Δεν μάς πήρε πολύ να φτάσουμε και στην επόμενη διάσταση. Άλλωστε η θεά το είχε προγραμματίσει με την Συμπαντική Χοάνη. Δεν μπορώ να ξέρω πώς. Θεά είναι, λογικό να επικοινωνεί με τις δημιουργίες του πατέρα της. Για μια στιγμή την φαντάστηκα να κάνει παρέα με τους πλανήτες και τα νεφελώματα και να κουβεντιάζουν τα κουτσομπολιά της εβδομάδας ποιος από τους δώδεκα θεούς τα έφτιαξε με ποια θεά, ή ακόμα και ποιος θεός ανακάλυψε εξωγήινο πολιτισμό κι αν παντρεύτηκε καμία εξωγήινη. Προσωπικά τον Δία τον έχω ικανό για κάτι τέτοιο, καθώς όπως ξέρουμε από την μυθολογία, είναι αρκετά καρπερός! Βέβαια τώρα που το σκέφτομαι, το κουτσομπολιό είναι μάλλον πολύ γραφική ασχολία για τους θεούς. Δεν σκέφτονται όπως εμείς οι θνητοί, που λογικό άλλωστε. Οι θεοί έχουν καλύψει πλήρως τις βιολογικές, τις πνευματικές και τις ψυχολογικές τους ανάγκες. Μόνο το ψυχαγωγικό στάδιο δεν έχουν καλύψει! Το ξέρω κιόλας από πρώτο χέρι.

«Δες» είπε η θεά σαν άλλαξε το δωμάτιο. Τώρα βρισκόμασταν σ'έναν σκοτεινό διαδρομή με έναν μόνο γλόμπο για φως να στέκει πάνω απ'την είσοδο.

Πρόσεξα τον Μάτσουντα να ξεκλειδώνει ένα κελί κι ύστερα ακούστηκαν αλυσίδες από μέσα, σαν να ήταν κάποιος δεμένος. Εσπευσα να πλησιάσω να δω ποιος ήταν στο κελί. Η Μίσα! Από την έκφρασή της κατάλαβα πως ήταν τόσο εξουθενωμένη και τόσο καταρρακωμένη που δεν είχε δύναμη να αντισταθεί. Σαν να είχε αποδεχτεί την κατάστασή της ή σαν να την είχε απαξιώσει. Ένα από τα δύο.

Δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια της. Δάκρυα χωρίς λυγμούς και αναφιλητά. Αθόρυβο ήταν το κλάμα της. Ο αστυνόμος την κράτησε απ'το μπράτσο ενώ ο Ελ παρακολουθούσε σκεπτικός.

«Χαίρομαι που διάλεξες εμένα πρώτα. Δεν θα άντεχα να βλέπω τον Λάιτ μου να πεθαίνει...»

«Σκάσε 'συ, μωρή! Ήμουν μεγάλος θαυμαστής σου... Κι όμως ήμουν πολύ βλάκας να καταλάβω ότι υποστήριζες τον Κίρα.»

Έβγαλε το όπλο απ'την τσέπη του. «Δεν είναι όμως πολύ αργά για να πεθάνεις!»

Στόχευσε το μπράτσο της σαν να μην ήθελε να την σκοτώσει. Δεν πεθαίνει κανένας τόσο εύκολα με μια σφαίρα στο μπράτσο. Άλλωστε δεν θα ήθελε κανένας θαυμαστής να σκοτώσει το ίνδαλμά του. Κι όπως φάνηκε, ούτε ο συνάδελφος του ήθελε τον θάνατο της νεαρής γυναίκας! Με δυό δρασκελιές, ο Ελ πέρασε ξυστά από τον Μάτσουντα και την Μίσα σαν να ήθελε να φράξει την είσοδο της σφαίρας που ήταν το σώμα της κοπέλας. Ο αστυνόμος καθώς δεν περίμενε αυτή του την κίνηση τράβηξε κατά λάθος την σκανδάλη στοχεύοντας τον ώμο του Ελ αντί για της Μίσα.

«Μάτσουντα σταμάτα!»

«Ελ, τι κα-»

«Ελ!»

Την τράβηξε από το χέρι και βγήκαν απ'το δωμάτιο. Η θεά χτυπώντας τα δάχτυλά της άλλαξε την θέση μας κι έτσι βρεθήκαμε σε μια μικρή αυλή έξω από το κτήριο, όπου ελάχιστα αμάξια περνούσαν. Η κοπέλα σαστισμένη κοίταξε τον ντετέκτιβ. Εκείνος της κρατούσε σφιχτά το χέρι. Ο ώμος του έτρεχε αίμα. Βαριανάσαινε απ'τον πόνο.

«Τι εννοείς;»

«Οι θνητοί που μένουν στο πολυσύμπαν για πάνω από είκοσι θεϊκά λεπτά, αρχίζουν να έχουν συμπτώματα κούρασης. Όπως σού είπα, δεν μπορεί το αστρικό σου σώμα να μείνει παραπάνω γιατί θα πέσεις σε κώμα.»


Κι έτσι με επέστρεψε με ασφάλεια στο δωμάτιό μου. Δεν θυμάμαι αν με χαιρέτησε, αν μού ευχήθηκε «καλό ξημέρωμα». Θυμάμαι όμως ότι ξύπνησα μετά από λίγη ώρα. Είχε ξημερώσει κι εγώ ήμουν ακόμη ξαπλωμένη. Προσπαθούσα να συλλάβω αυτό που είχε δει ο νους μου.

Όνειρο ήταν αυτό; Πώς θυμάμαι τις λεπτομέρειες; Είμαι σίγουρη ότι ήταν όνειρο! Για φαντάσου... Σπάνιο πράγμα να θυμάσαι τόσο καλά τα όνειρα λες και είδες ταινία. Η Νυξ μού είπε ότι ξέρει την Ελένη.

Ανακάθισα στο κρεβάτι κι άνοιξα το κινητό μου. Ξαφνιάστηκα όταν είδα ότι η ώρα ήταν οχτώμισι και μέρα Παρασκευή. Από τις 29 του Μάη είχαν ξεκινήσει οι ενδοσχολικές και σήμερα ήταν 1η Ιουνίου!

Τινάχτηκα σαν ελατήριο προσπαθώντας να βρω ρούχα να φορέσω. Η προσωπική υγιεινή μπορούσε να περιμένει. Στο σχολείο μπορούσα να πάω νηστική ή χωρίς να έχω πλύνει το πρόσωπό μου. Αλλά όχι και να ξεκινήσουν κι εγώ να φοράω ακόμα πιτζάμες! Το σημαντικό είναι να γράψω και να τελειώνουμε! Τι μάθημα γράφουμε σήμερα; Δεν έχω διαβάσει τίποτα!

«Άδικα βιάζεσαι, Μαρίνα.» ακούστηκε η φωνή της αδελφής μου απ'τον διάδρομο. Την πλησίασα. Μάλλον θα γράφουμε άλλη μέρα και θα μπερδεύτηκα.

«Τι εννοείς;»

«Δεν πάμε σχολείο σήμερα. Κάνουν κατάληψη.»

«Πάλι; Πριν έναν μήνα κάνανε!»

«Ναι, αλλά αυτό ήταν γιατί ήταν γιατί ήταν κλειστό το κυλικείο. Να φανταστείς μέχρι και το δικό μου σχολείο σάς είδε και σας αντέγραψε.»

Μπας και με δούλευε η Ελένη; Ηταν περίοδος εξετάσεων. Για ποιον λόγο να κάνουν κατάληψη;

«Και γιατί κάνουν κατάληψη; Αφού έχουμε εξετάσεις.»

«Ακριβώς επειδή έχουμε εξετάσεις κάνουν κατάληψη. Έτσι είπαν δηλαδή. Στο δικό μου το σχολείο βέβαια όταν πήγα, δεν είδα πανό και συνθήματα αλλά ήταν κλειστές οι καγκελόπορτες, και τα παιδιά που συμμετείχαν στην κατάληψη ήταν μέσα στο προαύλιο, ενώ αυτά που δεν ήθελαν να συμμετάσχουν ήταν έξω απ'το κτήριο. Ήρθα σπίτι κι εξήγησα στην μαμά τι συμβαίνει, και τώρα έχει πάρει τηλέφωνο τον διευθυντή του δικού σου σχολείου να τον κάνει ντα.»

Πράγματι όταν κατέβηκα στην κουζίνα είδα την μαμά να φωνάζει στο κινητό της. Φαίνεται όμως πως είχε πατήσει κατά λάθος την ανοιχτή ακρόαση, και η συζήτηση έγινε ακόμα πιο αστεία.

«Συγγνώμη κιόλας, κύριε Παπαγεωργίου μα είναι πράγματα αυτά; Από ένα σοβαρό σχολείο να κάνει κατάληψη κάθε δύο μήνες για ανούσιο λόγο;!»

«Εμείς τι φταίμε, κυρία μου που τα παιδιά δεν θέλουν να κάνουν μάθημα;! Πάνε κι αυτά, βρίσκουν όπως λέτε κι εσείς ανούσιες δικαιολογίες για να μην γίνει μάθημα. Παιδιά είναι, τι περιμένετε;»

«Ακούστε... Δεν θα ήθελα να σας κάνω μάθημα παιδαγωγικής. Έχετε παιδιά κι εγγόνια. Αν μη τι άλλο που είστε διευθυντής σχολείου! Επιτρέψτε μου όμως να πω ότι τα παιδιά τα πειθαρχούμε! Τούς βάζουμε όρια αν θέλουμε να μην κάνουν... Μην πω την λέξη τώρα. Τέλος πάντων, βλέπουν ότι δεν παίρνετε την δουλειά σας στα σοβαρά, και δεν σας παίρνουν ούτε εκείνα στα σοβαρά!»

«Δεν πάτε καλά μού φαίνεται, κυρία μου! Αφού έχετε παιδιά εφαρμόστε τις δικές σας μεθόδους διαπαιδαγώγησης! Αφήστε με εμένα να πειθαρχήσω τους μαθητές μου όπως θεωρώ πρέπον!»

«Είστε ένας κομπλεξικός κι ένας αχαϊρεύτος! Αλλά πού θα πάει, θα στείλω επιστολή στο υπουργείο παιδείας να σας κάνω μήνυση! Θα πω να κλείσει ο Αγιος Δημήτριος κι η Αγία Βαρβάρα!»

«Το γυμνάσιο από δίπλα λέτε;»

«Όχι, την Αγία Βαρβάρα την ορίτζιναλ!»

«Δεν με αφήνετε λέω, 'γω κυρία μου πρωινιάτικα; Έχουμε και δουλειές!»

Ξανανέβηκα στον πάνω όροφο να πω στην Ελένη ο,τι είχα δει στον «ύπνο» μου. Την βρήκα στο δωμάτιό της να παίζει με το κινητό.

«Έχεις ένα λεπτό;» την ρώτησα.

«Τι θες;»

«Να σου πω κάτι»

Άφησε το κινητό στην άκρη. «Είναι σοβαρό;»

«Ναι και όχι. Θα καταλάβεις.»

Έκλεισα την πόρτα να μην ακουγόμαστε από κάτω, κι έκατσα απέναντί της.

«Που λες, δεν είμαι σίγουρη εκατό τοις εκατό, αλλά νομίζω ότι συνάντησα το πνεύμα του μαρκαδόρου.»

«Την θεά Νυξ;» ψιθύρισε.

«Μάλιστα. Στον ύπνο μου.»

Κι έτσι άρχισα να της διηγούμαι ο,τι είχα βιώσει. Ακόμα κι αν δεν ήμουν σίγουρη ότι ήταν όνειρο ή κάτι ενδιάμεσο,η αδελφή μου φάνηκε να με πιστεύει. Πώς να μην με πίστευε δηλαδή; Ο μαρκαδόρος πλέον ήταν ο σύντροφός μας. Ο πιο πιστός μας φίλος. Ποτέ δεν είχε προδώσει το μυστικό μας.

«Δεν το ονειρεύτηκες, Μαρίνα. Στ'αλήθεια την είδες, και στ'αλήθεια είχες εξωσωματική εμπειρία. Την πρώτη σου κιόλας!»

«Γιατί, ξέρεις πολύ κόσμο που έχει εξωσωματικές εμπειρίες;»

«Αν είχε όλος ο κόσμος τέτοιες ιδιότητες θα ήμασταν μάγοι στο Χάρι Πότερ.»

«Τέλος πάντων, δεν ξέρω αν το ήξερες, αλλά μού είπε ότι ζούμε σε πολυσύμπαν.»

Με κοίταξε έκπληκτη. «Όχι, πρώτη φορά το μαθαίνω! Πώς της ξέφυγε; Ενδιαφέρον...»

«Ναι, και μάλιστα μού έδειξε διαφορετικές εκδοχές του σύμπαντος, και όχι μόνο! Είδα και τι εξέλιξη είχε η υπόθεση Κίρα. Την θυμάσαι; Εσύ μού την είχες προτείνει για έρευνα.»

«Πώς δεν την θυμάμαι; Ξεχνιέται;»

«Αυτό της είπα κι εγώ. Ότι δεν ξεχνιέται!» γέλασα.

«Ήθελα να στο πω η αλήθεια είναι.» είπε.

«Ποιο πράγμα;»

«Έλεγα να ξαναπήγαινες Ιαπωνία με τον μαρκαδόρο, αλλά να έρθω κι εγώ μαζί. Μιας και πλησιάζουν διακοπές δηλαδή. Εκτός αν θες να πάμε κάπου αλλού.»

«Γιατί όχι; Να πάμε, αλλά γιατί συγκεκριμένα Ιαπωνία;»

«Ε, δεν είναι ωραία χώρα; Εσύ θα μου πεις, εσύ έχεις πάει.»

«Εντυπωσιακή είναι, δε λέω. Έχει και ωραία αξιοθέατα. Κάτι μου λέει όμως ότι για άλλο λόγο μού το λες.»

Λόγω του ότι αναφέραμε την υπόθεση Κίρα πάνω στην κουβέντα, το μυαλό μου πήγε κατευθείαν στην περιπέτεια. Πού ξέρεις; Μπορεί να είχε βρει πάλι καμιά υπόθεση. Κάποια παρόμοια με του Κίρα; Πολύ πιθανόν.

«Γατόνι είσαι, Μαρίνα. Όλα τα πιάνεις! Η αλήθεια είναι ότι μου αρέσει η περιπέτεια και δεν έχω ζήσει ποτέ κάποια έντονη εμπειρία, οπότε...»

Έκανε μια παύση κι αναστέναξε. «Λέω να πάμε να βρούμε τον Ελ.»

«Για υπόθεση;»

«Όχι μωρέ, για καφέ να πάμε. Φίλοι είμαστε, να μην βγούμε για κάνα ποτό;» είπε αστειευόμενη λες και δεν κατάλαβα ότι εννοούσε να λύσουμε καμιά υπόθεση.

«Εσύ τι λες να κάνουμε; Ανάφερα έναν ντετέκτιβ με τον οποίο συνεργάστηκες πριν δύο χρόνια. Τις προάλλες μού είπες ότι είναι αρκετά ιδιαίτερος, από τον τρόπο που μιλάει, που περπατάει, που τρώει, αλλά παρόλα αυτά είναι πολύ έξυπνος. Θέλω πολύ να τον γνωρίσω, κι επί τη ευκαιρία να συνεργαστούμε κιόλας!»

«Και γιατί δεν πας μόνη σου; Είναι ανάγκη να έρθω κι εγώ;»

«Θέλω να ζήσω περιπέτεια, Μαρίνα. Να μού ανέβει η αδρεναλίνη! Τι περιπέτεια να ζήσω μες την μονότονη ζωή της Αθήνας; Θα έρθεις κι εσύ! Θυμήσου το όνειρό μας! Πρέπει να το πραγματοποιήσουμε!»

Είχε δίκιο για το παιδικό μας όνειρο να μπούμε στο σώμα της αστυνομίας, αν όχι να γίνουμε αστυνομικίνες, τουλάχιστον να γίνουμε ντετέκτιβ. Και οι δυό μας γονείς όμως είναι αντίθετοι προς τα δικά μας ενδιαφέροντα, τουλάχιστον μόνο για την Ελένη. Ναι μεν έχεις σταθερό μισθό όταν είσαι αστυνόμος, όμως η μαμά πιστεύει ότι μόνο η Ελένη μπορεί να ακολουθήσει αυτό το επάγγελμα. Κι αυτό γιατί σύμφωνα με τα λεγόμενά της έχω διάφορες φοβίες.

Από την πρώτη Γυμνασίου μού λέει ότι θα ακολουθήσω το δικό της επάγγελμα: Φιλολογία. Πόσο βαρετό επάγγελμα! Ξεχνάει μού φαίνεται ότι δυσκολεύομαι πολύ σε όλα τα μαθήματα, ειδικά στα Αρχαία και την Ιστορία! Πώς θα γίνω φιλόλογος; «Εδώ φοβάσαι το σκοτάδι, τον οδοντίατρο και τα νοσοκομεία, πράγματα που δεν είναι καν τρομακτικά! Ο φοβισμένος δεν γίνεται αστυνόμος!» Μού το λέει αυτό πολύ συχνά. Λογικά θα πιστεύει ότι η Ελένη είναι πιο δυναμική από μένα. Δεν μού το έχει πει ποτέ κατευθείαν, αλλά το καταλαβαίνω από τα συμφραζόμενα. Όχι πως έχει άδικο για τις φοβίες μου, αλλά δεν ξέρω αν θέλω να γίνω αστυνομικίνα με ειδίκευση στις υποθέσεις. Εκτός αν αποφασίσω να γίνω, αλλά σε άλλο τομέα, όπως ας πούμε την τροχαία να κόβω κλήσεις.

«Έχεις δίκιο, Ελένη. Εκπαιδευόμαστε για την μελλοντική μας δουλειά!» είπα ζωηρά. «Πότε ξεκινάμε;»

«Εσύ θα αποφασίσεις, είσαι μεγαλύτερη.»

«Λέω να μάς προτείνει η Νυξ αυτή την φορά. Ξέρει καλύτερα τα σύμπαντα και τα γεγονότα τους. Ισως πάμε σε άλλη διάσταση αντί για την δική μας.»

«Μια στιγμή. Αν πάμε σε άλλη διάσταση δεν θα σημαίνει ότι είσαι ξένη στα πρόσωπα της υπόθεσης; Θέλω να πω, ο Ελ σε ξέρει, αλλά μόνο ο Ελ της δικής μας διάστασης. Πώς μπορεί να σε ξέρει η άλλη του εκδοχή;»

Το σκέφτηκα για λίγο, αν και δεν ήμουν σίγουρη για την ερμηνεία που έδωσα.

«Όταν ταξιδεύει κάποιος στο παρελθόν αλλάζει τα γεγονότα στο μέλλον. Το ίδιο μπορεί να ισχύει και με τις παράλληλες διαστάσεις, δηλαδή μια αλλαγή να επηρεάζει και τις υπόλοιπες.»

«Λες, ε;»

«Θα ρωτήσουμε την Νυξ να το τεκμηριώσουμε.»

«Τέλεια! Ιαπωνία, σού ερχόμαστε!»