Κεφάλαιο 17

Στη Φωλιά του Λιονταριού

‟Θα χρειαστώ μια φορεσιά από γυναικεία ρούχα των ανθρώπων" είχε πει η ξωτικιά και ο Έραγκον άμεσα βάλθηκε να πραγματοποιήσει την επιθυμία της.

Λίγες ώρες νωρίτερα, όταν τα νυχτερινά άστρα ήδη τρεμόσβηναν στο εωθινό στερέωμα, η ομάδα τους είχε φτάσει τόσο κοντά στην πρωτεύουσα, όσο και την τελευταία φορά που βρέθηκαν εκεί. Μέσα στο δάσος, που είχαν και τότε ζητήσει καταφύγιο μαζί με τον Μέρταγκ μέχρι να ξαποστάσουν και να γιατρέψουν της πληγές της ξωτικιάς, είχαν κρυφτεί και τώρα αποφεύγοντας την κεντρική, αμαξιτή οδό. Σίγουρα θα υπήρχαν και άλλοι οδοιπόροι, έμποροι ή στρατιώτες, που θα κινούνταν στο δημόσιο δρόμο που οδηγούσε στις πύλες της Ουρου'μπαίην. Ακόμα δεν είχαν ετοιμάσει κάποιο σχέδιο για να τους αντιμετωπίσουν.

Ο Έραγκον διέθετε μερικά παλιά νομίσματα του Μπρομ, καθώς και το τελευταίο ασήμι που του είχε προμηθεύσει ο Μέρταγκ για το ταξίδι προς τη Σούρντα. Σκόπευε να χρησιμοποιήσει μέρος του, για να αγοράσει από κάποιον έμπορο ό,τι η Άρυα χρειαζόταν.

Συνέστησε στις δύο συντρόφισσες της ζωής του, να παραμείνουν στο ίδιο σημείο κρυμμένες και ήσυχες ανάμεσα στις πυκνές φυλλωσιές, κρατώντας ήρεμα και τα άλογά τους. Εκείνος θα κατόπτευε τη γύρω περιοχή, θα αναζητούσε τα χρειώδη για την μεταμφίεση της ξωτικιάς, ίσως και κάποιους πιθανούς πληροφοριοδότες ανάμεσα στους περιπλανώμενους εμπόρους.

Αρκετά απρόθυμα οι δύο τους συναίνεσαν.

Το ίδιο απρόθυμα όπως αυτές, ο νεαρός δρακοκαβαλάρης εγκατέλειψε την ξωτικιά μόνη στη φύλαξη της εκλεκτής του. Βαδίζοντας προσεκτικά επάνω στο καλυμμένο πευκοβελόνες έδαφος, απέφευγε να δημιουργεί θόρυβο παρακάμπτοντας πεσμένους κλάδους και ξεραμένα φύλλα, προσέχοντας για την όποια πιθανή παρουσία άλλων ατόμων ένα γύρω.

Τα τελευταία λόγια που του είχε πει η ξωτικογυναίκα παίδευαν την καρδιά του και το νου. Με τα πράσινα —στο χρώμα νεαρών βλαστών —μάτια της, τον είχε κοιτάξει καταπρόσωπο, εφιστώντας του την προσοχή στο κάθε τι. Όφειλε να μην είναι τολμηρός, ούτε ριψοκίνδυνος! Έτσι του είπε.

Η σοβαρή ματιά της είχε κάνει την ανάσα του να κοπεί. Η παρουσία της και μόνο τόσο κοντά του, προκαλούσε γλυκιά αναστάτωση στη νεανική καρδιά του. Ένοιωθε γοργό το φτεροκόπημα μέσα στο στήθος, κάθε που την κοιτούσε. Το αίμα του κυλούσε καυτό στις φλέβες και οι παλμοί του αυξάνονταν σε ένταση και αριθμό. Φαινόταν αδιανόητο γι' αυτόν, να μην μπορεί να βρίσκεται διαρκώς σιμά της, μιας και η έλξη που ένοιωθε γι' αυτήν ήταν μεγάλη, όπως και η ανάγκη της παρουσίας της.

Τι του συνέβαινε; Είχαν υπάρξει στο Κάρβαχωλ ένα ή δύο κορίτσια, που του είχαν κάποτε αποσπάσει για λίγο την προσοχή. Καμία τους όμως δεν τον είχε κάνει να νοιώσει όπως αυτή. Η παράξενη έλξη που του προκαλούσε το βλέμμα της ξωτικιάς, που το ένοιωθε σαν κάρφωμα μέσα στην καρδιά του, το αέναο σφυροκόπημα των παλμών στο στήθος του, το βαθύ ενδιαφέρον του για το άτομό της, η αφοσίωση, που πίστευε ότι όφειλε σ' αυτήν, καθώς κι ένα παράξενο αίσθημα ντροπής, τον προβλημάτιζαν.

Τι αλήθεια του συνέβαινε; Έφταιγε μήπως η παράξενη και απόκοσμη ομορφιά της; Το ότι είχε συνδεθεί τόσο απρόβλεπτα μαζί της, όταν αυτή στοίχειωνε τις νύχτες τα όνειρά του; Και τι του προκαλούσε την παράξενη αυτή έξαψη, που έκανε τα μάγουλά του να κοκκινίζουν; Ένοιωθε έτσι κι ο Ρόραν για την Κατρίνα του; Ο εξάδελφός του ποτέ δεν του είχε εκμυστηρευτεί παρόμοια συναισθήματα. Ο Έραγκον όμως γνώριζε καλά, πως ο Ρόραν σκόπευε σοβαρά να ζητήσει σε γάμο την Κατρίνα. Συνέβαινε κάτι παρόμοιο και στον ίδιο τώρα; Πώς θα ήταν δυνατό ένα παρόμοιο ταίριασμα;

Δίχως να βρίσκει απόκριση στις απορίες του, ο Έραγκον πλησίασε τη δημοσιά κρυμμένος πίσω από φυλλώματα και θάμνους. Το πρώτο φως του ήλιου δίσταζε ακόμα να ξεχυθεί στον κάμπο, μπορούσε όμως κανείς να διακρίνει ίσκιους από άμαξες κι ανθρώπινες μορφές, να κινούνται αργά στην απόσταση.

Ο νέος ξέκρινε μακρύτερα τον όγκο των τειχών της πόλης, κρυμμένα ακόμα στις σκιές της νύχτας που έφευγε γοργά. Το τέλος του δρόμου, όπου μπροστά στα τείχη αυτά κατέληγε, ήταν γεμάτο πλήθος κόσμου, που υπομονετικά ανέμενε να ανοίξουνε οι πύλες.

Ο Έραγκον επέλεξε για λίγο να κινηθεί σε ένα καλά κρυμμένο παράπλευρο μονοπάτι, που ξετυλιγόταν παράλληλα με τη δημοσιά. Όταν θεώρησε πως κανείς δεν ακολουθούσε πίσω στον αμαξιτό δρόμο, ούτε μπροστά προπορευόταν σε κοντινή απόσταση, αποκαλύφθηκε. Κανένας δεν τον είχε δει να βγαίνει από το δάσος, ούτε μπορούσε να κινήσει υποψίες ένας μοναχικός οδοιπόρος, που απροκάλυπτα κατευθυνόταν προς την πρωτεύουσα.

Με μεγάλα βήματα ταχιά πλησίαζε τα τείχη, που όλο πιο ογκώδη φαίνονταν, καθώς η απόσταση από αυτά ολοένα μίκραινε. Το φως του ήλιου ξεπρόβαλε απότομα ανάμεσα από χέρσα χωράφια, λούζοντας τις γιγάντιες καστρόπορτες. Το σάλπισμα ενός κόρνου διαπέρασε τ' αυτιά του, καθώς αντήχησε στην ανοικτή πεδιάδα. Το κύμα των ατόμων και των κάρων, που ξέκρινε μπροστά, αναδεύτηκε απότομα, σαν να περίμενε αυτό το σήμα. Του φάνηκε, πως ακόμα και από αυτή την απόσταση άκουσε το τρίξιμο των θυρόφυλλων να ανοίγουν.

Είχε φτάσει στην Ουρου'μπαίην.

Η ονειρώδης κατάσταση που ζούσε εδώ και μέρες εξ αιτίας της ξωτικιάς, άρχισε να ανακατώνεται με τη μεγάλη αγωνία του. Είχε αφήσει τη γυναίκα μοναχή στο δάσος με την ευθύνη της φροντίδας των αλόγων τους. Ο ίδιος είχε μόλις αποκαλυφθεί βαδίζοντας στον αμαξιτό δρόμο, ενώ είχε περάσει πολύς καιρός που δεν είχε παρουσιαστεί στον κόσμο. Προχωρούσε τώρα ολοταχώς προς τα τείχη μιας πόλης, που έπρεπε όσο τίποτε άλλο να έχει αποφύγει, νοιώθοντας περισσότερο εκτεθειμένος από ποτέ.

Αν δεν κατάφερνε να βρει στο δρόμο του κάποιον έμπορο, για να αγοράσει για την ξωτικιά τα χρειώδη, θα έπρεπε να μπει μονάχος μέσα στην Ουρου'μπαίην, αναζητώντας τα στην αγορά. Συν τοις άλλοις, είχε αναγκαστεί να αποχωριστεί και τη Σαφίρα του. Θα περνούσε η παρουσία τους απαρατήρητη από τον βασιλιά; Θα εύρισκε τον Μέρταγκ; Θα μάθαινε έστω κάτι για τη μοίρα του συντρόφου του;

Ένοιωσε ξαφνικά τις τύψεις να αναδεύονται μέσα του, να καίνε το στομάχι και τα σωθικά του. Γιατί αφέθηκε να πειστεί, να εγκαταλείψει τον φίλο του μονάχο; Γιατί τον άφησε να επιστρέψει στην πρωτεύουσα; Πώς εγκατέλειψε —έστω για λίγο —την ξωτικογυναίκα κρυμμένη στο δάσος; Τι θα συνέβαινε, αν κάποιος ανακάλυπτε το κρησφύγετό της; Πως μπόρεσε να χωριστεί με τη Σαφίρα του, το άλλο του μισό του εαυτού του;

Όμως όχι, η Άρυα δεν ήταν μόνη! Σιμά της παραφύλαγε η δράκαινα, που θα την έσωζε από κάθε κίνδυνο που ίσως καραδοκούσε ενάντιά της. Ο Έραγκον βίασε το βήμα. Καλά θα έκανε να προλάβει κάποιον πραματευτή έξω απ' τα τείχη, για να μπορέσει να κάνει τις αγορές που χρειαζόταν, δίχως να χρειαστεί να χάσει χρόνο πολύτιμο. Έτσι θα γύριζε κοντά τους μια ώρα αρχύτερα.

Κάμποσα βήματα μετά την εντόπισε, γερμένη στο πλάι του χαντακιού. Ο άξονας του δεξιού τροχού της μικρής άμαξας, είχε γλιστρήσει έξω από τη θέση του. Η ηλικιωμένη γυναίκα που την οδηγούσε ήταν μονάχη. Φαινόταν πως είχε προσπαθήσει μάταια να τον επαναφέρει, και τώρα καθόταν παράμερα, αποθαρρυμένη, παρέα με τον ψωραλέο, γερασμένο, κατά τα φαινόμενα, γάϊδαρό της. Ο ξύλινος τροχός βρισκόταν πεταμένος παραδίπλα πάνω στο χώμα, προσμένοντας τον όποιο φιλεύσπλαχνο οδοιπόρο να σταματήσει προσφέροντας τη βοήθειά του.

Δίχως να του διαφύγει, ότι επάνω στο πλατύ μέρος της καρότσας ήσαν γερμένοι μπόγοι, ολοφάνερα ρουχισμό γεμάτοι, ο Έραγκον πλησίασε ολοπρόθυμος. ‟Χρειάζεσαι βοήθεια, καλή κυρούλα;"

‟Να 'σαι καλά, αγόρι μου!" η γυναίκα τον ευχήθηκε. ‟Ταξίδευα για το παζάρι της πρωτεύουσας, όταν το συφοριασμένο ζωντανό μου παραπάτησε. Ευτυχώς ο άξονας δεν έχει σπάσει, γιατί θα ήμουνα χαμένη. Προσπάθησα να ξαναβάλω τον τροχό, αλλά δεν είμαι παρά μια γριά γυναίκα και λίγη η δύναμή μου." Η εμπόρισσα σηκώθηκε, χάιδεψε το λαιμό του γαϊδάρου της και κοίταξε κατάματα τον Έραγκον. ‟Ο σύντροφός μου είναι γι' αυτός γεράκος. Εσύ είσαι όμως νέος και φαίνεσαι δυνατός. Αν ήθελες να βοηθήσεις, θα σ' ευγνωμονούσα."

Ο Έραγκον καταπιάστηκε πρόθυμα με το να ξεζέψει το ζωντανό από το αμάξι, δένοντάς το με το καπίστρι σ' ένα πλαϊνό κορμό δένδρου. Συγκαλύπτοντας κατόπιν την ενισχυμένη δύναμη που διέθετε σαν δρακοκαβαλάρης, τράβηξε ξανά το κάρο στη δημοσιά τοποθετώντας τον άξονα στην πρότερή του θέση. Σφηνώνοντας κατόπιν ένα κομμάτι ξύλο στο σημείο επαφής με τον τροχό, για να μην ξαναφύγει αυτός με τα τραντάγματα, έζεψε πάλι τον γάιδαρο στην άμαξα. "Έτοιμη!" χαμογέλασε στη γυναίκα όσο πιο εγκάρδια μπορούσε.

Όλη την ώρα της προσπάθειας, η εμπόρισσα τον γέμιζε ευχές. ‟Μονάχος ταξιδεύεις, γιε μου;" ρώτησε σαν εκείνος τελείωσε με την άμαξα. Η ματιά της φιλοπερίεργη, τον περιεργάστηκε από πάνω ως κάτω.

‟Μαζί με την αδελφή μου" βιάστηκε να πει ο Έραγκον. ‟Πηγαίνουμε στην πόλη, να συναντήσουμε κάποιους συγγενείς. Την έχω αφήσει όμως μόνη λίγο πιο κάτω. Βλέπεις, καλή κυρά, ήθελα να της κάνω δώρο μια νέα φορεσιά για την περίσταση κι έχω πολύ καθυστερήσει." Ο Έραγκον έριξε μία επιτηδευμένη ματιά προς τις πύλες της μεγάλης πολιτείας. "Πολύς ο κόσμος!" τόνισε. "Φοβάμαι, μήπως, εξ αιτίας της αργοπορίας, οι πύλες κλείσουν, δίχως να προλάβουμε να μπούμε απόψε."

Με μάτια έμπειρα, η εμπόρισσα έριξε μία ματιά κατά τα τείχη και την ολάνοιχτη καστρόπορτα. ‟Μην έχεις φόβο. Απ' όσο ξέρω, τα πρωινά οι φρουροί αρέσκονται να εξετάζουν εξονυχιστικά τα κάρα και τα εμπορεύματα. Γι' αυτό και βλέπεις να υπάρχει συνωστισμός στις πύλες. Αν όμως θες τη γνώμη μου, να μπείτε απόγευμα σαν δεν υπάρχει βία. Τότε θα έχει κόσμο λιγότερο, οι στρατιώτες θα έχουν βαρεθεί και θα επιτρέπουν την είσοδο δίχως πολλά ψαξίματα." Κοίταξε κατόπιν εξεταστικά τον Έραγκον. ‟Είναι νέα κι ωραία η αδελφή σου; Όσο κι εσύ, ομορφόπαιδο;"

Ο Έραγκον κοκκίνισε. ‟Είναι πολύ όμορφη" παραδέχτηκε.

Γνέφοντάς του να ακολουθήσει, η εμπόρισσα κατευθύνθηκε στο πίσω μέρος της καρότσας και βάλθηκε να λύνει κάποιους από τους μπόγους με τον ρουχισμό. Μέσα απ' αυτούς ξεχύθηκαν πληθώρα γυναικείες φορεσιές, μαντήλια, κάλτσες και εσώρουχα. ‟Κανονικά, ένα αγόρι δεν θα έπρεπε να βλέπει γυναικεία πράγματα. Σ' αφήνω όμως να διαλέξεις ότι θες, μιας και βοήθησες."

Ευχαριστημένος, γιατί δεν θα χρονοτριβούσε περισσότερο και θα μπορούσε να γυρίσει γρήγορα κοντά στις συντρόφισσές του, ο Έραγκον διάλεξε ρούχα κι εσώρουχα, που πίστευε πως θα ταίριαζαν στην ξωτικιά. Πλήρωσε πρόθυμα την τιμή κι ασφάλισε κάτω από την αμασχάλη το πακέτο.

Την ώρα που χαιρετούσε τη γριά για να φύγει, την προσοχή του τράβηξε ένα ολομέταξο φουλάρι σε χρώμα βυσσινί, κεντημένο με πέρλες ασημόχρωμες. Για λίγο το γύρισε ανάμεσα στα δάκτυλά του σκεπτικός, φοβούμενος την πιθανή ακριβή τιμή του. Τέλος το πρόσθεσε κι αυτό στο δέμα. Πολύ όμορφα θα πήγαινε της μαυρομαλλούσσας ξωτικιάς ένα δώρο σαν αυτό.

‟Ξέρεις, βλέπω, να διαλέγεις δώρα για τα κορίτσια" γέλασε η γυναίκα. ‟Τυχερές θα είναι οι αγαπητικιές σου."

Κοκκινίζοντας πιότερο, ο Έραγκον αρχίνησε να ψαχουλεύει το πουγκί του, ψάχνοντας για επιπρόσθετη πληρωμή.

‟Κράτα το σαν δώρο από 'μένα" είπε η εμπόρισσα γνέφοντάς του να πηγαίνει. ‟Για το καλό που έκαμες, να με βοηθήσεις."

.*.*.*.

Ο φωτεινός κύκλος που ζεσταίνει τον κόσμο είχε μόλις εμφανιστεί στο βάθος του ορίζοντα. Ανάμεσα στα δένδρα του δάσους όμως οι σκιές την νύχτας, χρονοτριβώντας, έκρυβαν το φως του. Η δύο-πόδια-μυτερά-αυτιά καθόταν πλάι της, με την καρδιά της και τον νου ολάνοιχτο στην επιρροή της. Η αλληλεπίδραση μεταξύ τους ήταν μόνιμη σχεδόν, για όσο η ίδια βρισκόταν στη γη ξεκουράζοντας τα γιγάντια φτερά της. Φεύγοντας από κοντά τους ο καβαλάρης της την είχε νουθετήσει, να προσέχει για τυχόν κινδύνους και να υπερασπιστεί την ξωτικιά. Κι εκείνη του είχε υποσχεθεί, ότι το νύχι και το δόντι της θα ήταν πάντα στη διάθεση του-όχι-τόσο-αδύναμου θηλυκού.

Η Σαφίρα αντιλαμβανόταν την επίδραση της ξωτικογυναίκας στον ψυχισμό του καβαλάρη της, αδυνατούσε όμως να κατανοήσει τη φύση αυτού του επηρεασμού. Τι το ιδιαίτερο μπορεί να εύρισκε σ' αυτήν ο σύντροφος της καρδιάς της και του νου; Δεν ήταν παρά ένα πλάσμα λεπτό κι εύθραυστο, αν εξαιρούσε κάποιος την ικανότητά της στη χρήση της μαγείας. Ούτε φολίδες λαμπερές διέθετε, ούτε δόντια κοφτερά, ούτε γαμψά και μακριά νύχια.

Εκτός από το γεγονός ότι ήταν η κουβαλήτρια του αυγού της, κατά τους χρόνους που νεοσσός ακόμα ανέμενε μέσα στο κέλυφος τον εκλεκτό της, τίποτε περισσότερο δεν διέθετε, που να μπορούσε να συγκριθεί με τη δική της δεινή ομορφιά και επιβλητικότητα. Παρ' όλα αυτά, εξ αιτίας της πρότερης συνάφειάς τους και των πολλών παθημάτων της, η Σαφίρα την είχε συμπαθήσει.

Η δράκαινα γνώριζε ότι εκλεκτός της δεν είχε πλέξει ακόμα σχέδια, για το τι θα γινόταν μόλις μπει στην Ουρου'μπαίην αναζητώντας τον δύο-πόδια-κοφτερό-σπαθί, που είχε αναλάβει το επίπονο καθήκον της αναζήτησης των δύο αυγών του σφετεριστή βασιλιά. Ούτε φανταζόταν τον δικό της ρόλο σε μια αποστολή όπως αυτή, πέρα από το να φροντίσει να διατηρήσει τον καβαλάρη της σώο. Η δύο-πόδια-μυτερά-αυτιά όμως, επρόκειτο να τον συντροφεύσει κι αυτό ήταν τουλάχιστον παρήγορο.

Η Σαφίρα κατανοούσε την επικίνδυνη και καθ' όλα παράτολμη φύση αυτής της προσπάθειας, όμως ο νους της δεν μοιραζόταν τις ανησυχίες της ξωτικιάς. Αντίθετα, αντηχούσε την αισιοδοξία του συντρόφου της καρδιάς της. ‟Ο εκλεκτός μου είναι παράτολμος πολύ" καυχήθηκε με υπερηφάνεια, αναζητώντας ταυτόχρονα τη διαβεβαίωση, ότι η ευεργετημένη ξωτικιά θα τον προσέχει, όσο η ίδια δεν θα βρισκόταν πλάι του.

Αφού πρώτα έλαβε τις απαιτούμενες υποσχέσεις, σηκώθηκε από τη θέση της αργά, βαδίζοντας μεγαλόπρεπα μέχρι το ρυάκι. Βυθίστηκε νωχελικά μέσα στο νερόλακκο που διαμόρφωνε η όχθη και βάλθηκε να καθαρίζει τις φολίδες και τα γαμψά της νύχια. Σταγόνες νερού ξέφευγαν πιτσιλώντας για να στολίσουν στις μεμβράνες των φτερών της, κυλώντας και πάλι μέσα στην κοίτη. Στον μουρμουριστό ήχο του νερού προστέθηκε και το χαρούμενο γουργούρισμα της δράκαινας.

Η Σαφίρα είδε τη δύο-πόδια-μυτερά-αυτιά να πλησιάζει κι αυτή στην όχθη. Να βγάζει από πάνω της ένα-ένα τα στενά, πέτσινα ρούχα που φορούσε και να τα αφήνει απλωμένα κοντά στα βρεγμένα χαλίκια, για να καθαριστούν αργότερα. Με μάτι κριτικό παρατήρησε τη λεπτή, μα αλαβάστρινη γύμνια της ξωτικιάς, κάτι που την άφησε απόλυτα ικανοποιημένη. Μπορεί το αδύναμο τούτο πλάσμα να μην κατείχε τη δική της ομορφιά και τη μεγαλοπρέπεια, δεν ήταν όμως κι άσχημη για κάποια του είδους της. Σύμφωνα πάντοτε με τα ανθρώπινα κριτήρια, ο εκλεκτός της είχε σωστά διαλέξει.

Η ξωτικιά βυθίστηκε στην κοίτη ρίχνοντας με τις χούφτες των χεριών της μπόλικο νερό στους ώμους και στην πλούσια κόμη. Επάνω στη ράχη και στα μπράτσα της ξεχώριζαν ακόμα καθαρά οι ουλές από τα σημάδια, που τα μαρτύρια των υπηρετών του σφετεριστή, αυγοσπάστη της είχαν προκαλέσει.

‟Ο εκλεκτός μου σύντομα επιστρέφει" μοιράστηκε η Σαφίρα τη χαρά της με την ξωτικογυναίκα. ‟Λέει, πως φέρνει μαζί του για σένα όλα τα χρειώδη." Η δράκαινα τέντωσε τον μακρύ λαιμό της ρουφώντας μία μεγάλη γουλιά νερό, κατόπιν την άδειασε με χάρη επάνω στο κεφάλι της δύο-πόδια, βοηθώντας την να πάρει το λουτρό της.

Η ξωτικιά σήκωσε το βλέμμα αιφνιδιασμένη. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη, καθώς το νερό κυλούσε πάνω της. Κατόπιν σήκωσε το λευκό της χέρι κι ακούμπησε απαλά τις άκρες των δακτύλων στις απαλές φολίδες του λαιμού της. ‟Σε ευχαριστώ, ευγενική Μπγιάρτσκιουλαρ," είπε απλά, κοιτάζοντας τη δράκαινα με μάτια γεμάτα ζεστασιά κι ευγνωμοσύνη.

Ευχαριστημένη η Σαφίρα επανέλαβε την ίδια κίνηση πάλι και πάλι, χτυπώντας ταυτόχρονα την ουρά στην επιφάνεια του ρυακιού, σηκώνοντας περισσότερες ψεκάδες. Κατόπιν πλάγιασε στο πλευρό βυθίζοντας στο νερό όλο της το κεφάλι. Τινάζοντας το λαιμό απότομα, εκτόξευσε τριγύρω ένα πολύχρωμο σιντριβάνι. Το χαρούμενο γουργούρισμά της γέμισε την ατμόσφαιρα.‟Ο εκλεκτός μου είναι εδώ!" δήλωσε πασίχαρη στην ξωτικογυναίκα.

Μέσα από την σύνδεση που μοιραζόταν με τον Έραγκον, κατάλαβε ότι ο νεαρός καβαλάρης της είχε προλάβει να δει τα λερωμένα ρούχα της ξωτικιάς σκορπισμένα πάνω στη γη. Μοιράστηκε μαζί του και την μεγάλη του αναστάτωση, καθώς και την ταυτόχρονη ντροπή που ένοιωσε για τη γύμνια της γυναίκας, που τα παρατημένα ρούχα υπονοούσαν.

Παραξενεμένη η δράκαινα για την αντίδρασή του, άπλωσε το φτερό της καλύπτοντας την δύο-πόδια-μυτερά-αυτιά. ‟Είμαστε εδώ οι δυο μας, απολαμβάνοντας το λουτρό μας μαζί" είπε, περνώντας στον νου του την αίσθηση του δροσερού νερού, ταυτόχρονα και την ανακούφιση για τις καθαρές από το χώμα πατούσες, νύχια και φολίδες. Ο όγκος του ζαφειρένιου σώματός της, πλαγιασμένου στο ένα πλευρό στην όχθη, θα κάλυπτε την ωραία ξωτικιά, για να μην νοιώθει ο εκλεκτός της τα παράξενα τούτα συναισθήματα.

Μέσα από τις κοινές αισθήσεις που μοιράζονταν, κατάλαβε τον Έραγκον να ακουμπά το δέμα που κρατούσε σε μέρος στεγνό κοντά στην όχθη. ‟Θα περιμένω κοντά στα άλογα, αγαπημένη της καρδιάς μου" την ενημέρωσε, προτού αποσυρθεί με μάγουλα κατακόκκινα από την ντροπή και φλογισμένες τις αισθήσεις. Οι έντονοι παλμοί της καρδιάς του, που προσπαθούσε μάταια απ' αυτήν να κρύψει, ηχούσαν βροντεροί τόσο στα ίδια του τα αυτιά, όσο και στα δικά της.

‟Η δύο-πόδια είναι όμορφη πολύ δίχως τα ρούχα" του δήλωσε η Σαφίρα. Δεν θέλησε όμως να προκαλέσει στον εκλεκτό της μεγαλύτερη αμηχανία, από όση του προκαλούσε ήδη ο εαυτό του, έτσι απέφυγε να μοιραστεί την εικόνα της ξωτικιάς μαζί του. ‟Φρόντισε εσύ τα άλογά σου. Θα τελειώσουμε με το λουτρό μας τα δύο θηλυκά μονάχα" τόνισε επιπρόσθετα, απαγορεύοντάς του να ξαναπλησιάσει το ρυάκι.

Ίσως μ' αυτόν τον τρόπο συνερχόταν.

.*.*.*.

Η ξωτικογυναίκα εμφανίστηκε αργότερα φορώντας την καινούρια φορεσιά της. Έκπληκτος ο Έραγκον διαπίστωσε, ότι είχε αυτή φροντίσει να αλλάξει με μαγεία κάποια από τα χαρακτηριστικά της. Τα μάτια της, αν και διατηρούσαν τον ίδιο βαθύ πράσινο τόνο χρώματος, δεν ήσαν τώρα τόσο σχιστά, σαν του αιλουροειδούς, όπως πριν και είχε στρογγυλέψει τις άκρες των αυτιών της.

Όταν χρησιμοποίησε και το βυσσινί, ασημοστόλιστο φουλάρι, για να καλύψει τα λυτά, μακριά μαλλιά της, η Άρυα σίγουρα θα περνούσε για μια νέα γυναίκα των ανθρώπων. Παρά το ότι τίποτε από την πλούσια κόμη της δεν ξεχώριζε, στα μάτια του νέου άντρα έδειχνε το ίδιο ωραία, όπως και πριν.

Το σχέδιο που είχε σκαρώσει ο Έραγκον για τα επόμενα βήματά τους ήταν απλό, όσο και παράτολμο. Το είχε επεξεργαστεί κατά την ώρα του γυρισμού στο δάσος. Θα έμπαιναν στην πόλη λιγάκι πριν το σούρουπο, όπως η εμπόρισσα είχε συστήσει, αποφεύγοντας τον πολύωρο συγχρωτισμό με τους φρουρούς στις πύλες. Θα φρόντιζαν να περάσουν τη βραδιά τους σε κάποιο πανδοχείο και το ερχόμενο πρωινό θα χωρίζονταν, πριν πάρουν τον δρόμο που οδηγούσε προς το κάστρο.

Εκεί ο ίδιος, κάνοντας χρήση τη μοναδική δεξιότητάς του στο σπαθί, θα προσπαθούσε να καταταγεί στους φρουρούς της ακρόπολης. Ίσως ακόμα να κατάφερνε να αναμιχθεί με τους προσωπικούς σωματοφύλακες του Γκαλμπατόριξ, συλλέγοντας πληροφορίες για τον Μέρταγκ. Η Άρυα θα δοκίμαζε να βρει δουλειά σαν υπηρέτρια στο παλάτι. Όταν η νύχτα θα είχε πέσει, θα φρόντιζαν να συναντηθούν ξανά και τότε θα αποφάσιζαν πώς να δράσουν.

Όσο όλα αυτά θα γίνονταν, η Σαφίρα του θα παρέμενε στην τωρινή τους θέση παρέα με τα δύο άλογά τους, κρυμμένη μέσα στους ίσκιους του δάσους, προσμένοντάς τους να γυρίσουν κοντά της. Δεν έπρεπε για τίποτα να φανερώσει την ύπαρξή της στον κόσμο των ανθρώπων.

Η Σαφίρα δύστροπα συναίνεσε στο σχέδιο αυτό γκρινιάζοντας. ‟Άμα διαπιστώσω, ότι με κάποιον τρόπο κινδυνεύεις, τίποτε δεν θα με σταματήσει να εμφανιστώ πετώντας επάνω από τα τείχη, για να σε σώσω.

Ο Έραγκον την καθησύχασε χαϊδεύοντας τις μαλακές φολίδες του λαιμού της. ‟Θα είμαστε στις έρευνες και τις κινήσεις μας, όσο πιο σύντομοι και διακριτικοί μπορούμε, αγαπημένη."

‟Το καλό που σας θέλω!"

Αν η ξωτικιά συμφώνησε ή διαφώνησε με το σχέδιο του δρακοκαβαλάρη, κράτησε αυστηρά τη γνώμη της μονάχα για τον εαυτό της.

.*.*.*.

‟Καθόλου καλά δεν είμαστε" αναφώνησε ο Έραγκον δυσαρεστημένος με τον πανδοχέα. ‟Τόσα πολλά κοστίζουν στην πρωτεύουσα δύο μικρά δωμάτια με μονά κρεβάτια;" Η τιμή που είχε ακούσει τον αναστάτωσε. Τα χρήματα που είχε ήδη ξοδέψει για τον ρουχισμό της Άρυα και το φαγητό στην κοινή αίθουσα του πανδοχείου, ήταν τα περισσότερα που σκόπευε να διαθέσει. Όσα απόμεναν, θα έφταναν για ένα δωμάτιο μονάχα.

Ο άντρας ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. ‟Σαν θες, να δοκιμάσεις και αλλού…" Ρίχνοντας μια αδιάκριτη ματιά προς τη μεριά της Άρυα, έγλυψε αδιάντροπα τα χείλη. ‟Δεν θα 'βρεις όμως πουθενά φθηνότερες τιμές και τόσο καθαρά στρωσίδια. Μάλιστα, σε προκαλώ, αν βρεις κάπου καλύτερα, να έρθεις πίσω να το πεις. Όσο για την κοπελιά σου, θα την αφήσω να σε περιμένει εδώ πλάι, στη ζεστούλα της φωτιάς μας."

Ο Έραγκον έριξε οργισμένος μια ματιά στον πανδοχέα, κατόπιν τα μάτια του στράφηκαν εξεταστικά στη γεμάτη από εργάτες και εμπόρους αίθουσα. Οι περισσότεροι απ' αυτούς είχαν στραφεί κι εξέταζαν την Άρυα με βλέμματα γεμάτα ενδιαφέρον. Τα πρότερά του σχέδια για όσο διακριτικότερη παρουσία γινόταν, πήγαιναν περίπατο. Οι αδιάκριτα απροκάλυπτες ματιές των αντρών —που όση ώρα έτρωγαν νωρίτερα, είχαν καρφωθεί προς το τραπέζι τους —τον είχαν θυμώσει. Έτοιμος τώρα να πιαστεί στον καυγά, αγριοκοίταξε τους θαμώνες.

Είχαν φροντίσει να μπουν στην πόλη λιγάκι πριν οι πύλες κλείσουν για τη νύχτα. Είχαν δηλώσει στους φρουρούς που φύλαγαν, ότι βρισκόντουσαν εκεί, για να επισκεφθούν κάποιους συγγενείς τους. Κανένας δεν είχε ρωτήσει περισσότερα, ούτε τους είχαν σταματήσει για σωματικό έλεγχο, μιας και τίποτε δεν κουβαλούσαν. Ο Έραγκον είχε αφήσει με τη Σαφίρα το πολύτιμο σπαθί του δρακοκαβαλάρη κι η Άρυα τον μπόγο με τα δερμάτινά της ρούχα.

Πλησίασαν στην αγορά, που λίγο-λίγο ερήμωνε από κόσμο και είχαν φτάσει με επιφύλαξη ως και πολύ κοντά στα τείχη της ακρόπολης. Κάμποσα παραπόρτια παρέμεναν ακόμα ανοιχτά, για να εξυπηρετούν τους υπηρέτες, που γύριζαν μέσα βιαστικοί. Όταν θα τελείωναν με την έρευνά τους, θα ήταν εύκολο για τον Έραγκον και την Άρυα να αναζητήσουν την έξοδο σε ένα από αυτά.

Οι δρόμοι άδειαζαν γοργά από διαβάτες, η φρουρά είχε αρχίσει τις περιπολίες της και οι ίδιοι έπρεπε να βρουν κάπου να μείνουν για τη νύχτα. Είχαν διαλέξει το χάνι αυτό, σαν πιο φθηνό —όπως τους φάνηκε —και πιο παράμερο από τ' άλλα.

Όπως όμως διαπίστωνε τώρα ο Έραγκον, οι τιμές που του ζητούσαν ήταν κατά πολύ υψηλότερες από αυτές που συνηθίζονταν στο απόμερο χωριό του. Η σκέψη ότι δεν έπρεπε να ξοδέψει όσα έχει, παρά όφειλε να διαφυλάξει μέρος από το ασήμι του Μέρταγκ για τον γυρισμό στη Σούρντα, τον είχε εκνευρίσει. Το ύφος του πανδοχέα, καθώς και τ' αδιάκριτα βλέμματα, τον είχαν εξοργίσει.

Για να προλάβει η Άρυα το όποιο ξέσπασμα του Έραγκον, ακούμπησε απαλά το χέρι της στο μπράτσο του δρακοκαβαλάρη. Δεν ήταν ώρα να δημιουργούν θέματα παραβλέποντας την επιθυμία τους να περνούν απαρατήρητοι. Η αβρή αυτή κίνηση τον έφερε πάλι στα συγκαλά του. Ρίχνοντας την πιο αυστηρή ματιά που μπορούσε προς τον ταβερνιάρη επικεντρώθηκε στην όποια λύση του προβλήματός του.

‟Πρόκειται για την αδελφή μου" σύριξε με ύφος δυσαρεστημένο εξακολουθώντας ν' αγριοκοιτάζει τον συνομιλητή του.

Ο ταβερνιάρης σπόγγισε ασυναίσθητα τα χέρια σε μια πετσέτα που κρατούσε. ‟Δεν εννοούσα κάποια προσβολή," δικαιολογήθηκε με ύφος προσποιητά απολογητικό, ολοφάνερα όμως θιγμένο. Μπορεί τούτος ο νέος ήταν σφιχτός, δεν ήθελε όμως να χάσει και τελείως τον πελάτη. ‟Σε βεβαιώνω, δεν θα βρεις τιμές καλύτερες απ' ότι σου προσφέρω."

‟Ας είναι κι έτσι!" Ο Έραγκον μέτρησε τα χρήματα που ζητήθηκαν ακουμπώντας ένα-ένα τα νομίσματα πάνω στον πάγκο. ‟Θα πάρω το ένα δωμάτιο, μονάχα για την αδελφή μου. Φτάνει να μου επιτρέψεις να κοιμηθώ στον στάβλο των αλόγων." Κάρφωσε το αγριεμένο του βλέμμα στα μάτια του άντρα, σφίγγοντας τη γροθιά του. Ο πανδοχέας δέχτηκε.

Αργότερα ο Έραγκον συνόδεψε την ‟αδελφή του" στο δωμάτιο του επάνω ορόφου, η ξύλινη σκάλα να τρίζει κάτω απ' το βάρος του σε κάθε βήμα. Θέλοντας να σιγουρευτεί πως η Άρυα από κανέναν δεν θα κινδύνευε τη νύχτα, εξέτασε με προσοχή την κλειδωνιά. Σαν βρέθηκαν μέσα στο μικρό δωμάτιο, η απογοήτευση στα μάτια του ήταν ολοφάνερη. Στο λιγοστό φως, που σκόρπαγε γύρω του το λαδολύχναρο, μπόρεσε να ξεκρίνει το στενό ξυλοκρέβατο. Ένα μοναχά σεντόνι με μια κουβέρτα τριμμένη, μπαλωμένη σε κάποια σημεία, σκέπαζε το θλιβερό αχυρόστρωμα. Μια ραγισμένη λεκάνη κι ένα κανάτι με νερό, ακουμπισμένα πάνω στο σκαμνί, συμπλήρωναν την όλη επίπλωση. Όσο κι αν έψαξε ο Έραγκον, δεν βρήκε κάποια πετσέτα. Η αίσθηση ότι τον έκλεβαν επέστρεψε δριμύτερη και πάλι.

‟Εμένα δεν μου χρειάζεται καθόλου ύπνος, Σούρ'τουγκαλ" δήλωσε η ξωτικιά, για να αποσπάσει την προσοχή του από την εξέταση του προβληματικού χώρου. ‟Το είδος μου δεν είναι καταδικασμένο να χάνει ώρες της ζωής για να κοιμάται. Μπορείς εσύ, σαν θέλεις, να πάρεις το κρεβάτι."

Ο Έραγκον σθεναρά αρνήθηκε. Να κοιμηθεί ο άντρας στο κρεβάτι και η γυναίκα όχι; Θα ήταν άπρεπο. Ούτε θα χτύπαγε καλά στους άλλους, αν θα μοιράζονταν τον ίδιο χώρο. Είχαν αποφασίσει να μην τραβούν επάνω τους προσοχή και το γεγονός ότι είχαν εμφανιστεί δίχως αποσκευές, ήταν κι αυτό από μόνο του περίεργο.

Η Άρυα αναγκάστηκε να συμφωνήσει. Στερέωσε αυτή καλά την κλειδωνιά της πόρτας κι εκείνος βολεύτηκε επάνω σε μία μπάλα άχυρο στον στάβλο των αλόγων.

Έτσι πέρασε η πρώτη βραδιά τους στην πρωτεύουσα.

.*.*.*.

Είχε διαλέξει το πλέον πολυσύχναστο παραπόρτι, σ' εκείνο που την προηγούμενη βραδιά είχαν δει πληθώρα υπηρετών να επιστρέφουν βιαστικά στο κάστρο. Από εκεί θα έμπαινε κι εκείνη.

Το άγουρο πρωινό την βρήκε να εγκαταλείπει το πανδοχείο μέσα στην ψύχρα μιας μουντής αυγής. Ο ήλιος δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνισή του στον ορίζοντα και τα στενά σοκάκια που έβγαζαν στην αγορά ήταν βυθισμένα στις σκιές. Πλήθη όμως λαού είχαν ήδη αρχίσει να συρρέουν προς την φαρδιά πλατεία, κουβαλώντας μαζί τους την ανυπομονησία της ημέρας που ξημέρωνε.

Καθώς βάδιζε βιαστική, οι σκέψεις της Άρυα περιστρέφονταν αδιάκοπα γύρω από το σχέδιο που είχε την προηγούμενη εξυφάνει ο Έραγκον. Η πρόθεσή του να καταταγεί στους φρουρούς της ακρόπολης τής φαινόταν παράτολμη και γεμάτη κινδύνους. Η καρδιά της βάραινε από αμφιβολίες και κρυμμένους φόβους, για το πόσο κοντά στον Γκαλμπατόριξ ήθελε ο δρακοκαβαλάρης να πλησιάσει. Είχε αποφύγει όμως να σχολιάσει το παραμικρό, μιας και είχε καταλάβει το πείσμα, που τον οδηγούσε σε μονοπάτια γεμάτα ρίσκο. Είχε αντιληφθεί ότι η όποια αντίρρησή της δεν θα άλλαζε τη γνώμη του.

Το σχέδιο του Έραγκον ήταν αλόγιστο κι επικίνδυνο, όχι μονάχα για τον εαυτό του, αλλά και τη Σαφίρα. Η Άρυα, αν και ανησυχούσε βαθιά, θα βρισκόταν —ευτυχώς για αυτόν —πολύ κοντά του. Σκόπευε να αναζητήσει δουλειά στο παλάτι, όπου αργότερα θα τον συναντούσε. Αν έμενε πιστός στο λόγο του, να κρατήσει χαμηλό προφίλ, όσο έκανε την προσπάθεια να ενταχθεί στους φρουρούς, οι ώρες της ημέρας θα περνούσαν γρήγορα. Κατόπιν θα ερευνούσαν για τον φίλο του μαζί. Θα φρόντιζε τότε εκείνη να τον αποτρέψει από την όποια παράτολμη κίνηση πιθανών σχεδίαζε, κάνοντας τη μαγεία της ασπίδα που θα προστάτευε και τους δύο.

Η ξωτικογυναίκα κοντοστάθηκε για λίγο στην άκρη της μεγάλης πλατείας την αγοράς. Παρά το τεράστιο μέγεθος του χώρου, δεν την εντυπωσίασε. Δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια ακαλαίσθητη συσσώρευση ανθρώπινης δραστηριότητας. Το χώμα ήταν πατημένο από τα εκατοντάδες πόδια που σέρνονταν επάνω του βιαστικά. Τόπους-τόπους φάνταζε σαν οργωμένο, από τις ρόδες των χειραμαξών και ήταν βρώμικο. Εδώ κι εκεί ξεχώριζε κανείς μικρές λακκούβες βούρκου, που στην επιφάνειά τους διακρίνονταν να γυαλίζουν υγρά ύποπτης προέλευσης. Κάποια από αυτά έμοιαζαν με αίμα. Η έντονη δυσοσμία τους ήταν διάχυτη στο χώρο.

Είχε δεί κι άλλες φορές τις αγορές των ανθρώπων. Μέρη όπου λάβαιναν χώρα οι μεταξύ τους χυδαίες συναλλαγές και απεχθείς αγοροπωλησίες, όταν ο ένας προσπαθούσε να ξεγελάσει τον άλλο. Μέρη όπου αντάλλασσαν με ψυχρό μέταλλο —χαλκό, ασήμι και χρυσό —τρόφιμα και άλλα πράγματα χρειώδη, που θα έπρεπε να είναι ελεύθερα διαθέσιμα σε όλους. Πάντοτε τα μέρη αυτά ξεσήκωναν μέσα της θυμό που δυσκολευόταν να συγκρατήσει. Έβραζε από πόθο για διαμαρτυρία, για δοσοληψίες τόσο ασυγκίνητες που θεωρούσε πως ήσαν άδικες.

Όχι ότι δεν είχε ξαναγίνει κοινωνός σε παρόμοιο συγχρωτισμό των ανθρώπων, αλλά μετά από τη φυλάκιση και τον βασανισμό της στο κελί του Γκίλ'ιντ, η αγορά της Ουρου'μπαίην φάνταζε ανυπόφορη. Η πληθώρα των ανδρών τη γέμιζε απέχθεια τόση, όση ποτέ δεν είχε νοιώσει μέχρι τώρα. Τα πάντα έμοιαζαν αλλαγμένα.

Ή ήταν ίσως η ίδια, που είχε αλλάξει.

Μετά από την ενέδρα και τον αφανισμών των αγαπημένων της συντρόφων, ήταν αναγκασμένη να εκλαμβάνει το οτιδήποτε προερχόταν από το γένος των ανθρώπων μέσα από τον φακό της δυσπιστίας. Όλες οι αισθήσεις της —για την οσμή, την όψη, ακόμα και τους δυνατούς, κακόφωνους θορύβους της αγοράς –προειδοποιούσαν κίνδυνο. Και την προειδοποίηση αυτή, δύσκολα θα την παρέβλεπε.

Καθώς φρόντισε να περνά περιφερειακά από την πλατεία, μια αποφορά αίματος χτύπησε τα ρουθούνια της σαν ξάφνιασμα. Μετά τους πάγκους με τα λαχανικά, τα φρούτα και τα γεννήματα, γεμάτη απέχθεια διέκρινε κουφάρια ζώων, να κρέμονται ανάποδα από τσιγκέλια σιδερένια ∙ το δέρμα τους σκισμένο σε λουρίδες, να σέρνεται στη γηˑ το αίμα τους να στάζει πάνω στο χώμα. Η αποφορά από τις ανοιγμένες τους κοιλιές και τα χυμένα σπλάχνα σκέπασε το άρωμα των ώριμων φρούτων προκαλώντας της έντονη αναγούλα. Το στομάχι της σφίχτηκε και το τελευταίο της γεύμα ανέβηκε στο στόμα σαν ξινίλα.

Λίγο πιο πέρα, κομμάτια ωμής σάρκας, που πάνω τους κάθονται μύγες, γέμιζε τους πάγκους. Από την αντίπερα μεριά είδε να οδηγείται στις άκρες της αγοράς ένα κοπάδι ζώων, για να σφαγιαστεί ανελέητα και το φτωχό τους κρέας να πωληθεί στους ανθρώπους για τροφή.

Η Άρυα προσπέρασε τους χασάπηδες, που διαλαλούσαν με υπερηφάνεια την φρέσκια, ακόμα ζωντανή πραμάτεια. Βάδισε βιαστική, για να κατατροπώσουν τις αισθήσεις της εικόνες άλλες.

Ένα τσούρμο αδύνατων παιδιών τριγύριζαν τους πάγκους, άλλα δουλεύοντας σκληρά από αξημέρωτα, άλλα τρέχοντας δώθε-κείθε για θελήματα, ή ζητιανεύοντας για δύο μπουκιές ψωμί. Κανένας όμως δεν βρισκόταν να τα ευσπλαχνιστεί και να τα βοηθήσει. Με αποτροπιασμό της παρατήρησε εμπόρους να ξυλοφορτώνουν τους μικρούς τους παραγιούς για ασήμαντες αφορμές και άντρες να κακομιλούνε στις γυναίκες τους με σκληρότητα δίχως λόγο και αιτία. Ένοιωσε πιότερο αποξενωμένη απ' τον κόσμο τους.

Γένος που κακομεταχειριζόταν τα παιδιά του! Αυτό ήταν οι άνθρωποι. Γένος που άφηνε τα μικρά του να πεινούν και να κρυώνουν. Η Άρυα ένοιωσε μέσα της βαθιά το μίσος να αναδεύεται και να φουντώνει αναζητώντας μια διέξοδο. Όπως οι άνθρωποι βρώμιζαν τον κόσμο γύρω τους, έτσι και ο συγχρωτισμός μαζί τους βρώμιζε την καρδιά της. Προσπάθησε να καταπνίξει το συναίσθημα… προσπάθησε να αναζητήσει μια ελπίδα…

Όχι! Δεν έπρεπε να αφήνει σκέψεις σαν αυτές να λεκιάζουν την ψυχή της.

Όχι! Δεν θα έπρεπε να είναι άδικη προς όλους.

Υπήρχαν οι Βάρντεν, οι επαναστάτες. Υπήρχε ο Άτζιχαντ, ο αρχηγός τους, που ήταν δίκαιος άνθρωπος. Το ίδιο ήταν και οι πολεμιστές του. Οι Βάρντεν δεν θα άφηναν τα παιδιά τους να πεινούν, ούτε θα τα χτυπούσαν. Ο μιαρός ο βασιλιάς έφταιγε για όλα. Ο Γκαλμπατόριξ και η κυριαρχία του είχαν επιφέρει σ' όλη τη χώρα την κατάπτωση. Αυτός κυνήγησε για να κατατροπώσει το ευγενικό γένος των δράκων. Αυτός κρατούσε φυλακισμένα τα δύο τελευταία αυγά τους.

Κι όμως, για έναν άνθρωπο εκκολάφθηκε το γαλανό αυγό. Για έναν άντρα-παιδί, όπως αυτοί όλοι τριγύρω της…

Ήταν ένας ακόμα άνθρωπος η αιτία, που βρίσκονταν τώρα εδώ. Ένας νέος άντρας, που προσπάθησε να ελευθερώσει τα αυγά των δράκων από τον Γκαλμπατόριξ…

Η Άρυα βιάστηκε να προσπεράσει την αγορά όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αφού βοήθεια να προσφέρει τώρα ήταν αδύνατον. Η αδυναμία αυτή την έπνιγε. Τουλάχιστον να γλίτωνε από την ακατανίκητη βρώμα του αέρα και την παρουσία τόσων και τόσων εργατών, που εξέταζαν την παρουσία της αδιάντροπα, με βλέμματα —όπως της φαίνονταν —χυδαία. Προσπάθησε να κρατήσει μέσα της τα ψήγματα μίας μικρής ελπίδας· μιας φλόγας, που όσο αδύναμη κι αν ήταν, αρνιόταν να την αφήσει να σβήσει.

Απομακρύνθηκε νοιώθοντας ακόμα τα μάτια των ανδρών ν' ακολουθούν τα βήματά της. Τόσο πρωί που ήταν, γυναίκες πολλές δεν κινούνταν ένα γύρω, έτσι το φύλο της την έκανε να ξεχωρίζει. Οι χυδαιότητες που άκουγε να ηχούν τριγύρω, τα σχόλια, τα πειράγματα, την έκαναν να δαγκώσει τα χείλη με θυμό νιώθοντας στο στόμα τη μεταλλική γεύση από το ίδιο της το αίμα. Τάχυνε πιότερο το βήμα προσπαθώντας, να μην αφήσει τις αναμνήσεις από το πρόσφατο παρελθόν να κατακλύσουν το μυαλό της.

…Ω, ευγενικέ μου Φέολιν… κι εσύ γλυκέ μου Γκλένγουινγκ… δεν θα σας ξαναδώ…

Η θλίψη την τύλιξε σαν σκιά. Μπορεί οι πληγές πάνω στο σώμα της να είχαν κλείσει, η απώλεια των δύο συντρόφων όμως ήταν πληγή ανεπούλωτη. Πώς θα μπορούσε να αγνοήσει την αηδία που ένοιωθε για τους ανθρώπους και όλες τις αδικίες που διέπρατταν; Πώς θα μπορούσε να αποφύγει τον Γκαλμπατόριξ;

Στάθηκε δυο στιγμές κι ανάσανε βαθιά. Ήταν δική της η απόφαση να συνοδεύσει τον δρακοκαβαλάρη σε τούτη την αποστολή του. Παρά τις τόσες και πολλές αμφιβολίες της, έπρεπε να το παραδεχτεί. Μπορεί η πράξη του να σώσει τον σύντροφό του να ήταν αλόγιστη, έκρυβε όμως μέσα της τιμή. Η Άρυα δεν θα τον άφηνε μονάχο!

Η παρουσία της στην πόλη αυτή δεν ήταν άλλο παρά μια θυσία. Ένα βάρος που είχε επωμιστεί μόνο για χάρη της Σαφίρα και του καβαλάρη της. Όσο για τα άλλα δύο αυγά των δράκων, στιγμή δεν πίστεψε ότι θα μπορούσαν να τα ελευθερώσουν. Αυτό δεν ήταν παρά μονάχα ένα όνειρο. Όνειρο, που δεν έπρεπε εξ αρχής να έχει αποκτήσει κάποια υπόσταση. Μπορεί κάποτε το αυγό της Σαφίρα να κλάπηκε από το βασιλια, εδώ και καιρό όμως, θα είχε αυτός λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα, για να ασφαλίσει τα υπόλοιπα.

Ο ανόητος σύντροφος του δρακοκαβαλάρη δεν έπρεπε να είχε καν τολμήσει. Με την παράτολμη πράξη του, έθετε σε κίνδυνο όχι μόνο τον Έραγκον αλλά και την ίδια τη Σαφίρα. Και τώρα, η Άρυα καλούνταν να τους προφυλάξει, με την αίσθηση της τιμής να συγκρούεται με την αμφιβολία της για την αποστολή της.

Παρά όλες τις προηγούμενες σκέψεις της, η αποφασιστικότητα μέσα της δεν κλονίστηκε. Θα έκανε ό,τι χρειαζόταν για να γίνει ασπίδα στο ζευγάρι δράκου και καβαλάρη, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε τη δική της θυσία. Ο άγνωστος νέος άλλωστε, σε αρωγή του οποίου έρχονταν, ήταν και σωτήρας δικός της. Τώρα θα του ανταπέδιδε την χάρη. Οι υπόλοιποι όμως άνθρωποι της προκαλούσαν περισσότερη απέχθεια από όση το παρελθόν. Η αδικία τους απέναντι στα παιδιά και στα ζώα —σε όλους τους πιο αδύναμους —ενίσχυε την αποστροφή της, μα και την αποφασιστικότητα να προστατεύσει ό,τι είχε απομείνει πολύτιμο στον κόσμο.

Η λογική της έλεγε, ότι οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους δεν ήταν υπεύθυνα για τα βασανιστήρια στα οποία την υπόβαλαν οι στρατιώτες κατά διαταγή του Ίσκιου, ούτε για τις ασχήμιες που προσπάθησαν να κάνουν οι φρουροί επάνω στο κορμί της, ούτε και τον παιδεμό της όσο ήταν φυλακισμένη στα μπουντρούμια του Γκίλ'ιντ. Δεν γινόταν όμως να μη νοιώθει απέχθεια για το γένος τους, κάθε που έβλεπε τις συμπεριφορές τους.

Φτάνοντας έξω από την πλάγια είσοδο του παλατιού—εκείνη που είχαν παρακολουθήσει μαζί με τον Έραγκον την προηγούμενη μέρα—η Άρυα σταμάτησε για μια στιγμή. Το βλέμμα της έπεσε στους πολλούς υπηρέτες που μπαινόβγαιναν, φορτωμένοι με δέματα και γεμάτα καλάθια. Οι γυναίκες, ιδίως, της τράβηξαν την προσοχή. Στρουμπουλές και αναψοκοκκινισμένες από τα ασταμάτητα πήγαινε-έλα, συνομιλούσαν ζωηρά μεταξύ τους, ο τόνος των φωνών τους, γεμάτος ζωντάνια. Παράλληλα αντάλλασσαν κουβέντες με τους φρουρούς της πύλης γεμάτες εξοικείωση. Η Άρυα παρατήρησε σιωπηλά, απορροφώντας κάθε λεπτομέρεια με την ακρίβεια που τη χαρακτήριζε, πριν αποφασίσει να συνεχίσει.

Είδε τους άντρες να πλησιάζουν τις υπηρέτριες με θράσος, προσπαθώντας να τις αγγίξουν, να τις τσιμπήσουν, εκτοξεύοντας βωμολοχίες και υπονοούμενα. Οι γυναίκες, αν και δεν τους απέφευγαν πάντα, έμοιαζαν να έχουν συνηθίσει αυτή τη συμπεριφορά, σαν να ήταν μέρος της καθημερινότητάς τους. Η Άρυα ένιωσε την απέχθειά της να φουντώνει. Άνθρωποι… σκέφτηκε, με μια πικρή γεύση να γεμίζει πάλι το στόμα της. Η εικόνα αυτή ήταν άλλη μια υπενθύμιση της ασχήμιας που είχε μάθει να περιμένει από το γένος τους.

Για να τραβήξει το νου της στην αποστολή που είχε αναλάβει, χρησιμοποίησε μία καρφίτσα που στερέωνε τα πέτα του φορέματός της. Με την αιχμηρή της άκρη τσίμπησε λίγο το ένα δάκτυλό της, ώστε να τρέξει μια σταγόνα κατακόκκινο αίμα. Ο πόνος την έκανε να συγκεντρωθεί στον στόχο της.

Χρησιμοποίησε το αίμα αυτό, για να βάψει ελαφρά τα χλωμά της μάγουλα, δίνοντας στη μορφή της το ανθρώπινο χρώμα μιας αναψοκοκκινισμένης οδοιπόρου, κάτι που κανένα ξωτικό δεν θα είχε. Κατόπιν βάλθηκε να παίρνει βαθιές ανάσες προετοιμάζοντας τον εαυτό της για τα επόμενα βήματα. Λίγες στιγμές αργότερα, με το κεφάλι ψηλά και το βλέμμα σταθερό, πλησίασε θαρρετά την πύλη.

Η ομορφιά της δεν άφησε ασυγκίνητους τους φρουρούς. Ο ένας μάλιστα απ' αυτούς παράτησε το δουλικό που σιγοκουβέντιαζε μαζί του και στράφηκε γοργά προς τη μεριά της.

" Καλώς την ομορφούλα!" την καλοδέχτηκε. "Πώς και δεν σε έχουμε ξαναδεί απ' τα μέρη μας;"

" Ζητάω δουλειά" αποκρίθηκε σοβαρή η Άρυα, προσπαθώντας να φαίνεται το ύφος της όσο ανθρώπινο μπορούσε.

Ο άλλος φρουρός την πλησίασε ύπουλα από πίσω. "Τί είδους δουλειά;" Ρώτησε ανασηκώνοντας ειρωνικά το φρύδι.

Η ξωτικιά στράφηκε απότομα αντιμετωπίζοντάς τον. " Είμαι πλύστρα" δήλωσε με την ίδια σοβαρότητα. "Είμαι καλή στη δουλειά και γρήγορη. Τα χρήματα μου είναι αναγκαία για να ζήσω."

Ο φρουρός κάγχασε, ένα ύπουλο γέλιο στράβωσε τα χείλη του. "Και βέβαια είσαι καλή και γρήγορη. Το ζήτημα είναι σε τι ακριβώς!"

Ο άλλος στρατιώτης τον διέκοψε. "Ίσως να θέλεις να μας πείσεις, ότι κάποια τόσο ντελικάτη κοπελιά, όπως του λόγου σου, μπορεί να είναι πλύστρα, όμως ο φίλος από δω μπορεί να έχει δίκιο."

Η Άρυα στράφηκε προς τη μεριά του θυμωμένη και του έριξε ένα βλέμμα γεμάτο περιφρόνηση. "Είμαι πλύστρα" επανέλαβε πεισματικά σφίγγοντας τα χείλη. Μέσα της ετοιμάστηκε να τους αντιμετωπίσει στην περίπτωση που δοκίμαζαν να απλώσουν χέρι επάνω της. "Το ότι δουλεύω για να ζω, δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να με προσβάλει."

Ο πρώτος φρουρός φάνηκε να πτοήθηκε. Το αστραφτερά της μάτια έδειχναν να εξακοντίζουν στιλέτα κατ' επάνω του. Πρόσεξε και τις γροθιές της να έχουν σφίξει, οι κλειδώσεις ασπρισμένες από τη δύναμη. "Καλά, καλά, κοπέλα μου, μην κάνεις έτσι. Δεν σε είπαμε και καμπούρα" και γύρισε στο πόστο του βλαστημώντας.

Ο άλλος φάνηκε πρόθυμος να σηκώσει την πρόκληση. Με τα μάτια του να λάμπουν εριστικά, ήταν έτοιμος να συνεχίσει την αντιπαράθεση.

Την ίδια όμως στιγμή, μία βραχνή φωνή τον έκοψε.

"Το κάστρο της πρωτεύουσας είναι ένα μέρος, που πάντοτε υπάρχει χώρος για μια ακόμα υπηρέτρια. Ιδίως για κάποια πρόθυμη για να δουλέψει."

Η Άρυα στράφηκε προς την κατεύθυνση της φωνής. Η γυναίκα στην οποία ανήκε ήταν μέσης ηλικίας, με μάτια ξεπλυμένα γαλανά, ενώ κόκκινες φλεβίτσες κηλίδωναν τα παχιά της μάγουλα. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα σφιχτά σε κότσο, ενώ το εύσωμο κορμί της ήταν ντυμένο με χοντρό χιτώνα σε γκρίζο χρώμα. Στα χέρια της κρατούσε ένα πανέρι τεραστίων διαστάσεων γεμάτο ρούχα κι έμοιαζε συνηθισμένη να δίνει διαταγές, περιμένοντας πάντα να εκτελούνται.

"Α, Μύρνα, πάνω στην ώρα!" χαιρέτησε ο ένας φρουρός φέρνοντας την αιχμή από το κοντάρι του πολύ κοντά στο κράνος. " Άμα σε περιλάβει, κοπελιά, τούτη εδώ με τον κόπανο, στα σίγουρα ξασπρίζεις σαν τα πουκάμισα. Είναι βλέπεις η βασίλισσα ανάμεσα στις πλύστρες. Τι γίνεται, καλή κυρά; Μυρίστηκες νέα βοηθό για την καυτή σου γούρνα; Πρόσεχε όμως, η ομορφούλα τούτη είναι αδύνατη πολύ και φαίνεται τελείως ντελικάτη. Ίσως είναι ακατάλληλη για να κραδαίνει τον βαρύ σου κόπανο και να χαλά τα χέρια της σε μια γεμάτη σκάφη."

Η γυναίκα έκοψε την ξωτικιά μ' ένα βλέμμα από πάνω ως κάτω, σαν να τη ζύγιζε. "Είπες κοπέλα μου, πως είσαι πλύστρα;"

"Το είπα" αποκρίθηκε με σταθερή φωνή η Άρυα "και θέλω να δουλέψω."

Η γυναίκα έσμιξε τα φρύδια, προσέχοντας τα χέρια της Άρυα. "Τα χέρια σου δεν συμφωνούν με όσα ισχυρίζεσαι, αλλά δεν χάνω κάτι να σε δοκιμάσω."

Το δέρμα στα χέρια της γυναίκας ήταν τραχύ, κοκκινισμένο και τόπους-τόπους σκασμένο, μαρτυρώντας χρόνια σκληρής δουλειάς. Κατόπιν η Μύρνα κάρφωσε τον φρουρό με τα ξεπλυμένα της μάτια. Έδειχνε όμως σίγουρη για τις διαθέσεις της κι έτοιμη να ρίξει μια γροθιά σε όποιον την αμφισβητούσε. "Σαν ήρθε αυτή για να δουλέψει, εσένα τι σε μέλει; Γυναίκα σου είναι ή αρραβωνιάρα; Βλέπεις, δεν είναι ο κόσμος όλος χαραμοφάηδες, σαν και του λόγου σου. Κάνε λοιπόν στην άκρη και κοίτα τη δουλειά σου."

Μετά στράφηκε και πάλι προς την Άρυα, με βλέμμα που πρόδιδε την εμπειρία και την αποφασιστικότητά της. "Αφού ζητάς δουλειά, κοπέλα μου, έλα μαζί μου. Με τόσο σκυλολόι αρχόντων και φρουρών όπου μαζεύονται στο κάστρο, πάντα υπάρχει θέση για μια καλή πλύστρα. Σήμερα θα σε δοκιμάσω και αν μου κάνεις, σε κρατώ. Ένα πιάτο φαγητό, θα το έχεις πλούσιο, καθώς κι ένα κρεβάτι για τη νύχτα. Μην περιμένεις όμως πολλά λεφτά," πρόσθεσε με μια δόση ειρωνείας, "γιατί κάποιοι εδώ μέσα έχουν στις τσέπες τους καβούρια."

Δίχως να περιμένει ανταπόκριση, η Μύρνα κίνησε προς την εσωτερική αυλή κι η Άρυα γοργά την πήρε το κατόπι. Η γυναίκα, δίχως να βλέπει αν την ακολουθούσε, βάλθηκε να της εξηγεί τα κατατόπια. Ταυτόχρονα δεν έχασε ευκαιρία να γκρινιάξει για τα άσχημα λερωμένα των φρουρών κι όλα τα άπλυτα απ' το αρχοντολόι. Αν πίστευε κανείς τα λόγια της, ήταν βέβαιο πως δίχως αυτήν και τις γυναίκες που διαφέντευε, το κάστρο θα είχε εδώ και χρόνους καταρρεύσει μέσα στη βρώμα και την αποφορά από τρύπιες κάλτσες και ξεχασμένα μπαλώματα.

Η Άρυα ακολουθούσε σιωπηλή, με την προσοχή της πλήρως επικεντρωμένη στις διαδρομές του κάστρου. Κατέγραφε κάθε λεπτομέρεια στο νου της, κάθε στροφή και πέρασμα, γνωρίζοντας πως ίσως να χρειαζόταν να βρουν βιαστικά έναν τρόπο διαφυγής πριν περάσει η ίδια νύχτα. Οι αισθήσεις της ήταν σε εγρήγορση, κάθε βήμα της μια άσκηση παρατήρησης και εστίασης στην κάθε λεπτομέρεια.

Αργότερα, δουλεύοντας μεθοδικά και με περίσσια δύναμη —δύναμη που κανείς δεν θα περίμενε, αν έκρινε από την λεπτή κορμοστασιά και το αβρό δέρμα των χεριών της —κέρδισε επαίνους απ' τη Μύρνα. Τα σχόλιά της όμως, προκάλεσαν στραβοκοιτάγματα και ψιθύρους από τις υπόλοιπες γυναίκες. Ειδικά όταν η μεγαλόσωμη αρχιπλύστρα αναφώνησε πως πρώτη φορά σε ολάκαιρη τη ζωή της έβλεπε κάποια, να χώνει ολοπρόθυμα τα χέρια στο καυτό νερό, τρίβοντας τόσο αποτελεσματικά τη βρώμα.

Η ίδια βαριά δουλειά συνεχίστηκε αδιάκοπα καθ' όλη τη διάρκεια της μέρας. Η Άρυα, με υπομονή περίμενε να πέσει το σκοτάδι. Όταν όλες οι άλλες θα κοιμούνταν κουρασμένες, τότε θα είχε έρθει η ώρα η δική της. Η ώρα να αναζητήσει τον Έραγκον, όπως είχαν συμφωνήσει, πλησίαζε.

.*.*.*.

"Αν είσαι όσο καλός ξιφομάχος διατείνεσαι πως είσαι, πώς και δεν έχεις κ'αν σπαθί;" Ο φρουρός της κεντρικής πύλης κοίταξε καχύποπτα τον Έραγκον. Μην ήταν ο νέος τούτος χασομέρης, που έτρωγε και τη δική του ώρα;

"Δεν έχω σπαθί" παραδέχτηκε ο Έραγκον. "Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι δεν είμαι ξιφομάχος άριστος." Τα μάτια του είχαν καρφωθεί επάνω στου φρουρού, η φωνή του σταθερή, δίχως να πτοηθεί από την πρώτη άρνηση. "Μπορώ μια χαρά να χρησιμοποιήσω αυτό που θα παρέχετε εσείς."

Ο άλλος χαμήλωσε πρώτος το βλέμμα με αμηχανία. "Δεν λέω… κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει. Όμως συνήθως οι καλοί οι ξιφομάχοι κουβαλάνε δική τους λεπίδα. Με αυτή συνηθίζουν να μάχονται."

Ο Έραγκον εκμεταλλεύτηκε την στιγμιαία αμηχανία του άλλου. "Το μόνο που πρέπει να κάνεις, είναι να ειδοποιήσεις κάποιον ανώτερό σου, να έρθει να με παραλάβει. Σου υπόσχομαι, δεν θα χάσεις."

Μέσα από το μέταλλο και το δέρμα της πανοπλίας του, ο συγκεκριμένος φρουρός φαινόταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία από όλη την τετράδα που φρουρούσε την κεντρική πύλη της Ουρου'μπαίην. Θα πρέπει να ήταν ανάμεσα στα τριανταπέντε και σαράντα. Μία χοντρή ουλή διέτρεχε το τραχύ του μάγουλο και στο πυκνό, κοντό του γένι ξεχώριζαν ήδη κάποιες άσπρες τρίχες.

Ο άντρας, θέλοντας να βγάλει από πάνω του την ευθύνη, στράφηκε προς τον νεότερο φρουρό. "Σύρε να καλέσεις τον καπετάνιο." Κατόπιν γύρισε στον Έραγκον και πάλι. "Η απόφαση δική του."

Νωρίτερα το ίδιο πρωινό, ο Έραγκον είχε ακολουθήσει τα βήματα της Άρυα από κάποια απόσταση, μέχρι που οι δρόμοι τους χωρίστηκαν. Εκείνη είχε κατευθυνθεί μέσω της αγοράς προς το παραπόρτι των τειχών —που περισσότερο χρησιμοποιούσαν οι υπηρέτες —κι αυτός είχε εμφανιστεί στην κεντρική πύλη της ακρόπολης. Διατεινόμενος ότι είναι ξιφομάχος άριστος, που θέλει να καταταγεί στο σώμα των φρουρών, είχε ζητήσει να δοκιμάσει τη δεξιοτεχνία του στην αυλή της εξάσκησης και παρουσία όλων.

Αυτή την ώρα η αυλή της εξάσκησης ήταν γεμάτη άντρες, που εξασκούνταν κατά ομάδες με δόρατα κάτω από το άγρυπνο βλέμμα των εκπαιδευτών τους. Περιφερειακά διέκρινε και κάμποσα ζευγάρια, που μάχονταν με σπαθιά εξάσκησης.

"Συνήθως οι φρουροί της ακρόπολης είναι ψημένοι στρατιώτες, που ξέρουν πώς να χειρίζονται το δόρυ" γκρίνιασε ο τραχύς αξιωματικός που τον συνόδευε καθώς προπορευόταν, οι φαρδιές του πλάτες τεντωμένες κάτω απ' τον θώρακα. Το πρώτο φως της μέρας έριξε τη λάμψη του πάνω στο μέταλλο κάνοντάς το να αστράψει. "Εσύ όμως, όπως λες, δεν έχεις πιάσει δόρυ στη ζωή σου."

Ο Έραγκον θυμήθηκε με πόνο την αρχική του εξάσκηση με τον Μπρομ, όταν ο γέρος του έδειχνε τα βράδια, πώς να μάχεται με ένα μπαστούνι. Γρήγορα όμως είχαν περάσει στη χρήση του σπαθιού κι ο Έραγκον είχε αποδειχτεί καλύτερος με τη λεπίδα. Ο δρακοκαβαλάρης έπνιξε τον αναστεναγμό που του ανέβηκε απ' το στήθος. Πόσο του έλειπε ο γέρος! Γοργά όμως έδιωξε αυτή τη σκέψη κι επικεντρώθηκε στο σκοπό του.

"Θα μπορούσα να το κάνω και αυτό," δήλωσε με σιγουριά στον αξιωματικό "όμως με το σπαθί είμαι πολύ καλύτερος."

Ο άντρας έριξε ένα πλάγιο βλέμμα προς τα πίσω του. "Πότε απέκτησες τη δεξιοτεχνία που μου λες; Δεν φαίνεσαι παραπάνω από δεκαπέντε χρόνων."

"Είμαι ήδη δεκάξι," διαμαρτυρήθηκε νευριασμένος ο Έραγκον "αλλά η δεξιότητά μου δεν έχει να κάνει με την ηλικία μου."

Ο αξιωματικός έγρουξε θυμωμένος, όμως συνέχισε να βαδίζει γοργά χωρίς να πει περισσότερα. Άφησε τους αντιπάλους του Έραγκον να μιλήσουν, αυτούς που κάλεσε για να δοκιμαστεί ο νέος.

Ο ένας τους φαινόταν ψημένος σπαθοφόρος, που σίγουρα είχε κερδίσει μπόλικους τίτλους ανάμεσα στους στρατιώτες, καθώς και την σχετική εκτίμηση. Ο άλλος ήταν ένα θηρίο σχεδόν δύο μέτρα ψηλός, ευρύστερνος, με χέρια γεμάτα μούσκουλα και πόδια σαν κορμούς δέντρων.

Ο αξιωματικός έδωσε ένα από τα σπαθιά εξάσκησης στον Έραγκον. Το ξύλινο ξίφος ήταν πιο ελαφρύ από το Ζάρ'ροκ και πιο κοντό και η ισορροπία δεν ήταν ακριβώς η ίδια όπως με ένα αληθινό σπαθί, αλλά το σχήμα του ήταν οικείο και, αφού το κούνησε μερικές φορές, ο Έραγκον ένιωσε ότι μπορούσε να το χρησιμοποιήσει και να έχει ένα καλό αποτέλεσμα.

"Όχι χτυπήματα στο κεφάλι" τον προειδοποίησε ο αξιωματικός και έδωσε το σινιάλο να ξεκινήσουν, ορίζοντας τον βετεράνο σαν πρώτο του αντίπαλο. "Ούτε και άνανδρα χτυπήματα" πρόσθεσε, εννοώντας τα χτύπημα κάτω από τη ζώνη.

"Τίποτε από τα δύο" συμφώνησε κι ο Έραγκον και ξεκίνησαν.

Δίχως καθυστέρηση, ο αντίπαλος επιτέθηκε στοχεύοντας τα πλευρά του, μια προφανής προσπάθεια να τον φέρει σε ευάλωτη θέση. Ο Έραγκον απέφυγε το χτύπημα με ευκολία, χωρίς να το αποκρούσει ή να παρεμποδίσει την κίνηση του αντιπάλου. Όταν εκείνος τραβήχτηκε πίσω για να ανακτήσει τη θέση του, ο Έραγκον εκμεταλλεύτηκε τη στιγμή και του κατάφερε ένα ισχυρό χτύπημα στον θώρακα, κόβοντάς του την αναπνοή.

Ο αντίπαλος έβγαλε μια συριστική ανάσα, μορφάζοντας καθώς έσφιγγε τα δόντια του απειλητικά προς τον Έραγκον. Ο δρακοκαβαλάρης πήρε θέση, με τη σιγουριά κάποιου που είχε πλήρη έλεγχο της κατάστασης. Όσες επιθέσεις ακολούθησαν, τις αντιμετώπισε με θεαματική μαεστρία και απόλυτη αυτοπεποίθηση. Η κάθε κίνησή του φανέρωνε έναν μαχητή που ήξερε πότε να χτυπήσει και πότε να αποφύγει, δίνοντας την αίσθηση μιας αρμονικής, εντυπωσιακής παράστασης στη μάχη.

Στην αρχή, οι άντρες που εξασκούνταν στην αυλή δεν έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στη μονομαχία. Γρήγορα, όμως, το ζευγάρι του Έραγκον με τον μεγαλύτερο φρουρό τράβηξε την προσοχή, συγκεντρώνοντας γύρω τους ένα πλήθος στρατιωτών και αξιωματικών της ακρόπολης.

Οι άντρες φώναζαν υποστηρίζοντας τον δικό τους, προσθέτοντας ένταση στην αναμέτρηση.

"Δώσ' του μία καλή!"

"Δείξε του τι πάει να πει φρουρός της ακρόπολης!"

"Άφησέ του ένα καλό σημάδι!"

"Ρίξ' του μερικές γερές! Δώσε του κάμποσες μελανιές, να έχει να ασχολείται!"

Ο αντίπαλος ήταν ικανός, όχι όμως αρκετά για να νικήσει τον Έραγκον. Με μια πλάγια προσποίηση, ο δρακοκαβαλάρης χτύπησε με ακρίβεια το μπράτσο του άντρα κοντά στον αγκώνα. Το χέρι του βετεράνου μούδιασε, αιωρήθηκε άψυχο για μερικές στιγμές, προσφέροντας στον Έραγκον την ευκαιρία που περίμενε. Χωρίς να θέλει να τον εξουδετερώσει εντελώς, ακούμπησε την ψεύτικη λεπίδα στο στομάχι του, προσποιούμενος πως τον καρφώνει.

"Νεκρός!" ανακοίνωσε ο Έραγκον, καθώς απομακρύνθηκε δυο βήματα και γύρισε προς τον αξιωματικό. "Ο επόμενος!"

Το πλήθος φάνηκε στιγμιαία απογοητευμένο από την ήττα του δικού τους. Όμως, η δυναμική και γεμάτη ένταση μονομαχία είχε ήδη κερδίσει τις εντυπώσεις.

Ο αξιωματικός κοίταξε τον Έραγκον με βλέμμα γεμάτο αναγνώριση. Έκανε νόημα στον μεγαλόσωμο φρουρό να πάρει τη θέση του βετεράνου, έτοιμος να αποτελέσει τον νέο αντίπαλο του δρακοκαβαλάρη.

Ο άντρας χαμογέλασε και μια σειρά από στραβά δόντια γυάλισαν στο στόμα του. Σήκωσε το σπαθί του της εξάσκησης κι επιτέθηκε με ταχύτητα απροσδόκητη για τον όγκο του χτυπώντας το ξίφος του Έργκον και στοχεύοντας το συκώτι του. Αν το χτύπημα είχε βρει τον στόχο του, ο Έραγκον ήξερε ότι τώρα θα ήταν κουλουριασμένος στο έδαφος, ανίκανος να κουνηθεί. Αλλά δεν τον βρήκε. Απέφυγε το χτύπημα και χρησιμοποίησε το πλεονέκτημα του ανοίγματος που δημιουργήθηκε για να πετύχει τον φρουρό στη δεξιά μασχάλη.

Ο άντρας έκανε ένα βήμα πίσω με μια έκπληκτη έκφραση. Συνήλθε γρήγορα, πριν όμως προλάβει να ξεκινήσει δεύτερη επίθεση, ο Έραγκον έκανε προσποίηση προς το αριστερό ισχίο του αντιπάλου. Ο μεγαλόσωμος φρουρός κινήθηκε για να τον αποκρούσει και ο Έραγκον περιέστρεψε το ξίφος –αλλάζοντας κατεύθυνση στον αέρα—και τον χτύπησε στο πήχη, κοντά στον καρπό.

Φωνές και ουρλιαχτά ακούστηκαν από τους θεατές.

Ο φρουρός μόρφασε κουνώντας με δυσκολία το χέρι του κι ο Έραγκον έκανε μια γρήγορη γκριμάτσα. Το πλήγμα δε φαινόταν ιδιαίτερα σημαντικό, σίγουρα όμως πονούσε άσχημα. Δίχως να χάσει χρόνο επιτέθηκε ξανά στον άλλο και, όταν αυτός τραβήχτηκε πίσω σε μια προσπάθεια να ανακτήσει τη θέση του, ο Έραγκον κοπάνισε την ίσια πλευρά του ξίφους του πολύ δυνατά. Πιο δυνατά από ό,τι θα μπορούσαν να χτυπήσουν ποτέ οι περισσότεροι άντρες. Η λεπίδα του άντρα πέταξε ψηλά και ο Έραγκον σήκωσε το σπαθί της εξάσκησης, πιο γρήγορα από ό,τι θα προλάβαινε να δει το μάτι. Η αμβλεία αιχμή άγγιξε τον άντρα στο πλάι του λαιμού του.

"Νεκρός και πάλι!"

Ο Έραγκον χαμήλωσε το ξίφος του και οι φρουροί που παρακολουθούσαν άρχισαν να φωνάζουν και να κραυγάζουν επευφημώντας.

Ο αξιωματικός τον έπιασε σταθερά από τον ώμο. "Αυτό ήταν, νέε μου, από σήμερα κατατάσσεσαι στους φρουρούς της ακρόπολης."

Τον τράβηξε να ακολουθήσει με βήμα γοργό προς ένα πετρόκτιστο οίκημα στην άλλη άκρη της αυλής. "Πάμε πρώτα στο φρουραρχείο, να καταγραφείς και μετά θα ακολουθήσει ότι χρειάζεται. Αύριο ορκίζεσαι στο όνομα του βασιλιά, ότι θα είσαι πιστός φρουρός της ακρόπολης."

Στα λόγια αυτά ο Έραγκον ανατρίχιασε. Τι είδους όρκο να απαιτούσε ο Γκαλμπατόριξ; Γρήγορα όμως στράφηκε στο εδώ και στο τώρα. Όσα έπρεπε να γίνουν, θα γίνονταν αυτή τη νύχτα. Το ερχόμενο πρωινό θα έπρεπε βρει αυτόν και την Άρυα μακριά από την πόλη.

"Ο τρόπος που μάχεσαι με το σπαθί θυμίζει, θα έλεγα, τρόπο γόνου ευγενών" είπε ο αξιωματικός με πιο μαλακό τόνο, την ώρα που τον οδηγούσε προς το φρουραρχείο. "Ποιος ήταν αυτός που σε δίδαξε;"

Ο Έραγκον, μη θέλοντας να αποκαλύψει περισσότερα για τον εαυτό του, έσκυψε θλιμμένος το κεφάλι. "Αυτός είναι πια νεκρός" παραδέχτηκε, με λύπη μεγάλη να χρωματίζει τη φωνή του.

.*.*.*.

Ο Έραγκον καταγράφηκε στον κατάλογο με το ίδιο εκείνο ψεύτικο όνομα, που είχε δώσει για δικό του και στον ερημίτη Τένγκα. Είχε γίνει για ακόμα μια φορά ο Μπέργκαν, γιος του Γκάρρου. Μέσα του ένοιωσε για μια στιγμή το ίδιο εκείνο τσίμπημα που είχε νοιώσει και τότε. Δεν του άρεσε να απαρνιέται τον πραγματικό εαυτό του, όμως ο σκοπός του —να αναζητήσει και, αν μπορεί να σώσει, τον Μέρταγκ —ήταν στη σκέψη του ιερός. Προσπάθησε για μία ακόμα φορά να προσκολληθεί σ' εκείνο το 'γιος του Γκάρροου', που τον συνέδεε με το παρελθόν που είχε αφήσει πίσω του για πάντα.

Με τις ξιφομαχίες στην αυλή, τη διαδικασία της καταγραφής και του εξοπλισμού του καινούριου φρουρού της ακρόπολης, ο χρόνος κύλησε σαν ρεύμα που παρέσερνε τα πάντα. Αντάλλαξε γεμάτες έξαψη συνομιλίες με τους άλλους στρατιώτες, που εκφράζανε τη χαρά τους, να έχουν έναν καινούριο ανάμεσά τους. Κάποιοι από τους άντρες τον χτύπησαν εγκάρδια στην πλάτη, ή του έσφιξαν φιλικά το μπράτσο, ενώ άλλοι περιορίστηκαν σε απλές ματιές κι αχνά χαμόγελα. Ο Έραγκον παρατήρησε και κάποιους λίγους, που στέκονταν σε απόσταση κοιτάζοντάς τον αδιάφορα, ακόμα και καχύποπτα. Η χειμωνιάτικη μέρα πέρασε κι ο ήλιος έγειρε γοργά προς τη δύση του βάφοντας τα πέτρινα τείχη της ακρόπολης με χρώματα χρυσαφένια και πορφυρά.

Ο ίδιος αξιωματικός που τον είχε παραλάβει από την πύλη, τώρα τον οδήγησε στη μεγάλη τραπεζαρία της φρουράς. Ο ήχος των συνομιλιών των ανδρών που ήδη γευμάτιζαν εκεί και των γεμάτων ποτηριών αντιλαλούσε στο γύρο χώρο. Μοιράστηκαν μαζί το ίδιο τραπέζι κι αρχίνησαν να τρώνε. Το φαγητό ήταν λιτό —βραστό κρέας με λαχανικά μαζί με μισό καρβέλι κριθαρένιο ψωμί —ήταν όμως μπόλικο μέσα στις γαβάθες τους και μπορούσαν, αν ήθελαν, να ζητήσουν κι άλλο. Η πλούσια μυρωδιά του γέμισε τη μύτη του Έραγκον, που κατάλαβε πόσο πολύ πεινούσε. Είχαν περάσει ώρες από το τελευταίο γεύμα της προηγούμενης βραδιάς, αυτό που είχε μοιραστεί στο πανδοχείο με την Άρυα.

Πολλοί από τους άντρες, που είχαν παρακολουθήσει τις δύο μονομαχίες νωρίτερα στην αυλή, καθώς πήγαιναν να σερβιριστούν κοντοστέκονταν στο τραπέζι εκφράζοντας τον θαυμασμό τους και την ικανοποίηση, ότι ένας τόσο επιδέξιος ξιφομάχος είχε ενταχθεί στις τάξεις τους. Η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή και φιλική γύρω του κι ο Έραγκον άρχισε να χαλαρώνει.

Καθώς το φαγητό στις γαβάθες λιγόστευε και η συζήτηση γινόταν πιο χαλαρή, ο Έραγκον ένοιωσε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να κάνει στον αξιωματικό τις δικές του ερωτήσεις, που θα βοηθούσαν την πορεία των ερευνών του. Πώς ήταν οι βάρδιες των ανδρών; Πόσα άτομα διαμόρφωναν μία ομάδα περιπόλου; Πού βρίσκονταν οι φυλακές του κάστρου και ποιοι επιτηρούσαν τους φυλακισμένους; Τι δεξιότητες χρειαζόταν να έχει κάποιος, ώστε να γίνει δεκτός στην προσωπική φρουρά του βασιλιά;

Ο αξιωματικός δεν προλάβαινε να δίνει απαντήσεις. Μ' αυτή όμως την τελευταία ερώτηση γέλασε εγκάρδια. "Τι να σου πω, παλικάρι μου. Για ρίξε μια ματιά στους σωματοφύλακες του βασιλιά μας και θα δεις ότι ο καθένας τους είναι τουλάχιστον ένα κεφάλι ψηλότερος από σένα" και του έδειξε διακριτικά προς κάποιο τραπέζι στο κέντρο της μεγάλης αίθουσας.

Οι άντρες που κάθονταν εκεί ήταν όλοι μεγαλόσωμοι, καλογυμνασμένοι και ντυμένοι με σκουρόχρωμα ρούχα. Το μόνο χρώμα επάνω τους ήταν η συστρεμμένη φλόγα, το σύμβολο του βασιλιά, που ήταν ραμμένη στα πουκάμισά τους και τους επενδύτες. Στη λάμψη που σκορπούσαν οι λάμπες του λαδιού, που φώτιζαν την αίθουσα, οι φλόγες έμοιαζαν να πάλλονται σαν από μαγεία ζωντανεμένες. Οι κουβέντες τους ήταν ψιθυριστές, σχεδόν ανεπαίσθητες, και κάθε ένας τους φαινόταν να επικεντρώνεται περισσότερο στο πιάτο του παρά στους συντρόφους γύρω του, προσθέτοντας μια αίσθηση απομόνωσης παρά την παρουσία τους σε κοινό τραπέζι.

Ο αξιωματικός σήκωσε το κύπελλό του και κατέβασε μερικές γουλιές μπύρας. "Καλός είσαι με το σπαθί, δεν λέω, αλλά για την προσωπική φρουρά του βασιλιά… δεν ξέρω… Ίσως, σαν μεγαλώσεις περισσότερο… Θα δούμε."

Συνέχισε για λίγο επικεντρωμένος στο φαγητό του, ενώ ο Έραγκον δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό, να συνεχίσει να κοιτά προς τους σωματοφύλακες του Γκαλμπατόριξ. Οι αδιάκριτες ματιές του ωστόσο, δεν πέρασαν απαρατήρητες από τον αξιωματικό. Με μια σχεδόν αστεία κίνηση, κούνησε το άδειο κουτάλι προς το μέρος του. "Επίσης, λάβε υπ' όψιν σου —κι αυτό είναι το πιο σημαντικό —πως για να γίνεις δεκτός στη βασιλική φρουρά θα πρέπει γλώσσα να έχεις και μιλιά καθόλου" είπε για να τραβήξει την προσοχή του νέου από το άλλο τραπέζι. Δεν θα ήταν καλό για κανένα τους, αν οι φρουροί του βασιλιά πρόσεχαν το αδιάκριτο βλέμμα του. Η περιέργεια των άλλων πολλές φορές είχε δημιουργήσει προβλήματα με αυτούς τους άντρες.

Η φωνή του αξιωματικού βάρυνε δυο τόνους. "Η επιμονή σου να χαρχαλεύεις όσα δεν σε αφορούν, μονάχα ελάττωμα μπορεί να θεωρηθεί ανάμεσα στο σώμα των βασιλικών σωματοφυλάκων" συνέχισε. "Νομίζεις πως ο βασιλιάς ανέχεται να συζητάνε για τις πράξεις του εδώ κι εκεί; Τους βλέπεις πώς συμπεριφέρονται. Σοβαροί, διακριτικοί, μετρημένοι. Επίσης ανάμεσά τους η πολυλογία δεν γίνεται ποτέ ανεκτή. Τόση ώρα που είσαι εδώ, αντί να τρως όλο ερωτήσεις κάνεις. Μάθε επίσης, πως στη βασιλική φρουρά γίνονται δεκτοί μονάχα δοκιμασμένοι άντρες και πάρα πολύ έμπιστοι, αφού πρώτα έχουν δώσει στον ίδιο το βασιλιά βαρύτατους όρκους πίστης. Δεν είναι αρκετή η ικανότητα κάποιου στο σπαθί."

Ο Έραγκον έγειρε μπροστά, τα μάτια του καρφωμένα σαν λεπίδες στον αξιωματικό. "Από μικρός που ήμουν είχα ένα όνειρο," είπε με φωνή σταθερή, αλλά γεμάτη πάθος που έκρυβε μια υποψία πρόκλησης. "Να γίνω μια μέρα προσωπικός φρουρός του βασιλιά μας. Νομίζεις πως δεν μπορώ να συγκρατήσω την περιέργειά μου και τη γλώσσα μου; Δώσε μου ένα κίνητρο και τότε θα δεις πόσο συγκρατημένος είμαι."

Η ατμόσφαιρα γύρω τους φάνηκε να βαραίνει για ένα καρδιοχτύπι, πριν τα λόγια του αξιωματικού σπάσουν την ένταση με ένα μετρημένο χαμόγελο. "Κάτσε πρώτα λίγο καιρό να ψηθείς με τους φρουρούς της ακρόπολης, ακόμα δεν ήρθες," είπε, πίνοντας μια ακόμα γουλιά μπύρα. "Αργότερα… αν είσαι τόσο καλός και αν ψηλώσεις κι άλλο, θα σε προτείνω να πάρεις την ειδική εκπαίδευση των σωματοφυλάκων."

Το γεύμα τελείωσε κι ο αξιωματικός τον οδήγησε προσωπικά στον κοινό θάλαμο όπου διανυκτέρευαν οι φρουροί της ακρόπολης. Η ατμόσφαιρα ήταν ήσυχη· μόλις λίγοι άντρες βρίσκονταν στον χώρο, μιας και η βάρδια δεν είχε ακόμα αλλάξει. Οι περισσότεροι εξακολουθούσαν να είναι στις υπηρεσίες τους, αφήνοντας τον θάλαμο σχεδόν άδειο.

Ο αξιωματικός έριξε μια γρήγορη ματιά στο δωμάτιο, διάλεξε ένα καλό κρεβάτι για τον Έραγκον και είπε με σταθερή φωνή: "Κοιμήσου τώρα, να ξεκουραστείς. Αύριο το πρωί, αφού πρώτα ορκιστείς πίστη στο βασιλιά και το σώμα των φρουρών της ακρόπολης, πρόκειται να σε παρουσιάσουμε για μια επίδειξη ξιφομαχίας στην αυλή των αρχόντων."

Ο αξιωματικός τον χτύπησε φιλικά στον ώμο και στράφηκε να φύγει. Ο Έραγκον ακούμπησε τον μπόγο με τα ρούχα που του είχαν δώσει στην άκρη του κρεβατιού και κάθισε στο στρώμα. Κάτω από κάθε κρεβάτι υπήρχε μια μικρή κασέλα, που ο κάθε άντρας φύλαγε τα πράγματά του. Ίσως τακτοποιούσε αργότερα τα δικά του. Έτσι κι αλλιώς, δεν είχε σκοπό να παραμείνει εκεί μέσα περισσότερο από μερικές ώρες.

Την ώρα εκείνη, ένας ακόμη αξιωματικός πέρασε την πόρτα του θαλάμου συνοδευόμενος από δύο στρατιώτες και συναντήθηκε με τον προηγούμενο συνοδό του. Οι τέσσερις άντρες στάθηκαν σε μικρή απόσταση από το κρεβάτι του κι αρχίνησαν να σιγοψιθυρίζουν. Ο Έραγκον άφησε την προσοχή του να πλανηθεί στις κινήσεις τους, προσπαθώντας να ερμηνεύσει τα νεύματά τους. Ένας από τους αξιωματικούς έκανε μια ανεπαίσθητη κίνηση, σαν να τον έδειχνε. Κάποιος από τους στρατιώτες στράφηκε προς το μέρος του και βάλθηκε να τον παρατηρεί με αδιευκρίνιστη προσοχή, που φάνηκε να κρατά περισσότερο απ' όσο ήταν αναγκαίο.

Το ένστικτο του δρακοκαβαλάρη ενεργοποιήθηκε. Κατάλαβε ότι μιλούσαν για εκείνον. Οι λέξεις ήταν χαμηλές και αποσπασματικές, μα κάτι έφτασε στ' αυτιά του για κάποιο στοίχημα. Τα χέρια του έσφιξαν τα γόνατά του, ενώ το βλέμμα του συνέχισε να παρακολουθεί τις σκιές των αντρών. Δεν έκανε καμία κίνηση που θα πρόδιδε το ενδιαφέρον του, μα το μυαλό του δεν σταμάτησε να δουλεύει.

Ύστερα από λίγο, οι άντρες χώρισαν. Ο καθένας πήρε τον δρόμο του, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Ο θάλαμος βυθίστηκε ξανά στη συνηθισμένη του ησυχία, αλλά ο Έραγκον αισθάνθηκε την ένταση που άφησαν πίσω τους να αιωρείται, σαν ένα ανεπαίσθητο ρεύμα που ανακατεύει τον αέρα.

Έμεινε με την βεβαιότητα πως το επόμενο πρωινό, πριν απ' την ώρα της επίδειξης στην αυλή των αρχόντων, επρόκειτο να παιχτούν στοιχήματα για το άτομό του και τις δεξιότητές του στην ξιφομαχία. Η σκέψη αυτή του έφερε μια ελαφριά ενόχληση· δεν ήταν καλό να τραβήξει πάνω του περισσότερη προσοχή. Όλη η έρευνα που σκόπευε να κάνει για τον Μέρταγκ, θα έπρεπε να ολοκληρωθεί απόψε. Δεν υπήρχε περιθώριο για καθυστέρηση. Έπρεπε να δράσει βιαστικά, πριν οι ψίθυροι και τα βλέμματα της αυλής του βασιλιά στραφούν οριστικά επάνω του.

Έγειρε στο ένα του πλευρό, σκεπάζοντας τις σκέψεις του πίσω από βλέφαρα μισόκλειστα. Προφασιζόμενος τον μισοκοιμισμένο, βάλθηκε να παρατηρεί το περιβάλλον γύρω του. Η βάρδια άλλαξε και περισσότεροι άντρες μπήκαν μέσα στο θάλαμο γεμίζοντάς τον με ήχους από βαριά πατήματα και χαμηλόφωνες κουβέντες. Κάποιοι συζήταγαν ακόμα για όσα είχαν λάβει χώρα το πρωί στην αυλή της εξάσκησης, κανείς όμως δεν τον πλησίασε, μιας και τους φάνηκε μισοκοιμισμένος.

Μερικά κρεβάτια μακρύτερά του, κάποιοι άλλοι βάλθηκαν να παίζουν τις επόμενες βάρδιες τους στα χαρτιά. Οι χαμένοι της παρτίδας θα έπαιρναν τις ώρες που θεωρούνταν απ' όλους σαν χειρότερες. Κομμάτια από τις κουβέντες τους έφτασαν στα αυτιά του, και ο Έραγκον, με την οξυμένη ακοή του δρακοκαβαλάρη, άρχισε να τα αναλύει προσεκτικά. Κάθε λέξη που διέφευγε της προσοχής των άλλων, γι' αυτόν ήταν δυνητικά πολύτιμη. Οι λεπτομέρειες, όσο ασήμαντες κι αν φαίνονταν, θα μπορούσαν να γίνουν τα κλειδιά που έψαχνε.

"Σειρά σου να τραβήξεις ένα ακόμα χαρτί."

"Χα! Αυτό δεν θα τον βοηθήσει. Τον βλέπω πάλι να φυλάει απόψε τη νύχτα στην σκάλα του βορεινού πυργίσκου."

"Θα προτιμούσα τα μπουντρούμια παρά εκεί."

"Πήγαινε πάσο καλύτερα."

"Ο Σβένσσον, που φύλαξε εκεί προχθές, λέει, ότι κάποια ώρα μέσα στη μαύρα σκοτάδια ακούστηκαν παράξενοι ήχοι και στριγκλίσματα. Ισχυρίζεται ότι τα μεσάνυχτα ακριβώς βγαίνουν φαντάσματα."

"Μη λες βλακείες. Φαντάσματα δεν υπάρχουν."

"Εγώ λέω βλακείες; Ο Σβένσσον το είπε."

"Όλοι το ξέρουν, ότι ο ερειπωμένος πύργος είναι στοιχειωμένος."

"Τράβα επιτέλους το χαρτί! Αν χάσεις παίρνεις εσύ αυτή τη βάρδια."

"Καλύτερα το έχω να φυλάξω στα μπουντρούμια. Αυτός το 'ειδικό' πρόσωπο, ο αιχμάλωτος του Γκαλμπατόριξ, μπορεί να είναι πολύ επικίνδυνος. Γιατί ο βασιλιάς τον κλείδωσε εκεί πάνω;"

"Καλύτερα να μην μιλάς για όσα δεν σε αφορούν!"

Κάποιο 'ειδικό' πρόσωπο; Ο αιχμάλωτος του βορινού πυργίσκου;

Υποπτευόμενος ότι το άτομο στο οποίο αναφέρονταν μπορεί να ήταν ο Μέρταγκ, που είχε ήδη δράσει μέσα στο κάστρο, ο Έραγκον έσφιξε τις γροθιές του κάτω από το μαξιλάρι, προσπαθώντας να συγκρατήσει τη δίνη των σκέψεων που τον κατέκλυζαν. Αν ήταν πράγματι ο φίλος του ο 'αιχμάλωτος του Γκαλμπατόριξ', τότε το κακό προαίσθημά του επιβεβαιωνόταν με τον πιο οδυνηρό τρόπο. Δεν είχε, μήπως, μέρες πριν, δει στην επιφάνεια του νερού έναν Μέρταγκ τόσο εξαντλημένο, που το θέαμα του είχε καρφωθεί στο μυαλό σαν εφιάλτης; Η αναλαμπή της ανάμνησης ήταν αρκετή για να κάνει την καρδιά του να σφιχτεί από φόβο, αλλά ταυτόχρονα να ατσαλώσει μέσα του την αποφασιστικότητα.

Τα μισόλογα των φρουρών ίσως να είχαν ήδη αποδειχθεί πολύτιμα βοηθώντας την έρευνά του. Όμως, δεν μπορούσε να χάσει χρόνο. Αν ήθελε να σώσει τον φίλο του, έπρεπε να δράσει απόψε. Έπρεπε να κινηθεί πριν οι ψίθυροι που τον αφορούσαν φτάσουν στ' αυτιά περισσότερων και η προσοχή στο πρόσωπό του γίνει ακόμα μεγαλύτερη. Θα έπρεπε όμως να περιμένει όλοι οι άντρες να κοιμηθούν. Κατόπιν θα ξεκίναγε να ψάχνει τον φίλο του από τον βορινό πυργίσκο, αφού πρώτα προσανατολιζόταν για να βρει το μέρος της φυλακής του.

Πέρασε περισσότερη ώρα και, αφήνοντας τις παρέες τους, οι άντρες ξάπλωναν ένας-ένας στο κρεβάτι του. Όταν ήρθε ένας αξιωματικός να ελέγξει, οι περισσότεροι ήδη κοιμόνταν. Ο άντρας έσβησε την τελευταία λάμπα του λαδιού, που φώτιζε αμυδρά τα σώματα των κοιμισμένων και έκλεισε την πόρτα πίσω του φεύγοντας. Στο εσωτερικό του θαλάμου επικράτησε βαθύ σκοτάδι.

Ο Έραγκον πλάγιασε ανάσκελα με τα μάτια ολάνοιχτα μέσα στη νύχτα, καθώς η ανησυχία και η αγωνία κυλούσαν μέσα του σαν κύμα φουρτουνιασμένης θάλασσας. Έμεινε ν' αφουγκράζεται τις ανάσες των άλλων αντρών, ενώ η ώρα κυλούσε βασανιστικά αργά. Ο δρακοκαβαλάρης βάλθηκε να μετρά τους χτύπους της ανάστατης καρδιάς του.

Τι να γινόταν τώρα η Σαφίρα του; Την είχε εγκαταλείψει μονάχη μαζί με τα άλογά του κρυμμένη βαθιά μέσα στο δάσος. Ο Έραγκον γνώριζε καλύτερα από τον καθένα, ότι η περήφανη δράκαινα ήταν ικανότατη στο να φυλάξει τον εαυτό της και να προσέξει την κατασκήνωσή τους. Όμως, εδώ και τόσους μήνες που ταξίδευε μαζί της, δεν είχαν χωριστεί ούτε στιγμή. Ακόμα κι όταν αυτή πετούσε στα ουράνια, η διανοητική τους σύνδεση ποτέ δεν ατονούσε. Ανά πάσα ώρα και στιγμή, μοιράζονταν σκέψεις, αισθήματα και συναισθήματα. Είχαν αναγκαστεί λόγω των περιστάσεων να διακόψουν τον δεσμό τους και τώρα αυτή του έλειπε υπέρμετρα.

Όσο για την Άρυα, πού να βρισκόταν; Μήπως κινδύνευε από κάποιους ή από κάτι; Ο πειρασμός να την αναζητήσει μέσω της διανοητικής τους σύνδεσης ήταν μεγάλος, σχεδόν ακατανίκητος. Όμως, ο φόβος μήπως κάποιος από τους μάγους του βασιλιά παρακολουθούσε παρόμοιες δραστηριότητες τον έκανε να διστάσει. Άφησε την ξωτικιά, ως πιο έμπειρη από εκείνον, να κάνει εκείνη την πρώτη κίνηση. Αν το μυαλό της δεν τον αναζητούσε σύντομα, τότε θα έπρεπε να ψάξει για την Άρυα στους υπόγειους χώρους που κινούνταν και κοιμούνταν οι υπηρέτες του κάστρου.

Ο Έραγκον αποφάσισε να περιμένει τουλάχιστον μία ώρα ακόμα, προτού επιχειρήσει να σηκωθεί από το κρεβάτι του. Μπορεί κάθε δευτερόλεπτο να φάνταζε σαν αιώνας, η αναμονή όμως θα προσέφερε αρκετό χρόνο στους φρουρούς ώστε να κοιμηθούν βαθύτερα. Ίσως να ήταν αρκετή για να γλαρώσουν και οι σκοποί που φύλαγαν την βάρδια έξω απ' το οπλοστάσιο. Τουλάχιστον έτσι ήλπιζε.

Όταν έκρινε ότι η ώρα πέρασε, με πολύ μεγάλη προσοχή επικεντρώθηκε στο να ανιχνεύει τις κοντινές του συνειδήσεις, όπως του είχε διδάξει ο Μπρομ. Οι άντρες ήταν βυθισμένοι σε ύπνο βαθύ κάποιοι από αυτούς χαμένοι σε ονειρικούς κόσμους, που ήταν απροσπέλαστοι.

Ο Έραγκον σηκώθηκε αργά, προσέχοντας να μην αφήσει τον παραμικρό ήχο να διαταράξει τη σιωπή. Κάθε βήμα του ήταν υπολογισμένο, κάθε κίνηση μελετημένη. Το σκοτάδι ήταν απόλυτο, και οι μόνοι ήχοι που άκουγε ήταν οι ανάσες γύρω του. Κινήθηκε επιφυλακτικά στο διάδρομο κρατώντας στο μυαλό τον προσανατολισμό του, προσπαθώντας να αποφύγει κρεβάτια και εμπόδια. Ευτυχώς, πολλά απ' αυτά ήσαν κενά —μια μικρή ευλογία, αφού οι άντρες που τα χρησιμοποιούσαν βρίσκονταν στις υπηρεσίες τους.

Η πόρτα του μεγάλου θαλάμου δεν ήταν ασφαλισμένη, διευκολύνοντας την περίπτωση που κάποιος θα χρειαζόταν να επισκεφτεί τα αποχωρητήρια κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο Έραγκον την ανοιγόκλεισε προσεκτικά, το χέρι του σταθερό, ώστε να μην κάνει τον παραμικρό θόρυβο. Το ξύλο της πόρτας έτριξε ανεπαίσθητα, μα η σιγή που ακολουθούσε του έδωσε την ασφάλεια ότι οι κινήσεις του δεν είχαν τραβήξει την προσοχή.

Ο Έραγκον καθυστέρησε στο κεφαλόσκαλο όσο χρειάστηκε για να ρίξει μια ματιά στα σώματα των κοιμισμένων πίσω του. Κατόπιν γλίστρησε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας.