Η κηδεία έγινε την επόμενη ημέρα. Η μητέρα του μετά βίας μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Η θλίψη και τα ηρεμιστικά την είχαν καθηλώσει. Οι αστυνομικοί απέδωσαν το γεγονός σε ατύχημα. Έφερε χτύπημα στο κεφάλι. Μέθυσε, έπεσε και χτύπησε το κεφάλι του. Δεν έλειπαν τα προσωπικά του αντικείμενα, πορτοφόλι, ρολόι, κλειδιά, οπότε είχαν αποκλείσει το ενδεχόμενο ληστείας και δεν υπήρχε άλλο κίνητρο για φόνο από όσα μπορούσαν να συνάγουν μετά τις συζητήσεις τους με τον Δούκα, τον Μελέτη και τον Κωνσταντή. Ο Νικηφόρος τους πίστευε, δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει την αστυνομία. Η μητέρα του όμως επέμενε πως επρόκειτο για φόνο. Έλεγε πως το ένιωθε πως κάτι κακό συνέβη στον γιο της, πως δεν ήταν απλά ατύχημα. Ο Κωνσταντής και ο Μελέτης ήταν σκεπτικοί. Ο Σέργιος πάντα έπινε, ποτέ δεν είχε πέσει. Το άντεχε το ποτό. «Θα ερχόταν και η ώρα που θα έπεφτε» τους έλεγε ο Νικηφόρος, κατευνάζοντας τις υποψίες τους.

Έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα δεν μπορούσε να επιστρέψει Γαλλία. Η μητέρα του, με δάκρυα στα μάτια, του ζήτησε να μη φύγει από κοντά τους. Του έλεγε πως δεν μπορούσε να χάσει κι άλλον γιο. Ο πατέρας του, που δεν έβγαινε καθόλου από το γραφείο του, τον κάλεσε και του είπε πως τώρα αυτός θα τα αναλάβει όλα. Δεν του έφερε αντίρρηση. Πενθούσε ακόμα και πονούσε για τον χαμό του αδερφού του. Η όποια συζήτηση γινόταν για το μέλλον τους θα έπρεπε να περιμένει.

Το διαμέρισμα τον έπνιγε. Τον έπνιγε η θλίψη της οικογένειάς του. Τον αδερφό του μετά βίας τον ήξερε. Είχαν περάσει περισσότερα χρόνια χώρια παρά μαζί, ούτε καν γνώριζε ο ένας τον άλλο στην ενήλικη ζωή τους. Ναι, προφανώς, ήταν και για αυτόν απώλεια, ήταν αδερφός του, αλλά δεν μπορούσε να νιώσει τη θλίψη της οικογένειάς του που είχαν μεγαλώσει με τον Σέργιο και τον ζούσαν κάθε μέρα. Πήρε το αυτοκίνητο και άρχισε να οδηγεί. Ούτε κατάλαβε πώς βρέθηκε στον Πειραιά. Άφησε το αυτοκίνητο και άρχισε να περπατά. Τα βήματά του τον οδήγησαν στο ραφτάδικο. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα.

Μία γυναίκα με κοντά, σγουρά μαλλιά και γυαλιά σήκωσε το βλέμμα της από την ραπτομηχανή και τον κοίταξε.

«Γεια σας, πώς μπορώ να σας βοηθήσω;», είπε και κατέβασε τα γυαλιά της. Η φωνή της ήταν εγκάρδια. Μόνο από τη φωνή και το παρουσιαστικό της καταλάβαινε γιατί η Ασημίνα ήταν χαρούμενη να δουλεύει μαζί της.

«Γεια σας. Η Ουρανία να φανταστώ;» ρώτησε ευγενικά.

«Μάλιστα, είστε ο κύριος…»

«Σεβαστός. Νικηφόρος Σεβαστός. Η Ασημίνα, η υπάλληλός σας, είχε έρθει σπίτι μου για τα φορέματα της μητέρας και της αδερφής μου.»

«Α ναι, μάλιστα, κύριε Σεβαστέ. Η μητέρα σας πάντα μιλούσε για τον μικρό της γιο από τη Γαλλία. Χαίρομαι που επιτέλους σας γνωρίζω» είπε θερμά και άπλωσε το χέρι της, συναντώντας το δικό του. «Και λυπάμαι πολύ για τον αδερφό σας, μάθαμε τα νέα.» είπε λυπημένα.

«Σας ευχαριστώ.» απάντησε.

«Πείτε μου, πώς μπορώ να σας βοηθήσω;»

«Ναι, βέβαια… Έψαχνα… έψαχνα την Ασημίνα. Ξέρετε, την είχα αποχαιρετήσει πριν φύγω και ήθελα να της πω πως τελικά θα μείνω για λίγο διάστημα, και… θα μπορέσω τελικά να ράψω το κοστούμι που λέγαμε.»

Η Ουρανία χαμογέλασε. Είχε σίγουρα καταλάβει πως ο νεαρός δεν ενδιαφερόταν για το κοστούμι αλλά για την κοπέλα. Άντε, μπράβο, σκέφτηκε. Ένα καλό παιδί για την Ασημίνα μας.

«Α, μάλιστα. Η Ασημίνα έχει βγει για κάτι δουλειές, κύριε Σεβαστέ, και δεν θα γυρίσει άλλο σήμερα. Αλλά αν θέλετε μπορώ να σας πάρω εγώ τα μέτρα για το κοστούμι και να το δουλέψουμε με την Ασημίνα.»

«Κατάλαβα… Όχι, δεν πειράζει… Θα περάσω κάποια άλλη μέρα. Σας ευχαριστώ πολύ. Καλή συνέχεια.»

«Κύριε Σεβαστέ;» τον σταμάτησε η Ουρανία πριν προλάβει να φύγει. Έγραψε κάτι σε ένα χαρτάκι και του το έδωσε. «Η διεύθυνση της Ασημίνας πάντως είναι εδώ, αν θέλετε να της μιλήσετε απόψε. Μένει με την αδερφή της, την Ελένη, εδώ πιο πάνω στην Καστέλλα.»

Χαμογέλασε. «Σας ευχαριστώ. Καλό σας βράδυ.» είπε. Δεν το σκέφτηκε καν. Πήρε το αυτοκίνητο και κίνησε για Καστέλλα. Το σπιτάκι ήταν μικρό, με μία όμορφη, καθαρή αυλή με μία μεγάλη λεμονιά και γλάστρες βασιλικού και δυόσμου. Χτύπησε την πόρτα. Την άνοιξε μία νεαρή γυναίκα. Δεν έμοιαζε καθόλου με την Ασημίνα. Τα μαλλιά της ήταν καστανά και ήταν ψηλή. Το βλέμμα της αυστηρό, τα καστανά της μάτια διαπεραστικά και σοβαρά.

«Ναι;» του είπε με τη δυνατή φωνή της.

«Γεια σας» είπε αυτός ευγενικά. «Η Ελένη, να υποθέσω. Ονομάζομαι Νικηφόρος Σεβαστός, πήρα την διεύθυνσή σας από την κυρία Ουρανία. Θα μπορούσα να μιλήσω με την Ασημίνα;»

«Δεν έχει έρθει ακόμα. Τι την θέλετε;»

«Ήθελα… να την χαιρετίσω. Της είχα πει πως θα φύγω, αλλά άλλαξαν τα σχέδια μου.»

Τον κοίταζε με μισό μάτι. Θα κέρδιζε δύσκολα την εμπιστοσύνη της. Παρόλα αυτά άνοιξε την πόρτα και τον κάλεσε μέσα.

«Και; Πώς γνωρίσατε την Ασημίνα;» τον ρώτησε ενώ έπιναν τον καφέ τους.

Χαμογέλασε. Ήταν όμορφος και ευγενικός, μπορούσε να καταλάβει γιατί άρεσε στην αδερφή της. Γιατί ήταν σίγουρη πως δεν είχε πάρει μόνος του το θάρρος να την αναζητήσει. Όπως μπορούσε να καταλάβει την περίεργη συμπεριφορά της αδερφής της το τελευταίο διάστημα.

«Είναι αστεία ιστορία. Είχα μόλις φτάσει στον Πειραιά και περίμενα στο αυτοκίνητο να φύγουμε, όταν είδα την αδερφή σας, σχεδόν λιπόθυμη. Προσφέρθηκα να την πάμε στον προορισμό της με το αυτοκίνητο, αλλά επέμεινε σθεναρά. Τελικά πηγαίναμε στον ίδιο προορισμό, έραβαν με την Ουρανία φορέματα για τη μητέρα και την αδερφή μου και συναντηθήκαμε και πάλι το ίδιο απόγευμα.»

«Α, ναι, βέβαια, Σεβαστός είπατε.»

«Μάλιστα.» Κάθισαν στη σιωπή. «Ξέρετε αν θα αργήσει η Ασημίνα;» την ρώτησε. «Δεν θα ήθελα να σας απασχολώ από τις δουλειές σας.

«Όπου να ναι πρέπει να 'ρθει.» απάντησε.

«Να τη» είπε μετά από λίγα λεπτά που άκουσε τα κλειδιά στην πόρτα. Η Ασημίνα συνοφρυωμένη και κουρασμένη.

«Ελένη, γύρισα.» είπε προτού γυρίσει να τους δει.

Τα μάτια της γούρλωσαν και το πρόσωπό της έλαμψε όταν είδε το πρόσωπο του Νικηφόρου.

«Κύριε Σεβαστέ, τι κάνετε εδώ;» ρώτησε ξαφνιασμένη.

«Ήρθε να σε χαιρετίσει» είπε η Ελένη χαμογελώντας.

«Ναι» είπε αμήχανα και σηκώθηκε από την καρέκλα. «Την τελευταία φορά που βρεθήκαμε σε αποχαιρέτισα, αλλά τα σχέδιά μου άλλαξαν.»

«Θα μείνετε;»

«Προς το παρόν, ναι…»

«Λοιπόν» είπε η Ελένη και σηκώθηκε και αυτή. «Εγώ πρέπει να μαγειρέψω και θα κάνω φασαρία. Πηγαίντε καμιά βόλτα εδώ τριγύρω να μιλήσετε με την ησυχία σας και σε κάνα μισάωρο, Ασημίνα, να γυρίσεις.»

Η Ασημίνα χαμογέλασε με λαχτάρα. «Είστε σίγουρες;» ρώτησε αβέβαια ο Νικηφόρος. «Αν είσαι κουρασμένη, Ασημίνα, μπορούμε να τα πούμε κάποια άλλη ημέρα.»

«Όχι, μια χαρά είμαι. Μισό λεπτό μόνο να πάρω μία ζακέτα και να αφήσω τα πράγματά μου.»

Γύρισε από το δωμάτιό της μετά από λίγο.

«Πάμε;» την ρώτησε χαρούμενα ο Νικηφόρος.

«Πάμε» δέχτηκε ντροπαλά. «Ελένη, φεύγουμε.»

«Καλά να περάσετε» είπε από το μαγειριό.

Περπατούσαν σιωπηλοί. Ο Νικηφόρος δεν είχε ξαναέρθει σε αυτές τις γειτονιές. Τα μικρά, άσπρα σπιτάκια με τους φροντισμένους κήπους ήταν τόσο μακριά από τον κόσμο του, αλλά τόσο κοντά στην γη. Από κάθε αυλή έβγαιναν μυρωδιές από νεραντζιές, βασιλικό και αγιόκλημα. Η Ασημίνα χαιρετούσε πού και πού κάποια γειτόνισσα που ήταν στην αυλή. Περπατούσαν κρατώντας απόσταση ο ένας από τον άλλο. Τόσο επειδή υπήρχε μία αμηχανία μεταξύ τους όσο και επειδή βρίσκονταν στην γειτονιά της και δεν ήθελε να την φέρει σε δύσκολη θέση.

Είχε ξαφνιαστεί που η Ελένη πρότεινε μόνη της να πάνε βόλτα. Θα της είχε ζητήσει την άδεια και ο ίδιος, μη θέλοντας να προσβάλει και να φέρει σε δύσκολη θέση ούτε την ίδια αλλά κυρίως την Ασημίνα. Σίγουρα είχε καταλάβει το ενδιαφέρον του για την αδερφή της. Το ότι τους έδινε την άδεια να πάνε βόλτα και μάλιστα στην γειτονιά τους έδειχνε προφανώς ότι δεν την ενδιέφεραν τα κουτσομπολιά. Αλλά κυρίως και πιο σημαντικά ότι είχε εμπιστοσύνη στην αδερφή της και ότι επέλεγε να έχει εμπιστοσύνη και στον Νικηφόρο.

«Πού πάμε;» την ρώτησε μετά από λίγο. Άρχισαν να κατεβαίνουν σκαλάκια. «Δεν ξέρω καθόλου τα μέρη εδώ, απλά σε ακολουθώ.»

«Σκέφτηκα να πάμε να περπατήσουμε λίγο στη θάλασσα.» είπε ντροπαλά.

«Πολύ ωραία ιδέα» συμφώνησε, ενθουσιασμένος.

Μετά από λίγη ώρα έφτασαν στη θάλασσα. Άρχισαν να περπατούν στην παραλία. Κόσμος πήγαινε και ερχόταν, αλλά όχι πολύς.

«Θέλεις να καθίσουμε λίγο;» την ρώτησε μόλις είδε ένα παγκάκι. Συμφώνησε.

«Δεν φύγατε.» του είπε. Δεν ήταν ερώτηση, ήταν διαπίστωση.

«Ναι, άλλαξαν οι συνθήκες, δεν μπορούσα να φύγω.»

«Έμαθα για τον αδερφό σας. Λυπάμαι πολύ.»

«Σε ευχαριστώ.»

«Πώς είστε;» τον ρώτησε σιγανά.

Γύρισε και την κοίταξε. «Ξέρεις… δεν ήμασταν ποτέ κοντά με τον αδερφό μου, Ασημίνα. Είχαμε μεγάλη διαφορά ηλικίας, έφυγα για Γαλλία πολύ μικρός, μετά βίας έχω αναμνήσεις από αυτόν. Όταν ερχόμουν τα καλοκαίρια δεν περνούσαμε χρόνο μαζί, αυτός είχε τις παρέες του, εγώ τα βιβλία μου. Όταν πια ενηλικιώθηκα κι εγώ, δεν μας συνέδεε τίποτα πέρα από το γεγονός ότι γεννηθήκαμε στην ίδια οικογένεια. Οπότε… Ναι, φυσικά και με στενοχωρεί το γεγονός ότι τον χάσαμε. Αλλά δεν νιώθω την απώλειά του στον ίδιο βαθμό που τον νιώθει η οικογένειά μου.»

Δεν απάντησε τίποτα, απλά τον κοιτούσε. «Με κάνει κακό άνθρωπο αυτό;» την ρώτησε και φαινόταν πως ζητούσε ειλικρινά τη γνώμη της.

«Όχι, όχι… Καταλαβαίνω τι εννοείτε… Οι γονείς σας, τα αδέρφια σας ζούσαν με τον αδερφό σας. Προφανώς θα βιώνουν την απώλεια πολύ πιο έντονα από ότι εσείς.»

«Ναι…» συμφώνησε και άφησε τη φωνή του να πλανηθεί. Έμειναν και πάλι στη σιωπή.

«Οπότε… θα μείνετε;» ρώτησε αμήχανα.

«Ναι. Προς το παρόν τουλάχιστον.» απάντησε σκεπτικός. «Ο πατέρας μου θέλει να αναλάβω τις επιχειρήσεις στη θέση του Σέργιου.»

«Αλλά εσείς δε θέλετε.»

«Όχι, δε θέλω.»

«Και τι θα κάνετε;»

«Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν θέλω να γίνω σαν τον πατέρα μου.»

«Δεν σημαίνει πως αν κάνετε τη δουλειά του, θα γίνετε σαν αυτόν.»

Την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Δεν είμαι καθόλου σίγουρος γι'αυτό, Ασημίνα.»

«Οπότε;» τον ρώτησε ξανά.

«Οπότε… ίσως το Παρίσι είναι η μόνη λύση.»

«Θα γυρίσετε;» ρώτησε. Σαν να άκουσε λύπη στη φωνή της.

«Εσύ τι λες;» την ρώτησε χωρίς να της απαντήσει στην ερώτηση.

«Εγώ λέω πως πρέπει να κάνετε ό,τι είναι καλύτερο για εσάς.» είπε χωρίς να τον κοιτάει.

«Και ποιο είναι αυτό;»

«Εσείς ξέρετε.»

«Κι αν δεν ξέρω;»

«Φαντάζομαι… πρέπει να το βρείτε μόνος σας.»

«Κι αν το βρήκα;» την ρώτησε κοιτάζοντάς την βαθιά στα μάτια.

Κατέβασε το πρόσωπό της. «Τότε… τότε φαντάζομαι πρέπει να το ακολουθήσετε…»

«Ναι… ναι. Αυτό φαντάζομαι κι εγώ.» είπε κυρίως στον εαυτό του. Τον κοίταζε. Τον έβλεπε χαμένο, σαν να μην ξέρει ποιον δρόμο να ακολουθήσει, ποιος είναι ο καλύτερος δρόμος γι'αυτόν. «Θέλεις να μείνω, Ασημίνα;» την ρώτησε. Δεν πρόλαβε να σταματήσει τον εαυτό του. Κατέβασε και πάλι το βλέμμα της.

«Πήγε αργά» απάντησε μόνο. «Είναι ώρα να πηγαίνουμε.» Δεν είπαν τίποτα άλλο στον δρόμο του γυρισμού. Ο Νικηφόρος μόνο σχολίασε τις όμορφες γειτονιές, τα χρώματα που έπαιρνε ο ουρανός, και τις μυρωδιές που έβγαιναν από τις αυλές. Έκανε σαν μικρό παιδί που είχε ανακαλύψει έναν καινούριο κόσμο. Μετά από λίγη ώρα έφτασαν στο σπίτι. Η αμηχανία επέστρεψε μεταξύ τους.

«Θέλετε να μείνετε για βραδινό;» τον ρώτησε ευγενικά.

«Όχι, όχι σε ευχαριστώ. Μην σας βάζω σε κόπο.»

Χαμογέλασε. «Κανένας κόπος. Είμαι σίγουρη πως η Ελένη έχει ήδη στρώσει.»

Χαμογέλασε κι αυτός. «Κάποια άλλη φορά. Έχει περάσει η ώρα, καλύτερα να πηγαίνω, να σας αφήσω να ξεκουραστείτε. Σε ευχαριστώ πολύ, και ευχαρίστησε και την Ελένη εκ μέρους μου.»

«Καλό βράδυ.» του χαμογέλασε γλυκά.

«Καλό βράδυ» είπε κι αυτός.

Πήγε να μπει στο σπίτι. «Ασημίνα» είπε σιγανά και της έπιασε το χέρι. Βρίσκονταν και πάλι πολύ κοντά ο ένας στον άλλο. Κοιτούσε βαθιά ο ένας στα μάτια τον άλλο και η ανάσα τους είχε γίνει κοφτή και γρήγορη.

«Ναι;» ψιθύρισε τα μάτια της ακόμα καρφωμένα στα δικά του.

Έγειρε και πάλι το πρόσωπό του στο δικό της. Αυτή έκλεισε τα μάτια της. Τα έκλεισε κι αυτός. Φίλησε απαλά το μάγουλό της και απομακρύνθηκε.

«Καληνύχτα» της είπε με τη βαθιά φωνή του, της χάιδεψε το χέρι και χάθηκε μέσα σε μυρωδιές από γιασεμί, βασιλικό και νεραντζιές.