«Νικηφόρε; Νικηφόρε μου;»

Η φωνή της Ρένας ήταν ενοχλητική στα αυτιά του. Την είχε γνωρίσει μερικούς μήνες μετά τον χωρισμό, όταν είχε χάσει κάθε ελπίδα να την βρει. Η μητέρα του επέμενε. Ένας Νικηφόρος Σεβαστός δεν μπορούσε να κλαίγεται πίσω από μία ασήμαντη χωριάτα. Έτσι μπήκε η Ρένα στη ζωή του και στην απέραντη θλίψη του. Το έβλεπε ότι δεν την αγαπούσε, δεν είχε αυταπάτες. Θεωρούσε πως δεν την ενδιέφερε καν, αρκεί που θα μπορούσε να γίνει κυρία Σεβαστού. Ούτε αυτόν τον ενδιέφερε. Τίποτα δεν τον ενδιέφερε πλέον. Στις καλές ημέρες μπορούσε απλά να ξεχαστεί για λίγο. Τις δύσκολες μέρες ήταν σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος στον κόσμο, σα να ήταν αυτός, η θλίψη του και το ποτό. Και η παρουσία της. Που ποτέ δεν τον άφηνε, ήταν πάντα εκεί, δίπλα του. Η διαρκής ανάμνησή της να του υπενθυμίζει την απουσία της.

Και τώρα ήταν εκεί, μπροστά του. Η παρουσία της να προκαλεί έναν αβάσταχτο πόνο στην ψυχή του. Από όλα τα μοδιστράδικα της Αθήνας, είχε πέσει στο δικό της. Πόσες ήταν οι πιθανότητες; Τι ήταν αυτό που τους τραβούσε κοντά τον ένα με τον άλλο;

«Νικηφόρε μου, καλά είσαι;» ξαναρώτησε η Ρένα βγάζοντάς τον από τον λήθαργό του.

«Ναι, ναι, μια χαρά.» απάντησε. «Τι γίνεται εδώ; Αργείτε;»

«Δεν έχουμε ξεκινήσει ακόμα.» είπε η Ρένα. «Θα αργήσουμε;»

«Δέκα λεπτά το πολύ θα κάνουμε» απάντησε αυτή.

«Θα περιμένεις, Νικηφόρε μου;»

«Όχι, όχι. Λέω να πάω να πιώ έναν καφέ στο καφενείο απέναντι. Όταν τελειώσεις μπορείς να έρθεις να με βρεις εκεί;»

«Εντάξει, καλέ μου.» είπε αυτή απλά.

Βγήκε γρήγορα από το μοδιστράδικο, χωρίς να της ρίξει δεύτερη ματιά. Φοβόταν πως και το πιο μικρό βλέμμα θα τον πρόδιδε. Πως η Ρένα θα καταλάβαινε. Πως δεν θα άντεχε και θα σωριαζόταν. Ντρεπόταν. Ντρεπόταν τόσο πολύ για αυτό που είχε κάνει. Το είχε μετανιώσει την ίδια στιγμή, αλλά το κακό είχε ήδη γίνει. Είχε ξαφνιάσει και τον ίδιο του τον εαυτό ότι μπόρεσε να κάνει κάτι τέτοιο, να προδώσει την αγάπη του με αυτόν τον τρόπο. Να είναι τόσο επιπόλαιος, τόσο ανάξιος της αγάπης της. Γιατί την αγαπούσε. Ήταν η ζωή του, ο κόσμος του όλος. Και την είχε χάσει για πάντα. Με την παρόρμηση μίας στιγμής, με ένα μόνο λάθος είχε καταστρέψει ολόκληρη τη ζωή του και τη δική της μαζί.

Χαλάρωσε τη γραβάτα του και άνοιξε ένα κουμπί από το κλειστό πουκάμισό του. Χρειαζόταν αέρα. Πήγε στο καφενείο και κάθισε στο πρώτο τραπέζι που βρήκε. Παρήγγειλε έναν καφέ, σκέτο. Τον ήπιε γρήγορα, έκαψε τα χείλη του. Δεν τον χωρούσε ο τόπος, δεν περνούσε η ώρα. Ήθελε να φύγει από εκεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Πόσο ειρωνικό, τόσο καιρό το μόνο που ήθελε ήταν να μπορέσει να την βρει και να την κοιτάξει στα μάτια για μία ακόμα φορά. Και τώρα που την είχε βρει, ήθελε να φύγει μακριά της. Του έπαιζε κάποιο περίεργο παιχνίδι η μοίρα μάλλον, δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Κοίταξε το ρολόι του. Είχαν περάσει ήδη δέκα λεπτά και η Ρένα ακόμα να έρθει. Άφησε μια δραχμή στο τραπέζι και σηκώθηκε.

Εκείνη την ώρα έβγαινε η Ρένα από το μαγαζί.

«Νικηφόρε μου, σηκώθηκες; Δεν θέλεις να πιούμε έναν καφέ μαζί;»

«Βιάζομαι λίγο, καλύτερα να φύγουμε.»

«Εντάξει, καλέ μου, όπως επιθυμείς.»

Ήταν σιωπηλός σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Δεν περνούσε απαρατήρητο από τη Ρένα. Ήταν περίεργη η συμπεριφορά του σήμερα, δεν ήξερε τι τον είχε πιάσει και φερόταν έτσι. Την πήγε στη θεία της, όπου έμενε αυτές τις ημέρες που είχαν έρθει Αθήνα, την χαιρέτησε ψυχρά και έφυγε. Με το ζόρι κατάφερε να κλείσει την πόρτα του δωματίου στο ξενοδοχείο, πριν πέσει κάτω. Έβγαλε γρήγορα τη γραβάτα και το σακάκι του και άνοιξε το πουκάμισό του. Η αναπνοή του έβγαινε ακανόνιστα, πότε δεν μπορούσε να πάρει ανάσα, ανέπνεε βαθιά σαν να μην έφτανε ο αέρας στο δωμάτιο. Ζαλιζόταν, το δωμάτιο γύριζε και δεν μπορούσε να το σταματήσει. Η καρδιά του θα έσπαγε, θα ξεριζωνόταν από το στήθος του. Κούρνιασε στο πάτωμα, προσπαθώντας να ηρεμήσει την αναπνοή του και τους σφυγμούς του. Σιγά-σιγά ένιωσε την καρδιά του να ηρεμεί, τις ανάσες του να βγαίνουν πιο σταθερά. Σηκώθηκε αργά και έπεσε στο κρεβάτι με τα ρούχα. Όταν ξύπνησε είχαν περάσει ώρες, είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει έξω. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και κατέβηκε στο μπαρ του ξενοδοχείου. Ο υπάλληλος στη ρεσεψιόν τον σταμάτησε, είχε μηνύματα από τη μητέρα του και την κα. Μόρντζου του είπε. Δεν ήταν σε θέση να τους μιλήσει τώρα, θα τις έπαιρνε το πρωί. Πήγε, κάθισε στο μπαρ και άρχισε να πίνει. Το επόμενο πρωί είχε πάρει την απόφασή του.

«Πόσο καιρό θα κάνει το φόρεμά σου;» την ρώτησε αδιάφορα. Είχε ήδη απολογηθεί για τη σιωπή του την προηγούμενη νύχτα. Δεν ένιωθε καλά, είπε, και ξάπλωσε νωρίς. Την αλήθεια δηλαδή. Σχεδόν.

«Δεν θα πάρει πολύ μια-δυο ημέρες. Παρήγγειλα δύο συνολάκια, πιο καλά, να έχω για τους αρραβώνες.»

«Ωραία, καλή μου, θα πάω εγώ να τα πάρω, να μην κουράζεσαι.» Δεν σχολίασε καθόλου τον αρραβώνα, προσπαθούσε να μην τον σκέφτεται. Είχε παντρευτεί μόλις έναν χρόνο πριν, πώς μπορούσε να παντρευτεί ξανά τόσο γρήγορα. Το πιο σημαντικό όμως δεν ήταν αυτό. Την Ασημίνα την είχε παντρευτεί έναν μήνα μετά από εκείνο το πρώτο βλέμμα. Αν την αγαπούσε, δεν θα μπορούσε να περιμένει να παντρευτεί τη Ρένα. Δεν την αγαπούσε, το ήξεραν όλοι. Αγαπούσε την Ασημίνα. Ακόμα. Πώς μπορούσε να παντρευτεί τη Ρένα όταν η καρδιά του ήταν ακόμα ολοκληρωτικά δική της;

«Είσαι σίγουρος, καλέ μου; Δεν χρειάζεται να μπεις σε κόπο.»

«Κανένας κόπος, με το αυτοκίνητο θα πάω, μην τρέχεις εσύ με το ταξί.» επέμεινε, αλλά αρκετά αδιάφορα. Φαινόταν ως ενδιαφέρον προς την μέλλουσα αρραβωνιαστικιά του, παρά ως οτιδήποτε άλλο.

«Εντάξει, καλέ μου.»

«Θα σε πάρουν τηλέφωνο;»

«Ναι, θα σε ενημερώσω.»

Χωρίστηκαν μετά από λίγη ώρα. Η θεία της και οι γονείς της το είχαν καταστήσει σαφές ότι δεν έπρεπε να περνούν πολύ χρόνο μόνοι τους. Το ταξίδι για Αθήνα ήταν μία εξαίρεση και περίμεναν λεπτομερή αναφορά όταν έφταναν. Άλλο που δεν ήθελε. Πώς και πώς έβλεπε την ώρα να μείνει μόνος του. Πήγε κατευθείαν στο ξενοδοχείο, δεν ήθελε να χάσει το τηλεφώνημά της. Ανέβηκε στο δωμάτιο, αλλά δεν τον χωρούσε. Κάθισε στο τραπέζι, πήρε μια λευκή σελίδα χαρτί και άρχισε να γράφει σκόρπιες λέξεις, σκέψεις που του έρχονταν στο μυαλό και που χωρίς να καταλαβαίνει πώς, έβγαιναν στο χαρτί. Δεν χτύπησε το τηλέφωνο μέχρι το απόγευμα, θα είχε κλείσει πλέον το μοδιστράδικο. Πήρε το σακάκι του και βγήκε έξω. Είχε βγάλει λίγη ψύχρα, αλλά δεν τον ένοιαζε. Μπήκε στο πρώτο ταβερνάκι που βρήκε. Δεν πεινούσε, αλλά πήρε κάτι να φάει, για να περάσει η ώρα και να μην σκέφτεται. Να προσπαθήσει να ζήσει φυσιολογικά τη ζωή του. Γύρισε νωρίς και έπεσε κατευθείαν στο κρεβάτι. Το αλκοόλ και η κούραση της προηγούμενης ημέρας τον έριξαν σε έναν βαθύ ύπνο.

Ξύπνησε από τον ήχο του τηλεφώνου.

«Ναι…» είπε μέσα στον ύπνο του.

«Νικηφόρε μου; Η Ρένα είμαι. Σε ξύπνησα;»

«Όχι, όχι, ξύπνιος είμαι.» είπε και ανακάθισε.

«Τα φορέματά μου είναι έτοιμα. Μπορείς ακόμα να πας;» ρώτησε.

Ένα τέταρτο μετά ήταν ήδη στο αυτοκίνητο.

Άφησε το αυτοκίνητο λίγο πιο κάτω από το μοδιστράδικο. Όσο πλησίαζε τόσο πιο βαριά ένιωθε τα βήματά του, η καρδιά του πάλι έτοιμη να σπάσει. Σταμάτησε και ακούμπησε πάνω σε έναν τοίχο. Έκλεισε τα μάτια του. Δεν υπήρχε γυρισμός. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άνοιξε την πόρτα. Το κουδουνάκι χτύπησε. Τα μάτια της σηκώθηκαν και συνάντησαν τα δικά του.

«Ασημίνα…»