Έφτασε στο σπίτι μετά τα μεσάνυχτα. Τα φώτα ήταν σβησμένα, είχαν όλοι αποσυρθεί. Προσπάθησε να μπει στο σπίτι χωρίς φασαρία, να μην ενοχλήσει κανέναν. Μία πόρτα άνοιξε.

«Νικηφόρε μου; Τώρα γύρισες; Τι έκανες έξω τέτοια ώρα;» ρώτησε η μητέρα του ανήσυχα.

«Νομίζω είμαι αρκετά μεγάλος για έλεγχο, μητέρα.» της είπε σιγανά.

«Δεν σου κάνω έλεγχο, παιδί μου, ανησυχώ.»

«Να μην ανησυχείς. Μια χαρά είμαι.»

«Πού ήσουν;»

«Μητέρα…»

«Νικηφόρε, πρόσεχε, παιδί μου. Μη μένεις έξω τόσο αργά. Δεν ξέρεις τι γίνεται, δεν ξέρεις την Αθήνα.»

«Τι να γίνει, μητέρα; Με το αυτοκίνητο ήμουν μια βόλτα, τι θα πάθαινα δηλαδή;»

«Δεν ξέρεις ποτέ τι μπορεί να συμβεί, σε παρακαλώ.»

«Μητέρα…»

«Με παρέα ήσουν;»

«Ναι, μητέρα, με παρέα.»

«Φίλους σου;»

«Ναι φίλους μου.»

«Τι φίλους έχεις εσύ στην Αθήνα;»

«Αφού δεν τους ξέρεις, τι ρωτάς;»

«Μήπως έχεις βρει καμία κοπέλα, Νικηφόρε; Πες μου πως έχεις βρει μια καλή κοπέλα, να χαρώ.»

«Καληνύχτα, μητέρα» είπε και έφυγε μακριά από το ανακριτικό της βλέμμα. Αυτή δεν ήταν συζήτηση για απόψε. Δεν είχε το κουράγιο, ούτε τη διάθεση για έναν καυγά με τη μητέρα του μετά την όμορφη βραδιά που είχε. Δεν ήθελε τίποτα να χαλάσει την ευφορία που ένιωθε, την γλυκιά γεύση των χειλιών του πάνω στα δικά της. Ξάπλωσε στο κρεβάτι του με τα ρούχα και τα μάτια ανοιχτά. Ένα μεγάλο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του και έτσι με την παρουσία της δίπλα του τον πήρε ο ύπνος. Με το ίδιο μεγάλο χαμόγελο ξύπνησε το πρωί και κατέβηκε για πρωινό.

«Σαν πολύ κεφάτος δεν είσαι εσύ σήμερα;» τον ρώτησε ο Κωνσταντής. «Τι έγινε, μπας και βρήκες καμιά κοπελίτσα και ξελαμπίκαρες;» γέλασε.

«Κωνσταντή» είπε η Μυρσίνη και έριξε το βλέμμα της στην Πηνελόπη, αν και της είχαν μπει οι ίδιες υποψίες με τον γιο της.

«Λες χαζομάρες» απάντησε απλά ο Νικηφόρος.

«Τι θα κάνεις, Νικηφόρε μου, σήμερα;»

«Λέω να πάω να ράψω ένα καινούριο κοστούμι. Αν είναι να μείνω περισσότερο, θα χρειαστώ τουλάχιστον άλλο ένα σακάκι.»

«Να πας, αγόρι μου, δίκιο έχεις.» απάντησε η Μυρσίνη, χαρούμενη που ο μικρός της γιος μιλούσε για παράταση της παραμονής του κοντά τους.

«Η μοδίστρα σας καλή είναι; Να πάω σε αυτήν;»

«Έχουμε και τον ράφτη, τι την θες τη μοδίστρα;» ρώτησε ο Κωνσταντής.

«Ποιον ράφτη, τον Κοσμά;» ρώτησε η Αγορίτσα που είχε μόλις μπει. «Το' κλεισε το ραφτάδικο για κάνα μήνα, έχει χαρές με την κόρη του, κατέβηκε στο χωριό.»

«Μια χαρά είναι η Ουρανία, Νικηφόρε μου, πιάνει το χέρι της. Και η μικρή που έχει. Μια χαρά δουλειά θα σου κάνουν, να πας.» είπε η Μυρσίνη.

Χαμογέλασε, ελπίζοντας πως κανείς τους δεν θα καταλάβαινε τον λόγο. Θα είχε την ευκαιρία να βλέπει την Ασημίνα χωρίς να χρειάζεται να κρύβονται.

«Ωραία, θα πάω εκεί.» επιβεβαίωσε. «Θα μου δώσετε τη διεύθυνση;»

«Ναι, Αγορίτσα, δωσ'την του.» είπε η Μυρσίνη. Η Αγορίτσα χαμογέλασε αλλά δεν είπε τίποτα, πέρα από το ότι θα του τη δώσει. Γύρισε στο δωμάτιό του για να ετοιμαστεί. Ένα απαλό χτύπημα στην πόρτα τον διέκοψε.

«Περάστε» είπε. Ήταν η Αγορίτσα.

«Τι έγινε, Αγορίτσα μου;» την ρώτησε.

«Ήρθα να σου δώσω τη διεύθυνση του ραφτάδικου.» είπε χαμογελώντας.

Χαμογέλασε κι αυτός. «Ευχαριστώ πολύ που δεν είπες τίποτα.»

«Εννοείται πως δεν θα έλεγα. Τα μυστικά σου πάντα τα κρατάω. Για πες μου τώρα, γιατί κανόνισες να πηγαίνεις στο ραφτάδικο;» Δεν είπε τίποτα, μόνο κατέβασε το βλέμμα του κάτω και έβαλε τα χέρια του στις τσέπες.

«Η Ασημίνα, ε; Σας είδα εγώ πως κοιταζόσασταν στην κουζίνα.»

Σήκωσε το βλέμμα του και της έπιασε τα χέρια. «Δεν πρέπει να πεις τίποτα, Αγορίτσα μου, και σε κανέναν. Όχι ακόμα.»

«Δεν θα πω, αγόρι μου, εννοείται πως δεν θα πω. Για πες μου, όμως εσύ.»

«Τι να σου πω, Αγορίτσα μου;» είπε χαμογελώντας.

«Ένα πράγμα με ενδιαφέρει. Είσαι χαρούμενος;»

Το χαμόγελό του έγινε ακόμα μεγαλύτερο. «Πολύ, Αγορίτσα μου. Με κάνει πάρα πολύ χαρούμενο.»

«Τότε αυτό είναι το μόνο που έχει σημασία.» του είπε και του χάιδεψε το μάγουλο. «Η Ασημίνα είναι πολύ καλή κοπέλα. Έχω μιλήσει αρκετές φορές μαζί της όταν ερχόταν. Πάντα ήθελα για αυτήν μία καλή τύχη. Και δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερη τύχη από εσένα.» του είπε πιάνοντάς του και αυτή τα χέρια. «Αλλά και εσύ, δεν θα μπορούσες να έχεις βρει καλύτερη κοπέλα από την Ασημίνα. Χρυσό κορίτσι. Λαχείο σου 'κατσε.» του είπε συνωμοτικά.

Γέλασε. «Το ξέρω, Αγορίτσα μου, το ξέρω.» της είπε και την πήρε μια αγκαλιά.

«Απλά… Και συγγνώμη που παίρνω το θάρρος, Νικηφόρε μου. Είναι που συμπαθώ το κορίτσι και σου έχω θάρρος… Είναι πολύ καλό κορίτσι. Ταλαιπωρημένο και ευαίσθητο. Πρόσεχε. Μην την πληγώσεις.»

«Είναι το τελευταίο πράγμα που θα ήθελα ποτέ να κάνω, Αγορίτσα. Προτιμώ να πληγωθώ εγώ, παρά να πληγώσω την Ασημίνα.»

Έπιασε και πάλι το μάγουλό του. «Εντάξει, αγόρι μου. Εντάξει. Άντε να σε αφήσω να ετοιμαστείς. Και να της πεις χαιρετίσματα από εμένα, αν νομίζεις πως δεν θα την πειράξει.»

Σε μισή ώρα ήταν στο ραφτάδικο. Η Ουρανία έλειπε.

«Νικηφόρε, τι κάνεις εδώ;» ρώτησε με την έκπληξη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.

«Ήρθα να μου ράψετε ένα κοστούμι.» είπε με ένα πονηρό χαμόγελο.

«Τι πράγμα;»

«Ναι, ναι. Από εδώ και πέρα θα έρχομαι όσο συχνά χρειάζεται για να μου ράψετε ένα, τουλάχιστον, καινούριο κοστούμι.» Έβλεπε ακόμα την έκπληξη στο πρόσωπό της. Την πλησίασε, έβαλε τα χέρια του γύρω από τη μέση της και την έφερε κοντά του.

«Βρήκα έναν τρόπο για να μπορώ να έρχομαι χωρίς να χρειάζεται να δίνουμε εξηγήσεις.» της είπε γλυκά. «Σκέφτηκα πως θα μας έδινε μεγαλύτερη ελευθερία. Ελπίζω να μη σε πειράζει.»

«Γιατί να με πειράζει;» είπε και έβαλε τα χέρια της στο πέτο του. «Θα μπορώ να σε βλέπω περισσότερο. Να ξεκινήσουμε;»

«Να ξεκινήσουμε… Ή να πάμε για ένα γλυκό;» της είπε πονηρά. «Είδα ένα γαλακτοπωλείο εδώ πιο κάτω και μου έχει λείψει ένα καλό γαλακτομπούρεκο.»

«Νικηφόρε μου… Δεν μπορώ να φύγω και να κλείσω το μαγαζί. Ας ξεκινήσουμε και όταν έρθει η Ουρανία, πάμε.» του χαμογέλασε.

«Εντάξει, λοιπόν.» της είπε. «Α και τώρα που το θυμήθηκα, έχεις χαιρετίσματα από την Αγορίτσα.»

«Την ευχαριστώ πολύ» είπε χαμογελώντας. Πήγε προς το τραπέζι να πάρει τη μεζούρα. Γύρισε αργά και τον κοίταξε. «Εννοείς…;»

«Ναι, το κατάλαβε. Η μητέρα μου της ζήτησε να μου δώσει την διεύθυνσή σας, ενώ της την είχα ήδη ζητήσει για να έρθω να σε αποχαιρετίσω. Είπε πως είδε πώς κοιταζόμασταν και στην κουζίνα…»

«Πώς κοιταζόμασταν, δηλαδή;» Ανεβοκατέβασε σκεπτικά τους ώμους του.

«Νικηφόρε, αν το πει;»

«Δεν θα το πει» της είπε και έβαλε το δάχτυλό του στα χείλη της να την σταματήσει. «Η Αγορίτσα πάντα κράταγε τα μυστικά μας. Σε αγαπάει και με αγαπάει πολύ. Αλλά και να το κάνει. Τι μας πειράζει;»

«Δεν θέλω να το μάθουν. Όχι ακόμα.»

«Φοβάσαι;»

«Ναι»

«Δεν χρειάζεται. Ό,τι και να γίνει δεν έχει καμία σημασία. Αλλά ναι, κι εγώ θα ήθελα να μην έχουμε κανέναν πάνω από το κεφάλι μας για λίγο διάστημα.» Του χαμογέλασε και της έδωσε ένα απαλό φιλί.

«Ας ξεκινήσουμε» του είπε. Άρχισε να του παίρνει τα μέτρα προσεκτικά. Μετά από λίγο ήρθε η Ουρανία.

«Κύριε Σεβαστέ, εσείς εδώ;» ρώτησε με έκπληξη.

«Νικηφόρος» της είπε. «Ναι, ήθελα ένα κοστούμι και οι συστάσεις από τη μητέρα μου ήταν υπέρ το δέον θετικές.» χαμογέλασε.

«Ωραία, Ασημίνα μου, του παίρνεις τα μέτρα;»

«Ναι, Ουρανίτσα μου.»

«Ουρανία, θα μπορούσα να πάρω την Ασημίνα και να πάμε για ένα γλυκό; Σε μισή ώρα θα την έχω φέρει πίσω.» είπε. Η Ασημίνα γούρλωσε τα μάτια της.

«Νικηφόρε;»

«Τι;» της χαμογέλασε σιγανά.

Η Ουρανία χαμογελούσε. «Να πάτε, να πάτε. Και να μείνετε όσο θέλετε. Δεν έχουμε πολλή δουλειά ούτως ή άλλως.»

«Ευχαριστούμε, Ουρανία» είπε ο Νικηφόρος. «Ασημίνα, θα σε περιμένω έξω»

«Ουρανίτσα μου…» είπε η Ασημίνα απολογητικά.

«Τι Ουρανίτσα, Ασημίνα μου; Θαρρείς και δεν το είχα καταλάβει, που τα μυαλά σου ήταν πάνω από το κεφάλι σου. Ή θα ερχόταν έτσι αν δεν έτρεχε κάτι; Άντε, πηγαίντε και να περάσετε καλά.»

Την πήρε αγκαλιά και έφυγε γρήγορα.

«Γιατί το είπες στην Ουρανία;» τον ρώτησε αφού είχαν καθίσει και είχαν παραγγείλει.

«Γιατί ήμουν σίγουρος ότι το είχε καταλάβει και ότι δεν είχε πρόβλημα. Και ότι θα χαιρόταν. Οπότε δεν υπήρχε λόγος να κρυβόμαστε. Είδες, κορίτσι μου;» της είπε και της φίλησε το χέρι. «Τα άτομα που όντως μας αγαπάνε, χαίρονται για εμάς. Η Ουρανία, η Αγορίτσα, η Ελένη…»

Κατέβασε το κεφάλι της και το πρόσωπό της συννέφιασε. «Ναι…» συμφώνησε αλλά απρόθυμα.

«Και η Ελένη, έτσι Ασημίνα;» Τον κοίταξε.

«Η Ελένη… είχε κάποιες αντιρρήσεις, φαντάζομαι το κατάλαβες όταν ήρθες. Δεν ήμασταν και στα καλύτερά μας.»

«Ήσασταν… αναστατωμένες. Αλλά η Ελένη μου φάνηκε καλά όταν μιλήσαμε.»

«Η Ελένη με αγαπάει, Νικηφόρε. Απλά δε θέλει να πληγωθώ.»

«Και θεωρεί πως θα σε πληγώσω;»

«Όχι εσύ. Η κατάσταση.»

«Και με την κατάσταση εννοείς… την οικογένειά μου να φανταστώ.»

Δεν απάντησε, δεν χρειαζόταν άλλωστε.

«Πιστεύεις πως θα τους άφηνα να σε πληγώσουν;» την ρώτησε σοβαρά.

«Πιστεύω πως μερικά πράγματα είναι πάνω από τις δυνάμεις μας.» του απάντησε σοβαρά και η ίδια. «Όπως το ότι η οικογένειά σου δε θα χαρεί όταν μάθει για εμάς. Και αυτό θα μας επηρεάσει. Αλλά ξέρεις τι, Νικηφόρε;» του είπε και το χέρι της ακούμπησε το μάγουλό του. «Εμένα δεν με νοιάζει. Τίποτα δεν με νοιάζει. Θα μπορούσα να αντέξω πολύ χειρότερα, αρκεί να είμαστε μαζί.» Σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε τα δικά της, μέσα στην αγάπη και την αλήθεια της. Τα εννοούσε όσα του έλεγε. Ήξερε πως θα ήταν δύσκολο για αυτήν όταν θα μαθευόταν και δεν την ένοιαζε, αρκεί να ήταν μαζί. Έσκυψε προς το μέρος της να την φιλήσει, αλλά απομακρύνθηκε.

«Νικηφόρε…» είπε σιγανά και χαμογέλασε.

Χαμογέλασε κι αυτός και απλά της χάιδεψε το μάγουλο. «Πάμε σιγά-σιγά;» είπε. «Πέρασε η ώρα, πρέπει να γυρίσω.»

«Ναι, καρδιά μου, πάμε.» της είπε.

Περπατούσαν προς το μαγαζί χέρι-χέρι. Την σταμάτησε στη γωνία πριν φτάσουν, κοίταξε τριγύρω, την τράβηξε κοντά του και της έδωσε ένα δυνατό φιλί. «Να έρθω να σε πάρω το βράδυ να πάμε μια βόλτα;» την ρώτησε με το στραβό χαμόγελό του.

Την είδε να διστάζει. «Νικηφόρε μου… Βγήκαμε δύο βράδια συνεχόμενα. Πρέπει να μείνω και λίγο σπίτι, δεν γίνεται κάθε μέρα.» Της χάιδεψε το πρόσωπο και της χαμογέλασε γλυκά.

«Εντάξει, κορίτσι μου.» είπε και την φίλησε απαλά. Πήγε να φύγει και την τράβηξε πάλι κοντά του να τη φιλήσει. «Ανυπομονώ για την ημέρα που θα μπορούμε να είμαστε συνέχεια μαζί.» της είπε και την άφησε από την αγκαλιά του. Έπιασε το πρόσωπό του στα χέρια της και τον φίλησε αυτή. «Κι εγώ» του είπε σιγανά. Τα πυκνά, ξανθά μαλλιά της και το μπλε ύφασμα από το φόρεμά της ήταν το μόνο που πρόλαβε να δει πριν στρίψει στη γωνία και τον αφήσει μόνο του στο σοκάκι, να ονειρεύεται το πότε θα ερχόταν εκείνη η ημέρα.

Ούτε κατάλαβε πώς έφτασε στο σπίτι. Ήταν τελείως χαμένος στις σκέψεις του όταν άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο διαμέρισμα. Μία ιδιαίτερη μυρωδιά είχε γεμίσει τον χώρο και δυνατές ομιλίες ακούγονταν από το σαλόνι. Πήγε προς τα εκεί, περίεργος για το τι γινόταν.

«Αννέτ;»