Ήταν Νοέμβριος, αλλά ο καιρός ήταν ζεστός ακόμα. Δεν είχε πάνω από χρόνο που είχε έρθει Αθήνα. Ο καιρός εδώ ήταν πιο ήπιος, πιο μαλακός από το χωριό. Δεν είχε συνηθίσει. Η βοή και ο ρυθμός της πόλης την τρέλαιναν. Περίμενε πώς και πώς να κλείσει την πόρτα της μικρής κάμαρής της το βράδυ και να αφήσει τον θόρυβο της πόλης πίσω της. Να μη χρειάζεται πια να ακούει τη φασαρία. Να μη χρειάζεται να βλέπει τον κόσμο. Να είναι μόνη της. Μακριά από όλους και από όλα.

Αυτό είχε προσπαθήσει άλλωστε και με το να φύγει από το χωριό. Να είναι μακριά από όλους. Από όλους και από όλα. Δεν ήθελε να τους βλέπει πια. Δεν μπορούσε, δεν το άντεχε. Δεν άντεχε να βλέπει την προδοσία τους. Η προδοσία τους. Η αγαπημένη της αδερφή. Είχαν μεγαλώσει μαζί. Δεν είχε γνωρίσει μάνα η Δρόσω. Και έτσι και η Ελένη και η Ασημίνα ήταν μάνα γι'αυτήν. Και η Ελένη μάνα και για τις δυο τους. Γι'αυτό κι όταν έμαθε πως ήξερε και δεν της μίλησε, έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Το στήριγμά της στα πάντα και την είχε προδώσει. Και τέλος, αυτός. Ο μεγάλος της έρωτας. Όταν τον αντίκρυσε πρώτη φορά, η καρδιά της σταμάτησε. Ήταν σαν να εξαφανίστηκαν τα πάντα γύρω τους και να υπήρχαν μόνο αυτοί οι δύο, μόνο τα μάτια του να κοιτάνε τα δικά της.

Πήρε μία βαθιά ανάσα. Είχε πολλή δουλειά σήμερα, δεν μπορούσε κεφάλι να σηκώσει. Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν και όλες οι κυρίες ήθελαν ένα καλό φόρεμα, να ραφτούν. Είχε βρει δουλειά σε μία μοδίστρα. Είχε δυο-τρεις κοπέλες που την βοηθούσαν. Δεν την συμπαθούσαν ιδιαίτερα. Γνωρίζονταν χρόνια κι αυτή, παρά την καλοσύνη της, ήταν μία ξένη που είχε έρθει από το χωρίο. Δεν ήταν σαν της Ουρανίας το μοδιστράδικο, αλλά τουλάχιστον έβγαζε το ψωμί της. Δεν το είχε πει ούτε στην Ουρανία ότι θα έφευγε. Θα προσπαθούσαν όλοι να την μεταπείσουν. Είχε μαζέψει μερικά ρούχα, όσα είχε από το πατρικό της, είχε βάλει σε ένα στρίφωμα τις οικονομίες της και πήρε το λεωφορείο για τη Λάρισα. Από εκεί το τρένο για Αθήνα, μισή ημέρα μακριά. Φοβόταν. Δεν είχε φύγει ποτέ έξω από το Διαφάνι. Και τώρα όχι μόνο έφευγε αλλά, πήγαινε στην Αθήνα. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.

«Τελειώνεις;» την ρώτησε η Ασπασία.

«Σε λίγο, κυρία Ασπασία.» είπε κουρασμένα.

«Εντάξει, εντάξει, άσ'το» απάντησε αυτή. «Έχει περάσει η ώρα, με το ζόρι βλέπεις, έλα αύριο από νωρίς.»

Δεν έφερε αντίρρηση. Ήταν πολύ κουρασμένη, τα μάτια της είχαν θολώσει από το να κοιτάει το γαζί όλη την ημέρα. Σηκώθηκε χωρίς να πει κουβέντα, πήρε την τσάντα και το παλτό της, χαιρέτησε σιγανά και έφυγε. Ο καθαρός αέρας ήταν αναζωογονητικός, έπεσε δροσερός πάνω στο πρόσωπό της και την ξύπνησε. Το είχε ανάγκη. Δεν ήθελε να πάρει το λεωφορείο, είχε πολύ κόσμο και ήταν τέλος του μήνα, έπρεπε να κάνει λίγη οικονομία. Το σπίτι δεν ήταν μακριά και η νύχτα ήταν γλυκιά, θα περπατούσε. Είχε κόσμο ακόμα έξω. Προχωρούσαν γρήγορα, ποιος ξέρει, ίσως κι αυτοί βιάζονταν να πάνε σπίτια τους.

Δεν ήθελε να δει τον Πέτρο, αλλά δεν μπορούσε να το αποφύγει, θα περνούσε μπροστά από την εφημερίδα. Της είχε πει πολλές φορές να την προσλάβει για γραμματέα, να μη χρειάζεται να παιδεύεται μπροστά στη ραπτομηχανή. «Θα παιδεύομαι μπροστά στη γραφομηχανή» του απαντούσε. Το ενδιαφέρον της για αυτήν δεν ήταν επαγγελματικό βέβαια. Του το είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν μπορούσε να γίνει γραμματέας και το ήξερε και ο ίδιος. Ήταν όμορφη κοπέλα, παρότι η ίδια δεν το έβλεπε. Το έβλεπαν όλοι οι άλλοι. Ήταν καλός άνθρωπος ο Πέτρος, ή τουλάχιστον φαινόταν. «Δεν έχω και την καλύτερη κρίση για το ποιος είναι καλός άνθρωπος» σκεφτόταν συχνά. Δεν είχε σημασία. Δεν ήταν αυτός.

Μπήκε στο σπίτι. Ήταν ένα μικρό δωμάτιο, με ένα κουζινάκι. Είχε και μπάνιο μέσα στο σπίτι, στο χωριό έπρεπε να βγαίνει έξω. Ήταν σε καλή γειτονιά. Είχε έναν μεγάλο κήπο πίσω από το σπίτι. Ο κήπος ήταν της σπιτονοικοκυράς, αλλά είχε φύγει στο χωριό και την είχε αφήσει να τον φροντίζει. Της άρεσε ο κήπος. Της θύμιζε το χωριό, χωρίς τις άσχημες αναμνήσεις. Είχε μία όμορφη λεμονιά και ήταν μες στις τριανταφυλλιές. Στις γωνίες είχε τενεκέδες με δυόσμο και βασιλικό. Κάθε πρωί έβγαινε στον κήπο και έπινε το καφεδάκι της. Ακουμπούσε το χέρι της στον βασιλικό και η μυρωδιά του την ακολουθούσε όλη την ημέρα.

Ήταν η πρώτη φορά που έμενε μόνη της. Και παρά την όλη κατάσταση, ένιωθε για πρώτη φορά ελεύθερη, ανεξάρτητη. Της έδινε δύναμη αυτό και μια περίεργη χαρά, ότι μπορούσε να σταθεί στα πόδια της μόνη της, ότι μπορούσε να τα καταφέρει όλα.

Ήταν πολύ κουρασμένη, δεν είχε κουράγιο ούτε μπουκιά να βάλει στο στόμα της. Πλύθηκε γρήγορα και έπεσε στο κρεβάτι. Σπάνια την έπιανε ο ύπνος κατευθείαν. Οι σκέψεις δεν την άφηναν σε ηρεμία. Μόνο καμιά φορά, εάν ήταν πολύ κουρασμένη και το μυαλό της της το επέτρεπε, την έπαιρνε ένας βαθύς ύπνος, ένας λήθαργος. Δεν την ξεκούραζε αυτός ο ύπνος. Ήταν σαν να ήταν υπνωτισμένη. Δεν χρειαζόταν όμως να σκέφτεται. Τουλάχιστον μπορούσε να βρει ανακούφιση εκεί. Έτσι και απόψε.

Το πρωί την βρήκε μουδιασμένη. Σαν να είχε ένα προαίσθημα, σαν κάτι να γινόταν σήμερα. Δεν ήξερε αν θα ήταν κακό ή καλό, αλλά την κρατούσε σε εγρήγορση, σα να περίμενε κάτι. Στη δουλειά ήταν σαν να βρίσκεται σε μία ομίχλη, σαν να ήταν θολωμένο το μυαλό της. Έραβε χωρίς να δίνει σημασία.

«Ασημίνα, πήγαινε να πάρεις μέτρα, ήρθε νέα πελάτισσα.» είπε η Ασπασία.

Βγήκε από το δωματιάκι. Η πελάτισσα καθόταν στην πολυθρόνα και διάβαζε μία «Γυναίκα».

«Γεια σας.» είπε ευγενικά η Ασημίνα.

«Γεια σας» απάντησε κι αυτή. «Εσείς θα μου πάρετε τα μέτρα;»

«Μάλιστα, θα θέλατε μήπως έναν καφέ, ένα νερό;» προσφέρθηκε ευγενικά.

«Ένα νερό, ευχαριστώ.» είπε αυτή αδιάφορα.

Πήγε στο κουζινάκι και την άφησε μόνη της. Μετά από λίγο άκουσε το καμπανάκι της πόρτας και άκουσε μία ακατάληπτη ανδρική φωνή και τη φωνή της πελάτισσας να του απαντάει. Θα ήταν ο άνδρας της μάλλον, συχνά οι σύζυγοι των πελατών τους περνούσαν από εκεί. Επέστρεψε στο δωμάτιο.

«Το νερό σας» είπε και της το προσέφερε. Ανέβασε το βλέμμα της. Και εξαφανίστηκαν τα πάντα.