Σε όλη τη διαδρομή είχε ένα χαμόγελο και την απαλή αίσθηση του δέρματος στη στα χείλη του. Η μυρωδιά του βασιλικού, του δυόσμου και της λεμονιάς γέμιζαν τα πνευμόνια του ζεστασιά. Τώρα μπορούσε να καταλάβει πως αυτή ακριβώς η μυρωδιά την ακολουθούσε όπου πήγαινε. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στο τραπέζι, κι αν μιλούσαν δεν τους άκουγε. Αποσύρθηκε νωρίς στην κάμαρή του. Δεν μπορούσε να διαβάσει απόψε. Το μυαλό του ήταν στην Ασημίνα και όσο κι αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να την βγάλει.

Είχε κάποια φλερτ παλαιότερα, κάποια σκιρτήματα. Αυτή την φορά ήταν διαφορετικά. Ήταν σαν η Ασημίνα να μπορούσε να διαβάσει την ψυχή του. Ναι, την ψυχή του, τόσα βαθιά μέσα του μπορούσε να δει. Τον καταλάβαινε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο είχε γνωρίσει, της είχε πει τόσο λίγα κι όμως ό,τι του απαντούσε ήταν σαν να τον ήξερε χρόνια, σαν να είχαν περάσει ώρες μαζί και να συζητούσαν τις ζωές τους. Ήταν τόσο καλή. Η καρδιά της ήταν μέσα στην αγάπη, μπορούσε να το δει καθαρά. Έλαμπε στα μάτια της, στο πρόσωπό της, στη γλυκιά της τη φωνή που μετέδιδε το φως και την αγάπη της σε όποιον είχε την τύχη να βρίσκεται κοντά της. Και ήθελε να βρίσκεται κοντά της, δεν υπήρχε λόγος να το αρνείται πια. Ήθελε να μπορεί να βλέπει τα όμορφα μάτια της, το λαμπερό χαμόγελό της, να παίρνει όλη την αγάπη που χάριζε απλόχερα στον κόσμο γύρω της. Και εάν ήταν τυχερός, και ένιωθε και αυτή το ίδιο, να του έδινε και όση αγάπη θα μπορούσε να δώσει στον σύντροφό της.

Είχε ερωτευτεί την Ασημίνα Σταμίρη. Πλέον το έβλεπε ξεκάθαρα. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία, κανένας λόγος για να μην το παραδεχτεί. Την είχε ερωτευτεί. Είχε ερωτευτεί τα μάτια της, το χαμόγελό της, τη φωνή της, το μυαλό της, την πανέμορφη καρδιά της. Και θα ήταν ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο αν ένιωθε και αυτή το ίδιο για εκείνον.

Δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν μπορούσε να συνεχίσει να γυροφέρνει την κοπέλα με αυτόν τον τρόπο, θα την έφερνε σε δύσκολη θέση. Θα έπρεπε να ζητήσει άδεια από την Ελένη για να την βλέπει, τουλάχιστον στην αρχή. Ήταν προφανές ότι η Ελένη ήταν ο αρχηγός του σπιτιού. Πώς αν ερχόταν η στιγμή να ζητήσει το χέρι της Ασημίνας, από εκείνη θα το ζητούσε. Έπρεπε όμως και ο ίδιος να πάρει τις αποφάσεις του. Το σχέδιό του ήταν να μείνει στην Ελλάδα για το καλοκαίρι, και όταν ερχόταν το φθινόπωρο να γυρίσει στη Γαλλία. Αν η Ασημίνα δεν ήταν διατεθειμένη να φύγει μαζί του; Αν ήθελε να μείνει κοντά στην αδερφή της; Θα ήταν αυτός διατεθειμένος να μείνει στην Ελλάδα; Η απάντηση ήρθε πιο εύκολα από ότι περίμενε από τον απότομο πόνο που ένιωσε όταν σκέφτηκε τη ζωή του χωρίς την Ασημίνα. Ναι, θα έμενε μαζί της. Θα νοίκιαζαν ένα σπιτάκι κοντά στης Ελένης με άσπρους τοίχους και κήπο με νεράντζια. Θα έπιναν κάθε πρωί το καφεδάκι τους μαζί πριν φύγουν για τη δουλειά, και θα έτρωγαν συριανά λουκούμια. Το απόγευμα θα κάθονταν στον κήπο, αυτός θα έγραφε και αυτή θα έραβε. Θα είχαν ο ένας τον άλλο και αυτό θα αρκούσε.

Δεν υπήρχε, λοιπόν, επιλογή, δεν υπήρχε απόφαση. Είχε ήδη λάβει την απόφασή του. Αύριο κιόλας θα πήγαινε να μιλήσει στην Ασημίνα. Κι αν ένιωθε και αυτή το ίδιο στην Ελένη. Και θα μπορούσαν να βρίσκονται και επίσημα, να είναι ελεύθεροι, να μην χρειάζεται να κρύβονται.

Δεν μπόρεσε να κοιμηθεί όλο το βράδυ από την αγωνία. Στριφογύριζε στο κρεβάτι του και σκεφτόταν τι θα έλεγε, πώς θα το έλεγε, τι αντίδραση θα είχε. Η κοπέλα δεν φαινόταν αδιάφορη, αλλά ήταν πολύ ευγενική, δεν μπορούσε να είναι σίγουρος. Ίσως… ίσως το μόνο που υπήρχε από την πλευρά της ήταν μία φιλία. Ίσως ήταν απλά ευγενική μαζί του. Ίσως υπήρχε ήδη κάποιος άλλος στη ζωή της. Αν όμως δεν υπήρχε; Αν ένιωθε κι αυτή το ίδιο; Η προσμονή και η αγωνία τον βασάνιζαν. Όταν πια βγήκε ο ήλιος, έπαψε να παλεύει και σηκώθηκε, ετοιμάστηκε και ξεκίνησε για Πειραιά. Θα την έβρισκε πριν φύγει για τη δουλειά, αν ήθελε θα την συνόδευε και θα μπορούσαν να μιλήσουν.

Δεν πρόλαβε καν να χτυπήσει την πόρτα, την πέτυχε στο κατώφλι.

«Κύριε Σεβαστέ; Τι κάνετε εδώ τέτοια ώρα;» τον ρώτησε ξαφνιασμένη.

«Ήθελα να σε δω, να μιλήσουμε, Ασημίνα. Μπορώ να σε συνοδεύσω στη δουλειά;»

«Ναι, βέβαια. Έγινε κάτι;»

«Όχι, όχι». Ξεκίνησαν να περπατάνε σιωπηλοί. Το ραφτάδικο ήταν περίπου ένα εικοσάλεπτο μακριά. Του έριχνε κλεφτές ματιές, φαινόταν ανήσυχος. Ίσως είχε έρθει να της πει πως έφευγε πάλι. Την είχε κυριεύσει και αυτήν η αγωνία. Όλο το βράδυ δεν είχε κοιμηθεί. Σκεφτόταν τη βόλτα τους. Πώς κρατούσε την απόσταση μεταξύ τους, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούσε να είναι όσο πιο κοντά της μπορούσε. Πώς της μιλούσε για τη ζωή του και τα όνειρά του. Τα απαλά του χείλη στο μάγουλό της. Ακόμα ένιωθε το δέρμα της να καίει εκεί που την είχαν ακουμπήσει, ακόμα ένιωθε το ρεύμα που την είχε διαπεράσει, την ανάσα της να κόβεται από την απόσταση μεταξύ τους, από το άγγιγμά του. Την είχε ρωτήσει αν ήθελε να μείνει στην Ελλάδα. Θα άλλαζε άραγε η απάντησή της την απόφασή του; Θα άλλαζε αν του έλεγε ότι όχι απλά ήθελε να μείνει στην Ελλάδα, αλλά ήθελε να μείνει μαζί της, να τον βλέπει, να ακούει την όμορφη φωνή του, να βλέπει τα ζεστά, καστανά του μάτια να κοιτάζουν τα δικά της. Τα ξεχνούσε όλα όταν την κοιτούσε στα μάτια. Υπήρχε μόνο εκείνη τη στιγμή, μαζί του.

Πώς μπορούσε να νιώθει έτσι, δεν μπορούσε να καταλάβει. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι ήταν ερωτευμένη. Ήταν ερωτευμένη με έναν άνθρωπο που ποτέ δεν θα μπορούσε να έχει.

«Κύριε Σεβαστέ;» ρώτησε και η φωνή της έτρεμε. «Θέλατε να μιλήσουμε;»

«Ναι. Ναι, ήθελα. Ίσως δεν ήταν καλή ιδέα τελικά να μιλήσουμε ενώ περπατάμε, θα ήθελα να σε κοιτάω όταν μιλάμε.» αστειεύτηκε και σταμάτησε να περπατάει για να την κοιτάξει. «Ασημίνα… ήθελα… ήθελα να. Θα ήθελα να βγούμε, να πάμε...» γέλασε και κατέβασε το κεφάλι του. «Θα ήθελα να σε βλέπω περισσότερο, Ασημίνα.» της είπε καθαρά, καθώς σήκωσε και πάλι το κεφάλι του για να την κοιτάει στα μάτια. «Να περνάμε χρόνο μαζί, να με γνωρίσεις και να σε γνωρίσω. Και... και αν το θέλεις κι εσύ, θα μπορούσα να έρθω να ζητήσω την άδεια από την Ελένη.»

Τα μάτια της ήταν βουρκωμένα και πάλι αλλά δεν ήξερε αν ήταν από χαρά ή λύπη.

«Κατάλαβα.» είπε και κατέβασε το κεφάλι του λυπημένα. «Δεν πειράζει, θα…»

«Και η οικογένειά σας;» τον διέκοψε.

«Μίλα μου στον ενικό, πια.» της είπε ενοχλημένα.

«Και η οικογένειά σου;»

«Η οικογένειά μου;» την ρώτησε με απορία. «Τι σχέση έχει η οικογένειά μου;»

«Πώς θα τους φαινόταν, Νικηφόρε; Να γνωρίσεις περισσότερο μια κοπέλα σαν εμένα;» Το όνομά του έκαιγε στο στόμα της.

«Η οικογένειά μου θα πρέπει να χαρεί που θέλω να γνωρίσω μια κοπέλα τόσο καλή και καλόκαρδη σαν εσένα. Αν δεν χαρούν, δεν με ενδιαφέρει η άποψή τους. Και γενικά νομίζω σου έχω μιλήσει για τις σχέσεις μου μαζί τους.» είπε στεγνά.

«Δεν είναι έτσι.» του είπε γλυκά. «Η μητέρα σου όλο αυτό συζητούσε, πώς θα έβρισκε μια καλή κοπέλα του κύκλου σας να σας παντρέψει.»

«Δεν με ενδιαφέρει, Ασημίνα, δεν με αφορά» της είπε έντονα και της έπιασε τα χέρια, ενώ την κοίταζε στα μάτια. «Το μόνο που θέλω είναι να είμαι μαζί σου, κατάλαβέ το. Και αν το θέλεις κι εσύ, θα με κάνεις πολύ ευτυχισμένο. Αν πάλι δεν θέλεις το καταλαβαίνω, δεν θα σε ξαναενοχλήσω. Αλλά αν θες. Μην αφήσεις μία οικογένεια με την οποία δεν θέλω να έχω καμία σχέση να μας σταματήσει.»

«Δεν θα με θέλουν. Θα σου κάνουν τη ζωή δύσκολη.»

«Σε θέλω όμως εγώ, καρδιά μου. Κι αυτό είναι το μόνο που έχει σημασία. Θα άντεχα όλες τις δυσκολίες, Ασημίνα, για να είμαι μαζί σου. Τα πάντα. Θα γίνω ασπίδα σου και κανείς τους δεν θα σε αγγίξει.»

Τα μάτια της έλαμπαν. Δεν είπε τίποτα, μόνο χαμογέλασε και έγνεψε καταφατικά. Χαμογέλασε και αυτός, ένα μεγάλο, πλατύ χαμόγελο που έκανε όλο το πρόσωπό του να λάμψει και την πήρε μια σφιχτή αγκαλιά. Μετά από λίγο την άφησε και της χάιδεψε απαλά το πρόσωπο. Το πρόσωπό της έγειρε να συναντήσει το άγγιγμά του.

«Λοιπόν, τότε θα έρθω το απόγευμα από το σπίτι σας, να μιλήσω με την Ελένη. Και μετά αν μπορείς, να πάμε μια λίγο μεγαλύτερη βόλτα.» Δεν μπορούσε να σταματήσει να χαμογελάει. «Εντάξει;»

«Εντάξει».