«Να τος και ο άσωτος» είπε ο Δούκας γελώντας.
«Αννέτ μου, τι κάνεις εδώ;» ρώτησε έκπληκτος ο Νικηφόρος και την πήρε αγκαλιά.
«Είπα να έρθω να δω την οικογένειά μου, Νικηφόρε. Τι, μόνο εσύ θα φεύγεις και θα ρίχνεις πέτρα πίσω σου;» είπε αστειευόμενη.
«Πόσο καιρό θα κάτσεις;» την ρώτησε χαρούμενα.
«Αυτό συζητούσαμε τώρα. Μετακομίζω Ελλάδα, Νικηφόρε. Γυρίζω πίσω.»
«Αλήθεια; Γιατί;»
«Έχουμε χρόνο να τα πούμε αυτά, κάτσε τώρα να σας χαρώ λίγο.»
Η Αγορίτσα έστρωνε το τραπέζι, όλοι συζητούσαν χαρούμενα. Ο ερχομός της Αννέτ είχε φέρει σε όλους λίγη χαρά που έλειπε από το σπίτι τον τελευταίο καιρό. Μόνο η μητέρα του δεν συμμετείχε στο γενικότερο αίσθημα και μετά από λίγο αποσύρθηκε. Κανείς δεν την παρεξηγούσε, καταλάβαιναν. Ο Νικηφόρος περίμενε πώς και πώς να μείνουν μόνοι τους για να της μιλήσει. Η Αννέτ ήταν σαν μητέρα του. Αυτή τον μεγάλωσε όταν έφυγε για τη Γαλλία. Η αγαπημένη του θεία, η μόνη από την οικογένεια που καταλάβαινε τα όνειρά του, τη λαχτάρα του να μείνει μακριά από όλους του, να ακολουθήσει τη δική του πορεία, η μόνη που τον στήριζε πραγματικά.
«Τι έγινε, Νικηφόρε;» τον ρώτησε ενώ είχαν τελειώσει τον καφέ τους. «Θα πας τη θεία σου μια βόλτα να της δείξεις την Αθήνα;»
«Γιατί, ξέρει ο Νικηφόρος την Αθήνα;» αστειεύτηκε ο Κωνσταντής.
«Τότε μήπως θέλεις να έρθεις μαζί μας, Κωνσταντή;» πρότεινε η Αννέτ.
«Όχι, όχι. Έχω δουλειές και πολύ κάθισα.» είπε ο Κωνσταντής. «Χάρηκα που σε είδα, θεία.» της είπε και την φίλησε.
«Κι εγώ, παιδί μου.» απάντησε αυτή. «Πηνελόπη, εσύ;» την ρώτησε.
Η Πηνελόπη ντροπαλή κατέβασε το κεφάλι της. «Όχι σήμερα, θεία, ευχαριστώ. Καλά να περάσετε.»
«Λοιπόν, Νικηφόρε, από ότι φαίνεται θα είμαστε οι δυο μας. Τι λες, πάμε;»
«Φύγαμε» είπε χαρούμενα αυτός.
«Πού θέλεις να πάμε;» τη ρώτησε αφού βγήκαν από το σπίτι. «Δεν έχει σημασία» απάντησε αυτή. «Κάπου να μιλήσουμε.»
Την πήγε στο αγαπημένο της μαγαζί στο Παγκράτι. Κάθισαν σε μία γωνία και πήραν ένα γλυκό.
«Τι έγινε, Νικηφόρε;» τον ρώτησε προβληματισμένη. «Σε περίμενα καιρό τώρα.»
«Αφού δεν ήρθα εγώ, είπες να έρθεις εσύ;» αστειεύτηκε. Το ύφος του σοβάρεψε. «Ήμουν έτοιμος να γυρίσω, αλλά… με όσα έγιναν με τον Σέργιο… Δεν μπορούσα να τους αφήσω και να φύγω. Τη μητέρα μου κυρίως. Και μετά… τα σχέδια άλλαξαν.»
«Κατάλαβα. Απλά μην αφήσεις τις ενοχές να σε οδηγούν, Νικηφόρε. Εσύ δεν είσαι ο Σέργιος. Η παρουσία σου δεν μπορεί να καλύψει το κενό του. Πρέπει να ζήσεις τη ζωή σου ανεξάρτητα από τα θέλω και τις ζωές των γονιών σου. Οπότε αν θέλεις να φύγεις για Παρίσι, να φύγεις. Εγώ θα σε στηρίξω, αν και αμφιβάλλω ότι χρειάζεσαι την υποστήριξή μου πλέον.»
«Πάντα χρειάζομαι την υποστήριξή σου, έστω και μόνο να ξέρω ότι την έχω.» της είπε και έπιασε τα χέρια της.
«Καλό μου παιδί» είπε αυτή και του χάιδεψε το μάγουλο. «Αλλά γιατί έχω την εντύπωση πως πλέον δεν σε ενδιαφέρει και τόσο να γυρίσεις πίσω; Τι έγινε, Νικηφόρε; Ποια έκλεψε την καρδιά σου;» αστειεύτηκε.
Κατέβασε το κεφάλι του, είχε κοκκινήσει. «Νικηφόρε; Αλήθεια είναι; Ποια είναι η τυχερή;» ρώτησε χαμογελώντας.
«Εγώ είμαι ο τυχερός, Αννέτ.» είπε και σήκωσε και πάλι το βλέμμα του. «Κάθε μέρα ευχαριστώ την τύχη μου που έφερε στον δρόμο μου την Ασημίνα. Και παρακαλώ να είμαι έστω και λίγο αντάξιός της.»
«Αγόρι μου.» είπε και του χάιδεψε και πάλι το μάγουλο. «Πόσο χαίρομαι να σε βλέπω έτσι.»
«Νομίζω… νομίζω πως είμαι ευτυχισμένος, Αννέτ. Έτσι δηλαδή φαντάζομαι την ευτυχία. Γεμίζει φως και χαρά τη ζωή μου.»
«Τότε είμαι κι εγώ χαρούμενη για εσένα. Ποια είναι; Μίλησέ μου γι'αυτή.»
«Την γνώρισα με το που πάτησα το πόδι μου στον Πειραιά. Είχε ζαλιστεί, από τη ζέστη, από την κούραση; Και ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει. Την βοήθησα, προσφέρθηκα να την πάμε στον προορισμό της με το αμάξι, αλλά αρνήθηκε. Μετά από λίγη ώρα, έχω γυρίσει στο σπίτι, ανοίγω την πόρτα και ποια βλέπω;»
«Την Ασημίνα.» του είπε χαμογελώντας.
«Την Ασημίνα.» επιβεβαίωσε. «Είχε έρθει να φτιάξει τα φορέματα της μητέρας και της Πηνελόπης.»
«Μοδίστρα είναι;» ρώτησε γλυκά.
«Δουλεύει σε μία. Θέλει να γίνει στο μέλλον. Είναι η πιο γλυκιά, η πιο όμορφη, η πιο έξυπνη κοπέλα που έχω γνωρίσει ποτέ, Αννέτ. Καταλαβαίνει πράγματα για εμένα χωρίς καν να πρέπει να της τα εξηγήσω. Είναι σα να μιλάω στον εαυτό μου, σα να διαβάζει όλες τις σκέψεις μου, την καρδιά μου και σα να μου λέει ακριβώς αυτό που χρειάζομαι να ακούσω κάθε φορά.»
«Νικηφόρε μου, πόσο χαίρομαι.» του είπε συγκινημένη.
«Θέλω να την γνωρίσεις, Αννέτ.»
«Κι εγώ θέλω να την γνωρίσω, καλέ μου.»
«Μόνο η Αγορίτσα ξέρει, δεν το έχω πει σε κανέναν άλλο.»
«Δεν θέλεις την γκρίνια της Μυρσίνης να φανταστώ.»
«Όχι, δεν την θέλω. Δεν με ενδιαφέρει τι θα πει, αλλά θέλω… θέλω να το ζήσω λίγο χωρίς σκοτούρες.»
«Το καταλαβαίνω, καλέ μου.» του είπε. «Λοιπόν. Πώς θέλεις να γνωριστούμε; Να κανονίσουμε να βρεθούμε ή να ράψω ένα νέο ταγιέρ;»
«Θα κανονίσω να βρεθείτε, θα είναι καλύτερα. Τώρα ράβει σε εμένα ένα κοστούμι.» χαμογέλασε πονηρά. «Η Ουρανία που έχει το ραφτάδικο ξέρει. Και η αδερφή της.»
«Έχει αδερφή;»
«Δύο. Μένει με τη μεγάλη. Για τη μικρή δε μιλάει.»
«Ωραία, λοιπόν, Νικηφόρε μου. Θα σε αφήσω να το κανονίσεις εσύ όπως νομίζεις.»
«Καλημέρα» είπε χαρούμενος το επόμενο πρωί.
«Καλημέρα, Νικηφόρε» είπε η Ουρανία.
«Καλημέρα» είπε ντροπαλά η Ασημίνα και πήγε κοντά του.
«Πότε θα σταματήσεις να ντρέπεσαι;» της ψιθύρισε.
«Όχι ακόμα.» είπε σιγανά αυτή χαμογελώντας.
«Τι έγινε, Νικηφόρε; Πολύ χαρούμενος φαίνεσαι.» είπε η Ουρανία.
«Αφού βλέπω την Ασημίνα μου, πώς να μην είμαι;» είπε αυτός.
«Πω πω, έρωτες…» γέλασε η Ουρανία.
«Είναι κάτι άλλο όμως αυτή τη φορά. Ασημίνα μου, ήρθε η Αννέτ από το Παρίσι.» είπε ενθουσιασμένος.
«Η Αννέτ!»
«Ναι, και θέλει να σε γνωρίσει.»
«Της μίλησες;» ρώτησε φοβισμένα.
«Ναι, κορίτσι μου.»
«Κι αν δε με συμπαθήσει;» ψιθύρισε.
«Να σε συμπαθήσει; Ήδη σε λατρεύει αφού ξέρει πόσο ευτυχισμένο με κάνεις.» είπε γλυκά. Του χαμογέλασε. «Λοιπόν, τι προτιμάς;»
Χαμογέλασε κι αυτή. «Να έρθετε για δείπνο; Αύριο βράδυ;»
«Υπέροχα. Θα είμαστε εκεί.» είπε και της φίλησε το χέρι.
«Αυτή είναι, λοιπόν, η περιβόητη Ασημίνα για την οποία έχω ακούσει τόσα.» είπε ευγενικά η Αννέτ. Είχε έναν άλλο αέρα. Αρχοντική, ψηλή, όμορφη παρά τα χρόνια που είχαν περάσει. Και… καλή. Τα μεγάλα, ευγενικά της μάτια κοίταζαν γεμάτα καλοσύνη την Ασημίνα. Ήταν η κοπέλα που έκανε ευτυχισμένο τον ανιψιό της και αυτό της αρκούσε. Όπως της είχε πει ο Νικηφόρος, οι άνθρωποι που μας αγαπάνε θα είναι χαρούμενοι για εμάς.
«Κυρία Αννέτ» είπε η Ελένη χαμογελώντας. «Καλωσήρθατε.»
«Αννέτ, Ελένη μου. Αννέτ με φωνάζουν όλοι. Τι όμορφο το σπίτι σας.» είπε ευγενικά. Χαμογέλασαν. Είχαν βγάλει τα καλά προικιά για σήμερα. Το καλό άσπρο τραπεζομάντηλο με το βολονάκι, τα καλά βάζα και μαχαιροπίρουνα. Η Ασημίνα είχε μαζέψει λουλούδια από έναν αγρό και είχε γεμίσει τα βάζα. Πέρα από καθαριότητα, το σπίτι τους πλέον ήταν γεμάτο μυρωδιές από καλοκαιρινά λουλούδια.
«Μα τι ετοιμάσατε, δεν χρειαζόταν» είπε η Αννέτ μόλις είδε το τραπέζι.
«Τίποτα δεν ετοιμάσαμε» είπε η Ελένη. «Έτσι, κάτι για το καλό που βρισκόμαστε.» Στο τραπέζι μιλούσαν κυρίως η Ελένη με την Αννέτ. Η Αννέτ της μιλούσε για το Παρίσι, η Ελένη για τις δυσκολίες της ζωής στην Αθήνα. Ο Νικηφόρος και η Ασημίνα κοιτούσαν μόνο ο ένας τον άλλο στα μάτια χωρίς να λένε τίποτα.
«Λοιπόν, Ασημίνα» της απηύθυνε κάποια στιγμή τον λόγο η Αννέτ. «Ο Νικηφόρος μου είπε πως είσαι μοδίστρα;»
«Δεν είμαι ακόμα, μαθαίνω.»
«Αυτό έχει σημασία» είπε ευγενικά. «Λοιπόν, τι λες; Να περάσω να μου ράψετε ένα ταγέρ;» χαμογέλασε.
«Α, θα σας έχει πελάτες οικογενειακώς η Ουρανία» αστειεύτηκε η Ελένη.
«Ε ναι.» είπε απλά η Αννέτ. «Έτσι θα έχουμε την ευκαιρία να τα πούμε και λίγο χωρίς να έχουμε τη Μυρσίνη μες στα πόδια μας να σκαλίζει τα πράγματα. Θα μπορείς να έρχεσαι και στο σπίτι για πρόβες. Τι λες;»
Κοίταξε τον Νικηφόρο, διστακτικά. Το μόνο που της έλεγαν τα μάτια του ήταν πως ήταν ελεύθερη να κάνει ό,τι ήθελε, ό,τι θεωρούσε αυτή σωστό.
«Βέβαια» είπε χαμογελώντας. «Θέλετε να περάσετε αύριο από το ραφτάδικο ή να έρθω εγώ;»
«Τι λες να έρθεις εσύ;» της πρότεινε. «Θα πιούμε κι έναν καφέ με την Αγορίτσα και την Πηνελόπη.»
«Ξέρει κι η Πηνελόπη;» ρώτησε τρομαγμένα τον Νικηφόρο. Της χάιδεψε το χέρι.
«Όχι, όχι» είπε η Αννέτ. «Απλά δεν θα ήταν ωραίο να την αφήσουμε απέξω, έτσι δεν είναι;» χαμογέλασε.
Χαμογέλασε και η Ασημίνα. «Ωραία, λοιπόν, κανονίστηκε.» είπε η Αννέτ. «Πέρνα αύριο από το σπίτι. Γύρω στις δέκα καλά είναι;»
«Μια χαρά» είπε η Ασημίνα.
«Νικηφόρε μου; Πέρασε η ώρα, να πηγαίνουμε σιγά-σιγά;»
«Ναι, ας πηγαίνουμε» συμφώνησε.
«Ωραία, λοιπόν.» είπε και σηκώθηκε από το τραπέζι. «Σας ευχαριστώ πολύ για απόψε, ήταν όλα υπέροχα.» άπλωσε το χέρι της για να πιάσει το χέρι της Ελένης. «Ασημίνα μου» της είπε και την πήρε αγκαλιά. «Θα τα πούμε αύριο. Και γενικά από εδώ και πέρα είναι σίγουρο πως θα τα λέμε.» είπε και στις δύο. «Νικηφόρε μου, θα σε περιμένω έξω.» είπε γλυκά στον ανιψιό της.
Η Ελένη άρχισε να μαζεύει τα πιάτα και να τα πηγαίνει στο μαγειριό για να τα πλύνει. Έμειναν μόνοι τους.
«Λοιπόν;» της είπε σιγανά και την έφερε κοντά του. «Ήταν τόσο τρομακτικό όσο νόμιζες;»
«Όχι.» χαμογέλασε. «Η Αννέτ είναι υπέροχη.»
«Ναι, είναι.» συμφώνησε κι αυτός. Έβαλε το χέρι του στο πρόσωπό της και την κοίταξε στα μάτια.
«Λοιπόν;»
«Λοιπόν;»
«Θα σε δω αύριο, αγάπη μου.» της είπε και πάλι σιγανά και άφησε ένα απαλό φιλί στα χείλη της.
«Θα σε δω αύριο.» είπε κι αυτή με την ευτυχία να λάμπει στο πρόσωπό της.
«Γιατί ετοιμάζεσαι έτσι;» την ρώτησε η Μυρσίνη το πρωί.
«Θα έρθει η Ασημίνα να μου πάρει τα μέτρα. Συνειδητοποίησα πως ξέχασα το αγαπημένο μου ταγιέρ και θέλω να ράψω ένα παρόμοιο.»
«Η Ασημίνα;»
«Η μοδίστρα;»
«Πάλι εδώ θα έρθει αυτή;» είπε. «Τώρα τελευταία συνέχεια μπροστά μας είναι. Καλά, το πρώτο πράγμα που κάνεις είναι να πας στη μοδίστρα;»
«Γιατί, τι άλλο έχω να κάνω δηλαδή και δεν το κάνω;» είπε η Αννέτ. «Πηνελόπη μου, μήπως θέλεις να ράψεις κι εσύ κανένα φόρεμα; Δώρο από τη θεία.»
«Όχι, άλλα δώρα, θεία, φτάνει.» είπε αυτή.
«Ε πώς, τώρα που θα είμαι εδώ θα βγαίνουμε βόλτες, να έχεις να αλλάζεις.»
Χαμογέλασε. Το κουδούνι χτύπησε και μετά από λίγο ήρθαν η Αγορίτσα με την Ασημίνα.
«Καλημέρα» είπε η Ασημίνα ευγενικά. «Καλημέρα, κορίτσι μου.» είπε ευγενικά η Αννέτ. «Αννέτ Ρουσώ» της συστήθηκε.
«Χάρηκα, κυρία Αννέτ.»
«Καλημέρα, Ασημίνα» είπε και η Πηνελόπη ευγενικά. Η Μυρσίνη μόνο την κοίταξε με στραβό μάτι.
«Λοιπόν, πού θέλεις να πάμε; Να μείνουμε εδώ;»
«Ναι, μια χαρά είναι εδώ.» Έβγαλε τη μεζούρα και το σημειωματάριό της και άρχισε να γράφει τα μέτρα της Αννέτ. Μετά από λίγη ώρα τελείωσε τη δουλειά της και άρχισαν να μιλάνε για υφάσματα και πατρόν. Η Αννέτ ήξερε πολύ καλά τι ήθελε και της το έδειξε.
«Έχεις κανένα πατρόν μαζί σου, Ασημίνα, η ανιψιά μου θα ήθελε ένα καινούριο φόρεμα.»
«Δε χρειάζεται, θεία.» είπε η Πηνελόπη.
«Χρειάζεται» επέμεινε αυτή. «Εκτός αν ξέρεις ήδη τι θέλεις, αλλιώς θα διαλέξω εγώ για εσένα.»
«Υπάρχει ένα φόρεμα που λέγαμε να ήταν το επόμενο που θα ράβαμε, θυμάσαι, Ασημίνα;»
«Ναι, ναι, θυμάμαι. Να ξεκινήσουμε αυτό;»
«Ναι, ας το ξεκινήσουμε» της είπε χαρούμενα. «Δε χρειάζεσαι να πάρεις τα μέτρα μου, ε; Τα έχεις.»
«Ναι τα έχω» είπε ευχάριστα η Ασημίνα και άρχισε να μαζεύει. «Να πηγαίνω σιγά-σιγά» είπε ντροπαλά.
«Από τώρα; Δεν έχεις να πας πουθενά.» είπε η Αννέτ. «Πηνελόπη, πήγαινε να πεις στην Αγορίτσα να μας φτιάξει καφέδες. Να φτιάξει κι για αυτήν ένα και να έρθει να τους πιούμε όλοι μαζί. Ασημίνα μου, πώς τον πίνεις;»
«Κυρία Αννέτ, δεν χρειάζεται, ευχαριστώ πολύ.»
«Η κοπέλα πρέπει να φύγει, Αννέτ, θα έχει δουλειές, μην επιμένεις.» είπε η Μυρσίνη.
«Δεν έχει να πάει πουθενά. Δεν θα πάθει τίποτα να καθίσει λίγο ακόμα. Εκτός αν έχει άλλο ραντεβού που πρέπει να πάει. Εμείς εξάλλου έτσι το έχουμε στο Παρίσι. Λοιπόν, Ασημίνα; Έχεις άλλο ραντεβού;»
«Όχι.» είπε σιγανά.
«Ωραία, λοιπόν. Πώς πίνεις τον καφέ σου;»
«Σκέτο» χαμογέλασε.
«Πήγαινε, Πηνελόπη. Α, και πες στον Νικηφόρο να έρθει λίγο που τον θέλω κάτι.»
«Θα πιει και ο Νικηφόρος καφέ μαζί σας;» ρώτησε ειρωνικά η Μυρσίνη.
«Αν θέλει, ναι, γιατί όχι;» είπε άνετα η Αννέτ. «Εγώ όμως για άλλο τον θέλω. Ο Μελέτης λείπει, θα πάει αυτός πίσω την Ασημίνα.»
«Δεν κατάλαβα, θα τον κάνουμε και σοφέρ τώρα;» συνέχισε η Μυρσίνη. Η Ασημίνα κατέβασε το κεφάλι της.
«Σιγά μην αφήσουμε την κοπέλα να γυρίσει πίσω με τα λεωφορεία μες στη ζέστη.» είπε η Αννέτ.
«Δώσε της χρήματα για ένα ταξί τότε.»
«Πού να βρει ταξί τέτοια ώρα. Ο Νικηφόρος θα την πάει, δεν θα πάθει τίποτα.»
Ο Νικηφόρος μπήκε στο δωμάτιο. «Α Νικηφόρε μου, ήρθες; Η Ασημίνα μας εδώ θέλει να γυρίσει πίσω σε λίγο, θα την πας, αγόρι μου;»
«Βέβαια, Αννέτ.» είπε ο Νικηφόρος ευγενικά. «Στο ραφτάδικο, δεσποινίς Ασημίνα;»
«Δεν χρειάζεται, μην σας βάζω σε κόπο, θα πάω εγώ με το λεωφορείο.»
«Κανένας κόπος.» χαμογέλασε. «Πάω στο δωμάτιό μου τώρα, όταν τελειώσετε, πείτε μου.»
Η Αγορίτσα έφερε τους καφέδες. Κάθισαν στο καθιστικό και άρχισαν να πίνουν τα καφέδες τους και να συζητούν. Η Ασημίνα άκουγε προσεκτικά τις άλλες τρεις που συζητούσαν άνετα μεταξύ τους και χαμογελούσε. Γελούσε με τα αστεία τους και αστειευόταν κι αυτή. Η Αννέτ την έβλεπε με την άκρη του ματιού της και χαιρόταν. Η κοπέλα αυτή ήταν υπέροχη για τον αγαπημένο της ανιψιό. Τον γιο της. Τόσο καλοσυνάτη και ευγενική. Η Αγορίτσα ήξερε ήδη πως την συμπαθούσε, αλλά και η Πηνελόπη φαινόταν να την συμπαθεί επίσης. Ήταν λίγο ιδιότροπη μερικές φορές η ανιψιά της, αποτέλεσμα της επιρροής της μητέρας της, αλλά είχε καλή καρδιά. Αν μάθαινε πως ο αδερφός της αγαπούσε την κοπέλα, θα την αγαπούσε και αυτή, ή τουλάχιστον θα μάθαινε να την αγαπάει. Για τη μόνη που ανησυχούσε ήταν η Μυρσίνη. Παρότι η Αγορίτσα της είχε κάνει και εκείνης καφέ, δεν ήρθε καθόλου στην παρέα τους, παρά καθόταν στην άκρη και διάβαζε το περιοδικό της. Θα ήταν δύσκολο να την κερδίσουν. Με το που κατάλαβε την συμπάθειά τους για την Ασημίνα, αμέσως πάγωσε την στάση της. Δεν ήταν χαζή η Μυρσίνη. Αν δεν είχε ήδη καταλάβει, θα καταλάβαινε σίγουρα σύντομα. Και τότε τα παιδιά θα χρειάζονταν όση υποστήριξη μπορούσε να τους δώσει.
«Η μητέρα σου δε με συμπαθεί.» είπε στενοχωρημένα η Ασημίνα στον δρόμο της επιστροφής.
«Μη στενοχωριέσαι, κορίτσι μου.» είπε γλυκά ο Νικηφόρος. «Η μητέρα μου δεν συμπαθεί πολλούς ανθρώπους ούτως ή άλλως. Και εμείς έχουμε τόσους ανθρώπους δίπλα μας που μας αγαπάνε και μας υποστηρίζουν. Την Αννέτ, την Αγορίτσα. Την Ουρανία. Την Ελένη.»
«Δεν θέλω να χαλάσουν οι σχέσεις σας. Δεν θέλω να είμαι εγώ ο λόγος για να γίνει δύσκολη η ζωή σου.»
«Δύσκολη;» είπε αυτός. «Τι λες, Ασημίνα μου; Μαζί σου η ζωή μου έγινε όμορφη. Μαζί να είμαστε, αγάπη μου, και θα τα καταφέρουμε όλα. Εντάξει, κορίτσι μου;»
«Εντάξει» είπε απλά και αφέθηκε στην γλυκιά αίσθηση της αισιοδοξίας του.
