Είχε περάσει καιρός, σιγά-σιγά φθινοπώριαζε. Οι μέρες ήταν ζεστές αλλά δεν κρατούσαν για πολύ. Βρίσκονταν όσο το δυνατόν περισσότερο μπορούσαν. Το κοστούμι του, το ταγιέρ της Αννέτ, το φόρεμα της Πηνελόπης κι άλλες δουλειές τους έφερναν μαζί. Αυτό που υπήρχε μεταξύ τους όχι απλά δεν κόπαζε όσο περνούσε ο καιρός, αλλά γινόταν όλο και πιο έντονο, όλο και πιο δυνατό. Όσο περισσότερο ήταν μαζί, τόσο περισσότερο ήθελαν να είναι μαζί, τόσο περισσότερο το είχαν ανάγκη. Η Αννέτ τους βοηθούσε όσο μπορούσε, αλλά πλέον ο κόμπος είχε φτάσει στο χτένι, δεν γινόταν να συνεχίσουν έτσι.
Ο κυρ-Ανέστης πια τους κρατούσε το τραπεζάκι τους, στη γωνία και τους έφερνε την παραγγελία τους χωρίς να ρωτήσει. Δεν είχαν πολλά μέρη να πάνε. Πλέον περνούσαν πολύ χρόνο στο αμάξι, να συζητάνε, να γελάνε, να κάθονται αγκαλιά. Ο Νικηφόρος προσπαθούσε να πηγαίνουν σε άλλα μέρη, να βλέπουν κάτι διαφορετικό αλλά ήταν δύσκολο και για τους δύο, για αυτήν να μένει έξω αργά και να δουλεύει το πρωί και για αυτόν να γυρίζει αργά το βράδυ κάτω από το ανακριτικό βλέμμα της Μυρσίνης.
Δεν είχε πλέον καμία αμφιβολία ότι ο γιος της έβλεπε κάποια κοπέλα. Προσπαθούσε μάταια να μάθει ποια, ρωτούσε τον ίδιο, την Αννέτ, την Πηνελόπη, ακόμα και τον Κωνσταντή, αλλά κανείς δεν της έλεγε. Η Αννέτ ήξερε, ήταν σίγουρη. Ήξερε και τον κάλυπτε. Δεν καταλάβαινε γιατί δεν της έλεγε την αλήθεια. Τόσο πολύ δεν την εμπιστευόταν, που προτιμούσε να κρύβεται από το να μιλήσει; Ή την φοβόταν; Όσο περισσότερο περνούσε ο καιρός και δεν της έλεγε τίποτα, τόσο περισσότερο σιγουρευόταν πως η μικρή ράφτρα της Ουρανίας ήταν η κοπέλα που του είχε κλέψει το μυαλό. Το κοστούμι. Τα ρούχα της Ανέτ. Οι ευγένειες και οι εξυπηρετήσεις. Όλα συνδέονταν. Και βέβαια ο γιος της δεν ήθελε να μάθει, γιατί ήξερε πως θα αντιδρούσε. Και είχαν συνωμοτήσει με την Αννέτ για να μπορούν να βρίσκονται κρυφά.
Εννοείται πως θα αντιδρούσε. Η κοπέλα ήταν μια απλή μοδίστρα. Ούτε καν μοδίστρα ακόμα. Φτωχή, αγράμματη, χωρίς καμία προοπτική, από μία οικογένεια που ποιος ξέρει από πού κρατούσε. Ναι ήταν όμορφη, το μυαλό της έκοβε και το χέρι της έπιανε. Αλλά δεν ήταν κατάλληλη νύφη για τον Νικηφόρο Σεβαστό.
«Ο γιος μας τραβιέται με τη μοδίστρα;» είπε ένα βράδυ στον Δούκα.
«Την Ουρανία; Παντρεμένη δεν είναι αυτή;»
«Ποια Ουρανία, Δούκα. Τη μικρή, την Ασημίνα.»
«Α. Και πού το ξέρεις;»
«Το ξέρω, το βλέπω.»
«Και; Θα τη βαρεθεί, θα την αφήσει.»
«Δεν τις ξέρεις εσύ κάτι τέτοιες. Δεν πρόκειται να την βαρεθεί, Δούκα. Θα μας την φέρει νύφη, να το δεις.»
«Καλά, ας μας την φέρει πρώτα και βλέπουμε.»
«Όχι, δεν βλέπουμε. Πρέπει να του βρούμε μία άλλη νύφη. Κάποια να πάρει το μυαλό του από τη μικρή.»
«Κάνε ό,τι νομίζεις» της είπε και γύρισε το πλευρό του.
Και έκανε. Έφερνε κόρες φίλων της στο σπίτι να τις γνωρίσει στον Νικηφόρο. Τον ανάγκαζε ουσιαστικά να μένει στο σπίτι για να τις βλέπει. Εκείνος, εμφανώς ενοχλημένος που του χαλούσε τα σχέδια, καθόταν συνοφρυωμένος και με το ζόρι μιλούσε στις κοπέλες. Και με την Αννέτ στο πλευρό του, ξέφευγε.
«Δεν πηγαίνει άλλο αυτό η κατάσταση, Ασημίνα. Δεν γίνεται να βρισκόμαστε άλλο έτσι. Θέλω να σε βλέπω περισσότερο, να μη χρειάζεται να κρυβόμαστε. Να κοιμάμαι και να ξυπνάω δίπλα σου, καρδιά μου.» της είπε σιγανά και της φίλησε τα χέρια.
«Και τι προτείνεις, Νικηφόρε. Η μητέρα σου ακόμα σου φέρνει κορίτσια για παντρειά. Έχει σίγουρα καταλάβει πως κάτι υπάρχει. Τι νομίζεις, πως απλά θα το δεχτεί;»
«Δε με ενδιαφέρει, κορίτσι μου. Ασημίνα. Δεν με ενδιαφέρει.» της είπε έντονα. Αλλά αυτή επέμενε. Δεν ήθελε να το μάθουν ακόμα.
«Τι προτείνεις τότε;» της είπε θυμωμένα μία μέρα που είχαν για ακόμα μία φορά αυτή τη συζήτηση. Η Ελένη είχε πάει να πάρει κάτι από το παντοπωλείο και τους είχε αφήσει μόνους. «Ε; Τι προτείνεις; Να περάσουμε όλη μας τη ζωή έτσι; Να κρυβόμαστε από όλους και ο μόνος χώρος που θα μπορούμε να είμαστε μόνοι να είναι το αμάξι μου και τα δέκα λεπτά την εβδομάδα που θα μας αφήνει η Ελένη μόνους στο σπίτι;» Γύρισε την πλάτη του. Ήταν θυμωμένος, το έβλεπε. Όχι με αυτήν, αλλά με την κατάσταση. Με την κατάσταση που δεν του επέτρεπε να είναι μαζί της όπως ήθελε.
«Νικηφόρε; Νικηφόρε μου;» είπε και τον γύρισε προς τη μεριά της και του έπιασε το πρόσωπο. «Άκουσε με» συνέχισε ψιθυριστά, σα να φοβόταν να πει τις λέξεις που θα ακολουθούσαν. Σαν να του έλεγε αυτό που έκρυβε τόσο καιρό στην ψυχή της και φοβόταν να του πει. «Νιώθω… νιώθω πως αν το μάθουν θα τελειώσει αυτό που έχουμε μεταξύ μας. Θα ξυπνήσουμε από το όνειρο και θα δούμε όλη την πραγματικότητα μπροστά μας. Μία πραγματικότητα στην οποία δεν χωράω στη ζωή σου. Και δεν θέλω να ξυπνήσω σε αυτή την πραγματικότητα, Νικηφόρε. Προτιμώ να σε έχω έτσι, παρά να μην σε έχω καθόλου.»
«Κορίτσι μου» είπε και έπιασε το πρόσωπό της. «Πόσες φορές να σου το πω. Τίποτα, τίποτα δεν πρόκειται να μας χωρίσει. Το μόνο πράγμα που μπορεί να μας χωρίσει, είναι να μου το ζητήσεις εσύ. Ό,τι άλλο και να γίνει, ό,τι και να συμβεί, εγώ δεν πρόκειται να σε αφήσω. Πίστεψέ με, Ασημίνα μου.»
«Σε πιστεύω, σε πιστεύω.» είπε και κατέβασε το κεφάλι της. «Δεν είσαι εσύ που δεν πιστεύω.» Ανέβασε τα μάτια της και τον κοίταξε. Έβαλε το χέρι της στο δικό του πρόσωπο και το χάιδεψε απαλά. «Αγάπη μου. Την πραγματικότητα δεν μπορώ να εμπιστευτώ. Τα εμπόδια που θα έρθουν ανάμεσά μας.»
«Τίποτα δεν θα μπει ανάμεσά μας. Τίποτα δεν θα αφήσω.»
Και δεν έλεγε τίποτα, γιατί δεν είχε νόημα να πει κάτι άλλο.
Πλέον είχαν φτάσει μέσα Οκτώβρη, ο καιρός ήταν βροχερός και κρύος. Γινόταν όλο και πιο δύσκολο να βρίσκονται.
«Νικηφόρε; Τι κάνεις εδώ» άκουσε μια γνώριμη φωνή.
«Κυρία Ευλαμπία, πώς είστε;» ρώτησε χαμογελώντας άβολα.
«Καλά. Σε χάσαμε τώρα τελευταία.» είπε και κοίταξε την Ασημίνα.
«Ε ναι, είχα δουλειές.» είπε.
«Ναι, το βλέπω.» είπε βλέποντας την Ασημίνα από πάνω μέχρι κάτω. «Ευλαμπία Παπαδοπούλου.» είπε και της συστήθηκε.
«Χάρηκα πολύ» είπε η Ασημίνα με το γλυκό της χαμόγελο. «Ασημίνα Σταμίρη.»
«Φίλη σου από τη Γαλλία, Νικηφόρε;»
«Όχι, η Ασημίνα είναι από εδώ.» είπε αυτός αδιάφορα. «Λοιπόν, συγγνώμη, κυρία Ευλαμπία, πρέπει να πηγαίνουμε.»
«Ναι βέβαια» είπε και χαμογέλασε με νόημα. «Τα χαιρετίσματά μου στη μητέρα σου.» ήταν το τελευταίο πράγμα που του είπε αν και από τον τόνο της φωνής της ήταν σαφές πως θα της μιλούσε πριν τον ίδιο.
Μπήκαν στο αυτοκίνητο. Η σιωπή μεταξύ τους ήταν εκκωφαντική.
«Οπότε... Αυτό ήταν.» είπε ο Νικηφόρος.
«Αυτό ήταν» ψέλλισε κι αυτή.
«Δεν υπάρχει πλέον λόγος να κρυβόμαστε.»
«Όχι. Πλέον δεν υπάρχει.»
«Καλύτερα να πάω σπίτι. Να τους μιλήσω.»
«Ναι, ίσως είναι καλύτερα.»
«Να σε πάω στην Ουρανία ή σπίτι;»
«Σπίτι καλύτερα. Έχει περάσει η ώρα.»
Μετά από μισή ώρα άνοιγε την πόρτα από το διαμέρισμα. Κάθονταν στο σαλόνι, σαν να τον περίμεναν. Πήγε εκεί και τους χαιρέτησε.
«Δεν θα πεις τίποτα;» τον ρώτησε η Μυρσίνη.
«Μυρσίνη.» είπε η Αννέτ.
«Τι Μυρσίνη, Αννέτ; Να μαθαίνω από την Ευλαμπία Παπαδοπούλου πως ο γιος μου βλέπει την Ασημίνα Σταμίρη; Την Ασημίνα Σταμίρη;»
«Ηρέμησε, Μυρσίνη» είπε ο Δούκας. «Δίνουμε πολύ μεγάλη σημασία σε ένα ασήμαντο γεγονός.»
Ο Νικηφόρος γέλασε. «Ασήμαντο; Με την Ασημίνα είμαστε μαζί πέντε μήνες. Με αγαπάει και την αγαπάω. Επιτέλους το μάθατε για να μπορέσω να τη ζητήσω.»
«Τι λες, Νικηφόρε;» είπε θυμωμένα ο Δούκας.
«Την αλήθεια.»
«Θέλεις να παντρευτείς τη ράφτρα;»
«Την λένε Ασημίνα, και ναι θέλω να την παντρευτώ.»
«Πόσους ακόμα τρόπους θα βρεις για να μας τιμωρήσεις, ε; Πρώτα η δουλειά, τώρα αυτός ο… ο γάμος… Τι σου έχουμε κάνει πια που θέλεις να μας κάνεις τη ζωή δύσκολη;» φώναξε.
«Πόσο… απίστευτα εγωκεντρικός πρέπει να είσαι για να θεωρείς πως αυτό έχει οποιαδήποτε σχέση με εσένα;» απάντησε ο Νικηφόρος θυμωμένα.
«Τι είπες, ρε;» του είπε και πήγε να τον πιάσει από το πέτο. Η Αννέτ σηκώθηκε από την πολυθρόνα και μπήκε μπροστά του.
«Δούκα, σταμάτα, τι λόγια είναι αυτά;»
«Τα δικά μου λόγια, Αννέτ, ή τα δικά του; Άκου να δεις…» είπε και γύρισε πάλι προς τον Νικηφόρο. «Αυτήν δεν θα την παντρευτείς. Αν την παντρευτείς, εμάς να μας ξεγράψεις.»
Χαμογέλασε στραβά. Πήρε τα κλειδιά του στα χέρια του και έβγαλε τα κλειδιά του διαμερίσματος και του αυτοκινήτου. Τα άφησε πάνω στο τραπεζάκι.
«Αντίο, λοιπόν.» είπε και έφυγε.
«Νικηφόρε, όχι. Δούκα, δεν μπορώ να χάσω και δεύτερο γιο, σε παρακαλώ.»
«Άστον. Άστον να φύγει, Μυρσίνη. Όταν θα ξεμείνει από λεφτά, θα μας παρακαλάει να γυρίσει πίσω.»
«Αυτό δεν πρόκειται να γίνει, Δούκα.» είπε η Αννέτ. «Εγώ τον Νικηφόρο τον στηρίζω. Η Ασημίνα είναι υπέροχη κοπέλα. Τον αγαπάει και την αγαπάει. Η περιουσία του Κλωντ ούτως ή άλλως στον Νικηφόρο ανήκει κατά το ήμισυ.»
«Αννέτ.»
«Δεν υπάρχει κάτι άλλο να πούμε. Εσείς μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε με τον γιο σας, εγώ πάντως θα τον υποστηρίξω. Και θα τους παντρέψω αν το θέλουν. Κι αν με ρωτάτε καλά κάνει και φεύγει από το σπίτι. Να χτίσει τη δική του ζωή.»
Είχε πάει στο δωμάτιο και μάζευε τα πράγματά του. Τα πράγματα που είχε φέρει από τη Γαλλία, το σακάκι που του είχε ράψει η Ασημίνα. Δεν είχε μείνει τίποτα άλλο στο δωμάτιο. Θα πήγαινε σε ένα ξενοδοχείο απόψε και από αύριο θα άρχιζε να ψάχνει για διαμέρισμα και δουλειά. Για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωθε πραγματικά ελεύθερος. Με όλα τα όνειρα και όλη τη ζωή μπροστά του.
'Έβγαλε τον φάκελο με τα χρήματα από το συρτάρι. Είχαν μειωθεί αλλά ήταν αρκετά για να καλύψουν τις ανάγκες του το πρώτο διάστημα. Δεν θα αργούσε να βρει δουλειά εξάλλου, με σπουδές και γνώση γαλλικών θα είχε ό,τι θέση ήθελε. Πήρε τη βαλίτσα του και βγήκε από το δωμάτιο.
«Λοιπόν» είπε «Εγώ φεύγω. Αννέτ, θα σου πω πού θα πάω όταν εγκατασταθώ. Αν με θέλεις κάτι, πήγαινε στης Ασημίνας, θα μου το πει εκείνη.»
«Εντάξει, αγόρι μου.» είπε και τον φίλησε.
«Νικηφόρε μου, πού πας;» είπε η Μυρσίνη και πήγε προς το μέρος του. «Μείνε τουλάχιστον το βράδυ, πού θα πας τέτοια ώρα;»
«Όχι, μητέρα, ας μην τραβάμε άλλο την κατάσταση, καλύτερα να φύγω απόψε.»
«Αν βγεις από αυτό το κατώφλι» είπε ο Δούκας. «Μην ξαναγυρίσεις. Ποτέ.»
«Δούκα!» φώναξε η Μυρσίνη.
«Δεν το σκοπεύω» απάντησε ο Νικηφόρος. «Θέλω να είμαι ευτυχισμένος και ο μόνος τρόπος για να το κάνω αυτό, είναι μακριά σας.»
«Νικηφόρε. Νικηφόρε!» φώναξε και πάλι η Μυρσίνη και τον ακολούθησε.
«Αν χάσω και τον Νικηφόρο, Δούκα. Δεν θα στο συγχωρήσω ποτέ.» είπε απλά και έφυγε για το δωμάτιό τους.
Πήρε ένα ταξί και πήγε στο πιο κοντινό ξενοδοχείο. Άφησε τα πράγματά του και βγήκε μια βόλτα. Ήταν νωρίς ακόμα, ο κόσμος κυκλοφορούσε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήταν ελεύθερος.
