Στη μούσα μου, την 815 BrokenPencils.
Στην αγορά της Άμπερον
Στα νοτιοδυτικά όρια της αυτοκρατορίας του Γκαλμπατόριξ, στα μέρη που κάποτε οι άνθρωποι για πρώτη φορά αποβιβάστηκαν στα εδάφη της Αλαγαισίας, υπήρχε ένα μικρό βασίλειο. Όλα τα εδάφη που οριοθετούνταν απ' το βορρά με τη λίμνη Τούντοστεν και το μικρό, γραφικό χωριουδάκι Κίθρι, στ' ανατολικά τους τεράστιους όγκους των βουνών Μπέορ και ως εκεί που άρχιζε η απέραντη θάλασσα του νότου, αποτελούσαν τη χώρα της Σούρντα. Ένα μονάχα χρόνο μετά το θάνατο του αρχικαβαλάρη Βράελ κι όσο ο Γκαλμπατόριξ με τους Προδότες του ήσαν απασχολημένοι να εξοντώσουνε τους δράκους και να ενσωματώσουν στα εδάφη της αυτοκρατορίας τους όλες τις πόλεις του Βασιλείου του Μπρόντρικ, κάποια λαίδη Μαρέλντα, χήρα του έπαρχου αυτής της περιοχής, παρέα με τον εραστή της βρήκαν την ευκαιρία ν' αποσκιρτήσουν αποκόπτοντας τα εδάφη της επαρχίας απ' το κύριο σώμα της αυτοκρατορίας. Σε μια φονική μάχη έξω απ' το Κίθρι οι νότιες δυνάμεις, οδηγούμενες απ' τον ιππότη-εραστή της λαίδης Μαρέλντα και τους αξιόμαχους καβαλάρηδες του ιππικού του, κατέκοψαν τους πεζικάριους της αυτοκρατορίας. Έτσι έκτοτε γεννήθηκε το βασίλειο της Σούρντα, που επρόκειτο μια μέρα να παίξει μεγάλο ρόλο στο μέλλον της Αλαγαισίας.
Το γιατί ο Γκαλμπατόριξ επέτρεψε να γίνει κάτι τέτοιο και δεν επιτέθηκε αργότερα, να διεκδικήσει τα εδάφη αυτά και πάλι για δικά του, κανείς δεν θα μπορούσε να το πει. Άλλοι ισχυρίζονταν, ότι υπερδραστήριος όπως ήταν με το να εξοντώνει δράκους και καβαλάρηδες και κατόπιν απασχολημένος με τις ίντριγκες των ίδιων των συμμάχων του, δεν θέλησε να σπαταλήσει τις ζωές άλλων ανδρών απ' το στρατό του, για ένα τόσο δα μικρό – αν και πλούσιο – κομμάτι γης.
Εκείνοι οι πιο καχύποπτοι άφηναν να διαρρεύσουν φήμες, πως ούτε στάλα δεν θα νοιαζόταν κάποιος σαν το βασιλιά για τις ζωές των στρατιωτών του. Μιας όμως και πολύ τον διασκέδαζε, να επιτρέπει στους Προδότες να μάχονται ύπουλα μεταξύ τους, εκείνο ήταν και που τον είχε συγκρατήσει απ' του να επιτεθεί, να καταλάβει και πάλι αυτά τα εδάφη στις εσχατιές της επικράτειάς του. Ο Γκαλμπατόριξ χαιρέκακα ευχαριστιόνταν να γνωρίζει, ότι υπάρχει ένα μέρος που μπορεί μεν να μην έλεγχε απόλυτα ο ίδιος, οι κάτοικοί του όμως κοιμόνταν και ξυπνούσαν κάθε μέρα κάτω απ' το φόβο μιας πιθανής δικής του επίθεσης. Και μπορεί όλοι οι εχθροί του – και κύρια οι Βάρντεν – ν' αποζητούσαν εφήμερο καταφύγιο στη Σούρντα, ο ίδιος όμως θα μπορούσε την κάθε στιγμή, κάπου εκεί στο μέλλον, να διατάξει το στρατό του, να βαδίσει εναντίων τους και να τους υποτάξει.
Κάποιοι άφρονες ακόμα έφταναν να πουν, ότι ο βασιλιάς, μιας κι είχε ζήσει αμέτρητα τα χρόνια του πολέμου, είχε πια κουραστεί και βαρεθεί τις εκστρατείες κι όλους τους κόπους και τους πόνους που απέρρεαν απ' αυτές. Είχε πανίσχυρος αράξει μέσα στο κάστρο της Ουρου'μπαίην, αρκούμενος μονάχα στο να στήνει μαγγανείες για τη δική του ασφάλεια. Ικανοποιημένος από την πίστη των ευγενών του και τις παχυλές εισφορές των φόρων, που εισέπρατταν αυτοί στο όνομά του και μιας και είχε πρόσβαση στη νότια θάλασσα μέσα απ' το πλούσιο και ισχυρό λιμάνι του Άροους, δεν εύρισκε το λόγο να μπαίνει σε περίσσιους κόπους. Έτσι, άφηνε μέσα στη μακροθυμία του τη Σούρντα να υπάρχει.
Όποια απ' τις παραπάνω γνώμες να λάβαινε κανείς, ένα ήταν το σίγουρο. Η Σούρντα είχε ξεχαστεί ελεύθερη για χρόνους, ν' ανθίζει οικονομικά με τις πλούσιες καλλιέργειες των γόνιμων εδαφών της, με την επαρκή αλιεία της νότιας θάλασσάς της, με το εμπόριο από τις ελεύθερες συναλλαγές της. Οι χαλκείς και χρυσικοί των περιπλανώμενων φυλών, καθώς και οι οικοτεχνίτες νάνοι, που κατοικούσαν στο Φάρδεν Ντουρ, εύρισκαν στις αγορές της Σούρντα πρόσφορο έδαφος για τις συναλλαγές των προϊόντων τους με χάλκινα νομίσματα και καθαρό χρυσάφι. Επιπλέον το λαθρεμπόριο ανάμεσα στην αυτοκρατορία και τους Βάρντεν καλά κρατούσε κρυμμένο στις σκιές αυτών των αγορών, μιας και η Σούρντα ήταν πάντα το κρυφό, δημόσιο πρόσωπο των επικηρυγμένων. Ο λαός της Σούρντα και οι επαναστάτες, ήσαν πάντοτε συμμαχικά – αν και μυστικά – ενωμένοι. Πολλοί κάτοικοι των ελεύθερων αυτών εδαφών είχαν αποκτήσει συγγένειες αίματος με τους επαναστάτες.
Η πόλη της Άμπερον δίκαια λογαριαζόταν για όμορφη πόλη και ισχυρή. Χτισμένη πάνω στο ίσιωμα ενός βραχώδους λόφου με απότομες, καθοδικές πλαγιές στη μέση μιας πλατιάς πεδιάδας, τριγυρισμένη με υψηλά πετρόχτιστα τείχη έδινε την αίσθηση της ασφάλειας στους κατοίκους. Δίκαια οι βασιλείς της Σούρντα είχαν διαλέξει την πόλη τούτη για πρωτεύουσα του μικρού, αλλά πλούσιου βασιλείου τους. Οι περιβόητοι πειρατές της Νότιας θάλασσας – αυτοί που κάποτε είχαν οργώσει τα παράλια της Αλαγαισίας, για να τους σταματήσουν οι αρχαίοι δρακοκαβαλάρηδες επιβάλλοντας τη δική τους χιλιόχρονη ειρήνη – δεν είχανε ποτέ τολμήσει ένα ρεσάλτο μέχρι εκεί. Ακόμα κι αν ο Γκαλμπατόριξ σήκωνε μια μέρα τις στρατιές της αυτοκρατορίας του να τους χτυπήσει, οι απότομοι γκρεμνοί στις πλαγιές του λόφου τους και τα πέτρινα τείχη θα τους προφύλασσαν. Υπήρχαν καλά κρυμμένα μονοπάτια, απ' τα οποία οι άξιοι ιππείς τους θα ξεχύνονταν νύχτα στην πεδιάδα, να κατακόψουν τον εχθρό· μονοπάτια, τα οποία λίγοι και ικανοί τοξότες μπορούσαν να προστατέψουν.
Το κάστρο Μπορρομέο, χτισμένο δύο αιώνες πριν καταμεσής στην καρδιά της πόλης, από πασίγνωστη οικογένεια εμπόρων απ' την οποία είχε πάρει και τ' όνομά του, είχε αποτελέσει κάποτε το κέντρο του εμπορίου της Σούρντα. Η ισχυρή οικογένεια των εμπόρων, αφού πρώτα μαζεύοντας χρυσάφι κι άλλα πολύτιμα είχαν μετατραπεί σε τραπεζίτες, είχαν φροντίσει να περάσουν σταδιακά στα χέρια τους δύναμη κι εξουσία, συγγενεύοντας με το αρχοντολόι των επάρχων. Κατόπιν, μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν είχαν φροντίσει να ενισχύσουν σταδιακά την κατοικία τους με νέες οχυρωμένες πτέρυγες, που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν ένα μικρό στρατό για την ασφάλειά τους. Το κάστρο τους, κάστρο του βασιλιά της Σούρντα τώρα πια, τριγυρισμένο από τρία ομόκεντρα τείχη, ενισχυμένα με πολλούς πυργίσκους, έδινε την εντύπωση άπαρτου οχυρού. Σε περίπτωση πολιορκίας, ακόμα κι αν η πόλη έπεφτε, οι προμήθειες μέσα στα κελάρια του θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν τους μαχόμενους για μήνες.
Το κάστρο Μπορρομέο γειτόνευε με άλλα πολλά, παρόμοιου τύπου αν και μικρότερα, αρχοντόσπιτα πλούσιων και ισχυρών ανθρώπων – το μακρύ αρχοντολόι της Σούρντα είχε λόγο και αυτό στη διαχείριση των κοινών της χώρας – ώστε όλα τα πετρόκτιστα οικοδομήματα με τους πλούσιους κήπους ολόγυρά τους, ν' αποτυπώνουν στη μνήμη ενός περαστικού ταξιδιώτη την ανάμνηση μίας πανέμορφα χτισμένης πολιτείας. Σ' αυτό συντελούσε επίσης η πλούσια αγορά της Άμπερον και τα όμορφα γεροχτισμένα, δίπατα σπιτάκια των λαϊκών στρωμάτων, που τίποτε δεν θα είχαν να ζηλέψουν απ' τις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας. Εδώ ακόμα κι οι φτωχότεροι ποτέ τους δεν στερήθηκαν τα πιο χρειώδη, όπως συχνά γινόταν στην επικράτεια του Γκαλμπατόριξ, μιας κι η φορολογία ήταν ελαφρύτερη και η διοίκηση βασιλιάδων κι αρχόντων σπλαχνικότερη.
Η περιβόητη αγορά της Άμπερον βρισκόταν λίγο πιο έξω απ' την καρδιά της πόλης. Κάποιος παλατιανός δεν είχε παρά να διατρέξει τις τρεις καστρόπορτες, να διασχίσει τα πλακόστρωτα δρομάκια που χώριζαν μεταξύ τους τούς κήπους των αρχοντόσπιτων, να προσπεράσει το πυκνό, όμορφο αλσύλλιο, που στις σκιές του ζητούσαν καταφύγιο τα μεσημέρια οι ταξιδιώτες κι οι εραστές τα βράδια, κι εκείθε ας θεωρούσε ότι είχε ήδη φτάσει. Πριν απ' τα πρώτα σπίτια των λαϊκών, που απλώνονταν ολοτρίγυρα της καρδιάς των αρχοντόσπιτων του κέντρου ως τις εσχατιές του τείχους, μετά απ' τις τελευταίες, ευεργετικές σκιές του πυκνού δασύλλιου κι ανάμεσα στα πετρόχτιστα, δίπατα εμπορικά, που στα ισόγειά τους στέγαζαν λογής-λογής τα καταστήματα, ενώ στον πάνω όροφο φιλοξενούσαν τις μεγάλες οικογένειες των ιδιοκτητών τους, ήσαν απλωμένοι οι κατάφορτοι πάγκοι των εμπόρων.
Ότι μπορούσε να προμηθεύσει η γη κι η θάλασσα κι όσα γινόταν να κατασκευάσει χέρι ανθρώπου, μπορούσε να βρει κανείς και ν' αγοράσει, να πουλήσει, ή ν' ανταλλάξει στην αγορά ετούτη· φρούτα ολόδροσα και λαχανικά φρεσκότατα· βότανα αρωματικά και μπαχαρικά, φερμένα από μακρινά εδάφη· κιλίμια και χαλιά υφασμένα με τέχνη, υπομονή και φαντασία· ζωγραφισμένα κεραμικά, πολύτιμα κοσμήματα, καλοδουλεμένα ρούχα κι υποδήματα για όλες της ηλικίες, τα γούστα και τα πορτοφόλια· μεταξωτά και λεπτεπίλεπτα υφάσματα επίσης, δέρματα χοντρά και ακατέργαστα· σπαθιά και τόξα, βέλη σιδεροκέφαλα και όμορφες φαρέτρες· ινία αλόγων και σπιρούνια, βιβλία, χειρόγραφα και γιατρικά κι ό,τι άλλο επιθυμούσε η καρδιά του ανθρώπου.
Ανάμεσα στους πάγκους χίλιοι-μύριοι άνθρωποι, με κάθε χρώμα δέρματος και γλώσσα, να διαλαλούνε την πραμάτεια. Εδώ κι εκεί ξεχώριζαν πότε κάποιος ψηλός και μαυρομάλλης βόρειος, που, αφού είχε ταξιδέψει μίλια και μίλια για να πουλήσει τα δέρματα άγριων ζώων, που οι κυνηγοί είχαν πιάσει στις παγίδες τους στον κρύο βορρά, ξεφώνιζε τώρα κι ο ίδιος σαν αρκούδα. Αλλού θα έβλεπε κανείς μια οικογένεια νάνων μικρόσωμων, φερμένων από τις στοές του Φάρδεν Ντουρ, να ξεδιπλώνουν τα χαλιά, τα επιδέξια υφασμένα απ' τις κυράδες τους, είτε να ξεφορτώνουν απ' τα κάρα τους βαρέλια με αψιά μπύρα. Κάπου αλλού ξεχώριζε κανείς τους χρυσοχόους των περιφερόμενων φυλών, άντρες με δέρμα πολλούς τόνους σκουρότερο απ' το συνηθισμένο, να δείχνουνε τα άξια δουλεμένα τους κοσμήματα τριγύρω στους πελάτες, ενώ ταυτόχρονα να διατηρούν το ένα μάτι τους στραμμένο στη συμπεριφορά των γυναικών και θυγατέρων τους, που, κάτω απ' τα πολύχρωμα λινά τους, έμοιαζαν σαν να έχουνε ντυθεί τη νύχτα.
Ανάμεσα σ' όλο αυτό το πλήθος το ετερόκλιτο κάποιος δεν θα μπορούσε να προσέξει το κοριτσάκι, που περιφερόταν ολομόναχη χαζεύοντας τα αντικείμενα από τον ένα πάγκο και τον άλλο. Το σκούρο πολλούς τόνους δέρμα της υποδείκνυε παιδί των περιφερόμενων φυλών μάλλον, παρά κάποια μικρή, παλατιανή αρχόντισσα. Τα πλούσια φορέματά της όμως, τα στολισμένα με πολύτιμες δαντέλες, έδειχναν πως η μικρούλα θα πρέπει να ήταν κόρη κάποιου άρχοντα πλουσίου το δίχως άλλο, παρά το ότι τριγυρνούσε ασυνόδευτη. Το κοριτσάκι καθυστέρησε μπροστά σε έναν πάγκο γεμάτο με γυναικεία χτένια, νταντέλες και καρφίτσες κοραλλένιες, για να γυρίσει μετά απότομα προς την αντίθετη πλευρά του δρόμου. Εδώ βρισκόταν ένα εμπορικό, που μπροστά στην πλατιά του είσοδο υπήρχαν καλάθια απλωμένα, γεμάτα με μυρωδάτα μπαχαρικά και βότανα. Η μικρούλα έκλεισε τα μάτια κι ανάσανε βαθιά, επιτρέποντας στα σπάνια αρώματα να εισχωρήσουν ως τα βάθη των πνευμόνων της. Κατόπιν άνοιξε τα μάτια, πλησίασε ένα καλάθι και με το απλωμένο της χεράκι ακούμπησε ένα ματσάκι αρισμάρι* τρίβοντας με τον αντίχειρά της και τον δείκτη ένα από τα μυτερά, γραμμοειδή του φύλλα. Ευχαριστημένη έτριψε μετά το μέρος πίσω απ' το αυτί της με τα μυρωμένα δάχτυλά της. Η μυρωδιά θα έμενε εκεί όλη την μέρα. Μπορεί ακόμα και τη νύχτα, όταν θα ερχόταν το σκοτάδι που όλα τα σκεπάζει κι εκείνη έπεφτε να κοιμηθεί στο μαξιλάρι της, θα υπήρχε ακόμα εκεί η υποψία του αρωματικού φυτού, για να μυρώνει τα όνειρά της ζωντανεύοντας τις αναμνήσεις του πολύχρωμου παζαριού.
Το κοριτσάκι αυτό είχε ξεφύγει πράγματι από το παλάτι. Και δεν ήταν η πρώτη της φορά, που η αποκοτιά της την είχε οδηγήσει να κάνει κάτι τέτοιο. Συνήθιζε κάποιες μέρες, όταν βρισκόταν η ευκαιρία, να το σκάει απ' την επίβλεψη της νταντάς, της επιφορτισμένης με τη φροντίδα της, να τριγυρίζει ανάμεσα στους δρόμους του παζαριού της Άμπερον εξερευνώντας όλα όσα της φαίνονταν περίεργα και πρωτόγνωρα. Αυτό που την τραβούσε ως την αγορά δεν ήταν άλλο, παρά τα απλωμένα μπαχαρικά και τα πολύχρωμα ρούχα των ανθρώπων, τα πανέμορφα κοσμήματα, χρυσά και ασημένια, δεμένα με αστραποβολούσες πέτρες κι όλα τα άλλα χρώματα που ανακατεύονταν μέσ' στο μεγάλο αυτό παζάρι, κάτω απ' τις ολόλαμπρες ακτίνες ενός καυτού ήλιου. Όταν η έντονη περιέργειά της θα είχε ικανοποιηθεί και η ώρα της επιστροφής στο κάστρο είχε φτάσει, καμία τιμωρία και ποτέ δεν στάθηκε αρκετή, για να κάμψει την φλογερή επιθυμία της για την ελευθερία πρόσβασης στην αγορά της πόλης. Υπήρχαν πύλες στο κάστρο μικρότερες και χαλαρότερα φρουρημένες από τις κεντρικές, όπου οι υπηρέτες του Μπορρομέο χρησιμοποιούσαν, για να πηγαινοέρχονται στην αγορά ικανοποιώντας τις ανάγκες των αρχόντων. Δεν είχε παρά να παραμονέψει αυτή η μικρούλα την ώρα της μεγάλης αιχμής, εκεί που το έμπα και το έβγα τόσων ανδρών και γυναικών θα κάλυπτε το μικροσκοπικό κορμί της και να χωθεί ανάμεσα στο πλήθος.
Για να πετυχαίνει πάντοτε το τόλμημά της, έπρεπε να είναι έτοιμη κάθε φορά που η προσοχή της νταντάς της θα στρεφόταν κάπου αλλού. Άπαξ κι αυτό γινόταν, το να περάσει κάποιο παραπόρτι ήταν το μόνο εύκολο. Μετά δεν είχε παρά να τρέξει προς την αγορά ακολουθώντας τους πλακοστρωμένους δρόμους, προσπερνώντας γοργά τα πλουσιόσπιτα και τις πυκνές σκιές του άλσους. Κατόπιν θα τριγύριζε ένα γύρω αφήνοντας τις περίεργες ματιές της να σκορπίζονται ελεύθερα πάνω σε ό,τι κάθε φορά θα την εντυπωσίαζε, σταματώντας για όση ώρα ήθελε μπροστά στον κάθε πάγκο, που με τα χρώματα ή τα αρώματά του θα την τραβούσε, για να καταλήξει πάντοτε, σαν τελευταία στάση, στο μαγαζί του αγαπημένου της εμπόρου. Ο Xανταμανάρα-νο Ντάτσου Ταγκάννα ήταν ένας άντρας από τη δική της τη γενιά, απ' τις περιφερόμενες φυλές της ερήμου, που είχε όμως εγκατασταθεί στην Άμπερον εδώ και χρόνους. Στους πάγκους του θα εύρισκε κανείς ό,τι μαχαίρι, εγχειρίδιο ή στιλέτο επιθυμούσε. Και πάντοτε θα την καλοδεχόταν να χαζέψει όσο ήθελε, να πιάσει ακόμα κι ότι της έκανε μεγάλη εντύπωση, παρά το γεγονός ότι χρήματα δεν έφερε πάνω της ποτέ, για να ψωνίσει κάτι από το μαγαζί του.
Εκεί θα πήγαινε και τώρα.
.*.*.*.
Ο πατέρας του κοριτσιού αυτού μπορεί να μην ήταν άρχοντας τρανός από τη Σούρντα, ή βέρος παλατιανός του κάστρου. Ήταν όμως άντρας ισχυρός των επαναστατών, δεύτερος κατά την τάξη στον στρατό των Βάρντεν και δεξί χέρι του Ντέινορ, του τότε αρχηγού τους. Ο Άτζιχαντ, αυτό ήταν το όνομα του πατέρα της μικρής, είχε κατορθώσει μετά από βάσανα και κόπους ν' αφήσει πίσω την παλιά ζωή του στα εδάφη της αυτοκρατορίας και να περάσει αυτός κι η κόρη του στα ελεύθερα μέρη της Σούρντα. Έκτοτε είχε ενώσει την τύχη του μ' αυτή των Βάρντεν κι έχοντας πάρει μέρος μαζί τους σε πολλές αψιμαχίες, είχε κερδίσει με το θάρρος, την δύναμη κι επιδεξιότητα στο σπαθί το θαυμασμό τους. Επιπροσθέτως, οι γνώσεις για το βασιλιά και τους άθλιους συμμάχους του, που κόμιζε μαζί του, καθώς κι η ευστροφία και σοφία του, τον είχαν αναδείξει γοργά στις ανώτερες θέσεις που θα μπορούσε να έχει ένας επαναστάτης στο στρατό τους.
Ο Άτζιχαντ ποτέ δεν μίλαγε για την παλιά ζωή του. Κανείς δε γνώριζε ότι είχε υπάρξει κάποτε σκλάβος στο κάστρο του Εντούριελ, ούτε και ήξεραν τον τρόπο που είχε κατορθώσει αυτός να διαφύγει από μια τέτοια άθλια μοίρα. Γυναίκα μαζί του δεν είχε φέρει, είχε κουβαλήσει όμως την κόρη του στα χέρια, ένα μωρό λίγων μηνών μονάχα, την οποία και είχε εμπιστευθεί στην φροντίδα των γυναικών των Βάρντεν.
Την εποχή εκείνη, που η μικρούλα τριγύριζε στην αγορά της Άμπερον, ο αρχηγός των Βάρντεν Ντέινορ, μαζί με κάποια απ' τα ανώτερα στελέχη του στρατεύματος, φιλοξενούνταν μυστικά στο κάστρο Μπορρομέο, οχυρό του βασιλιά της Σούρντα Λάρκιν, του οίκου των Λάνγκφελντ. Ανάμεσα σ' αυτούς και ο υπαρχηγός του Ντέινορ, ο Άτζιχαντ.
Τώρα το κοριτσάκι προσπέρασε γοργά τους πάγκους με τα αρώματα για να χωθεί σ' ένα μικρό σοκάκι, που οδήγαγε στη στενή είσοδο του μαγαζιού του φίλου της Ταγκάννα. Ο γέροντας έμπορος, παρά τις δεκαετίες που τους χώριζαν, είχε επιμείνει έντονα, να τον φωνάζει η μικρούλα μ' αυτό μονάχα το όνομά του. Κι εκείνη είχε ολοπρόθυμα αποδεχτεί τη φιλική αυτή τιμή, παρ' όλο που καταλάβαινε να της αρέσει το να γεμίζει το μικρό στοματάκι της με ολόκληρο το όνομά του.
"Xανταμανάρα-νο Ντάτσου Ταγκάννα, Xανταμανάρα-νο Ντάτσου Ταγκάννα!"
Κάποτε-κάποτε το επαναλάμβανε τραγουδιστά, την ώρα που χοροπηδούσε στο παιχνίδι της στην εσωτερική αυλή του κάστρου, ή το ψιθύριζε με ρυθμό εύθυμο, καθώς βάδιζε στους καλοφωτισμένους, ζεστούς διαδρόμους.
Η πόρτα του μαγαζιού του ήταν, ως πάντοτε, διάπλατα ανοιγμένη, η ξύλινη αμπάρα της ακουμπισμένη όρθια στον δεξιό τοίχο και οι δύο γνώριμα στολισμένοι πάγκοι του, φορτωμένοι με κάθε είδους στιλέτα και μαχαίρια, στημένοι δεξιά κι αριστερά της εισόδου, επάνω στο στενό πεζοδρόμιο. Ο ίδιος ο Ταγκάννα όμως δεν καθόταν ως συνήθως στο ψηλότερο από τα δύο πέτρινα σκαλάκια, που χώριζαν το δρόμο από το μαγαζί του. Το κοριτσάκι πλησίασε ερευνώντας προσεκτικά τα μαχαίρια, αγγίζοντας πότε-πότε κάποια κοκάλινη λαβή που τα σκαλίσματά της την εντυπωσίαζαν, κοιτάζοντας τριγύρω της με απορία και περιμένοντάς τον φίλο της να φανεί στην πόρτα του μαγαζιού του. Ίσως ο Ταγκάννα ήταν κάπου μέσα απασχολημένος με τους πελάτες του. Η μικρή αφουγκράστηκε, μα ήχος ομιλίας κανένας δεν ακούστηκε απ' τα ενδότερα του μαγαζιού του. Η ίδια ποτέ της δεν είχε μπει στο εσωτερικό του, αφού ο Ταγκάννα πάντοτε καθόταν στο σκαλί στην είσοδο και δεν άφηνε ποτέ αυτή τη θέση, ακόμα κι όταν εξυπηρετούσε κάποιον υποψήφιο αγοραστή. Το κοριτσάκι ανέβηκε το ένα σκαλοπάτι κι ύστερα τ' άλλο και βάζοντας τις δυο παλάμες αντήλιαγο δεξιά-ζερβά στα μάτια, για να σκιάσει το φως έξω από την όρασή της, προσπάθησε να διακρίνει τι υπήρχε παραμέσα. Μάταιος κόπος! Παρά τον ήλιο του μεσημεριού, το μαγαζί φαινόταν κατασκότεινο. Καμιά ηλιαχτίδα δεν κατάφερνε να διαπεράσει το εσωτερικό του, να ρίξει λίγο φως στην παράξενη αυτή εξαφάνιση του φίλου της.
"Ταγκάννα;" Ίσως ο έμπορας να είχε επισκεφθεί κάποιον πελάτη του εκεί κοντά, ή να είχε λείψει για λίγο, ικανοποιώντας κάποια σωματική ανάγκη του. Σίγουρα δεν θα τον πείραζε, αν έμπαινε η ίδια λίγο μέσα, να ρίξει μια ματιά στα θαυμαστά αντικείμενα, που ο πωλητής θα φύλαγε εκεί. Η περιέργειά της την τραβούσε στα ενδότερα κι η επιθυμία την έκαιγε να ανακαλύψει κάτι παραπάνω απ' τα συνηθισμένα των έξω πάγκων. Το κοριτσάκι χώθηκε μέσα στα σκοτεινά.
Η έκπληξή της ήταν μεγάλη, όταν, αντί για το μαγαζί που φανταζόταν ότι θα εύρισκε, βρέθηκε σ' ένα σκοτεινό, μακρύ διάδρομο. Το φως που έμπαινε απ' την ανοιγμένη πόρτα δεν ήταν αρκετό να φέξει ένα γύρω, αλλά σιγά-σιγά τα μάτια της όλο και συνηθίζαν' στο σκοτάδι. Σκέτοι, ασβεστωμένοι τοίχοι οδηγούσαν προς το βάθος και η μικρούλα τους ακολούθησε, για να βρεθεί σε λίγο σε μια μικροσκοπική, εσωτερική αυλή με δυο χτισμένες προεξοχές αντικριστά στον ανατολικό και δυτικό της τοίχο, κάτι σαν πέτρινα παγκάκια συνεχή, μακρόστενα και σκεπασμένα με κιλίμια και μαξιλάρες. Το πάνω μέρος της αυλής σκοτείνιαζε μια τέντα από σκούρο υφαντό και μία σπασμένη ρόδα παλιού κάρου ήταν ακουμπισμένη πλάι σ' ένα χαμηλό πηγάδι με μαγκάνι. Δυο πόρτες, μια ανοιχτή και μια κλειστή ξεχώριζαν απέναντί της στο μισόφωτο.
Το κοριτσάκι διέσχισε δειλά την μικρή αυλή και χώθηκε μέσα απ' την ανοιγμένη πόρτα. Το ελάχιστο φως της μέρας, που επέτρεπε η τέντα, της έδωσε να καταλάβει, ότι εδώ βρισκόταν το πραγματικό μαγαζί, ή μάλλον η αποθήκη του Ταγκάννα. Κιβώτια ανοιγμένα μ' άχυρα που κρέμονταν στο πάτωμα κι άλλα κλειστά ακόμα· τραπέζια που ξεχείλιζαν από μαχαίρια· παλιές προθήκες σκονισμένες, άλλες σφραγισμένες άλλες ανοικτές στην κοινή θέα με μύρια πανέμορφα στιλέτα… Η μικρούλα θαύμασε λαβές φτιαγμένες απ' το κόκαλο άγνωστων ζώων περίτεχνα σκαλισμένες· κι άλλες ασημοκαπνισμένες, με καρφωμένους πάνω τους χαλαζίες κι αχάτες, αμέθυστους, οπάλια και τοπάζια κι άλλους τόσους και τόσους λίθους πολύτιμους. Παλιά μαχαίρια με λαβές μπρούτζινες, γυαλισμένες απ' την πολλή τη χρήση, μα κι εγχειρίδια σπάνια, κατάλληλα για να στολίσουν τις ζώνες πλούσιων αρχόντων. Κι ανάμεσά τους…
Το κοριτσάκι πλησίασε με τα μάτια ορθάνοιχτα κι απόμεινε να κοιτάζει το μοναδικό αυτό αντικείμενο. Σαν κόσμημα μάλλον έμοιαζε, παρά σαν στιλέτο. Η λαβή του ήταν φτιαγμένη από χρυσάφι καλοδουλεμένο, με πλείστα όσα σκαλίσματα και πάνω τους δεμένα πολύτιμα πετράδια, με τέτοιο τρόπο, που δεν θα εμπόδιζαν τη λαβή του χρήστη. Η λάμα του φαινόταν να είναι κοφτερή, σφυρηλατημένη από γυαλιστερό, σπάνιο ατσάλι. Η μικρούλα άπλωσε το χέρι να το αγγίσει. Η ματιά της μαγνητίστηκε από τη θαμπή λάμψη του χρυσού μέσα στο μισοσκόταδο. Τα λεπτά της δάχτυλα ήδη άγγιζαν την άκρη της λαβής, όταν ένα χέρι λεπτό και οστεώδες άρπαξε τον καρπό της εμποδίζοντάς την.
Το κοριτσάκι ξαφνιασμένο στράφηκε απότομα, χωρίς να καταφέρει να εμποδίσει μια μικρή φωνίτσα όλο έκπληξη, που ξέφυγε απ' τα χείλη της. Μέσα στον εντυπωσιασμό της απ' το μοναδικό αυτό στιλέτο, δεν είχε καταφέρει να προσέξει την παρουσία κάποιου άλλου. Γυρνούσε τώρα έκπληκτη και λίγο φοβισμένη, για να διαπιστώσει ότι αυτός που την κρατούσε δεν ήταν ο έμπορος Ταγκάννα, παρά μια γριά γυναίκα. Ξέπλεκες τούφες άσπρων μαλλιών ξεπετάγονταν κάτω από το μαύρο πέπλο που σκέπαζε το κεφάλι της και πλαισίωναν το σκελετώδες πρόσωπό της. Το ένα της μάτι ήταν άσπρο και θολό, σημάδι πως από καιρό δεν έβλεπε, αλλά το άλλο ήταν ζωηρό και άστραφτε από αγριάδα. Κοίταζε τώρα αυστηρά το κοριτσάκι, χωρίς να δείχνει την παραμικρή διάθεση να την αφήσει.
"Ποια είσαι πάλι εσύ και από πού ξεφύτρωσες εδώ μέσα;" Από το ξεδοντιάρικο στόμα της γριάς πετάχτηκε ένας καταρράκτης σάλια, μαζί με λίγες ακόμα λέξεις γλώσσας άγνωστης και παράξενης, ενώ αυτή τράβηξε με φόρα προς την έξοδο το κοριτσάκι, προς τη σκεπαστή, μικρή αυλή και το λίγο φως της μέρας που διαχεόταν από τις άκρες της σκούρας τέντας.
"Με λένε Ναζουάντα" απάντησε συνεσταλμένα η μικρούλα, ενώ η προσπάθειά της, να τραβήξει το χεράκι της απ' την σκληρή αρπάγη της γριάς στάθηκε αδύνατη. "Ο έμπορος Ταγκάννα με γνωρίζει, είναι φίλος μου. Νομίζω, ότι δεν θα προσβληθεί, που μπήκα ως εδώ για να κοιτάξω τα μαχαίρια του." Το θολωμένο μάτι της γυναίκας την τρόμαζε. Την τρόμαζε κι ο άγριος τρόπος που την κοιτούσε και η σκληρή λαβή επάνω στον καρπό της την πονούσε.
Η γυναίκα δεν έδωσε άλλη απόκριση. Χωρίς ν' αφήσει τη μικρούλα, την έσυρε στο κατώφλι του μαγαζιού-αποθήκης, εκεί που μια μοναχική ακτίνα διαπερνούσε με το χλωμό της φως την τέντα. Με το ελεύθερο χέρι της τέντωσε την μικρή παλάμη κι αρχίνησε να διαβάζει τις γραμμές της. Το κοριτσάκι προσπάθησε ξανά να τραβήξει απότομα το χέρι, αλλά η γυναίκα δεν της επέτρεψε να κινηθεί. Χωρίς να δώσει σημασία στις προσπάθειές της, έψαυε τις γραμμές του μικρού χεριού με τα οστεώδη δάχτυλά της αφήνοντας να τις ξεφεύγουν τραχιά, λαρυγγώδη επιφωνήματα πότε απορίας, πότε αβεβαιότητας και πότε θαυμασμού. Αφού έδειξε να ευχαριστιέται τελικά απ' την ψηλάφηση της μικρής παλάμης, τράβηξε και πάλι το κοριτσάκι στα ενδότερα, εκεί που μια παράξενη υγρασία άφηνε το ζεστό μεσημέρι έξω από τους χοντρούς, πέτρινους τοίχους της αποθήκης. Ακόμα και τότε η γριά απέφυγε να ελευθερώσει το κορίτσι, το κοκαλιάρικο χέρι της όμως ξέσφιξε λιγάκι και δεν πονούσε τον καρπό της, το τραχύ ψηλάφισμα μετατράπηκε σ' ένα ευγενέστερο άγγιγμα.
"Διάβασα το χέρι σου!" ανήγγειλε η γριά μ' απότομη στριγκιά φωνή. "Κι αν κι έχω διαβάσει εκατοντάδες χέρια στη ζωή μου, το μέλλον που είδα γραμμένο στην παλάμη σου μ' αρέσει." Γοργά βάλθηκε να εξηγήσει στην παιδούλα τα σημάδια που είχε δει από την τέχνη της χειρομαντείας. "Αυτή εδώ είναι η γραμμή του μυαλού σου" είπε. "Θα έχεις πάντοτε πνευματικές ανησυχίες κι οξύτητα μεγάλη πνεύματος, ώστε να κατακτάς τη γνώση. Η λογική σου είναι τετράγωνη και σε χαρακτηρίζει η συνέπεια, πράγμα που σημαίνει, πως ό,τι και να λες θα κάνεις πράξη. Για σένανε προέχουνε οι άλλοι και το χρέος σου απέναντί τους. Ο εαυτός σου έπεται." Τα δάχτυλα της γυναίκας σύρθηκαν μέσα στην παλάμη του κοριτσιού ακολουθώντας την πορεία της γραμμής που διάβαζε. "Η γραμμή της ζωής σου, εδώ πέρα, μου λέγει ότι θα ζήσεις χρόνους πάμπολλους, γεμάτους από μακρόχρονα και πλούσια συναισθήματα, ενώ αυτή εδώ η γραμμή, που είναι η γραμμή της καρδιάς σου μιλά σαφέστατα: μπορεί να θέλεις αρχικά να ελέγξεις τα συναισθήματά σου, στο τέλος όμως θα αφεθείς σε μία και μοναδική, μακροχρόνια σχέση." Η μάντισσα έψαυσε βαθύτερα την μικροσκοπική παλάμη. "Αυτή εδώ είναι η πιο δύσκολη γραμμή να τη διαβάσω… Είναι η γραμμή του πεπρωμένου. Σ' όλη μου τη ζωή διαβάζω μοίρες γυναικών, αλλά καμία δεν θυμάμαι να διάβασα σαν και τη δική σου. Κάποιος θα έλεγε πως η μοίρα σου ταιριάζει για μοίρα ενός άντρα. Μου δείχνει κάποια πράγματα για σένα… μου δείχνει και ότι, ενώ κυριαρχείσαι από τη λογική και διαμορφώνεις ανεξάρτητη και μόνη τη ζωή σου, θα υπάρξουνε στιγμές που η τύχη σου κυριαρχείται από το πεπρωμένο. Μα μην νομίζεις πως το διάβασμα τελειώνει εδώ… Υπάρχουνε άλλα πολλά, που δεν τα δείχνουνε τα χέρια των ανθρώπων όλα, παρά μονάχα…"
Η γυναίκα άφησε απότομα το χέρι που κρατούσε κι αρπάζοντάς την μικρούλα απ' το σβέρκο, πίεσε τη φάλαγγα του δεξιού χεριού της στη μέση του μετώπου. Η Ναζουάντα τραβήχτηκε απότομα προς τα πίσω, αλλά η γριά την κράτησε δυνατά με το σαν αρπάγη χέρι της, ενώ απ' το λαιμό της έβγαιναν τώρα ήχοι άναρθροι… παράξενοι…
"Ο κίνδυνος κι ο πόνος σημαδεύουν τη ζωή σου, μικρούλα κι είναι μεγάλες οι απώλειες που θα βιώσεις ανά καιρούς, αλλά κι οι επιτυχίες. Η θέση που αποκτάς ανάμεσα στους άντρες είναι τρανή κι η δόξα σου μεγάλη. Οι ισχυροί του κόσμου, που ακούνε τα λεγόμενά σου συμμορφώνονται και σε τιμούν ανάλογα. Γύρω σου γίνονται μεγάλες μάχες και στρατιές σε υπακούνε, μα πρόσεξε! Ο εχθρός πάντα παραμονεύει τη ζωή σου, το ίδιο και ο πόνος… Δεν θα 'σαι όμως μονάχη!" Εδώ η μάντισσα γέλασε κακαρίζοντας κι απ' το ξεδοντιάρικο στόμα της πετάχτηκαν σταγόνες σάλιο. "Μια αγάπη σιμώνει όλο και κοντύτερα, γοργά για να γεμίσει τη ζωή σου· και ο αγαπημένος σου, μπορώ να δω, θα είναι από μεγάλο σόι."
Τα ζωντανό μάτι της γριάς είχε από ώρα κλείσει και το κεφάλι της κουνιόταν δώθε-κείθε προξενώντας στη μικρή ζαλάδα. Όσα όμως της είχε ως τώρα πει διαβάζοντας τη μοίρα, την είχαν εντυπωσιάσει κι εύκολα δεν θα τα ξεχνούσε. Ένας κιτρινορόδινος αφρός άνθισε στα χείλη της γυναίκας, καθώς η φάλαγγα του αντίχειρά της πίεσε δυνατότερα το μέτωπο του κοριτσιού καθώς συνέχιζε.
"Βλέπω όμως κι άλλα… Το όνομα του άντρα αυτού θα εγείρει το μίσος των πολλών, το ίδιο και την έχθρα, μα αυτό δεν θα μειώσει τη δική σου αγάπη. Υπάρχει επάνω του… ένα φρικτό, ένα αποκρουστικό σημάδι, που θα τον ξεχωρίζει… Ο έρωτάς σας μπορεί να είναι απαγορευμένος και να μένει κρυφός, αλλά η αγάπη σας θα ανθεί για… πάντα;"
Το μάτι της γυναίκας άνοιξε, καρφώθηκε με βλέμμα έντονα παράξενο στο κοριτσάκι. Τα χέρια έπεσαν στο πλάι χαλαρά. Το στόμα έκλεισε. Η γυναίκα πισωπάτησε και στάθηκε στο πλάι μισοσκεπάζοντας το πρόσωπο με το μαύρο, πυκνό της πέπλο.
Η μικρούλα ανάσανε καθησυχασμένη κι ο φόβος κι η αναστάτωση μέσα της καταλάγιασαν. Ο έμπορος Ταγκάννα στεκόταν σαν μια σκοτεινή σκιά στην είσοδο του μαγαζιού του. Θα είχε σίγουρα ακούσει τα τελευταία λόγια της γυναίκας, γιατί τα σκούρα μάτια του την κοίταζαν με βλέμμα παράξενα βαθύ και σκεπτικό. Η ανακούφιση της Ναζουάντα ήταν τέτοια, που μόλις κατάλαβε την παρουσία του φιλικού αυτού προσώπου, έτεινε το χεράκι της προς τη μεριά του. Όμως δεν πρόλαβε να του απευθύνει τον χαιρετισμό που σκόπευε, μιας ο Ταγκάννα στράφηκε ρωτώντας τη γυναίκα σε γλώσσα γι' αυτήν άγνωστη. Η γυναίκα έδωσε μια λιτή απόκριση στην ερώτησή του, κατόπιν υποκλίθηκε ταπεινά μπρος στη μικρούλα και χάθηκε ανάμεσα στις κούτες με τα εμπορεύματα και τις σκιές των τοίχων. Ο Ταγκάννα έφερε το δεξί του χέρι στην καρδιά, μετά στο στόμα και τέλος στο μέτωπό του χαιρετώντας. "Γνώρισες βλέπω την Μάμα-Ααγκίλ Νίμα Ασσέφα" είπε στο κοριτσάκι "κι εκείνη διάβασε τη μοίρα σου."
Η Ναζουάντα ετοιμάστηκε να χαιρετήσει κι αυτή τον έμπορο φίλο της, ο Ταγκάννα όμως βιάστηκε να συνεχίσει.
"Η Ασσέφα ισχυρίστηκε, πως μία μέρα θα γενείς βασίλισσα!" Τα σκούρα μάτια του καρφώθηκαν εξεταστικά μέσα στα αμυγδαλωτά δικά της. Το ύφος του ήταν ως πάντα φιλικό, αλλά κάποιος που τον γνώριζε, θα μπορούσε να ξεχωρίσει μέσα του ένα σεβασμό βαθύτατο. "Μία βασίλισσα, λοιπόν, θα πρέπει να έχει και το κατάλληλο όπλο, να υπερασπίζεται τον εαυτό της." Ο Ταγκάννα πλησίασε την προθήκη στην οποία βρισκόταν το στιλέτο με τη χρυσοστόλιστη λαβή και τα πετράδια. Το σήκωσε, το κράτησε στις δυο παλάμες του για λίγο σαν βρέφος, σαν παιδί αγαπημένο, κατόπιν της το πρόσφερε. "Δέξου το ταπεινό μου δώρο, που είναι ότι καλύτερο υπάρχει μέσα στο φτωχικό μου" είπε. "Μία βασίλισσα, που πρόκειται να κινδυνεύσει τόσο, όσο εσύ, πρέπει να έχει και τους τρόπους να υπερασπίζεται τον εαυτό της. Είθε τα πνεύματα των αρχαίων μας προγόνων, να προφυλάσσουν το μέλλον σου από κάθε κακό."
Η Ναζουάντα με μάτια έκπληκτα είδε εκείνον, τον Xανταμανάρα-νο Ντάτσου Ταγκάννα, τον εκπρόσωπο των περιφερόμενων φυλών, τον φίλο της τον έμπορο, να υποκλίνεται βαθιά μπροστά της. Ευχαριστώντας τον συγκινημένη και θαμπωμένη από την ομορφιά του πολύτιμου αυτού όπλου δέχτηκε το δώρο, που με τόση πίστη και αγάπη της είχε προσφέρει. Υποσχέθηκε ακόμα, ότι θα το έχει πάντα πάνω της, κρυμμένο ανάμεσα στις δίπλες του φορέματός της. Έπειτα δικαιολογήθηκε, ότι η ώρα που ο πατέρας της θα την αναζητούσε πλησίαζε κι έπρεπε να γυρίσει στο κάστρο.
.*.*.*.
Στο δρόμο του γυρισμού προς το κάστρο Μπορρομέο, η Ναζουάντα έφερνε συχνά-πυκνά το χέρι στη ζώνη της, όπου το πολύτιμο απόκτημά της ήταν κρυμμένο ανάμεσα στις δίπλες της φούστας της. Η αναστάτωση απ' την απρόσμενη συνάντησή της με τη Μάμα-Ασσέφα και οι προβλέψεις αυτής της μάντισσας, δεν είχανε ακόμα καταλαγιάσει μέσα στην καρδιά της, ούτε και καλυφθεί απ' την πολλή χαρά για το αναπάντεχο τούτο δώρο. Απ' όλες τις προβλέψεις για το μέλλον της, εκείνη που περισσότερο την είχε επηρεάσει ήταν αυτή για τον σημαδεμένο. Η Ναζουάντα αγαπούσε μόνο τον πατέρα της. Απ' τη στιγμή που θυμόταν την ύπαρξή της, ο Άτζιχαν ήταν πάντοτε κοντά της, πλάι της. Ήταν αυτός που γέμιζε τη ζωή της με την αγάπη του· αυτός που την προστάτευε στο κάθε βήμα. Ήταν εκείνος με τον οποίο είχε το θάρρος να συζητά την κάθε απορία της κι αυτός να της προσφέρει απλόχερα την κάθε γνώση. Περίπτωση καμία δεν υπήρχε, να ανταλλάξει την αγάπη που ένιωθε για τον πατέρα της με την αγάπη κανενός άλλου άντρα, ιδίως αν αυτός ήταν σημαδεμένος.
Η πρόβλεψη αυτή είχε τρομάξει το κοριτσάκι. Υπήρχε ένας υπασπιστής του Ντέινορ, του αρχηγού των Βάρντεν, που ζούσε μαζί τους στο παλάτι. Παρά το ότι ήταν άντρας γενναίος και όλοι τον τιμούσαν για το θάρρος και την αξία του στη μάχη, ήταν στο πρόσωπο σημαδεμένος. Το ένα του μάτι έλειπε, καθώς και μέρος απ' τη μύτη και το πάνω χείλος. Η δυσμορφία που του προκαλούσε αυτή η βαθιά ουλή στο πρόσωπο, έκανε την όψη του τόσο φρικτή και τρομερή, που η μικρούλα απέφευγε να τον κοιτά στα μάτια. Αν ήταν ο αγαπημένος έτσι, όχι ευχαριστώ! Καλύτερα να έλειπε. Η καρδιά της ήδη γέμιζε απέχθεια γι' αυτόν κι ας μην τον είχε γνωρίσει ακόμα.
Η μικρούλα Ναζουάντα ορκίστηκε μέσα της αιώνια πίστη στον αγαπημένο της πατέρα. Ο Άτζιχαντ ήταν και για πάντα θα ήταν η μοναδική αγάπη της ζωής της. Η ύπαρξή της όλη θα έμενε αφιερωμένη σ' εκείνον και στον σκοπό του. Ας έλειπε καλύτερα ο κάθε αγαπημένος!
Σ/Σ : *αρισμάρι = δεντρολίβανο
Μιας και υπάρχει στην πραγματικότητα κάστρο Μπορρομέο, είπα να χρησιμοποιήσω μερικά απ' τα πραγματικά στοιχεία της οικογένειας, ενσωματώνοντάς τα με τα ιστορικά της Σούρντα.
Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.
