Ζαλιζόταν. Έδωσε το νερό και πήγε στον πάγκο για να πάρει τις βελόνες και τη μεζούρα. Κάθισε στο σκαμπό και ήλπιζε πως η κοπέλα δεν θα καταλάβαινε τίποτα. Έφυγε μετά από λίγο. Έκανε μηχανικά τη δουλειά της, με το ζόρι άκουγε τι της έλεγε η κοπέλα, Ρένα νομίζει πως την έλεγαν. Ήθελε δύο απλά πατρόν, θα τελείωναν γρήγορα. Τελείωσαν σε ένα τέταρτο. Πήγε γρήγορα στο μικρό μπάνιο που είχαν. Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέπτη, δεν αναγνώριζε την όψη της. Το πρόσωπό της κάτωχρο, τα μάτια της σκοτεινιασμένα. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο και στα μαλλιά της. Το κεφάλι της ήταν βαρύ, κάτι σφυροκοπούσε, σα να ένιωθε κάθε έναν από τους χτύπους της καρδιάς της που πήγαινε να σπάσει.
Βγήκε έξω. Ήταν σαν το σώμα της και το μυαλό της να ήταν σε δύο διαφορετικά μέρη. Της μιλούσαν αλλά δεν άκουγε. Η ώρα δεν περνούσε, κάθε λεπτό ήταν σαν ώρες. Δεν έβλεπε την ώρα να τελειώσει επιτέλους και να πάει στο σπίτι της, να φύγει μακριά από όλους, να μείνει μόνη. Να μπορέσει να καταρρεύσει.
«Ασημίνα, καλά είσαι;» ρώτησε η Ασπασία.
«Καλά είμαι, κυρία Ασπασία, το κεφάλι μου πονά λίγο μόνο.»
«Έχεις ασπρίσει τελείως, κορίτσι μου, μήπως να πας σπίτι σου να ξεκουραστείς;»
«Ίσως είναι καλύτερα» απάντησε κι αυτή. Θα έχανε μερικές ώρες δουλειάς, αλλά δεν άντεχε άλλο, δεν μπορούσε να μείνει ούτε στιγμή περισσότερο.
«Αν δεν νιώθεις καλά αύριο, μείνε σπίτι να ξεκουραστείς, μην έρθεις.» της είπε καθώς έφευγε.
Ούτε κατάλαβε πώς έφτασε στο σπίτι, τα πάντα γύρω της ήταν ένας θόρυβος που επιβάρυνε τον αβάσταχτο πονοκέφαλό της. Ο Πέτρος πρέπει να την χαιρέτησε στον δρόμο, δεν θυμάται καν αν του απάντησε ή όχι. Άνοιξε την πόρτα και σωριάστηκε κάτω, μαζεμένη κουβάρι να κοιτάζει στο κενό. Το πάτωμα ήταν κρύο και σκληρό, αλλά δεν την ένοιαζε. Δεν την ένοιαζε τίποτα. Δεν σκεφτόταν τίποτα. Το μυαλό της ήταν κενό, δεν υπήρχε τίποτα πέρα από μία θολούρα, και ένα βάρος σαν να την πίεζαν με τανάλια. Είχαν περάσει ώρες, είχε ήδη πέσει το σκοτάδι όταν σηκώθηκε από το πάτωμα. Η τσάντα της, τα κλειδιά της πεσμένα κάτω, αλλά ούτε τα πρόσεξε. Πήγε αργά στην κάμαρή της, έβγαλε τα παπούτσια της και χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα φορώντας ακόμα το παλτό της. Είχε βγάλει κρύο ξαφνικά.
Ξύπνησε απότομα μέσα στο βράδυ. Ένιωθε να καίγεται, είχε ιδρώσει. Το χέρι της ακούμπησε στο κρύο σίδερο του κρεβατιού και τινάχτηκε απότομα. Είχε ρίγη, τα δόντια της χτυπούσαν μεταξύ τους ανέλεγκτα. Με τα χίλια ζόρια κατάφερε να βγάλει τα ρούχα της και να φορέσει το νυχτικό της. Έβαλε λίγο νερό να έχει δίπλα της και ξάπλωσε και πάλι. Δεν θα μπορούσε να πάει στη δουλειά αύριο, άλλο ένα χαμένο μεροκάματο. Δεν μπορούσε να το σκεφτεί τώρα αυτό, ήταν το τελευταίο πράγμα που σκέφτηκε πριν πέσει σε έναν βαθύ λήθαργο.
Την επόμενη ημέρα την πέρασε στο κρεβάτι. Μια στιγμή μόνο πήγε μέχρι το περίπτερο, να τηλεφωνήσει στην Ασπασία να της πει πως είχε αρρωστήσει και πως δεν μπορούσε να πάει σήμερα στη δουλειά.
«Φαινόσουν από εχθές πως δεν ήσουν καλά.» της είπε. Ήταν ξεκάθαρο από τη φωνή της πως δεν ήταν καλά και εξάλλου δεν είχε χάσει μέρα δουλειάς μέχρι τότε, θα πρέπει να ήταν πολύ άσχημα για να μην μπορεί να πάει. «Γίνε καλά και έρχεσαι όταν μπορείς, εμείς θα τα καταφέρουμε.»
Γύρισε γρήγορα στο σπίτι και έπεσε πάλι στο κρεβάτι. Σηκώθηκε απλά για να φάει λίγο ψωμί με μέλι, είχε να φάει πάνω από ένα εικοσιτετράωρο. Ξύπνησε αργά το απόγευμα. Είχε νυχτώσει και πάλι. Είχε περάσει πάνω από μία ημέρα. Πλέον είχε περισσότερη διαύγεια. Κρύωνε. Σηκώθηκε και έβαλε τη ρόμπα της. Η τσάντα ήταν ακόμα πεσμένη στο πάτωμα. Την σήκωσε και την κρέμασε στην κρεμάστρα πίσω από την πόρτα. Άναψε τη σόμπα, το σπίτι ήταν πολύ κρύο χωρίς να έχει ανάψει καθόλου για δύο ημέρες. Έβαλε λίγο νερό να βράσει. Ήθελε να πιει ένα ζεστό, θα έβραζε και καμία πατάτα να βάλει κάτι στο στόμα της. Κάθισε στο τραπέζι. Ο ήχος της σόμπας και του νερού την ηρεμούσαν. Δεν μπορούσε πλέον να το αποφεύγει.
Η εμφάνισή του είχε ανοίξει μία πόρτα που προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να κρατήσει κλειστή. Όχι απλά της είχε φέρει τις άσχημες αναμνήσεις πίσω, την είχαν χτυπήσει ακόμα πιο σκληρά. Σαν ένα παλιρροϊκό κύμα να είχε πέσει πάνω της και να την είχε παρασύρει. Πώς ήταν δυνατόν; Είχε φύγει όσο πιο μακριά μπορούσε για να είναι μακριά του, για να μην μπορεί να την βρει. Για να μην μπορεί και αυτή να γυρίσει. Ποια μοίρα τους είχε φέρει και πάλι κοντά; Γιατί έπρεπε να τον δει και πάλι; Πώς γινόταν από όλα τα μοδιστράδικα να έμπαινε σε αυτό που δούλευε εκείνη; Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Θα τελείωναν τα φορέματα και δεν θα χρειαζόταν να τον ξανασκεφτεί. Θα γύριζε και πάλι στην κατάσταση που ήταν πριν. Θα έμπαινε και πάλι στο παλιό κουτάκι του και θα συνέχιζε τη ζωή της.
Είχε προχωρήσει τη ζωή του. Σκέψεις επικίνδυνες παλιά, πλέον ήταν βεβαιότητες. Αυτά της έλεγε η κοπέλα μέσα στην ομίχλη της. Θα αρραβωνιάζονταν σύντομα και ήθελε να ράψει μερικά φορέματα για τους αρραβώνες. Γνωρίστηκαν μέσω της μητέρας του, πολύ καλή κυρία. Ήταν πολύ καλός γαμπρός, προύχοντας στη Θεσσαλία, μορφωμένος και ευγενικός. Κάθε κοπέλα θα ήταν τυχερή να γίνει σύζυγός της.
Χαμογέλασε. Όταν τον πρωτογνώρισε το μόνο που είχε δει ήταν η καλή του ψυχή, η ευγένεια και η αγάπη στα μάτια του. Και αυτό μόνο ήταν αρκετό για να θεωρεί πως ήταν η πιο τυχερή κοπέλα στον κόσμο που θα παντρευόταν έναν τόσο καλό άνθρωπο. Πού να ήξερε; Και αυτή και η Ρένα. Που προφανώς δεν είχε καμία ιδέα για το τι είχε κάνει ο τέλειος γαμπρός της. Αμφέβαλλε ότι θα την ενδιέφερε. Αρκεί να μπορούσε να έχει δίπλα της τον τέλειο γαμπρό, προύχοντα της Θεσσαλίας.
Δεν είχε νόημα να τα σκέφτεται. Το ήξερε ότι αυτή η ώρα θα ερχόταν. Το ότι ο Νικηφόρος – και στην σκέψη του ονόματός του πονούσε – δεν την αγαπούσε το ήξερε ήδη. Δεν γινόταν να την έχει πληγώσει με αυτόν τον τρόπο, αν ένιωθε έστω και το παραμικρό για αυτήν. Όπως ήξερε ότι δεν θα αργούσε η ώρα να του βρει νέα νύφη η Μυρσίνη, την οποία μάλιστα να ενέκρινε, όχι σαν την χωριατοπούλα που είχε βρει αυτός πάνω στον ενθουσιασμό του. Γιατί τι άλλο θα μπορούσε να είναι πέρα από ενθουσιασμός, για να την έχει προδώσει με αυτόν τον τρόπο τόσο σύντομα; Και όντως ταίριαζαν περισσότερο με τη Ρένα. Από καλές οικογένειες, μορφωμένοι, μεγαλωμένοι μέσα στην καλή κοινωνία. Αλλά δεν είχε καμία απολύτως σημασία. Ο Νικηφόρος δεν θα μπορούσε να αγαπήσει ποτέ καμία γυναίκα. Ήταν τόσο επιφανειακός, τόσο επιπόλαιος που δεν μπορούσε ποτέ να αγαπήσει κανέναν άλλο πέρα από τον ίδιο του τον εαυτό.
Η επόμενη ημέρα της έφερε μία απίστευτη ανησυχία. Δεν ήθελε να τους δει, ούτε την μία ούτε τον άλλο, αλλά δεν μπορούσε να το αποφύγει. Πήρε μία βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει τον εαυτό της. Μία ψυχή που'ναι να βγει, σκέφτηκε. Θα τους έβλεπε μία τελευταία φορά και δεν θα χρειαζόταν να τους ξαναδεί ποτέ. Ίσως ήταν και καλύτερα έτσι. Να ξέρει πως προχώρησε, να έχει δει τη μέλλουσα αρραβωνιαστικιά του. Ίσως έτσι να μπορούσε να βάλει μία τελεία σε αυτό το θέμα, να μπορέσει να προχωρήσει τη ζωή της χωρίς να τον σκέφτεται, χωρίς να σκέφτεται τι κάνει, αν έχει προχωρήσει, εάν την σκεφτόταν κι αυτός. Γιατί τον σκεφτόταν ακόμα. Όσο κι αν προσπαθούσε να κλείσει την ιστορία αυτή μέσα της, να μην το σκέφτεται, να μπορέσει να προχωρήσει τη ζωή του, τον σκεφτόταν κάθε μέρα, κάθε στιγμή. Και όχι μόνο ό,τι είχε γίνει. Αυτό την θύμωνε. Αυτό που την πονούσε περισσότερο ήταν πόσο ερωτευμένη ήταν μαζί του. Πόσο απελπιστικά ερωτευμένη. Πως της έλειπε το χάδι του, ο ήχος της καρδιάς του, το χαμόγελό του. Όταν έμαθε την αλήθεια, την διέλυσε. Όχι μόνο λόγω της προδοσίας, αλλά και επειδή δεν θα μπορούσε να έχει ποτέ ξανά τον μεγάλο έρωτα της ζωής της.
«Καλά είσαι σήμερα;» την ρώτησε η Ασπασία.
«Ναι, κυρία Ασπασία, ευχαριστώ.»
«Εντάξει, κάθισε στη ραπτομηχανή μέσα» της είπε «έχουμε αρκετή δουλειά».
Κάθισε στη ραπτομηχανή και άρχισε μηχανικά να δουλεύει. Μετά από λίγη ώρα, άκουσε το καμπανάκι στην πόρτα. Σήκωσε τα μάτια της.
«Ασημίνα…»
