θέλω τίποτα άλλο.» Κι αυτός της εξηγούσε πως το ήθελε να την φροντίζει, να της προσφέρει ό,τι μπορεί.
Το να αγοράσει το σπίτι με την κληρονομιά του Κλωντ… θα έπρεπε να το συζητήσουν.
«Τι λες, αγάπη μου;» την ρώτησε ενώ της χάιδευε το χέρι όταν έμειναν μόνοι τους.
«Λέω πως τα χρήματα είναι δικά σου όπως και η απόφαση.»
«Δεν είναι έτσι, καρδιά μου.» της είπε. «Θα παντρευτούμε. Θα μένουμε μαζί σε αυτό το σπίτι. Θα έχουμε μία κοινή ζωή μαζί. Η απόφασή μας πρέπει να είναι κοινή.»
«Αλλά τα χρήματα…»
«Τα χρήματα αυτά είναι για την κοινή μας ζωή. Είτε τα είχα πριν σε γνωρίσω, είτε έρχονταν αφού είχαμε παντρευτεί, για τον ίδιο λόγο θα υπήρχαν. Και δεν θα το σκεφτόμουν ούτε στιγμή.»
«Δεν ξέρω…» είπε.
«Ασημίνα μου. Το μόνο που θέλω να ξέρω είναι αν θέλεις να ζήσουμε τη ζωή μας σε αυτό το σπίτι.»
«Μπορούμε να βρούμε ένα άλλο σπίτι να νοικιάσουμε. Σίγουρα θα βρούμε ένα σπίτι που θα μας αρέσει.»
«Αυτό είναι που θέλεις;» την ρώτησε.
«Το μόνο που θέλω είναι να είμαστε ευτυχισμένοι. Και για αυτό δεν έχει σημασία πού θα μένουμε.» Χαμογέλασε.
«Σου άρεσε το σπίτι, Ασημίνα;» την ρώτησε χαμογελώντας.
Χαμογέλασε κι αυτή. «Είναι πολύ όμορφο.»
«Θα σου άρεσε να ζεις εκεί;»
Δίστασε για λίγο. «Ξέρεις, όταν είπες πως μας βλέπεις να κοιμόμαστε και να ξυπνάμε εκεί, τα παιδιά μας να παίζουν… το έβλεπα κι εγώ, Νικηφόρε. Έβλεπα την οικογένειά μας μέσα σε αυτό το σπίτι. Να καθόμαστε να πίνουμε τον καφέ μας στον κήπο το πρωί πριν φύγουμε για τη δουλειά. Μετά να γυρίζουμε και να σε βλέπω να γράφεις στη γωνία με το παράθυρο. Και να με παίρνεις αγκαλιά και να μη μας νοιάζει τίποτα άλλο.»
Το επόμενο πρωί πήρε τηλέφωνο τον σπιτονοικοκύρη να κλείσει τη συμφωνία. Μόλις τελείωσε τη δουλειά πέρασε από την Ασημίνα.
«Νικηφόρε μου, τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησε.
«Ήρθα να σε πάρω να πάμε μια βόλτα.» είπε γλυκά και την πήρε αγκαλιά.
«Λοιπόν;» της είπε μόλις μπήκαν στο σπίτι. Γύρισε και τον κοίταξε. Κρατούσε τα κλειδιά στα χέρια του. Έριξε τα χέρια της γύρω του και αυτός την σήκωσε στην αγκαλιά του και την κράτησε σφιχτά στην πρώτη αγκαλιά της καινούριας τους ζωής μαζί.
