A/N: There is an english translation of this fic. Find it on my profile, titled "Illicit Nights". It's beta-read by the author KyloRen.93. Check out his stories!
Αθέμιτες Νύχτες
Για τα σώματα να ενωθούν και τον ιδρώτα να αναμιχθεί, χρειάζεται λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο. Τα στόματα επιδίδονται στον υγρό χορό, τα δάχτυλα ιχνηλατούν το δέρμα με τη ζέση της επαφής, μέλη του σώματος κουρνιάζουν με την ευκολία της λαχτάρας κάθε κυττάρου και της επιθυμίας που γεννήθηκε μέσα σε χρόνια χωρισμού.
Το να ενώνονται τα σώματα δεν είναι ποτέ το πρόβλημα.
Η Γκρέιντζερ παντρεύτηκε τον Ουέσλι, σύμφωνα με όλα τα πρέπει που καθόριζαν τα θέλω της. Ο Σέβερους άνοιξε το φαρμακείο του και φρόντισε να κρυφτεί από τον κόσμο, αφού πρώτα πέταξε το τιμητικό μετάλλιο στο βρώμικο ποτάμι που πέρναγε δίπλα από τη βιομηχανική γειτονιά της πόλης Κόουκγουορθ, όπου και μεγάλωσε. Έριξε το μετάλλιο στο ποτάμι, να μείνει ως μια υπενθύμιση της αξίας του, τόσο αιώνια όσο και το φάντασμα του πατέρα του. Ο Σέβερους δεν μπόρεσε να αντισταθεί σε αυτή την πικρόχολη επίδειξη. Ο καριόλης που τον μεγάλωσε μπορεί να έκανε ό,τι μπορούσε για να ταπεινώνει τον γιό του, κι όμως να που το Υπουργείο του απέδωσε μετάλλιο ανδρείας για την συνεισφορά του σε καιρούς πολέμου. Αυτήν ακριβώς την αναγνώριση έτριψε στα μούτρα του νεκρού πατέρα του, ακόμη κι αν ο Σέβερους γνώριζε πολύ καλά πως αυτό το μετάλλιο του δόθηκε με μισή καρδιά, μόνο και μόνο γιατί ο Πότερ -ο ήρωας Πότερ- έπρηξε τα αρχίδια του Υπουργείου να τιμήσουν τον μισητό Σνέιπ, αντί να τον καταδικάσουν στο Φιλί των Παρaφρόνων.
Ο Σέβερους τους καταφρονούσε όλους.
Καταφρονούσε και την Γκρέιντζερ, ίσως περισσότερο απ' όλους, γιατί είχε γυρίσει πίσω στην Καλύβα που Ουρλιάζει, σε εκείνο το ερείπιο που δυό φορές παραλίγο να γίνει η σκηνή του θανάτου του. Η Γκρέιντζερ έτρεξε πίσω, μέσα στην ένδοξη αναταραχή της νίκης μετά την τελευταία μάχη. Τον θυμήθηκε και γύρισε πίσω. Και το έκανε αυτό, με καρδιά τόσο αδιάφορη γι' αυτόν, όσο και όλων εκείνων που ο Σνέιπ είχε πληγώσει ή προδώσει.
Ο Σνέιπ τη μισούσε περισσότερο από όλους, γιατί τόλμησε να τον επιστρέψει στη χώρα των ζωντανών—ένα μέρος που γι' αυτόν ήταν γεμάτο περισσότερα φαντάσματα, από όσα τον περίμεναν γαλήνια πέρα από το πέπλο του θανάτου.
Το κλαμπ είναι γεμάτο πορνόγερους και στρίπερ, όπως ακριβώς περιμένει κανείς από το μαγκλ καταγώγιο που ο Σνέιπ συχνάζει απόψε. Απολαμβάνει την απλότητα μιας ζωής κενής και ζυμωμένης με τη βρομιά, κοντά στα ρεμάλια και τους μικροπαράνομους. Το μαγκλ ουίσκι καίει τον οισοφάγο του. Είναι τόσο μπόμπα και τόσο μακριά από το μονοποικιλιακό της Μινέρβα, όσο απέχει κι η αξιοπρεπής καθηγητική ζωή στο Χόγκουαρτς από τη μίζερη ζωή που ζει τώρα.
Δεν είναι όλες οι νύχτες κακές—όλο και λιγότερες, μάλιστα, όσο περνούν τα χρόνια—κι όμως, ο Σέβερους μοιάζει ανίκανος να διατηρήσει τον έλεγχο. Είναι φορές που βυθίζεται στο παρελθόν, που πνίγεται με την κενότητα του μέλλοντος. Αδυνατεί να κρατηθεί από όλες τις γαλήνιες νύχτες που προηγήθηκαν ή να εμπνευστεί από εκείνες που θα ακολουθήσουν.
Είναι τόσο χαμένος στο μυαλό του, που νομίζει πως έχει παραισθήσεις όταν το καστανό, σγουρό μαλλί της εμφανίζεται στο οπτικό του πεδίο. Δεν δίνει σημασία στο αγανακτισμένο κύρηγμά της. "Εδώ βρήκες κι ήρθες, ρε Σνέιπ;" Ούτε στο λογύδριο για όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισε για να τον εντοπίσει (λες και ο Σέβερους της ζήτησε να παριστάνει την νταντά). Αντίθετα, η προσοχή του επικεντρώνεται στα βαθουλωμένα της μάγουλα, στη σπίθα που λείπει από τα μελένια της μάτια.
"Γκαστρώθηκες… ή ακόμα...;" Ρωτάει με τον αργόσυρτο του τρόπο. Ίσα που ακούγεται πάνω από τη βοή του φτηνού ηχοσυστήματος του κλαμπ, που βγάζει περισσότερη βαβούρα παρά μουσική.
Η Γκρέιντζερ τον αγριοκοιτάει. Τρία χρόνια πριν, ένα τέτοιο βλέμμα θα έκαιγε, όμως ο έγγαμος βίος με τον Ουέσλι της έχει κλέψει την παλιά της σπίθα. Παρ' όλα αυτά, παραμένει μαινόμενη, σαν ένα τζάκι που φτύνει περισσότερο καπνό παρά θερμότητα.
"Είσαι ζωντανός, έχεις δουλειά, έχεις έναν σκοπό, έχεις το ερευνητικό μας έργο στο καταπληκτικό εργαστήριο που κατάφερα να μας εξασφαλίσει το Υπουργείο..." απαριθμεί η Ερμιόνη, τώρα στο δεύτερο ποτήρι του νοθευμένου ουίσκι (όσο μεθυσμένος κι αν είναι, ο Σέβερους την ξέρει αρκετά καλά για να εκτρέψει την προσοχή της από την αγανάκτιση σε ένα ποτό). "Έχεις όλα αυτά και παρ'όλα αυτά, είσαι ανίκανος να δείξεις έστω το ένα δέκατο της υπευθυνότητας που σε χαρακτήριζε όταν αυτοκαταστρεφόσουν υπό την επίβλεψη του Ντάμπλντορ."
Ξεφυσάει για μια αγανακτισμένη στιγμή, πριν κατεβάσει το υπόλοιπο σφηνάκι. Μορφάζει από αηδία ενώ δυό στάλες δραπετεύουν από τα χείλη της, αλλά δεν τολμάει να σκουπίσει την άκρη του στόματός της με το ίδιο χέρι που άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού πριν μισή ώρα. Η Ερμιόνη έχει γίνει πολύ πιο προσεκτική με τα μικρόβια στα 25 της χρόνια—αλλά αυτό είναι αναμενόμενο. Οι φόβοι μας μεγαλώνουν όσο μεγαλώνουμε κι εμείς.
Ο Σέβερους της έχει πει ξανά και ξανά πως είναι ο φόβος που την κρατάει παντρεμένη με το κακομαθημένο, τον Ουέσλι.
"Ο Ρον είναι καλός άνθρωπος και μάλιστα πολύ καλύτερος από εσένα." Μουρμουρίζει απειλητικά για πολλοστή φορά. Μα αυτό είναι μόνο και μόνο επειδή η προηγούμενη δικαιολογία της έχει στερέψει. Εδώ και μήνες, ούτε καν προσπαθεί να υπενθυμίσει στον Σέβερους πόσο αγαπάει τον Ρον και πόσο χαρούμενη είναι που τον παντρεύτηκε.
Δυσκολεύεται να πείσει τον εαυτό της πια—πόσο μάλλον εκείνον.
Θα τον σπρώξει στην πόρτα του φαρμακείου του, πριν καν προλάβει να άρει τα ξόρκια που προστατεύουν το κτίριο. Η πόρτα θα ανοίξει διάπλατα μόνο για να κλείσει ξανά, αυτή τη φορά από το σώμα της Ερμιόνης που θα πέσει πάνω της με φόρα. Θα μείνει καρφωμένη εκεί από τη δύναμη του φιλιού του, από το λαχανιασμένο ρούφηγμα πάνω στο σφυγμό που σφυροκοπάει στον λαιμό της.
Ο πρώτος γύρος θα τελειώσει εκεί, με τα πόδια της ανοιχτά πάνω στον πάγκο του μαγαζιού, με τη μύτη του Σέβερους χωμένη στα υγρά χείλη του αιδοίου της, τα δόντια του να χαϊδεύουν απαλά το τρυφερό δέρμα με μια φροντίδα απρόσμενη για έναν άνθρωπο θαμμένο στο μεθύσι και το πάθος. Η Ερμιόνη θα ουρλιάξει την απελευθέρωσή της, πριν καν εκείνος προλάβει να γλιστρήσει ένα δεύτερο δάκτυλο στον κόλπο της. Θα διαλυθεί μόνο με το ένα του δάχτυλο, μακρύ και ευλύγιστο, μουσκεμένο στα υγρά της, που χτυπά με ακρίβεια το γλυκό της σημείο.
Ο οργασμός της θα επέλθει, γιατί η Ερμιόνη λαχταρά να απελευθερωθεί.
«Φυσικά και ο Ουέσλι είναι καλός άνθρωπος, Γκρέιντζερ!» Ο Σνέιπ αποκρίνεται με μια γκριμάτσα, φαινομενικά εντελώς αδιάφορος για τα κατάλευκα βυζιά της στρίπερ, που ελάχιστα περιορίζονται από τον υποτιθέμενο στηθόδεσμο της. Η γκόμενα εκτελεί ασυναγώνιστα κόλπα εναέριας γύμνιας πάνω στον στύλο, κι όμως το μόνο που αποσπά την προσοχή του Σέβερους από το ποτό του είναι οι περιστασιακές ματιές στο πρόσωπο της Ερμιόνης.
«Δεν θα διάλεγες ποτέ έναν κακό άντρα, έναν σκληρό άντρα ή έναν άπιστο άντρα.» συνεχίζει με τη φωνή του θολωμένη από το αλκοόλ. «Είσαι τόσο φοβισμένη μην σε πιάσουν κορόιδο που πάντα θα προτιμάς τους απλούς και τους ξενέρωτους.»
Οι κινήσεις του είναι αργές καθώς κάνει νεύμα στον μπάρμαν να ξαναγεμίσει το ποτήρι του· ο Σέβερους έχει πάντα απρόσμενη κομψότητα στην κίνηση, ακόμα κι όταν βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση.
«Εμείς όμως δεν μιλάμε για μένα, μιλάμε για σένα.» του υπενθυμίζει η Ερμιόνη, που καίγεται από επιθυμία να του αρπάξει το ποτήρι. Διστάζει, γιατί την τελευταία φορά που του το βούτηξε, ο Σέβερους εξαφανίστηκε (επιλέγοντας φυσικά να διακτινιστεί παρά το μεθύσι του και τον κίνδυνο να κοπεί στα δύο) και δεν πάτησε ούτε στο εργαστήριό τους ούτε στο φαρμακείο του για δύο ολόκληρες εβδομάδες.
(Η Ερμιόνη είχε λιώσει από ανησυχία εκείνη τη φορά. Ανησυχούσε γι' αυτόν τόσο όσο ανησυχούσε και για τον εαυτό της—που αγωνιούσε περισσότερο για το μαυρόψυχο τομάρι του, παρά για τον ίδιο της τον σύζυγο, τον Ρον.)
Ο Σέβερους την κοιτάει σαν να ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό και την καρδιά της· αλλά δεν μπορεί! Πώς γίνεται να ξέρει, όταν είναι τόσο θαμμένος στα δικά του σκατά; Ούτε ο Ρον δεν μπορεί να τη διαβάσει έτσι, κι ας ζει μαζί της από τα έντεκα του χρόνια· ο Ρον δεν μπορεί, κι ας είναι οι δικοί του δαίμονες ασήμαντοι μπροστά στους εφιάλτες του Σέβερους· κι ας έζησε ο Ρον μια καλομαθημένη ζωή από την κούνια του. Η Ερμιόνη κατεβάζει μονορούφι το τρίτο σφηνάκι και αρχίζει να μη νοιάζεται για το πώς θα καλύψει την αποψινή της αργοπορία στον αγαπημένο της σύζυγο.
«Πολύ καλά λοιπόν!» φωνάζει ο Σνέιπ με μια αδιάφορη, μεθυσμένη χειρονομία. Στρέφεται πάνω στο σκαμπό του για να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο μαζί της και τα χέρια της Ερμιόνης απλώνονται αμέσως, έτοιμα να τον σώσουν άμα κάνει πως πέφτει. «Ας μιλήσουμε για μένα.»
Κάτι ακόμα λέει, αλλά ένα νέο τραγούδι ξεχύνεται από τα ηχεία, πιο φασαριόζικο από πριν. Η βαβούρα πνίγει τα λόγια του κι έτσι η Ερμιόνη πρέπει να σκύψει πιο κοντά για να τον ακούσει. Το χνώτο του φέρει τη σάπια μυρωδιά του αλκοόλ κι όμως τα μάτια της Ερμιόνης στέκονται στο στόμα του, στα λεπτά του χείλια που πάντα μένουν λίγο συνοφρυωμένα, έτσι που -στα 42 του χρόνια- το χαλαρωμένο δέρμα έχει αρχίσει να γεμίζει με ζάρες και γραμμές. Ο Σνέιπ γέρνει πιο κοντά στα φουντωτά της μαλλιά, όμως καταλήγει να μιλάει στο λαιμό της περισσότερο από το αυτί της.
(Η μυρωδιά του είναι βαριά, σημάδι μιας ζωής που πήρε λάθος δρόμο, μιας καρδιάς φορτωμένης με τα χρόνια, με μπερδέματα που η Ερμιόνη θα ήταν καλύτερο να αποφύγει· και όμως, την μαγνητίζει, λες κι είναι μια υπόσχεση για ειρήνη, για λύτρωση. Μια υπόσχεση ότι θα περάσει λίγες ώρες μακριά από ανησυχία και φόβους.)
«Είπα...» Επαναλαμβάνει εκείνος αργόσυρτα, η φωνή του δονείται στο λαιμό της. Το χέρι του βρίσκει έρεισμα στον μηρό της, λες και έτσι προσπαθεί να της δείξει πόσο μεθυσμένος και δίχως αναστολές είναι πραγματικά. «Δεν έχω αφέντες πια, Γκρέιντζερ.»
Αποτραβιέται για να δει το ειρωνικό χαμόγελο που απλώνεται ελεύθερα στο πρόσωπό του.
«Το ξέρω, Σέβερους.» Το όνομά του ρέει από τα χείλη της με ευκολία που δεν έχει έρθει από συνήθεια, γιατί η Ερμιόνη συνήθως αποφεύγει συνειδητά να το χρησιμοποιεί, κρατώντας τις τυπικότητες των επιθέτων, που ο Σνέιπ τόσο εύκολα διατηρεί.
Εκείνος γνέφει καταφατικά, κατεβάζει το κεφάλι και το σηκώνει ξανά. Είναι μια κίνηση που θυμίζει αμυδρά τις μέρες που τον είχε καθηγητή στο σχολείο κι ήταν ο φόβος και ο τρόμος των μαθητών του, μια επιβλητική παρουσία που φημιζόταν για την αυτοκυριαρχία του. Η Ερμιόνη δεν έχει χωνέψει ακόμη πώς τα χρόνια που ο Σνέιπ πέρασε ως πιόνι των δύο νάρκισσων που είχε για αφέντες, ήταν τα πιο αξιοπρεπή της ζωής του. «Τόσο πολύ θες να πάρεις αυτή τη θέση, ε, Γκρέιντζερ; Τόσο πολύ θες να γίνεις ο αφέντης μου; Γι' αυτό συνεχώς μου κάνεις την καμπόσα;»
Η πίεση στον μηρό της αυξάνεται, το λεπτό του χέρι γλιστρά πιο κοντά στο ισχίο της, καθώς ο Σνέιπ προσπαθεί να στραφεί προς τον μπάρμαν για άλλη μια φορά. Η Ερμιόνη τινάζεται για να προλάβει το χέρι του, κλείνοντας το στα δάχτυλά της να το κατεβάσει πριν καταφέρει να γεμίσει πάλι το ποτήρι του.
«Σέβερους.» Τον αποκαλεί κι όταν ούτε αυτό δεν τον κάνει καλά, η Ερμιόνη χρησιμοποιεί το τελευταίο της όπλο για να τραβήξει την προσοχή του· πιάνει απαλά το αριστερό του μάγουλο, κρατώντας τον τρυφερά καρφωμένο στο πρόσωπο της.
Ο Σέβερους μένει· πάντα μένει όταν τον αγγίζει στο πρόσωπο και είναι μεθυσμένος. Δεν ζητάει ποτέ τίποτα. Πάντα μένει ακριβώς πάνω στη γραμμή που τραβάει η Ερμιόνη.
Η Ερμιόνη παλιά ήταν καλή με τα όρια, τα κουτάκια, τον αυτοέλεγχο. Αλλά, αντίθετα με τους φόβους της, αυτό το στοιχείο φαίνεται να μαραίνεται με τα χρόνια, αντί να δυναμώνει.
Θα την κουβαλήσει επάνω στη στριφογυριστή σκάλα του μαγαζιού του, στη σοφίτα που έχει για διαμέρισμα. Θα την αφήσει να πέσει στο κρεβάτι πριν ορμήσει στα τακούνια και το καλσόν της. Με ανυπόμονα δάχτυλα, η Ερμιόνη θα φτάσει πίσω για να ξεκουμπώσει το φερμουάρ του φορέματός της, όμως ο Σέβερους θα χτυπήσει τα χέρια της μακριά, θα τα καθηλώσει αμέσως πάνω από το κεφάλι της—γιατί το φερμουάρ είναι δικό του να ανοίξει, το φόρεμά της δικό του να σκίσει από το κορμί της, το σώμα της το δικό του δώρο να ξετυλίξει.
Με πάθος, θα καταβροχθίσει το στόμα της. Με πάθος, θα διώξει από πάνω του παπούτσια και ρούχα, μέχρι που μόνο τα εσώρουχά του θα χωρίζουν την επιθυμία του από τη μισόγυμνη σάρκα της.
Με πάθος, θα παραδοθεί η Ερμιόνη στα αγγίγματά του. Με πάθος, θα αφήσει το σώμα της να γίνει υποχείριο του. Με πάθος, θα αφεθεί σε αυτή την αίσθηση πνευματικής κενότητας, την αίσθηση που μοιάζει με την Εξουσιαστική κατάρα, την απώλεια του ελέγχου, έστω για εκείνη τη νύχτα.
Έστω για κάθε μία από τις νύχτες τους, γιατί η Ερμιόνη είναι μοιρασμένη ανάμεσα σε δύο άνθρώπους. Σε έναν που φαίνεται να φοβάται μέχρι και τη σκιά του και στον άλλον, που δεν έχει τίποτα άλλο πια να φοβηθεί.
Δεν μπορεί να καταλάβει από που ακριβώς έρχεται όλος αυτός ο θυμός· ο θυμός που βράζει κάτω από την επιφάνεια, πάντα έτοιμος να φανεί στη φωνή της, έτοιμος να εκραγεί.
«Σου το έχω ξαναπεί, Ρον, δεν είμαι έτοιμη να κάνω παιδί ακόμα.»
Εκείνος καθόταν με τα χέρια του να ακουμπάνε στο τραπέζι της κουζίνας, τα μανίκια του πουκαμίσου του σηκωμένα ως τους αγκώνες· είχε μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια, καθώς προσπαθούσε να μιμηθεί την αφοσίωση της Ερμιόνης στη δουλειά της, λες και αυτή η αλλαγή στάσης θα αποδείκνυε ότι είναι αντάξιος της κοπέλας που αγαπούσε αλλά φοβόταν πως ποτέ δεν θα μπορούσε να κερδίσει.
«Ο Χάρι και η Τζίνι–»
«Ο Χάρι και η Τζίνι είναι ο Χάρι και η Τζίνι και εμείς δεν είμαστε Χάρι και Τζίνι.»
Έσφιξε τα δόντια του αλλά δεν απάντησε.
«Ρον, σε παρακαλώ, προσπάθησε να καταλάβεις.» Επέμεινε η Ερμιόνη, εξαντλημένη από μια κουραστική μέρα στη δουλειά και ακόμα πιο εξαντλητικούς μήνες γεμάτους καβγάδες, άλλοτε μικρούς, άλλοτε μεγάλους. «Αν μείνω έγκυος τώρα, θα πρέπει να τα εγκαταλείψω όλα.»
«Συνέχεια το λες αυτό.» Ψέλλισε σιγανά ο Ρον. Η Ερμιόνη συχαινόταν τα μουρμουρητά του, λες κι αυτή ήταν το τέρας του Λόχνες, μια ύαινα που θα τον δάγκωνε για μια λάθος λέξη. Αν ο σύντροφός της είχε κάτι να της πει, η Ερμιόνη ήθελε να το ακούσει δυνατά και καθαρά. Με αυτοπεποίθηση.
Ω, πόσοι καβγάδες είχαν ξεκινήσει για χάρη αυτής της λέξης. Γιατί ο Ρον δεν αντιδρούσε καλά όταν του υπενθύμιζαν ότι του έλειπε αυτοπεποίθηση· η Ερμιόνη είχε συγκρατηθεί για πολύ καιρό, μέχρι που μια μέρα δεν άντεξε άλλο και του φώναξε: «Δεν έχεις καθόλου αυτοπεποίθηση, Ρον!» Της πήρε εβδομάδες να τον κάνει να την κοιτάξει ξανά στα μάτια· μήνες πριν ο Ρον αρχίσει να την αγγίζει ή να επιτρέπει σε εκείνη να τον αγγίζει χωρίς να τραβιέται· μήνες πριν καταφέρουν να κάνουν οτιδήποτε στην κρεβατοκάμαρα πέρα από το να κοιμούνται.
«Συνέχεια το λες αυτό, ότι θα πρέπει να τα εγκαταλείψεις όλα,» επανέλαβε ο Ρον, προσπαθώντας να ανεβάσει λίγο την ένταση της φωνής του για χάρη της, «αλλά έχουμε τη Μόλι, έχουμε την Τζίνι και οι γονείς σου ήδη αναρρώνουν, οπότε ίσως μπορέσουν να βοηθήσουν σε λίγους μήνες–»
«Δεν ξέρουμε καν αν θα αναρρώσουν, Ρον.» Του υπενθύμισε, έχοντας τώρα άλλον ένα λόγο να συγκρατεί τα δάκρυά της. «Και αν δεν τα καταφέρουν, θα μείνω εγώ με ένα μωρό και θα εξαρτώμαι από τη μητέρα και την αδερφή σου για βοήθεια!»
«Τι κακό έχει να δέχεσαι βοήθεια;!» Ο Ρον πέταξε τα χέρια του στον αέρα. «Όταν δεν μπορείς να κάνεις κάτι, ζητάς βοήθεια, δεν βλέπω που είναι το κακό;!»
«ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΙ ΤΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΚΑΝΕΝΟΣ! ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΣΩ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΜΟΝΗ ΜΟΥ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ!»
«Η μητέρα και η αδερφή μου δεν είναι 'κανένας'–»
«ΔΕΝ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ Η ΑΔΕΡΦΗ ΣΟΥ!»
«Δεν υπάρχει κανένας ΛΟΓΟΣ… ΝΑ ΦΩΝΑΖΕΙΣ!»
«ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΤΟ ΠΩ ΟΤΙ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΙ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΟΥ! ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ;»
«Προβλήματα στον παράδεισο;» ρωτά ο Σνέιπ, χωρίς καν να αναβλέψει από το εκχύλισμα ακονίτη που σταλάζει προσεκτικά μέσα στο φίλτρο που σιγοβράζει.
Ούτε μισή απάντηση δεν έρχεται από την Ερμιόνη. Αυτό δεν είναι καλό σημάδι. Ο Σέβερους έχει μάθει να περιμένει πάντα μια απάντηση από την κυρία Γκρέιντζερ-Ουέσλι. Μέχρι και σε ακραία μέτρα είχε φτάσει ώστε να μη χρειάζεται να ακούσει τη φωνή της ποτέ ξανά, τότε που δεν είχε συμφωνήσει ακόμη να ξεκινήσει αυτό το ερευνητικό έργο μαζί της.
Την είχε αποκαλέσει με τη λέξη από Λ. Τη λέξη-ταμπού. Τη λέξη που είχε σκοπό να μην ξεστομίσει ποτέ ξανά. Τη λέξη που του είχε στοιχίσει τη φιλία της Λίλι για πάντα. Αλλά, μέσα στη φρενίτιδα της αυτοκαταστροφικής του οργής, ο Σέβερους είχε αποκαλέσει την κυρία Γκρέιντζερ-Ουέσλι, λασποαίματη.
Εκείνη είχε εμφανιστεί μια εβδομάδα αργότερα στο μαγαζί του, με μάτια κατακόκκινα από το κλάμα, ενώ η ενάρετη αγανάκτηση της έδινε φωτιά στο βήμα της, σαν ιππότης σε σταυροφορία.
«Πώς τολμάς.» Τον είχε χτυπήσει στο στήθος, μικρές γροθιές να προσγειώνονται σκληρά, γιατί τις κινούσε το αίσθημα της αδικίας. «Πώς τολμάς να με αποκαλείς έτσι, μετά από όλα όσα έχω κάνει για σένα.»
(Ήταν ο Ρον που την είχε παροτρύνει να πάει να τον βρει, αφού δεν μπορούσε να βγάλει τον Σνέιπ από το μυαλό της.)
«Δεν σου ζήτησα ποτέ να με σώσεις, ανόητη γυναίκα.» Ο Σέβερους είχε αποκριθεί, κρατώντας τις μικρές της γροθιές μακριά— τα δάκρυά και τα αναφιλητά της τον είχαν αποδιοργανώσει πιο πολύ από ό,τι ήθελε να παραδεχτεί. «Δεν σου ζήτησα ποτέ τίποτα, ούτε να κάτσεις μαζί μου στο νοσοκομείο ούτε τη βοήθειά σου για το μαγαζί ούτε το μετάλλιο, ούτε την καταραμένη παρουσία σου στη δική μου καταραμένη ζωή.»
«Αλλά τα έκανα όλα αυτά έτσι κι αλλιώς!» είχε ουρλιάξει η Ερμιόνη, κλαίγοντας και κλοτσώντας. «Τα έκανα γιατί είσαι σύμμαχός μου και γιατί θέλω να είμαστε φίλοι, και εσύ τι έκανες; Άνοιγες το στόμα σου μόνο για να μου την πεις, να με μειώσεις, να με ειρωνευτείς! Έκανες τα πάντα για να με διώξεις, γιατί εσύ, Σέβερους Σνέιπ, είσαι ανίκανος να έχεις φίλους! Είσαι ανίκανος να αγαπήσεις, ανίκανος να εμπιστευτείς, ανίκανος να ανοιχτείς ακόμη και στον ίδιο σου τον εαυτό!»
Το σάλιο και τα δάκρυά της αναμειγνύονταν στο πρόσωπό της, καθώς η Ερμιόνη πάλευε να ελευθερωθεί από τη σιδερένια λαβή του. Ο Σέβερους είχε προετοιμαστεί για σιωπή. Είχε προετοιμαστεί για το ατελείωτο κενό της σιωπής, καθώς θα επέστρεφε στη μοναχική, ασφαλή του ύπαρξη. Δεν είχε προετοιμαστεί να γίνει το επίκεντρο της θλίψης και της οργής της Γκρέιντζερ. Δεν είχε προετοιμαστεί να δεχτεί τον πόνο της, την ορμή της απόρριψης που την είχε κάνει να νιώσει.
Δεν θα έπρεπε να την νοιάζει η απόρριψή του, όχι μετά τη λέξη από Λ που είχε ξεστομίσει.
Ο ώμος της είναι γυμνός, εξέχει από το φόρεμα της· ένα καυτό στόμα αφήνει υγρασία πάνω στο δροσερό της δέρμα, στη σοφίτα που από ό,τι φαίνεται πάντα μπάζει, όσα ξόρκια στεγανοποίησης κι αν χρησιμοποιηθούν. Τα σεντόνια στο κρεβάτι του είναι απρόσμενα μαλακά, η μυρωδιά του σαπουνιού και της λεβάντας εμπνέει μια αίσθηση οικειότητας και ασφάλειας.
Δεν είναι όπως πριν, πάνω στον πάγκο, όταν την καταβρόχθισε με βιασύνη και απόγνωση και όταν η Ερμιόνη λαχταρούσε να καταβροχθιστεί πριν αλλάξει γνώμη. Τώρα, ο Σέβερους παίρνει τον χρόνο του. Ρουφά την γεμάτη καμπύλη του στήθους της, η γλώσσα του ακολουθεί την πορφυρή ουλή που της άφησε η κατάρα του Ντολόχοφ, τόσα χρόνια πριν.
Ο Σέβερους πάντα έχει έναν τρόπο να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του για να απαλύνει τις ουλές της Ερμιόνης.
Την τρελαίνει με το πόσο αργός είναι, λες κι είναι κάποιο από τα απαιτητικά του φίλτρα· αλλά δεν είναι ακριβής μαζί της, όπως είναι στο εργαστήριο του. Η προσοχή του φτερουγίζει από το στόμα της στο στήθος της· γυρίζει μανιωδώς από τον αφαλό της στον λαιμό της, γιατί ο Σέβερους ονειρεύεται να την πιεί μονορούφι, να την καταπιεί ολόκληρη, όπως το φίδι με το θήραμά του.
Τη κρατά φυλακισμένη στα μαλακά σεντόνια, στη σοφίτα του, που είναι υπερβολικά τακτοποιημένη για έναν άντρα που περνά τουλάχιστον ένα βράδυ τον μήνα λιώμα σε βρώμικα μαγκλ μπαρ. Όμως ο Σέβερους είναι άνθρωπος που έχει μάθει να ζει με τις αυτοκαταστροφικές του τάσεις. Είναι ένας άντρας με αντοχή και δύναμη και με μια ιδιόμορφη αξιοπρέπεια, παρά τον πόνο του.
Τα βογκητά που ξεφεύγουν από τα χείλη της Ερμιόνης κλιμακώνονται από κοφτές ανάσες σε οξείες κραυγές όσο ο Σέβερους κυκλώνει τη διογκωμένη κλειτορίδα της· μπορεί ακόμα να γευτεί τα υγρά του οργασμού της, όταν πριν λίγο η Ερμιόνη εξερράγη στο στόμα του· ο Σέβερους λαχταρά να την γευτεί ξανά και την γλέιφει μία, δύο, τρεις φορές—
«Σέβερους… Σέβερους…»
Τον τρελαίνει.
«Θέλω να σε δω να καταρρέεις πάνω στη γλώσσα μου.» Γλείφει μια γραμμή από την είσοδό της μέχρι την κλειτορίδα της. Την πίνει μέσα του, γιατί είναι εδώ και δεν έχει σημασία για πόσο. «Θέλω να σπαρταράς πάνω στη γλώσσα μου όλη τη νύχτα, θέλω να σου κλέψω όλα τα λόγια, όλες σου τις έξυπνες μικρές απαντήσεις, είναι δικές μου τώρα, το ακούς;»
Δικές μου, δικά μου, δική μου
Τα δάχτυλά της μπλέκονται σφιχτά στα μαλλιά του, τα γόνατά της τον σπρώχνουν πιο κοντά στη φωτιά της. Το σώμα της σφίγγεται, τεντώνεται και λυγίζει· τον κρατά σφιχτά, αλλά η λαβή της χαλαρώνει όταν ο Σέβερους αποτραβιέται. Η Ερμιόνη υπακούει. Δεν ζητά τίποτα, δεν παίρνει καμία πρωτοβουλία. Είναι δική του, να την κάνει ό,τι θέλει. Η πούτσα του έχει αρχίσει να πονάει, πεταρίζει πάνω στα σεντόνια, λαχταρώντας την.
Του περνά από το μυαλό πως το πνεύμα της Ερμιόνης δεν είναι πραγματικά παρόν. Ίσως μόνο το σώμα της βρίσκεται στο κρεβάτι του, γιατί το μυαλό της είναι κατακερματισμένο από όσα συμβαίνουν. Ο Σέβερους ανασηκώνεται, σκαρφαλώνει στο σώμα της κι όμως δεν κρατιέται να μην την παγιδεύσει στα σεντόνια.
«Πες μου να σταματήσω.» ψιθυρίζει, και τα μάτια της Ερμιόνης ανοίγουν διάπλατα από το σοκ.
«Είμαι ειλικρινής μαζί σου.» ψιθυρίζει εκείνη στο σκοτάδι, χαϊδεύοντας το πρόσωπό του, που μισοφαίνεται στο φως του δρόμου που εισβάλει από το παράθυρο. «Ίσως είσαι ο μόνος άνθρωπος με τον οποίο είμαι πραγματικά και απόλυτα ειλικρινής.»
Ο Σέβερους πρέπει να σταματήσει, γιατί είναι πολύ μεθυσμένη, πολύ ευάλωτη, πολύ αγνή και πρέπει να σταματήσει, γιατί μπορεί να το μετανιώσει το πρωί· μπορεί να κατηγορήσει τον εαυτό της. Αλλά η Ερμιόνη δαγκώνει τα χείλια του, τραβάει και ρουφάει την πρησμένη σάρκα. Οι γοφοί της πιέζουν προς τα πάνω, εκεί όπου το σώμα του Σέβερους τον προδίδει περισσότερο. Η υγρασία της τον ζητά και ο Σέβερους βογκά, βογκά κάθε φορά που οι δύο φωτιές αγγίζονται.
«Αλλά δεν μπορώ να αφήσω τον Ρον.»
Ο Σέβερους την παρακολουθεί σιωπηλά και ανέκφραστα. Την παρακολουθεί και βλέπει όλα αυτά που δεν θέλει να θέλει.
«Δεν μπορώ να αφήσω τον Ρον.» Επιμένει η Ερμιόνη. «Το θέλω αυτό εδώ και τώρα, αλλά δεν μπορώ να αφήσω τον Ρον.»
Δεν είναι εγωίστρια συχνά· από το σχολείο, με τον Χάρι και τον Ρον, οι ανάγκες της, οι επιθυμίες της, πάντα θεωρούνταν δευτερεύουσες· αλλά με τον Σνέιπ, μπορεί. Μπορεί να είναι εγωίστρια, γιατί έτσι είναι κι αυτός, με τα δηκτικά του σχόλια, την επιδεικτική του συμπεριφορά, την αδιάφορη στάση του. Ο Σέβερους δεν τη νοιάζεται όπως ο Ρον, άλλωστε. Η Ερμιόνη μισοπεριμένει ότι θα δεχθεί την κοροϊδία του, βασικά, που τόλμησε να υπονοήσει πως θα την ήθελε ποτέ μόνο δική του.
«Μάλιστα, μάλιστα, δεσποινίς Γκρέιντζερ.» Αποκρίνεται εκείνος και βυθίζεται στον λαιμό της για να αφήσει ένα ακόμα σημάδι. Δεν μπορεί να την αφήσει να δει το πρόσωπό του τώρα, όχι τώρα που είναι τόσο ευάλωτος. Ρουφά μια πιπιλιά στο δέρμα της μέχρι που η Ερμιόνη καταντά ένα αναψοκοκκινισμένο κουβάρι. «Ανησυχείτε μην μου ραγίσετε την καρδιά, δεσποινίς Γκρέιντζερ;"
Εκείνη αφήνει ένα τελευταίο, πονεμένο βογκητό· λες και ο Σνέιπ θα την ήθελε ποτέ· μάλλον χαίρεται που έχει έναν σύζυγο να την περιμένει στο σπίτι.
«Άντε γαμήσου.» Κάτι σαν χαμόγελο απλώνεται στα χείλη της, ενώ αναστενάζει ανακουφισμένη.
«Με μεγάλη μου χαρά.» χαμογελά ο Σέβερους.
Χαμογελά, λες και δεν έχει σημασία πώς το μέσα του διαλύεται. Αν μια νύχτα είναι το μόνο που έχει μαζί της, τότε θα την κάνει να κρατήσει όσο περισσότερο μπορεί. Η Ερμιόνη τον βοηθά να βγάλει το μποξεράκι του, κατεβάζει το ύφασμα κι η στύση του απελευθερώνεται, μόνο για να την κλείσει στην σφιχτή της γροθιά. Πάει να ανασηκωθεί για να τον γλείψει, όμως ο Σέβερους την θέλει υπάκουη και υπό τον έλεγχό του.
Η καρδιά του βράζει με ανείπωτο πόνο. Η πούτσα του είναι τέντα με την ζέση της επιθυμίας. Σκίζει το τσαλακωμένο φόρεμα της, το πετάει από πάνω της λες και το ύφασμα είναι η προσωποποίηση του κωλόπαιδου που πήγε και παντρεύτηκε, του Ουέσλι. Το πετάει -κουρέλι πια- στο πάτωμα και σειρά έχει το δαντελωτό της σουτιέν, ένα ψευτόπραμα τόσο λεπτοκαμωμένο, λες και ζητάει να σκιστεί στα δύο. Τα στήθη της είναι δικά του τώρα, δικά του να τα κατακτήσει, όπως και η κοιλιά της, τα πλευρά της, οι μηροί, οι γλουτοί, οι γοφοί της. Ο Σνέιπ τα κρατάει, τα ζουλάει, τα γλύφει, τα μελανιάζει. Την κρατάει ακίνητη στο στρώμα ενώ μπαίνει μέσα της, ενώ παραδίνεται ξέφρενα στις αργές και κομπιασμένες κινήσεις των γοφών του. Η Ερμιόνη κραυγάζει το όνομα του λες και -εδώ και τώρα- δεν υπάρχει άλλος στην καρδιά της κι εκείνος δαγκώνει πάλι το λαιμό της. Κάνει ότι μπορεί να συγκρατήσει την κραυγή της εμμονής που τον έχει καταλάβει.
Εμμονή. Αυτή είναι η μόνη λέξη από Ε που ο Σέβερους επιτρέπει στον εαυτό του. Η πούτσα του γλιστράει στα υγρά και δεκτικά τοιχώματα της, ο κόλπος της τον σφίγγει, τον κρατάει κοντά, τον ενθαρρύνει να σφυροκοπήσει τη λεκάνη της με τους γοφούς του, ενώ κρατάει τη λεπτή της μέση με λαβή ατσάλινη. Ο Σέβερους αντλεί όλο και πιο ένθερμα τα βογκητά της, φωλιάζει μέσα της σαν να είναι ένα κομμάτι από το παζλ που έλειπε τόσο καιρό. Υποχωρεί, μόνο για να εισχωρήσει ξανά. Το γνώριμο μούδιασμα ξεκινά, η κορύφωση του πάλλεται βαθιά στο ισχύο του, σαν τέρας που αρχίζει να ξυπνά.
Δεν πρέπει.
Σφίγγει τα δόντια του, ενώ βουτάει την Γκρέιντζερ και την γυρίζει μπρούμυτα. Προσγειώνεται κατά πρόσωπο στο κρεβάτι με ένα βογγητό έκπληξης και τις μελωμένες νότες μιας επιθυμίας που κορυφώνεται όλο και περισσότερο. Ο Σέβερους κλείνει τη γροθιά του γύρω από τα μαλλιά της, πιέζει το πρόσωπό της -το υπέροχο της πρόσωπο, που φέρει όλο το φάσμα των εξοργιστικών της εκφράσεων- βαθιά στο μαξιλάρι, μακριά από τα μάτια του και, ευελπιστεί, μακριά κι από το μυαλό του. Δεν πρέπει να χύσει. Αυτή η νύχτα θα τελειώσει όταν τελειώσει αυτός και ο Σέβερους αποτελειώνεται μόνο με τους εκατομμύρια τρόπους που η έκφραση του προσώπου της τσαλακώνεται με την λαγνεία. Τη γαμάει στο στρώμα κι οι γοφοί του κινούνται με ταχύτητα που η καρδιά του μετανοιώνει.
"Α! Σέβερους, α…" Λες κι οι αναστεναγμοί της δεν είναι αρκετοί, η Γκρέιντζερ τεντώνει το χέρι της προς το μέρος του, απλώνεται να αγγίξει τους γοφούς του, να αγγίξει το σώμα του, λες και ήδη δεν τον έχει αγγίξει αρκετά. Εκφέρει το όνομα του με θεσπέσια βογγητά, τα δάχτυλά της κλείνουν γύρω από τη σάρκα του και τον ενθαρρύνει… κι άλλο κι άλλο… κι άλλο… Κι ο Σέβερους θέλει τα χείλια της, τα χρειάζεται σαν οξυγόνο που ως τώρα γέμιζε μισερά και μίζερα τους πνεύμονές του.
"Σήκω." Διατάζει με πιασμένη ανάσα, γλυστρώντας ένα χέρι κάτω από την ιδρωμένη κοιλιά της, με τους μυς της να συσπώνται με κάθε βογγητό. "Σήκω, Γκρέιντζερ, σήκω." Διατάζει λαχανιασμένος και βογκάει όταν η πλάτη της Ερμιόνης φωλιάζει στο στέρνο του. Η κίνηση τον βυθίζει βαθύτερα μέσα της κι αυτή πιέζει το σώμα της πάνω του. Ο Σέβερους κατασταλλάζει σε έναν αργόσυρτο ρυθμό, ενώ η γλώσσα του κυριεύει το στόμα της. Κρατάει το πρόσωπο της στραμμένο κοντά στα χείλια του κι η λαβή του δεν υποχωρεί. Η επιθυμία του αρχίζει να κορυφώνεται ξανά, το δυσοίωνο μούδιασμα κατακτά το σώμα του, γαλήνιος προάγγελος του οργασμού.
Ο ρυθμός του κομπιάζει μεταξύ αργόσυρτου και ξέφρενου, τα δάκτυλα της Ερμιόνης βυθίζονται ανάμεσα στα πόδια της. Ο Σέβερους ζουλάει και τραβάει τις ρόγες και το στήθος της, ενώ τη νιώθει να αγγίζει τον εαυτό της, δάκτυλα χωμένα στη σχισμή του αιδοίου της. Την αφήνει, παρ' όλο που η περηφάνια του φωνάζει να διώξει τα δάκτυλά της μακριά. Μόνο αυτός επιτρέπεται να την φέρει στην ολοκλήρωση, αλλά έχει βρει το ρυθμό της τώρα και ο Σέβερους έχει αποχαυνωθεί από το πως η έκφραση της καταρρέει με τον επικείμενο οργασμό.
"Σέβερους.." Αναστενάζει με φωνή σπασμένη, με βογγητά που αυξάνονται σε συχνότητα και ντεσιμπέλ όσο πιο πολύ ο ρυθμός των γοφών του γίνεται ακανόνιστος κι εκείνος πλησιάζει την κορύφωση του. "Γάμησε με!" Κραυγάζει κι οι βρισιές είναι κάτι που σπάνια χρησιμοποιεί. Διαλύεται επιτέλους, με τα δόντια του Σέβερους χωμένα στο λαιμό της, να ρουφάνε τους τελευταίους απελπισμένους ήχους απ' τα χείλια της.
Πάντα το τέλος. Καλά ή κακά έχουν ένα τέλος, ειδικά η γλύκα μιας νύχτας σαν την αποψινή, αλλά μόνο η ανάμνηση της, είναι φωτιά. Η φωτιά του να νιώθεις, χωρίς να ζητάς τίποτα για αντάλλαγμα. Η Γκρέιντζερ δεν του ζήτησε τίποτα ποτέ, όταν έσωσε τη ζωή του, όταν τον βοήθησε να την ξαναφτιάξει, όταν τον σήκωσε από τις στάχτες και του κράτησε το χέρι για να αναγεννηθεί. Η Γκρέιντζερ δεν τον πέταξε έξω από τη ζωή της όταν την είπε λασποαίματη. Ο Σέβερους θα της προσφέρει όσες νύχτες ζητάει, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς δέσμευση, χωρίς υποχρέωση.
Είναι με μια περίεργη αίσθηση κάθαρσης, όταν κι αυτός παραδίδεται στην ολοκλήρωση του. Μια αίσθηση λες και ένα από τα χρέη του έχει πια εξοφληθεί. Τα κύματα της κορύφωσης του τον φέρνουν ξανά στη γη, ενώ οι σπασμοί του κόλπου της στραγγίζουν τις τελευταίας σταγόνες σπέρματος από την στύση που ήδη υποχωρεί.
Θα είναι λίγο μετά την αυγή όταν η Ερμιόνη βγαίνει αθόρυβα από το δωμάτιο.
(Πέρασε τις τελευταίες ώρες να λαγοκοιμάται στην αγκαλιά του. Την κρατούσε υπερβολικά σφιχτά για έναν άντρα που την πηδάει χωρίς δεσμεύσεις.)
Ο Σνέιπ θα προσποιηθεί ότι κοιμάται, ενώ εκείνη επιδιορθώνει τα κουρελιασμένα απομεινάρια του φορέματός της. Οι γραμμές στο πρόσωπό του δεν θα είναι τόσο βαθιές και έντονες, ενώ η Ερμιόνη εφαρμόζει ξόρκια καμουφλάζ στα μωβ σημάδια που τα δόντια του χαράξανε στο δέρμα της. Είναι πάρα πολλά, απλωμένα στον λαιμό και τους ώμους της, στο στομάχι και τα πλευρά της. Ακόμα και το εσωτερικό των μηρών της φέρει τα σημάδια του.
Το σεξ έχει απαλύνει ένα μέρος της απογοήτευσης που νιώθει για τη ζωή της, του θυμού που την κρατάει σε απόσταση, ενώ οι μπόμπες που κατανάλωσε έχουν πια εξατμιστεί από τις φλέβες της. Η Ερμιόνη αρχίζει να νιώθει τα πρώτα τσιμπήματα ενοχής. Ίσως να είναι πιο Σλίθεριν απ' ό,τι φαίνεται, αλλά η απιστία δεν είναι κάτι που θα μπορέσει να κρατήσει κρυφό για πολύ.
Όχι για πολύ… αλλά για αρκετό καιρό, ώστε να ζήσουν πολλές αθέμιτες νύχτες σαν αυτή, πριν η κατάσταση καταρρεύσει σαν ένας πύργος από τραπουλόχαρτα.
