Ξύπνησε με τρομερό πονοκέφαλο. Ζαλιζόταν και το στομάχι του ήταν χαλιά. Άκουγε φασαρία από τον διάδρομο. Δεν ήθελε να δει κανέναν. Ήθελε απλά να μείνει στο κρεβάτι του όλη την ημέρα. Χτύπησε η πόρτα. Δεν απάντησε.

«Νικηφόρε;» άκουσε την φωνή της Αγορίτσας. Σηκώθηκε και της άνοιξε την πόρτα.

«Καλά είσαι, αγόρι μου;» τον ρώτησε ανήσυχα. Έβλεπε στα μάτια της πως ήξερε τι είχε συμβεί την προηγούμενη νύχτα με τον πατέρα σου.

«Καλά είμαι, Αγορίτσα μου.» την διαβεβαίωσε εκείνος. «Έχω απλά φριχτό πονοκέφαλο από εχθές.»

«Το φαντάστηκα. Μεσημέριασε. Σου έφερα λίγο τραχανά να φας με πολύ βούτυρο, κάνει καλό στο στομάχι.» του είπε. «Δεν χρειάζεται να έρθεις για μεσημεριανό. Και λίγη σκόνη για τον πονοκέφαλο. Και έναν δυνατό ελληνικό. Περδίκι θα γίνεις.»

Της χαμογέλασε και της χάιδεψε το χέρι. Πήρε τον δίσκο από τα χέρια της και τον ακούμπησε στο κρεβάτι.

«Σε ευχαριστώ πολύ, Αγορίτσα μου.» της είπε και την αγκάλιασε. Έφυγε και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Κάθισε στο κρεβάτι. Το στομάχι του τον ενοχλούσε, αλλά ανάγκασε τον εαυτό του να φάει μια μπουκιά από τον τραχανά. Ήταν πολύ νόστιμος. Πάντα τους τον έφτιαχνε η Αγορίτσα όταν ήταν άρρωστοι, και τελικά βοηθούσε και στο μεθύσι. Σηκώθηκε και πήγε στο γραφείο του. Άνοιξε το συρτάρι και έβγαλε έναν φάκελο από μέσα. Μέτρησε τα χρήματα που είχε στον φάκελο. Ήταν αρκετά για το ταξίδι της επιστροφής, δεν είχε κάνει πολλά έξοδα τις ημέρες του στην Αθήνα. Θα κατέβαινε στον Πειραιά αργότερα, να ρωτήσει για το δρομολόγιο της επιστροφής.

Η πόρτα χτύπησε και η μητέρα του μπήκε χωρίς να περιμένει απάντηση.

«Νικηφόρε μου.» του είπε με αγωνία. «Ξύπνησες;»

«Τι θέλεις, μητέρα;» την ρώτησε ενοχλημένος που μπήκε χωρίς απάντηση.

«Νικηφόρε μου, σχετικά με εχθές. Μην ακούς, παιδί μου, τον πατέρα σου. Είχε πιει πολύ, γι'αυτό τα έλεγε.»

«Εννοούσε την κάθε κουβέντα, μητέρα, το ξέρεις και το ξέρω. Αλλά δεν έχει σημασία, σε μερικές ημέρες θα φύγω και θα σας αδειάσω τη γωνιά.»

«Τι λες, παιδί μου, όχι, ακόμα δεν ήρθες. Νικηφόρε μου. Κάτσε να τα βρεις με τον πατέρα σου, παιδί μου. Είναι πληγωμένος, γι'αυτό τα λέει.»

«Μητέρα.» την διέκοψε. «Δεν υπάρχει τίποτα να πούμε, ούτε με εσένα, ούτε με εκείνον. Θα κατέβω σήμερα να βγάλω το εισιτήριό μου για τη Γαλλία. Στο μεταξύ θα μπλέκω όσο το δυνατόν λιγότερο στα πόδια σας. Ας μην κάνουμε χειρότερη μία ήδη κακή κατάσταση.»

«Καλά, παιδί μου, καλά. Εγώ θα ελπίζω ότι θα αλλάξεις γνώμη» του είπε. Δεν της απάντησε, δεν ήθελε να τη στενοχωρήσει άλλο.

Έκλεισε εισιτήρια για μία εβδομάδα μετά. Θα τελείωνε όσες εκκρεμότητες είχε και θα έφευγε. Μόνο στην Αγορίτσα, την Πηνελόπη και τη μητέρα του το είπε , αναγκαστικά. Δεν ήθελε να μιλήσει με κανέναν άλλο. Αυτές θα το έλεγαν σίγουρα στους υπόλοιπους. Προσπαθούσε να περνάει όσο μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μπορούσε έξω, σε μουσεία, βιβλιοθήκες, πάρκα. Η κοπέλα με τα καθαρά μάτια ερχόταν στο μυαλό του συχνά. Ένιωθε μια μελαγχολία που δεν θα την ξαναέβλεπε. Δεν είχαν τίποτα με την κοπέλα, πέρα ίσως από μια κατανόηση και σεβασμό ο ένας για τον άλλο. Κι όμως θα ήθελε να την έχει γνωρίσει περισσότερο, να της μιλήσει, να μάθει τι μυστικά έκρυβαν αυτά τα καταγάλανα ματιά. Δεν είχε σημασία πια. Θα έφευγε. Και μαζί θα τελείωνε και αυτό το καλοκαιρινό όνειρο.

Έφευγε σε δύο ημέρες. Δεν ήθελε να φύγει χωρίς να την χαιρετίσει, χωρίς να της το πει. Δεν ήταν σωστό να φύγει έτσι. Ρώτησε την Αγορίτσα πού ήταν το ραφτάδικο. Δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Στον δρόμο ήταν ένα μικρό ανθοπωλείο με όμορφα λουλούδια σε βάζα. Είδε κάτι αμάραντους, σε χρώματα ροζ, μωβ, άσπρο και κίτρινο. Του θύμισαν την κοπέλα. Απλά, όμορφα και ανθεκτικά.

Την είδε να δουλεύει προσηλωμένη από το παράθυρο. Ήταν ανέμελη, χαμογελούσε. Δεν την είχε ξαναδεί τόσο ελεύθερη. Ήταν μόνη της. Το φως της ημέρας έπεφτε μέσα στο ραφτάδικο και την φώτιζε, σαν να είχε την προσωπική της ηλιαχτίδα. Και μόνο η όψη της τον γέμιζε ζεστασιά και η σκέψη ότι θα έφευγε και δεν θα την ξαναέβλεπε έναν πρωτόγνωρο πόνο. Αναστέναξε βαθιά και άνοιξε προσεκτικά την πόρτα.

«Καλησπέρα» της είπε ευγενικά. «Μπορώ να περάσω;»

«Κύριε Σεβαστέ» είπε και πετάχτηκε από την καρέκλα της. «Ναι βέβαια. Περάστε, καθίστε.» του έδειξε την πολυθρόνα στη γωνία. «Να σας φέρω κάτι, να σας κάνω έναν καφέ;»

«Μόνον αν έχεις χρόνο να πιείς κι εσύ έναν μαζί μου.» είπε και της χαμογέλασε. «Δεν θα ήθελα να σε καθυστερήσω από τη δουλειά σου.»

Χαμογέλασε κι αυτή. «Τους φέρνω αμέσως, λοιπόν.» είπε και έγνευσε.

Ήρθε μετά από μερικά λεπτά, φέρνοντας έναν δίσκο με δύο ελληνικούς, νερό και ένα πιατάκι με λουκούμια.

«Σας έφερα και λουκουμάκια συριανά. Ο Κυριάκος, ο άντρας της Ουρανίας, είναι οργανοπαίκτης σε πανηγύρια και μας τα φέρνει όταν γυρίζει από τη Σύρα.»

«Πολύ νόστιμο» είπε και της χαμογέλασε έχοντας ήδη προλάβει να δοκιμάσει ένα.

Κάθισε απέναντί του. Έβλεπε τα μάτια της να λάμπουν. «Αυτά είναι για εσένα» της είπε και της έδωσε τα λουλούδια.

«Για εμένα;» είπε με απορία.

«Ναι… τα είδα καθώς ερχόμουν και είπα να σου τα φέρω. Ελπίζω να μη σε φέρνω σε δύσκολη θέση» της είπε σκεπτικά.

«Όχι, όχι… Απλά… Δεν έχει σημασία. Σας ευχαριστώ πολύ.»

«Πότε θα μου μιλήσεις στον ενικό, Ασημίνα; Δεν έχουμε πια φτάσει σε αυτό το σημείο;» την ρώτησε ευγενικά.

Κοκκίνησε και κοίταξε κάτω χωρίς να απαντήσει. Δεν επέμεινε.

«Ελπίζω να ήρθατε καλά τις προάλλες με τον Μελέτη. Να μη σε έφερε σε δύσκολη θέση.» την ρώτησε, αλλάζοντας θέμα.

«Όχι, όχι. Η αλήθεια είναι πως δεν είπαμε κουβέντα σε όλη τη διαδρομή.» είπε χαμογελώντας γλυκά. Χαμογέλασε κι αυτός, σήκωσε τον καφέ του και ήπιε.

«Γιατί ήρθατε; Θέλουν κάτι η μητέρα ή η αδερφή σας;»

«Όχι, απλά περνούσα από την περιοχή και είπα να περάσω να σας πω μια καλησπέρα. Ελπίζω να μην ενοχλώ.»

«Όχι, καθόλου» είπε βιαστικά. Έπεσε και πάλι σιωπή ανάμεσά τους. «Πώς ήταν η δεξίωση;» ρώτησε με ενδιαφέρον.

Δεν απάντησε για αρκετή ώρα.

«Δεν χρειάζεται να μου πείτε, συγγνώμη για την ερώτηση, ήταν αδιάκριτη.» είπε γρήγορα.

«Όχι δεν ήταν. Η αλήθεια, Ασημίνα, είναι πως ήταν ένα από τα χειρότερα βράδια της ζωής μου.» Τον κοίταζε με τα μάτια της μεγάλα μέσα στην έκπληξη και την ανησυχία. «Ο πατέρας μου ήπιε πολύ και είπε μερικές από τις αλήθειες που έκρυβε καιρό μέσα του. Όπως κι εγώ. Η μητέρα μου ακόμα προσπαθεί να μαζέψει τα ασυμμάζευτα στον κύκλο της.» γέλασε πικρά.

«Λυπάμαι» είπε σιγανά, λυπημένα.

«Όχι, μη λυπάσαι. Ήταν αλήθειες που έπρεπε να βγουν στο φως. Πιθανόν όχι μπροστά σε τόσο κόσμο και όχι με τον τρόπο που βγήκαν, αλλά μου ξεκαθάρισαν την κατάσταση. Ξέρω πως ο πατέρας μου ποτέ δεν θα σεβαστεί τις επιλογές μου και άρα ποιος είμαι. Το ξέρω και από εδώ και πέρα θα πορευτώ μακριά του. Θα είναι καλύτερα και για τους δυο μας.»

«Δεν θέλει να γίνετε συγγραφέας;» ρώτησε.

«Πού το κατάλαβες;» την ρώτησε χαμογελώντας στραβά.

Κούνησε τους ώμους της. «Όχι, δεν θέλει να γίνω συγγραφέας.» της είπε χαμογελώντας ακόμα.

«Αυτό δεν πρέπει να σας αποθαρρύνει.» του απάντησε με ένα θάρρος που ούτε η ίδια ήξερε πώς είχε βρει. Ένιωθε πως τον καταλάβαινε. Πως έβλεπε πίσω από το ευγενικό παρουσιαστικό του, την αλήθεια του. Και πως μπορούσε να μιλάει ελεύθερα μαζί του, χωρίς να σκέφτεται, χωρίς να περιορίζεται. Της είχε δώσει ο ίδιος αυτόν τον χώρο.

«Δεν θα με αποθαρρύνει.» της είπε, αλλά το χαμόγελό του ήταν λυπημένο τώρα, δεν άγγιζε τα μάτια του. «Ασημίνα… ήρθα… ήρθα και για έναν άλλο λόγο.»

«Τι λόγο;» τον ρώτησε. Η περιέργεια ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.

«Σε δύο μέρες φεύγω για Γαλλία. Ήθελα να σε χαιρετίσω πριν φύγω.» Το πρόσωπό της συννέφιασε.

«Φεύγετε;» τον ρώτησε σχεδόν ψιθυριστά. Τα μάγουλά της κοκκίνησαν και κατέβασε απότομα το βλέμμα της. Νόμιζε πως είδε δάκρυα στα μάτια της.

«Ναι… Μετά από όσα έγιναν με τον πατέρα μου… Δεν μπορούσα να μείνω άλλο.»

«Ναι…ναι…καταλαβαίνω, φυσικά.» συμφώνησε, ενώ συνέχιζε να αποφεύγει το βλέμμα του.

«Ασημίνα…» είπε και πήγε να απλώσει το χέρι του και να πιάσει το δικό της.

Το πήρε γρήγορα και έδεσε τα χέρια της μεταξύ τους. «Ε, έχει περάσει η ώρα, καλύτερα να επιστρέψω στη δουλειά.» είπε και σηκώθηκε από την καρέκλα.

«Ναι, βέβαια.» της απάντησε και σηκώθηκε κι αυτός. Πήγε να κατευθυνθεί προς την πόρτα για να μπορέσει να περάσει ο Νικηφόρος και σκόνταψε. Την κράτησε από το χέρι και την σήκωσε. Η απόσταση μεταξύ του ήταν πολύ μικρή. Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε. Το διαπεραστικό βλέμμα της για άλλη μία φορά ακούμπησε την ψυχή του. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από τα δικά της. Ήταν όντως βουρκωμένα. Δεν είχε καταλάβει πώς είχαν φτάσει σε αυτό το σημείο. Γιατί τον ίδιο πόνο που ένιωθε αυτός, τον ένιωθε και η κοπέλα, μπορούσε πλέον να το δει καθαρά. Δεν ήθελε να την βλέπει να πονάει, να βλέπει δάκρυα στα μάτια της. Ήθελε να πάρει τα δάκρυά της με ένα φιλί, να την κλείσει στην αγκαλιά του και να πάρει τον πόνο που έβλεπε στα μάτια της.

Σκούπισε τα δάκρυά της απαλά με τα δάχτυλά του. Κατέβασε τα μάτια της.

«Ασημίνα…» ψιθύρισε. Ήταν ερώτηση, ήταν παράκληση, δεν ήξερε ούτε ο ίδιος. Κατέβασε το κεφάλι της και το έστρεψε στο πλάι. Κατέβασε κι αυτός το δικό του, αργά, διστακτικά. Τα χείλη του ακούμπησαν απαλά το υγρό της μάγουλο. Τα μάτια τους έκλεισαν στο απαλό άγγιγμα.

«Αντίο» είπε και έφυγε πριν προλάβει να πει δεύτερη κουβέντα.

Επέστρεψε στο σπίτι γρήγορα, έπρεπε να ετοιμαστεί. Δεν ήθελε να σκέφτεται τι είχε συμβεί με την Ασημίνα. Με κάποιον τρόπο είχαν καταφέρει ο ένας να διεισδύσει στο μυαλό και την καρδιά του άλλου. Δεν είχε σημασία πια. Είχε λάβει την απόφασή του, όσο δύσκολη κι αν του ήταν πλέον.

Πέρασε την τελευταία του ημέρα έξω, απολαμβάνοντας τον ήλιο της Αθήνας. Γύρισε στο σπίτι το απόγευμα, ήθελε να τηρήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στη μητέρα του για ένα τελευταίο δείπνο μαζί. Μπήκε στην τραπεζαρία και τους βρήκε όλους αναστατωμένους.

«Τι έγινε;» ρώτησε.

«Μπα, ενδιαφέρεσαι; Είμαστε εδώ και μας έχει φάει η αγωνία κι ο κύριος έρχεται και ρωτάει έτσι απλά τι έγινε.»

«Δούκα, όχι τώρα!» φώναξε η Μυρσίνη και από τον τόνο της ήταν προφανές ότι δεν χωρούσε συνέχεια στη συζήτηση.

«Έχουμε χάσει τον Σέργιο» απάντησε ο Κωνσταντής. «Δεν έχει γυρίσει σπίτι εδώ και δύο νύχτες.»

«Έχετε ψάξει στα λημέρια του;»

«Όχι εσένα περιμέναμε να μας το πεις.» απάντησε ο Κωνσταντής. «Εννοείται πως ψάξαμε, ρε Νικηφόρε.»

«Πήραμε και την αστυνομία. Δεν έχουν καθόλου νέα.» είπε η Πηνελόπη. Η ανησυχία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της όπως καθόταν με τα χέρια σταυρωμένα και το πρόσωπο σκυθρωπό.

Η πόρτα χτύπησε. Η Αγορίτσα μπήκε μετά από λίγη ώρα μαζί με δύο αστυνομικούς. Το κεφάλι του μούδιασε, ήξερε τι θα ακολουθούσε.

«Κύρια Σεβαστού, Κύριε Σεβαστέ…»

«Τι έγινε, αστυνόμε, τον βρήκατε;» ρώτησε ο Δούκας με αγωνία.

«Ο γιος σας βρέθηκε νεκρός. Λυπάμαι πολύ.»