Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά, τα μυαλά της ήταν πάνω από το κεφάλι της. Η Ουρανία το παρατήρησε, το μεγάλο της χαμόγελο, την καλή της διάθεση. Δεν της είπε τίποτα, μόνο χαμογελούσε κι αυτή που την έβλεπε τόσο χαρούμενη. Την έδιωξε νωρίτερα, δεν είχαν πολλή δουλειά και έβλεπε πως δεν την χωρούσε ο τόπος. Πήγε γρήγορα-γρήγορα σπίτι, πλύθηκε, έφτιαξε τα μαλλιά της και έβγαλε το καλό της φόρεμα. Μετά από λίγο ήρθε η Ελένη.

«Ασημίνα; Εδώ είσαι; Τι κάνεις εδώ από τώρα;»

«Με άφησε η Ουρανία νωρίτερα, δεν είχαμε πολλή δουλειά.»

«Τι ομορφιές είναι αυτές; Για πού ετοιμάστηκες;» την ρώτησε και χαμογέλασε.

«Ναι, ήθελα να σου μιλήσω. Πήγαινε άφησε τα πράγματά σου κι έλα να τα πούμε λίγο.»

«Μάλιστα» είπε αυτή και πήγε προς το δωμάτιό της.

«Λοιπόν, κυρία μου, τι θέλεις να μου πεις τόσο βιαστικά;» τη ρώτησε και κάθισε απέναντί της στο τραπέζι.

«Άκου, Ελένη, σε λίγο θα έρθει ο Νικηφόρος να σου μιλήσει, να σου ζητήσει την άδεια να βλεπόμαστε.»

«Ο Νικηφόρος;»

«Ο Σεβαστός. Που ήρθε εχθές;»

«Ναι, Ασημίνα, ξέρω ποιος είναι ο Νικηφόρος. Γιατί θα έρθει;»

«Σου είπα. Θέλουμε να βλεπόμαστε παραπάνω. Να γνωριστούμε.»

«Γιατί;»

«Τι γιατί, Ελένη;»

«Ασημίνα… Δεν ξέρω αν είναι καλή ιδέα.» είπε σκεπτική.

«Τι εννοείς, εχθές γιατί είπες να πάμε βόλτα τότε;»

«Εχθές ήταν λάθος. Δεν το σκέφτηκα καλά. Με αυτόν τον άνθρωπο είστε από άλλους κόσμους τελείως. Τι καταλαβαίνει αυτός από εσένα; Τι ξέρεις εσύ από τη ζωή του; Η οικογένειά του; Θα σου κάνει τη ζωή μαύρη, Ασημίνα μου, κι εγώ θέλω να έχεις μια όμορφη ζωή.»

«Τι λες, Ελένη;»

«Την αλήθεια. Το ξέρεις κι εσύ, ότι δεν είναι εύκολο.»

«Και; Επειδή δεν είναι εύκολο σημαίνει πως πρέπει να το αφήσω;»

«Ίσως ναι, αυτό να σημαίνει.»

Είχε θυμώσει, την έβλεπε. Τα μάτια της είχαν μαυρίσει, το πρόσωπό της ήταν συνοφρυωμένο, είχε σταυρώσει τα χέρια της και κοιτούσε μακριά.

«Ασημίνα μου. Μη θυμώνεις. Εγώ για εσένα το λέω.» της είπε.

«Ξέρεις ότι δεν έχει καμία σημασία, έτσι δεν είναι;»

«Τι εννοείς;»

«Ότι το να σου ζητήσει την άδεια ο Νικηφόρος είναι καθαρά τυπικό. Είμαι ελεύθερη να κάνω ό,τι θέλω.»

«Ναι; Και τι θα κάνεις;»

«Θα είμαι μαζί με τον άνθρωπο που αγαπώ.»

«Που αγαπάς;»

«Ναι, Ελένη, τον αγαπώ. Για κανέναν δεν έχω νιώσει έτσι και ούτε πρόκειται να νιώσω. Τον αγαπώ και θέλω να είμαι μαζί του. Ό,τι και να σημαίνει αυτό, και να σημαίνει ότι θα μου κάνουν τη ζωή μαύρη και ότι θα πρέπει να τα βάλω με όλον τον κόσμο. Αν με θέλει αυτός, εγώ θα είμαι μαζί του.»

«Ασημίνα μου, το καταλαβαίνω, πρώτη φορά νιώθεις έτσι. Αλλά αν περιμένεις λίγο, αν τον ξεχάσεις, θα βρεθεί κάποιος που θα είναι πολύ πιο ταιριαστός για εσένα.»

«Και πού ξέρεις, Ελένη, ποιος είναι ταιριαστός για εμένα;» είπε και σηκώθηκε από το τραπέζι. «Τον ξέρεις; Έχετε πει πάνω από δύο κουβέντες; Ή μήπως ξέρεις εμένα καλά-καλά. Πώς μπορείς να ξέρεις ότι δεν ταιριάζουμε;»

«Καλά, καλά, κάτσε κάτω. Θα βρούμε μια λύση.»

«Όχι, δεν υπάρχει κάποια λύση. Ο Νικηφόρος σε λίγο θα έρθει να σου μιλήσει. Εγώ θα πάω μαζί του είτε το θέλεις εσύ, είτε όχι.»

«Ασημίνα…» Η πόρτα χτύπησε. Πήγε να ανοίξει. Τα μάτια της δε θύμιζαν σε τίποτα τα χαρούμενα, λαμπερά μάτια του πρωινού. Ήταν συννεφιασμένα, στενοχωρημένα. Το πρόσωπό της συνοφρυωμένο, το χαμόγελό της όταν τον είδε δεν έφτασε στα μάτια της. Κοίταξε την Ελένη που καθόταν στο τραπέζι. Ήταν κι αυτή ανταριασμένη. Είχαν τσακωθεί, ήταν εμφανές. Ήταν αυτός ο λόγος; Δεν τον ήθελε η Ελένη;

«Ασημίνα μου, καλά είσαι;» την ρώτησε σιγανά.

«Ναι, ναι» είπε αυτή κανονικά κατεβάζοντας το κεφάλι της. «Πέρασε, Νικηφόρε.»

«Αυτά είναι για εσάς.» είπε δίνοντάς της μία ανθοδέσμη και ένα κουτί γλυκά.

«Είπαμε, Νικηφόρε.» είπε η Ελένη. «Η Ασημίνα είπε πως θέλετε απλά να βγείτε, όχι ότι θα ερχόσουν να τη ζητήσεις.» αστειεύτηκε.

«Ελένη.» είπε σοβαρά η Ασημίνα, ο Νικηφόρος όμως γέλασε και την έκανε να νιώσει καλύτερα.

«Ε δε θα ερχόμουν με άδεια χέρια.» είπε γελώντας. «Λοιπόν, Ελένη;» είπε ακόμα χαμογελώντας. «Μπορώ να πάρω την αδερφή σου και να την βγάλω μια βόλτα;»

«Για μια βόλτα γίνεται όλη αυτή η φασαρία;» ρώτησε πάλι αστειευόμενη. Το κλίμα μεταξύ τους ήταν καλό, ανάλαφρο. Η Ελένη δεν θύμιζε τίποτα από την σκεπτική γυναίκα των προηγούμενων λεπτών.

«Ε και για παραπάνω.» αστειεύτηκε αυτός με το στραβό του χαμόγελο και κοίταξε την Ασημίνα, που ήταν δίπλα του, στα μάτια.

Η Ελένη κοίταξε την αδερφή της. Τον κοιτούσε και τα μάτια της έλαμπαν. Ο έρωτας έλαμπε στο πρόσωπό της. Δεν μπορούσε να αρνηθεί.

«Καλά να περάσετε.» είπε και κάθισε και πάλι στο τραπέζι.

Η Ασημίνα κοίταξε την Ελένη χαμογέλασε και μετά κοίταξε και πάλι τον Νικηφόρο με λαχτάρα. Αυτός πήρε τα χέρια της στα δικά του και τα φίλησε.

«Πάμε, κορίτσι μου;» την ρώτησε.

«Πάμε» είπε, πήρε το παλτό και την τσάντα της και έφυγαν.

Είχε σουρουπώσει, τα άστρα άρχισαν να φαίνονται στον ουρανό. Ο Νικηφόρος και η Ασημίνα περπατούσαν πιασμένοι χέρι-χέρι και κατέβαιναν τα σκαλάκια για τη θάλασσα.

«Πού θες να πάμε;» την ρώτησε χαρούμενα.

«Όπου θες εσύ» απάντησε ντροπαλά.

«Εγώ δεν ξέρω την περιοχή, πρέπει εσύ να με καθοδηγήσεις. Και δεν ξέρω και τα λημέρια. Τι τραβάει η όρεξή σου;»

«Κι εδώ να καθίσουμε στο παγκάκι, μου αρκεί.»

«Στο παγκάκι καθίσαμε εχθές, σήμερα θα πάμε κάπου αλλού.» της είπε και της φίλησε το χέρι. «Πεινάς, θέλεις να πάμε κάπου να φάμε; Ή μήπως θέλεις να πάμε σινεμά; Δεν ξέρω τι ταινίες παίζουν, αλλά σίγουρα θα βρούμε κάτι.»

Τον κοίταξε ντροπαλά. «Η αλήθεια είναι πως πεινάω λίγο.» είπε.

«Πολύ ωραία» απάντησε αυτός. «Πάμε για φαγητό. Ξέρεις κάποιο ωραίο μέρος εδώ τριγύρω; Εγώ ότι ξέρω είναι στην Αθήνα και δεν... δεν είναι κατάλληλα για το πρώτο μας ραντεβού.»

«Ραντεβού;»

«Ναι, Ασημίνα μου, ραντεβού.» είπε και της φίλησε και πάλι το χέρι.

«Είναι το ταβερνάκι του κυρ-Ανέστη εδώ πιο κάτω.» του απάντησε ντροπαλά. «Είναι ωραία, ήσυχα, μερικές φορές έχει και μουσική.»

«Πάμε στο ταβερνάκι του κυρ-Ανέστη, λοιπόν.» είπε χαρούμενα. Σε δέκα λεπτά είχαν φτάσει. Το ταβερνάκι ήταν μικρό, τα λίγα τραπέζια του ήταν σχεδόν άδεια. Κάθισαν σε ένα γωνιακό τραπεζάκι, που σαν να τους έφερνε ακόμα πιο κοντά. Δεν είχε μουσική σήμερα. Καλύτερα, σκέφτηκε ο Νικηφόρος. Δεν θα μας αποσπά τίποτα την προσοχή.

«Σου αρέσει;» τον ρώτησε διστακτικά.

«Όπου και να ήμουν μαζί σου θα μου άρεσε.» της είπε και της χαμογέλασε γλυκά. Του χαμογέλασε κι αυτή. «Αλλά ναι, μου αρέσει.» Μετά από λίγο ήρθε ο κυρ-Ανέστης και τους πήρε παραγγελία. Ούτε πρόσεχε τι έπαιρναν, δεν είχε σημασία.

«Γιατί δεν ήθελες να πάμε στα μαγαζιά που ήξερες;» τον ρώτησε διστακτικά.

«Γιατί… γιατί είναι πολύ επίσημα, πολύ επιτηδευμένα. Ήθελα να είμαστε κάπου απλά στο πρώτο μας ραντεβού. Να είμαστε μόνο εγώ κι εσύ και να μην μας αποσπά τίποτα και κανένας την προσοχή.» Κατέβασε το κεφάλι της.

«Έι» της είπε και της σήκωσε το κεφάλι της με το χέρι του. «Τι νόμιζες; Ότι δεν ήθελα να μας δουν μαζί;»

«Ναι… ότι ντρεπόσουν...»

«Ασημίνα μου. Μπορούμε να φύγουμε αυτή τη στιγμή και να πάμε εκεί αν το προτιμάς. Μπορούμε να πάμε αυτή τη στιγμή να σε γνωρίσω στους δικούς μου. Δεν ντρέπομαι, αγάπη μου, δεν υπάρχει τίποτα για να ντραπώ. Είσαι η πιο όμορφη, η πιο έξυπνη και η πιο καλόκαρδη κοπέλα που έχω γνωρίσει. Όχι απλά δεν ντρέπομαι, είμαι περήφανος που θέλεις να είσαι εδώ, μαζί μου. Και θα ήθελα να βγω να το φωνάξω σε όλον τον κόσμο. Μην κάνεις άλλες άσχημες σκέψεις, Ασημίνα μου. Μη γεμίζεις την καρδιά σου και το μυαλό σου με σύννεφα.»

Του χαμογέλασε ένα μεγάλο, πλατύ χαμόγελο. Δεν είπαν τίποτα άλλο για αυτό όλη τη βραδιά. Το κρασάκι κατέβαινε γλυκά, παρά τις αρχικές της αντιρρήσεις.

«Δεν πίνω» του είπε ντροπαλά.

«Λίγο, για το καλό» της είπε αυτός και έβαλε ίσα-ίσα στο ποτήρι της. Της άρεσε και ζήτησε κι άλλο. Πλέον γελούσε πιο ελεύθερα και πιο δυνατά με τις ιστορίες που της έλεγε από τα παιδικά του χρόνια, από το Παρίσι. Και τα μάτια του έλαμπαν όταν έβλεπαν το μεγάλο χαμόγελό της και τη γλυκιά φωνή της να του περιγράφουν τη δική της ζωή, αστείες ιστορίες με πελάτισσες, με τις αδερφές της. Η ώρα είχε περάσει, αλλά αν δεν τους έλεγε ο κυρ-Ανέστης πως έκλεινε, δεν θα το είχαν καν καταλάβει. Η Ασημίνα άρχισε να ανησυχεί.

«Αργήσαμε» είπε αγχωμένα. «Η Ελένη θα ανησυχεί.»

«Μην ανησυχείς, Ασημίνα μου.» της είπε. «Είμαι σίγουρος πως η Ελένη θα έχει καταλάβει.»

Πήρανε και πάλι τον δρόμο προς το σπίτι, χέρι-χέρι. Η χαρά της ταβέρνας σα να είχε κοπάσει λίγο και στη θέση της να είχε έρθει μια αμηχανία. Έφτασαν στο σπίτι μετά από λίγη ώρα, αλλά κανείς τους δεν ήθελε να τελειώσει η βραδιά τους. Πήγαν στον τοίχο έξω από το δωμάτιο της Ασημίνας για να μην τους δει κανείς και να μην τους ακούσει η Ελένη. Έτσι για να έχουν λίγες τελευταίες στιγμές μόνοι τους.

«Πέρασε πολύ όμορφα απόψε» της είπε γλυκά. Το γιασεμί στη γωνία γέμιζε τη γλυκιά νύχτα με μεθυστικά αρώματα.

«Κι εγώ» του απάντησε με ένα ντροπαλό χαμόγελο. «Καληνύχτα» είπε και πήγε να φύγει.

«Κάτσε, περίμενε λίγο.» της είπε και της κράτησε το χέρι.

«Πέρασε η ώρα» είπε και τον κοίταξε «τι άλλο να πούμε;»

«Η πιο όμορφη θάλασσα

είναι αυτή που ακόμα δεν έχουμε

ταξιδέψει

Τις πιο όμορφες μέρες μας

δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα

Κι αυτό που θέλω να σου πω

το πιο όμορφο απ' όλα

δε στο 'χω πει ακόμα»

Άκουγε τη γλυκιά φωνή του να της απαγγέλει και τον κοίταγε σα μαγεμένη. Το χέρι του έπιασε απαλά το μάγουλό της και το πρόσωπό του πλησίασε το δικό της. Διστακτικά τα χείλη του βρήκαν τα δικά της, πρώτα απαλά, τρυφερά, σα να δοκίμαζε τα όριά τους, σαν μια ψιθυριστή ερώτηση προς αυτήν. Η απάντησή της ήταν εκκωφαντική.

«Καληνύχτα» της είπε σιγανά μετά από λίγη ώρα, με τη βαθιά φωνή του, χαϊδεύοντας το χέρι της.

«Καληνύχτα.» του απάντησε κι αυτή, αφήνοντας πίσω της την πιο όμορφη μέρα της ζωής της μέχρι τώρα.