Στη μούσα μου, την 815 BrokenPencils.


Μια πρώτη συνάντηση

Μέσα στους διαδρόμους του κάστρου Μπορρομέο ο Άτζιχαντ βάδιζε βιαστικός. Εδώ και λίγους μήνες είχε εκλεγεί αρχηγός των Βάρντεν από το συμβούλιο των πρεσβυτέρων αντικαθιστώντας τον προηγούμενο αρχηγό τους. Αφού πρωτύτερα είχε καταφέρει να στρατολογήσει μια ομάδα ικανών χρηστών μαγείας, που θα υπηρετούσε το σκοπό τους, ο Ντέινορ είχε απρόσμενα αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο. Το συμβούλιο είχε ομόφωνα εκλέξει στη θέση του τον πρώην υπαρχηγό του. Ο Άτζιχαντ ήταν άντρας ψηλός κι ευρύστερνος. Το δέρμα του ήταν τόσο σκουρόχρωμο, όσο η βαθυσκίαστη απόχρωση του εβένου. Ενώ συνήθιζε να ξυρίζει επιμελώς τη σγουρή κόμη του κεφαλιού του, διατηρούσε μια καλοψαλιδισμένη γενειάδα, που κάλυπτε το σαγόνι και το πάνω του χείλος. Αδρά χαρακτηριστικά προσώπου και δύο μάτια σοβαρά, γεμάτα ευφυΐα ήταν αυτά που συναντούσε ο κάθε συνομιλητής του, μάτια που σε συνδυασμό με την αξιοπρέπεια που κινείτο και τη βαθιά, γεμάτη αυτοπεποίθηση φωνή του, του έδιναν έναν περισσό αέρα εξουσίας.

Η μοναχοθυγατέρα του Άτζιχαντ, η Ναζουάντα, είχε πια φτάσει στην ηλικία των δώδεκα χρόνων, ηλικία που τα περισσότερα κορίτσια των περιφερόμενων φυλών – απ' όπου και ο ίδιος καταγόταν – είχαν ήδη παρουσιάσει τα πρώτα σκιρτήματα μιας πρώιμης ωριμότητας. Ο Άτζιχαντ λάτρευε τη θυγατέρα του. Αν χρειαζόταν, ήταν έτοιμος κάθε στιγμή να δώσει για κείνη τη ζωή του την ίδια. Από μικρούλα είχε φροντίσει να την αναθρέψει με τύπους και κανόνες που θα άρμοζαν σε μια αρχόντισσα. Δεν είχε αμελήσει, παρά το γυναικείο φύλο της, να την προικίσει με τις γνώσεις, που ένας βασιλιάς θα φρόντιζε να μην παραλείψει για τον διάδοχο του θρόνου του. Ο αρχηγός των Βάρντεν στόχευε να την εξοπλίσει με κάθε απαραίτητο εφόδιο που θα της χρειαζόταν, για να επιβιώσει με σιγουριά κι αξιοπρέπεια στους δύσκολους και επικίνδυνους καιρούς που ζούσαν.

"Αν μου επιτρέπεις, Άτζιχαντ, ένα νεαρό κορίτσι σαν τη Ναζουάντα δεν πρέπει με τίποτε να συγχρωτίζεται με τους πολεμιστές σε μια αυλή εξάσκησης, είτε αυτοί είναι άντρες των Βάρντεν, ή της Σούρντα." Η Ελεσσάρι, γυναίκα απ' το συμβούλιο των πρεσβυτέρων βάδιζε γοργά στο αριστερό πλευρό του αρχηγού των Βάρντεν προσπαθώντας με κόπο ν' ακολουθεί το βήμα του. Ο Άτζιχαντ είχε μόλις εκφράσει τη σκέψη, ότι είχε έρθει πια ο καιρός να ξεκινήσει η θυγατέρα του μαθήματα άμυνας με ξίφος. Η Ελεσσάρι τίναξε πίσω τη μακριά κοτσίδα των γκρίζων της μαλλιών και συνέχισε να μιλά με πείσμα. "Ήμουν ήδη επτά χρόνια μαζί με τους Βάρντεν, όταν εσύ ενώθηκες μαζί μας. Είδα τη Ναζουάντα να μεγαλώνει κι απ' το αδύναμο μωρό που ήταν τότε, να γίνεται το όμορφο κορίτσι που είναι σήμερα. Δεν πιστεύω ότι θα ήταν ταιριαστό σε μια κοπέλα ευγενική όπως αυτή, να καταπιάνεται με όπλα. Υπάρχουν τόσοι φρουροί ανάμεσα στους Βάρντεν, που σίγουρα θα θεωρούσαν τιμή τους αν αναλάμβαναν κάθε στιγμή την προστασία της. Άλλωστε…"

"Σ' ευχαριστώ για την προσφορά της γνώμη σου, Ελεσσάρι, την οποία γνωρίζεις καλά πως εκτιμώ και σέβομαι βαθύτατα" διάκοψε ο Άτζιχαντ τη λογοδιάρροια της γυναίκας. "Θα μου επιτρέψεις όμως να διαφωνήσω. Η Ναζουάντα δεν είναι η κόρη ενός τυχαίου επαναστάτη, χωρίς βεβαίως με τα λόγια αυτά να εννοώ, ότι δεν σέβομαι την συνεισφορά του κάθε ενός άντρα στον σκοπό μας. Σαν θυγατέρα του αρχηγού των Βάρντεν όμως, η Ναζουάντα πρέπει να είναι έτοιμη την κάθε ώρα και στιγμή, να υπερασπίζεται τον εαυτό της. Αν τώρα λόγω της ηλικίας ή του ευαίσθητου φύλου της εσύ πιστεύεις, ότι δεν θα της ταίριαζε η εξάσκηση στα όπλα, επέτρεψέ μου να σου θυμίσω, ότι κι εσύ η ίδια φέρεις αυτό το κοφτερό στιλέτο πάντα στη ζώνη σου, για αυτοπροστασία. Δεν ζούμε σε καιρούς ειρήνης, Ελεσσάρι. Οι κίνδυνοι που ίσως αντιμετωπίσουμε στο κοντινό μας μέλλον να είναι μεγάλοι. Θέλω την κόρη μου έτοιμη, να αντεπεξέρχεται την όποια στιγμή στο κάθε τι."

Ο Άτζιχαντ ήταν αποφασισμένος. Η Ναζουάντα θα λάμβανε τα κατάλληλα μαθήματα στο σπαθί μαθαίνοντας να υπερασπίζεται τον εαυτό της. Η ηλικία που θα μπορούσε να χειριστεί ένα ελαφρύ ξίφος είχε ήδη φτάσει. Παρ' όλα αυτά, έπρεπε να παραδεχτεί, ότι η Ελεσσάρι δεν είχε άδικο σε όλα. Το να περνά ένα κορίτσι τις ώρες του ανάμεσα στους άξεστους στρατιώτες καθόλου δεν του άρεσε σαν σκέψη. Ίσως καλύτερα θα ήταν ν' αποφευχθεί τελείως η παρουσία της μέσα στην αυλή εξάσκησης. Δεν θα μπορούσαν να κανονίσουνε γι' αυτήν κάποια μαθήματα κατ' ιδίαν;

Λες και η σκέψη του Άτζιχαν διαβάστηκε απ' τον υπασπιστή του, που βάδιζε κι αυτός στο άλλο πλευρό του, ο άντρας πρότεινε. "Πιστεύω, ότι θα μπορούσαμε να κανονίσουμε μαθήματα με κάποιον εκπαιδευτή του παλατιού. Ίσως ο εκπαιδευτής του πρίγκιπα Όρριν, αν είναι εύκαιρος, δεχόταν να αναλάβει τη δεσποσύνη Ναζουάντα."

Αμίλητος ο αρχηγός των Βάρντεν ένευσε διφορούμενα. Ο Τζόρμανταρ ήταν πάντα εύστροφος. Πολλές φορές του έδινε την εντύπωση, ότι γνώριζε από πριν αυτό που ήθελε να πει. Δεξί του χέρι, απ' τον καιρό που ανέλαβε την ύψιστη εξουσία των Βάρντεν, αυτός ο αξιωματικός ήταν ειδήμων στα θέματα που αφορούσαν το στρατό. Ήταν αγαπητός στους άντρες κι όλοι υπάκουαν αδιαμαρτύρητα τις εντολές του. Γνώριζε τους περισσότερους πολεμιστές των επαναστατών και κάποιους απ' τη Σούρντα τόσο καλά, όσο την οικογένειά του. Ίσως ο Τζόρμανταρ μπορούσε να προτείνει έναν κατάλληλο εκπαιδευτή.

"Πφφ, ο εκπαιδευτής του πρίγκιπα!" Πεισματωμένη που δεν πέρασε η δική της γνώμη, η Ελεσσάρι εξέφρασε πλήρη αποδοκιμασία για το προταθέν πρόσωπο. Παρ' όλα αυτά θεώρησε σωστή πολιτική να μην εναντιωθεί απόλυτα στην θέληση του Άτζιχαντ. Εκείνος ήταν πατέρας της Ναζουάντα, εκείνος ας αναλάμβανε και την ευθύνη, αν κάτι δυσάρεστο συνέβαινε στην κόρη του κατά τη διάρκεια αυτών των μαθημάτων. Ας έκανε εκείνος όπως ήθελε. "Παραδέχομαι την ευστροφία πνεύματος της Ναζουάντα κι όλες ανεξαιρέτως τις ικανότητές της" είπε. "Παρά το ότι είναι τόσο νέα ακόμα, η πίστη της στο σκοπό μας είναι τόσο ισχυρή, όσο του ίδιου της του πατέρα. Ίσως ο Άτζιχαντ έχει δίκιο για τα μαθήματα ξιφομαχίας που θα έπρεπε να λάβει η κόρη του. Μια μέρα η Ναζουάντα θα γίνει ένα απ' τα ικανότερα μέλη μας. Ας ενισχυθούν λοιπόν οι δεξιότητές της με μία ακόμα, για το καλό των Βάρντεν. Μα… ο εκπαιδευτής του Όρριν; Δεν θα μπορούσες, Τζόρμανταρ, να έχεις προτείνεις πιο ακατάλληλο πρόσωπο" γκρίνιασε, για να εξηγηθεί αμέσως. "Δεν είναι ότι ασχολούμαι γενικά να κατακρίνω τους ανθρώπους – καθένας τους έχει δικαίωμα να ζήσει όπως νομίζει – αλλά στην περίπτωση αυτή πρόκειται να το κάνω." Η Ελεσσάρι πήρε μυστήριο ύφος γεμάτο όμως σημασία και συνέχισε. "Όπως καλά γνωρίζουν όλοι στο παλάτι για το συγκεκριμένο πρόσωπο, είναι ο πλέον… αναξιόπιστος για να εμπιστευτεί κανείς μαζί του μια νεαρή κοπέλα. Τελείως ακατάλληλος για να διδάξει τη Ναζουάντα."

Χωρίς να μιλήσει, ο Άτζιχαντ συμφώνησε με τη γυναίκα. Ο εκπαιδευτής του πρίγκιπα Όρριν ήταν δεξιοτέχνης του σπαθιού, κανένας δεν θα μπορούσε να το αρνηθεί. Αυτή ήταν άλλωστε και η αιτία που ο βασιλιάς Λάρκιν του είχε αναθέσει να προγυμνάσει τον διάδοχό του. Όμως ήταν σε όλους γνωστό, ότι ήταν γυναικάς αθεράπευτος και αρκετά ευπαρουσίαστος, ώστε να πετυχαίνει συνήθως το σκοπό του. Από καιρού εις καιρόν όλη η πρωτεύουσα βοούσε για τις περιπέτειες τούτου του επιπόλαιου ερωτύλου. Η Ναζουάντα ήταν κορίτσι σοβαρό και, παρά τη μικρή ηλικία της, ο Άτζιχαντ εμπιστευόταν την κρίση και την αξιοπρέπειά της. Ο εκπαιδευτής του Όρριν όμως ήταν σίγουρα το τελευταίο πρόσωπο που θα ήθελε να περνά χρόνο με την κόρη του.

"Χμμ…" Ο Τζόρμανταρ έτριψε το σαγόνι του σκεπτικός. Η Ελεσσάρι ήταν ίσως υπερβολική. Ο ίδιος θεωρούσε τον συγκεκριμένο εκπαιδευτή τον πλέον ικανό που ζούσε στο παλάτι. Όμως η κρίση των γυναικών για θέματα ηθικής πάντα διέφερε απ' αυτή των αντρών. Κι ο ίδιος είχε ακούσει διάφορα για τον εκπαιδευτή του Όρριν, αλλά… ίσως δεν ήταν τίποτε περισσότερο παρά διογκωμένες φήμες. "Αν όχι αυτός, τότε ίσως θα έπρεπε ν' αποταθούμε σε άλλον, όχι απαραίτητα παλατιανό." Όλοι οι αξιόλογοι εκπαιδευτές των όπλων, απ' όσο γνώριζε, ήταν εντεταγμένοι στις στρατιωτικές δυνάμεις του παλατιού της Σούρντα. Υπήρχε βέβαια κάποιος ξενόφερτος, μα ζούσε εδώ και κάτι χρόνια στην πόλη της Άμπερον, που θα μπορούσε πια να θεωρείται ντόπιος. Είχε σχολή δική του και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης ανάμεσα στους ευγενείς της αυλής. Τελευταία μάλιστα είχε γίνει πολύ της μόδας το να φοιτούνε πλάι του οι περισσότεροι γόνοι της αριστοκρατίας. "Θα τολμούσα να προτείνω κάποιον που δεν ζει στο κάστρο, ούτε ανήκει στις τάξεις του στρατεύματος" υπέδειξε ο Τζόρμανταρ. "Έχει στην Άμπερον σχολή δική του ξιφασκίας και γνωρίζω κάποιους ευγενείς που έχουν εμπιστευθεί σ' αυτόν την προγύμναση των γιων τους. Το όνομά του είναι Τόρνακ και έχει έρθει, νομίζω, από τα μέρη της αυτοκρατορίας. Ίσως αποδεχόταν έναντι αμοιβής να έρχεται στο κάστρο."

Ο Άτζιχαντ κοντοστάθηκε ρίχνοντας μια ερευνητική ματιά στο πρόσωπο του υπασπιστή του. Θεωρούσε τον Τζόρμανταρ υπεύθυνο άτομο. Αν δεν ήταν απόλυτα σίγουρος για την αξία αυτού του δασκάλου, δεν θα είχε μπει ποτέ στον κόπο να τον αναφέρει.

"Θα ήθελα να τον συναντήσω" δήλωσε. "Θα ήμουν υπόχρεος, αν κανόνιζες μεταξύ μας αυτή τη συνάντηση."

.*.*.*.

Στους πυργίσκους του κάστρου Μπορρομέο κυμάτιζαν πάντοτε πολλές σημαίες. Ανάμεσα στο σύμβολο του βασιλείου της Σούρντα και το προσωπικό λάβαρο της βασιλικής οικογένειας των Λάγκφελντ, κάποιος θα μπορούσε να ξεχωρίσει κι εκείνα των ευγενέστερων και ισχυρότερων οικογενειών της χώρας. Μικρό βασίλειο σε έκταση η Σούρντα, βασιζόταν πρωτίστως στις οικονομικές δυνατότητες πλούσιων οικογενειών, που το χρυσάφι τους και ένα ευρύ δίκτυο εμπορικής ισχύος, μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν τίτλους, τιμές και δόξα, καθώς και γαίες με χτισμένα γερά οχυρά για κατοικίες. Πολλοί απ' τους άρχοντες αυτούς είχαν αξιώσει κι επίσημα κερδίσει το δικαίωμα, να επιδεικνύουν τα οικογενειακά τους οικόσημα πάνω στα φλάμπουρα που ανέμιζαν στους πολλούς πυργίσκους του κάστρου της πρωτεύουσας. Όσο όμως και να έψαχνε κανείς, ανάμεσά τους δεν θα ξεχώριζε το λάβαρο των Βάρντεν.

Κεντημένος σε φόντο πορφυρό δράκος λευκός, που στα τρομερά του νύχια κρατούσε ρόδο και σπαθί με την κόψη γυρισμένη προς τα κάτω, ποτέ δεν θα κυμάτιζε επάνω στις επάλξεις του κάστρου Μπορρομέο. Ο λόγος ήταν απλός. Μπορεί η Σούρντα να δρούσε σαν το δημόσιο πρόσωπο των επαναστατών στην αυτοκρατορία, η παρουσία τους όμως στα εδάφη της όφειλε να είναι μυστική. Χρησιμοποιώντας ένα ευρύ δίκτυο κατασκόπων ο Γκαλμπατόριξ, πάντοτε γνώριζε τις στενές σχέσεις των Βάρντεν με τους υπηκόους των Λάγκφελντ. Υπήρχαν φήμες που έφταναν στ' αυτιά του και ήθελαν το νέο αρχηγό τους να κατοικεί μεσ' στο βασιλικό παλάτι, υπερδραστήριος στην οργάνωση στρατιωτικών μονάδων, δικτύου κατασκόπων που επεκτεινόταν σ' όλη την επικράτειά του, αντάρτικων ομάδων έτοιμων για κάθε αψιμαχία. Όσο όμως τα προσχήματα τηρούνταν, ο Γκαλμπατόριξ μπορούσε πάντα να κωφεύει για την εκεί παρουσία των Βάρντεν, προσποιούμενος πως δεν υπήρχαν και να προγραμματίζει χίλια μύρια σχέδια για μια μελλοντική τους ολοκληρωτική εξόντωση, με τρόπους όσο το δυνατόν λιγότερο επιζήμιους για τον ίδιο.

Έτσι επισήμως το λάβαρο των Βάρντεν δεν κυμάτιζε σε κάποιον από τους πύργους του Μπορρομέο, αν έμπαινε όμως ένας παρατηρητής μέσα στις αίθουσες που απασχολούσαν οι επαναστάτες, θα διαπίστωνε ότι ο στολισμός τους με το πορφυρό φλάμπουρο ήταν όχι μονάχα ελεύθερος, αλλά και επιβεβλημένος. Πολλοί ακόμα απ' τους ανώτερους διοικητές τους είχαν φροντίσει να κεντήσουν σε μικρό μέγεθος αυτό το σήμα στα πουκάμισα, τα περιβραχιόνια, ή να τα ράψουν πάνω στις κάπες και τους δερμάτινους θώρακές τους.

Οι τοίχοι της ευρύχωρης αίθουσας, όπου λάβαιναν μέρος τα μαθήματα ξιφασκίας της δεσποσύνης Ναζουάντα, ήταν γεμάτοι από τα σύμβολα των Βάρντεν. Μερικά ακόμα λάβαρα κρεμιόνταν από την οροφή, ώστε με κάθε επίθεση, στριφογύρισμα, ή χτύπημα απόκρουσης, οι ψαλιδωτές άκρες τους ανέμιζαν στο ρεύμα αέρα που δημιουργούσε η απότομη κίνηση των αντιπάλων.

"Ο κοφτός ξιφισμός με προβολή εκθέτει συνήθως αυτόν που τον εκτελεί χωρίς επιδεξιότητα και σύνεση" διόρθωσε ο Τόρνακ. "Από την άλλη πλευρά, η προβολή ποτέ δεν πρέπει να γίνεται σε έδαφος ανώμαλο, κοίλο, ή γλιστερό, πρόβλημα που προφανώς δεν αντιμετωπίζουμε εδώ μέσα."

Ο Τόρνακ χαμογέλασε στην χαριτωμένη του μαθήτρια. Εδώ και αρκετές εβδομάδες είχε συναντηθεί για πρώτη φορά με τον πατέρα της, που όπως έμαθε αργότερα ήταν ο ίδιος ο αρχηγός των Βάρντεν. Σ' αυτή την πρώτη τους συνάντηση είχαν μονάχα συζητήσει τα θέματα τα σχετικά με την εξάσκηση της θυγατέρας και είχαν κανονίσει τα του τόπου, χρόνου και πληρωμής των μαθημάτων του. Αργότερα όμως είχε τύχει να μιλήσουν κάνα-δυο φορές κι ο δάσκαλος της ξιφασκίας είχε βαθύτατα εκτιμήσει αυτόν τον άντρα. Ο Τόρνακ επισκεπτόταν το κάστρο Μπορρομέο ανελλιπώς δύο πρωινά την εβδομάδα προγυμνάζοντας τη νεαρή μαθήτριά του στο ξίφος και τη σπάθη. Παρά το γεγονός ότι για πρώτη του φορά αναλάμβανε να προγυμνάσει θηλυκό και στην αρχή ήταν κάπως αμήχανος μ' αυτό το γεγονός, ο Τόρνακ έπρεπε να παραδεχτεί πως το κορίτσι τούτο ήταν ταλαντούχο. Προσεκτική μαθήτρια, ώστε να μην ξεχνά ποτέ και να εφαρμόζει πάντοτε τις διδαχές του, γοργή στην σκέψη και την κίνηση, είχε αποδειχθεί σε πολλές των περιπτώσεων καλύτερη από κάποια αγόρια ευγενών, που δεχόταν καθημερινά στη σχολή του. Γύριζε τώρα μια βόλτα γύρω απ' τον νοερό άξονα του κορμιού της, όπως της είχε δείξει κι ενώ αυτός μετρούσε χρόνους, ετοίμαζε την επίθεσή της. Η πλεγμένη, μακριά κοτσίδα των μαλλιών της αναπήδησε πάνω στους ώμους της και τα φαρδιά, σαν φούστες, παντελόνια της αναδιπλώθηκαν γύρω απ' τα λεπτά της πόδια.

"Στον ξιφισμό σε χρόνο, όπως και σε κάθε άλλη ριψοκίνδυνη επίθεση, αυτός που ξέρει να ξιφίζει θα πρέπει να προβλέψει τις προθέσεις του αντιπάλου. Μελετώντας με προσοχή τις κινήσεις του από πριν, έχουμε πάντα επίγνωση των συνεπειών που μπορεί να έχουν" δίδαξε ο Τόρνακ, αφού πρώτα είχε επιδέξια αποφύγει την επίδοξη επίθεση της νεαρής. Με αρκετή ακόμα εξάσκηση η κοπελίτσα δεν θα ήταν μονάχα ικανή να αποκρούει επιθέσεις, αλλά θα μετατρεπόταν η ίδια σε επικίνδυνο αντίπαλο.

Εδώ και λίγη ώρα ο Τόρνακ είχε αντιληφθεί τον Άτζιχαντ τον ίδιο, να παρακολουθεί το μάθημά τους από έναν υπερκείμενο εξώστη. Τις περισσότερες φορές υπήρχε κάποιο πρόσωπο, είτε στον ίδιο αυτόν εξώστη εκεί ψηλά, είτε ακόμα και μέσα στο δωμάτιο, που παρακολουθούσε τα μαθήματα που έδινε στη Ναζουάντα. Συνήθως ήταν κάποια γκουβερνάντα, κάποια ακόλουθος, ή ένας έμπιστος φρουρός των Βάρντεν. Αυτό τον Τόρνακ ποτέ δεν τον απασχολούσε. Εκείνος δίδασκε όπως έπρεπε να κάνει, χωρίς ποτέ να μπει στον πειρασμό να ελαφρύνει κάπως το πρόγραμμα των ασκήσεών του, επειδή η μαθήτρια ήταν κορίτσι, απευθυνόμενος ευγενικά στην κοπελίτσα, αλλά απαιτώντας πάντοτε την ίδια δύναμη και ευστοχία, όπως θα έκανε και με κάποιο αγόρι αναλόγου ηλικίας. Μέχρι τώρα η μαθήτριά του είχε ανταποκριθεί σε κάθε προσδοκία του.

"Αρκεί απόψε με το ξίφος" είπε ο Τόρνακ, μόλις τελείωσε να δείχνει την σωστή απόκρουση στην πείσμονα επίθεσή της. "Ώρα είναι να ασκηθούμε και λίγο με τη σπάθη."

Σε λίγο το μάθημα τελείωσε κι ο Τόρνακ άρχισε να μαζεύει τα όπλα του της εκπαίδευσης μέσα στη θήκη. Ο Άτζιχαντ τον είδε να χαιρετά ευγενικά τη Ναζουάντα, να τοποθετεί τη θήκη κάτω απ' τη μασχάλη και να φεύγει. Ο αρχηγός των Βάρντεν είχε εκτιμήσει αυτόν τον οπλοδιδάσκαλο όσο καιρό εξασκούσε τη θυγατέρα του. Οι πληροφορίες που είχε φροντίσει να συλλέξει για το άτομό του από βαρόνους της αριστοκρατίας, ήθελαν τον άντρα αυτόν να κατέχει μοναδικό ταλέντο στην ξιφασκία – ο Άτζιχαντ είχε θαυμάσει μερικές από τις αποκρούσεις που έδειχνε στη Ναζουάντα και τις είχε μιμηθεί κι ο ίδιος μόλις βρέθηκε στο πεδίο της εξάσκησης. Κανένας όμως από τους αριστοκράτες της Σούρντα, που εμπιστεύονταν τυφλά τους γιους τους στα χέρια του επιδέξιου αυτού εκπαιδευτή, δεν θα μπορούσε να πει κάτι για την καταγωγή του. Πέρα απ' το ότι είχε ζήσει κάποτε στα μέρη της αυτοκρατορίας και είχε εγκατασταθεί στην Άμπερον χρόνους πριν, τίποτε άλλο δεν γνώριζε κανείς σχετικό με το παρελθόν του.

Ο Τόρνακ είχε δικό του ένα σπιτάκι δίπατο σε μια αρκετά καλή συνοικία της πόλης, που το ισόγειο στέγαζε τη σχολή του κι ο πρώτος όροφος το σπίτι του. Γυναίκα δεν είχε – ήταν μάλλον χήρος – είχε όμως ένα γιο, που τον μεγάλωνε με πολλή αγάπη και φροντίδα. Κατάσκοπος πιστός του Άτζιχαντ, που τον είχε τις πρώτες μέρες βάλει να μαζέψει πληροφορίες για τον οπλοδιδάσκαλο, του είχε περάσει μυστικά τη γνώση, ότι ο Τόρνακ φαινόταν σε όλα του μετριοπαθής. Δεν έπινε, δεν γύρναγε, ήτανε πάντα στη δουλειά του συνεπής και φρόντιζε το σπίτι του.

Κάποια μέρα, αφού το μάθημα της Ναζουάντα είχε τελειώσει, ο Άτζιχαντ είχε προτείνει στον Τόρνακ να παραμείνει λίγο ακόμα για μία μεταξύ τους ξιφομαχία. Ο οπλοδιδάσκαλος όμως είχε ευγενικά αρνηθεί προφασιζόμενος μαθήματα που τον περιμένουν. Είχε αρνηθεί ακόμα και να μοιραστεί μαζί του μια κούπα κρασί, με δικαιολογία τα ίδια αυτά μαθήματα, στα οποία ήθελε να έχει το μυαλό του καθαρό και τις αισθήσεις πάντα σε εγρήγορση. Ο Άτζιχαντ τον είχε διπλά εκτιμήσει. Άντρες περήφανοι όπως αυτός και ικανοί στα όπλα ήσαν εκείνοι που ήθελε να ενώνονται με τους Βάρντεν. Σε κάποιες πλάγιες αναφορές που φρόντισε κατόπιν να του κάνει για τους επαναστάτες, κατάλαβε ότι ο Τόρνακ προτιμούσε να μένει αμέτοχος στις διενέξεις με την αυτοκρατορία. Ο Άτζιχαντ δεν ήξερε να πει τους λόγους, που ο άνθρωπος αυτός είχε εγκαταλείψει την επικράτεια του Γκαλμπατόριξ, σίγουρα όμως φαινόταν πως είχε λόγους να ξεκόψει από ένα παρελθόν, που προτιμούσε να μην θυμάται. Ο αρχηγός των Βάρντεν το σεβάστηκε. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχε διώξει έναν άντρα με τέτοιες δεξιότητες απ' το βασίλειο της Αλαγαισίας, θα πρέπει να ήταν κάτι πολύ επώδυνο, ίσως ακόμα κι επικίνδυνο.

Ο Άτζιχαντ κατέβηκε απ' τον εξώστη να συναντήσει την κόρη του και μαζί βγήκαν απ' την αίθουσα που γίνονταν τα μαθήματα της ξιφασκίας κατευθυνόμενοι προς τα διαμερίσματά τους. Στον μακρύ διάδρομο, μπροστά από έναν ανοικτό εξώστη προσπέρασαν μερικές κυρίες της αυλής του βασιλιά Λάρκιν, μαζί μ' αυτές και τη Σάμπρε, μέλος του συμβουλίου των πρεσβυτέρων των Βάρντεν. Ο Άτζιχαντ ένευσε ευγενικά στις γυναίκες και προσπέρασε, χωρίς να δώσει άλλη σημασία στην ομήγυρη. Η Ναζουάντα όμως δεν απέφυγε να προσέξει τα όλο δυσαρέσκεια βλέμματα που της έριξαν, εξ αιτίας – όπως πίστευε – του ντυσίματός της και του σπαθιού που είχε περασμένο στη ζώνη της. Η Σάμπρε μάλιστα την κοίταξε με τα υπερβολικά κοντά το ένα στ' άλλο μάτια της και κάτι μουρμούρισε για ανδροπρεπή συνήθεια, που καθόλου δεν ταιριάζουν σε μια κοπέλα. Η Ναζουάντα ήταν σίγουρη ότι κι ο πατέρας της πρόλαβε ν' ακούσει το πικρόχολο σχόλιο, ο Άτζιχαντ όμως προσπέρασε ευθυτενής όπως πάντα, χωρίς να δώσει την παραμικρή προσοχή σ' ότι είχε ακουστεί. Η κοπελίτσα, μιμούμενη την τακτική του απέφυγε να ρίξει στη γυναίκα ένα δεύτερο βλέμμα. Η Ναζουάντα δεν συμπαθούσε ιδιαίτερα τη Σάμπρε. Τα πάντα υπερβολικά βαμμένα με έντονο κοκκινάδι μάγουλά της την απωθούσαν· το ίδιο και το γλυκερό, βαρύ άρωμά της, που έφερνε περισσότερο την ανάμνηση λουλουδιού σάπιου, παρά μύρου.

Η κοπελίτσα ίσιωσε περήφανη τους ώμους και βάδισε πλάι στον Άτζιχαντ με το χέρι επάνω στη λαβή του σπαθιού της, κίνηση που πολλές φορές είχε δει τον δάσκαλό της Τόρνακ να κάνει. Η Ναζουάντα συμφωνούσε πάντα και σε όλα με τον πατέρα της. Αν εκείνος πίστευε, ότι θα της ήταν χρήσιμα τα μαθήματα της ξιφασκίας, εκείνη ήταν ευγνώμων για όσες γνώσεις της προσέφερε. Άλλωστε τα μαθήματα του Τόρνακ ήταν τόσο ενδιαφέροντα, που με μεγάλη ευχαρίστηση περίμενε τις δύο αυτές ημέρες που ήταν ορισμένο, για να τον συναντά στην αίθουσα εξάσκησης. Ο δάσκαλος της ξιφασκίας της την είχε απ' την αρχή κερδίσει, ώστε να παρακολουθεί όλα τα μαθήματά του με προσοχή και ζέση. Όσο για τον πατέρα της, η αγάπη και ο θαυμασμός που έτρεφε γι' αυτόν και τις ιδέες του ήταν μεγάλος. Ήταν καιρός τώρα που είχε εγκαταλείψει όλα τα παιδικά παιχνίδια της κι είχε αρχίσει να τριγυρίζει πλάι του σαν τη σκιά του. Κι εκείνος, δείχνοντας περισσή εμπιστοσύνη στο άτομό της, αντάμειβε τη μοναχοθυγατέρα του με το να εμπιστεύεται σ' αυτήν απλά καθήκοντα για τη διεκπεραίωσή τους.

Ο Άτζιχαντ την οδήγησε στο γραφείο του. Απ' τον καιρό που η κόρη του είχε δείξει τα πρώτα σημάδια μιας πρώιμης ωριμότητας είχε αρχίσει λίγο-λίγο να την εισάγει σε κάποιες υποχρεώσεις που είχε σαν αρχηγός των Βάρντεν. Η Ναζουάντα ήταν πιστή κι εχέμυθη, κατάλληλη να εργάζεται κοντά του. Και πράγματι, σε ότι κι αν της ανάθετε, η θυγατέρα του έδειχνε να τα καταφέρνει το ίδιο καλά, όσο συνεπής κι επιμελέστατη ήταν και στην απόκτηση της γνώσης. Στα πρακτικά θέματα που είχε να λύσει όσον αφορά την ευημερία του λαού τους, η Ναζουάντα σιγά-σιγά μετατρεπόταν στο δεξί του χέρι. Ο καιρός ν' αρχίζει να προετοιμάζεται για τα μυστικά της διοίκησης είχε φτάσει, ώστε να καταστεί δυνατόν μια μέρα να εντρυφήσει στα παιχνίδια της πολιτικής εξουσίας. Όσο κι αν έψαχνε, ο Άτζιχαντ δεν θα κατάφερνε να βρει πλέον κατάλληλο πρόσωπο για βοηθό του.

.*.*.*.

Ένας χειμώνας ελαφρύς είχε μόλις περάσει και μια άνοιξη πρώιμη μπουμπούκιαζε ήδη τους ανθούς πάνω στα δέντρα. Ντύνονταν πράσινο οι παρυφές της πόλης κι ο ήλιος τις πλημμύριζε χύνοντας ολοτρίγυρα τις χρυσαφιές ακτίνες. Μέσα στο χαντάκι του δρόμου που πέρναγε πλάι απ' το δασύλλιο είχαν φυτρώσει, σαν χαμογελαστά, μικρούλια στόματα, τα κόκκινα αγριολούλουδα. Πεταλούδες και μέλισσες πετούσαν στους βλαστούς, σα να πηγαίνανε χαρούμενα μηνύματα από το ένα φυτό στο άλλο. Τους κήπους των αρχοντόσπιτων πλημμύριζαν χρώματα μενεξεδιά, κίτρινα, κόκκινα και άσπρα απ' τα πολλά λουλούδια τ' ανθισμένα και μια λευκή χνουδόσκονη γέμιζε τον αέρα.

Πολλοί απ' τους κατοίκους της Άμπερον εκείνο το πρωί καθυστερούσαν τις δουλειές τους, για να χαρούνε μια σταλιά τη φύση που αναγεννιόταν πλάι τους. Το αγόρι όμως βάδιζε γοργά δίχως να δίνει σημασία στα γλυκοτραγουδίσματα που φτάνανε στ' αυτιά του απ' τις φωλίτσες των πουλιών και το μελένιο φύσημα του αγέρα. Το σκυθρωπό του ύφος ερχόταν σε τέλεια διαφωνία με την ολόλαμπρη, ανοιξιάτικη μέρα και το μεσόφρυδό του σκίαζε βαθιά, ανησυχητική έγνοια. Κάποιος θα ορκιζόταν πως δεν μπορεί να είχε ζήσει πάνω από δεκατέσσερις χειμώνες και η γλυκιά νεότητα είχε μόλις χτυπήσει την πόρτα της ζωής του. Δεν ήταν σίγουρα πια παιδί, μα μήτε ακόμα κι άντρας. Μπούκλες από μακριά, καστανά μαλλιά πλαισίωναν το σοβαρό του πρόσωπο και γκρίζα μάτια κοίταζαν γεμάτα περηφάνια έναν κόσμο, στον οποίον μέσα αξίωνε τη δική του θέση. Ένα απαλό χνούδι είχε ήδη φυτρώσει στο πανωχείλι του κι η ορμητικότητα της κίνησής του πρόδιδε το καλογυμνασμένο σώμα του κάτω από τα απλά του ρούχα. Στην αριστερή μασχάλη κρατούσε μια δερμάτινη, μακρόστενη οπλοθήκη, μέσα στην οποία μετέφερε σπαθιά εξάσκησης και ήταν ολοφάνερο ότι βιαζόταν.

Το βήμα του άνοιξε περισσότερο σαν είχε προσπεράσει τα αρχοντόσπιτα τριγύρω απ' το παλάτι και πρόβαλε μπροστά του μια μακριά ουρά ανθρώπων, να περιμένουνε έξω από τη φρουρημένη, κεντρική πύλη του κάστρου Μπορρομέο. Ο νεαρούλης κάτι μουρμούρισε μ' ύφος αψύ, χωρίς όμως ν' απογοητευτεί προσπέρασε το πλήθος φτάνοντας μπροστά στην πύλη και τους φρουρούς της. Πολλοί απ' τον κόσμο δυσανασχέτησαν φωνάζοντάς του λόγια, κάποιοι προσπάθησαν και να τον σταματήσουν. Εκείνος όμως κινήθηκε ευέλικτα σαν βέλος, αφήνοντάς τους όλους πίσω του και βγαίνοντας μπροστά στους φρουρούς της πύλης.

"Αλτ! Τις ει;" Τον αποπήρε ο ένας από τους δυο φύλακες, τους επιφορτισμένους να ελέγχουν όσους επιθυμούσαν να εισέλθουν. Ο άντρας είχε προσέξει πως προσπέρναγε βιαστικός τους άλλους πολίτες και είχε ακούσει τη βαρυγκώμια των ανθρώπων. "Πίσω!" Τον έσπρωξε με δύναμη στο στήθος χρησιμοποιώντας το ξύλινο στέλεχος του ακοντίου που κρατούσε. "Να περιμένεις, όπως όλοι, για να μπεις με τη σειρά σου."

Παρά το ότι το χτύπημα αυτό θα ήταν ικανό να ρίξει κάτω έναν πιο μεγαλόσωμο και βαρύτερο άντρα, ο νεαρός τινάχτηκε μονάχα ένα βήμα παραπίσω και χωρίς να χάσει καθόλου την ισορροπία του επανήλθε. Τα μάτια του σκοτείνιασαν από θυμό, όχι τόσο γιατί ο φρουρός σταμάτησε απότομα τη βιάση του, αλλά περισσότερο για το προσβλητικό του ύφος. Ποιος ήταν αυτός ο άξεστος και ποιο δικαίωμα είχε για να τον σπρώξει χωρίς αιτία μιλώντας του μ' αυτόν τον τόνο; Στήθηκε γεμάτος αξιοπρέπεια σ' όλο το ύψος των δεκατεσσάρων χρόνων του κι αγριοκοίταξε το φρουρό.

"Άσε με να περάσω" αξίωσε. "Είμαι ο εκπαιδευτής στα όπλα της δεσποσύνης Ναζουάντα, κόρης του Άτζιχαντ, του αρχηγού των Βάρντεν" δήλωσε με ύφος. "Έχω αργήσει στο μάθημά μου κι η αρχοντοπούλα θα περιμένει."

Ο δεύτερος φρουρός που εδώ και λίγη ώρα παρακολουθούσε μ' ενδιαφέρον τούτη την απρόσμενη αντιπαράθεση, λιγώθηκε στα γέλια. "Στα σίγουρα δεν είσαι. Γνωρίζω τον οπλοδιδάσκαλο της λαίδης Ναζουάντα και έχει τα τριπλά σου χρόνια."

"Πες μας καλύτερα πως είσαι ο λακές για τα θελήματα, αυτό πιο εύκολα μπορώ να το πιστέψω" ειρωνεύτηκε ο πρώτος. "Πφτ! Οπλοδιδάσκαλος τούτο το παιδάριο!" Με μια μειωτική κίνηση του χεριού του για τον νεαρό απευθύνθηκε στο πλήθος που, θυμωμένο για το προηγούμενο σπάσιμο της ουράς, είχε τώρα πλησιάσει χάσκοντας, να κάνει χάζι. "Σύρε στο τέλος! Να περιμένεις τη σειρά σου, αν δεν θέλεις να στις βρέξω." Κι έκανε μια απειλητική κίνηση εναντίων του αγγίζοντας τη λαβή από το σπαθί του.

Ο νεαρούλης θύμωσε μ' αυτή την προσβολή. Δεν ήταν μονάχα ότι έθιγαν την τιμή του αμφισβητώντας τον, παρά τον λοιδορούσαν με τέτοιο τρόπο εμπαίζοντάς τον. Επιπροσθέτως τον περιγελούσαν μπροστά σε τόσο κόσμο δίνοντας το δικαίωμα σε όλους να τον χλευάσουν. Τα μάτια του άστραψαν από οργή, τα χείλη σφίχτηκαν με πείσμα και στάθηκε αγέρωχος μπροστά τους καρφώνοντας απάνω τους ένα αγριεμένο βλέμμα.

"Πέστε αμέσως, πως μετανοείτε για τα λόγια σας" τους φώναξε. "Ζητήστε μου συγνώμη και κάντε χώρο να περάσω. Κι εγώ μονάχα τότε θα διαγράψω τις ανόητες προσβολές σας."

Στα λόγια αυτά οι φρουροί εξαγριώθηκαν και το γέλιο τους κόπηκε απότομα. Ο πρώτος κινήθηκε απειλητικά εναντίων του, έτοιμος να χρησιμοποιήσει το πίσω μέρος από το κοντάρι για να τον χτυπήσει. Ο άλλος έψαξε τη λαβή απ' το μαστίγιο, που είχε κουλούρα περασμένο πίσω στη ζώνη του, μήπως και χρειαζόταν κάποτε να βάλει τάξη μέσα στο πλήθος. Με μία κίνηση που κανένας τους δεν πρόλαβε να δει, η θήκη που κρατούσε το 'παιδάριο' άνοιξε κι ένα σπαθί παρουσιάστηκε τεταμένο στο δεξιό του χέρι. Κάποιοι από το πλήθος φώναξαν τρομαγμένοι για την απρόσμενη τούτη εμπλοκή κάνοντας πίσω. Αυτός ο νέος φαινόταν αποφασισμένος, να τιμωρήσει εκείνους που λίγο πριν τον είχαν εξευτελίσει.

"Ακόμα και με το σπαθί μου της εκγύμνασης, είμαι ικανός να σας υπερνικήσω" τους απείλησε. "Κάντε στην άκρη να περάσω, αφού πρωτύτερα ζητήσετε συγνώμη."

Μόλις τον είδαν με το σπαθί στο χέρι να τους απειλεί, οι δύο φρουροί συντονισμένα του επετέθησαν. Θα τον αφόπλιζαν σε μια στιγμή και θα του έδιναν κατόπιν ένα μπερντάχι ξύλο, να μάθει αυτός να σέβεται τους μεγαλύτερους. Ο πρώτος χρησιμοποιώντας το κοντάρι του στόχευσε ένα χτύπημα ανάμεσα στα πόδια, για να τον ρίξει, ο άλλος παράτησε το μαστίγιο και τράβηξε το σπαθί του πλησιάζοντάς τον απ' την άλλη. Ο νέος πήδηξε επιδέξια πάνω απ' το στέλεχος του κονταριού αποφεύγοντάς το κι ενώ ο φρουρός έχανε το βηματισμό από τη φόρα που είχε πάρει, πέρασε πίσω του και μ' ένα δυνατό σπρώξιμο στην πλάτη τον έριξε με τη μούρη πάνω στο χώμα. Κατόπιν πισωπάτησε αποκρούοντας με μαεστρία τη λεπίδα του άλλου. Οι γοργές κινήσεις του τον είχαν φέρει μέσα απ' την πύλη και οι φωνές και η κλαγγή των όπλων ξεσήκωναν ήδη κι άλλους φρουρούς, που έτρεξαν να δούνε τι συμβαίνει. Την ίδια τη στιγμή που έφταναν, η λεπίδα του άλλου φύλακα είχε ξεφύγει από το χέρι του κροτώντας με θόρυβο πάνω στις πλάκες της αυλής. Κι αυτός ο ίδιος είχε απόμεινε χάσκοντας, κοιτάζοντας αμήχανος τριγύρω, χωρίς να μπορεί να πιστέψει ότι τον είχε αφοπλίσει ένας αμούστακος με τρεις κινήσεις.

"Σταματήστε τη στιγμή ετούτη!" φώναξε ο αξιωματικός της φρουράς κάνοντας σήμα στους άντρες του να κυκλώσουν τον εισβολέα. "Εσύ! Πέτα αμέσως κάτω το σπαθί! Όσο για σας τους δύο," κι έριξε ένα βλέμμα περιφρόνησης στους δύο φρουρούς του "δεν είστε άξιοι να διατηρήσετε την τάξη;" Απ' ότι έβλεπε, ο ταραξίας δεν ήταν παρά ένα αγόρι.

Ο νεαρούλης ακούμπησε προσεκτικά το όπλο του στο έδαφος κι απόμεινε ακίνητος με σταυρωμένα χέρια πάνω στο στήθος. Παρ' όλο που οι στρατιώτες έκλεισαν τον κλοιό τους γύρω του κι άλλο δεν του απόμενε απ' το να παραδοθεί στις διαθέσεις τους, παρέμεινε στητός κοιτάζοντας τον αρχηγό τους με βλέμμα θαρρετό και μέτωπο περήφανο.

Ο αξιωματικός τον πλησίασε με ύφος σκαιό, χωρίς όμως ν' αποφύγει να κρύψει μια στάλα θαυμασμού στο βάθος των ματιών του. "Αν με τον τρόπο αυτόν έκανες την επίδειξή σου διεκδικώντας μία θέση στη φρουρά μου, άγουρε, την έχεις σίγουρα κερδίσει" του είπε.

"Δεν ήταν ο σκοπός μου αυτός" απάντησε το αγόρι. "Είμαι ο εκπαιδευτής στα όπλα της δεσποσύνης Ναζουάντα. Κι αυτοί οι δύο," κι έδειξε προς το μέρος των φρουρών της πύλης "δεν μ' άφηναν να μπω, να πάω στο μάθημά μου."

Μετά απ' αυτό που είπε, ο αξιωματικός τον κοίταξε καχύποπτα. "Ο εκπαιδευτής των όπλων της λαίδης Ναζουάντα δεν είσαι εσύ, παρά ο Τόρνακ, ο οπλοδιδάσκαλος. Τυχαίνει να τον ξέρω."

"Είναι ο πατέρας μου" δήλωσε με στόμφο το παιδάριο. "Είμαι ο γιος του, ο Μέρταγκ."

Ο αξιωματικός έτριψε το σαγόνι σκεπτικός. "Για πες μου λοιπόν, Μέρταγκ γιε του Τόρνακ, γιατί ο πατέρας σου δεν ήρθε να παραδώσει, ως συνήθως, τα μαθήματα ο ίδιος, παρά έστειλε εσένα;"

"Είναι άρρωστος αυτές τις μέρες" απάντησε το αγόρι με μάτια που σκίασε και πάλι η έγνοια. "Εγώ είμαι αυτός που τον αντικαθιστά και στη σχολή και σ' όσα άλλα μαθήματα έχει αναλάβει. Είμαι, έτσι κι αλλιώς, ο βοηθός του."

Ο αξιωματικός ένευσε με κατανόηση. "Από τον τρόπο που χειρίστηκες πριν λίγο το σπαθί, δεν έχω λόγους ν' αμφισβητήσω όσα λες" του είπε. "Κανένας όμως δεν έχει το δικαίωμα να έρχεται απειλώντας, να στήνει σαματά στις πύλες του βασιλικού κάστρου. Χρέος μου είναι να σε παραδώσω τώρα στον φρούραρχο κι εκείνος θα σε κρίνει." Μ' ένα του νεύμα δυο φρουροί τον άρπαξαν από τα μπράτσα κι αρχίσανε να τον τραβούν οδηγώντας τον στο φρουραρχείο.

"Παρακαλώ! Περιμένετε!"

Η δροσερή, κοριτσίστικη φωνή, καθώς ακούστηκε από τον εξώστη, σκέπασε με τους ψηλούς της τόνους το θόρυβο που έκαναν οι άντρες στην αυλή κι όλοι την είδανε να σκύβει κάνοντας νοήματα για να την περιμένουν να κατέβει. Εδώ και ώρα η Ναζουάντα παρακολουθούσε απ' τον εξωτερικό αυτόν εξώστη τη συμπλοκή που είχε λάβει χώρα μπροστά στις πύλες του κάστρου. Καθώς προηγουμένως βάδιζε βιαστική στον εξωτερικό διάδρομο κατευθυνόμενη προς την αίθουσα της ξιφασκίας για το μάθημά της, την προσοχή της είχαν αποσπάσει οι φωνές των στρατιωτών και η κλαγγή των όπλων. Είχε δει από ψηλά το αγόρι να αφοπλίζει τους φρουρούς και είχε ακούσει τους ισχυρισμούς του, ότι ήταν γιος του εκπαιδευτή της. Λίγο πιο πριν την είχαν εντυπωσιάσει οι επιδέξιοι χειρισμοί του ξίφους του και ένιωσε ξαφνικά υπεύθυνη για μια πιθανή του τιμωρία. Τώρα κατέβαινε τις σκάλες βιαστική προς τη μεριά τους.

Το αγόρι, όπως όλοι, στράφηκε προς τη φωνή, που με ύφος αρχοντικό είχε μάλλον προστάξει παρά παρακαλέσει, να περιμένουν στην αυλή την κάτοχό της. Την είδε άλαλος να έρχεται από μακριά, μισή κορίτσι, μισή όνειρο. Την είδε να κινείται προς τη μεριά του καμαρωτά ευλύγιστη και σαγηνευτικά μυστηριώδη. Το σκούρο χρώμα που είχε το δέρμα της δεν ήταν τόσο σπάνιο μέσα στην Άμπερον, ούτε και τα ολόσγουρα μαλλιά, που τα φορούσε μέρος τους περίτεχνα πλεγμένα τριγύρω απ' το μέτωπο, αφήνοντας να κρέμονται τα υπόλοιπα σε ένα δάσος από μακριές κοτσίδες. Κι όταν τους έφτασε, ένα άρωμα φρεσκάδας γέμισε τον αέρα της αυλής σκεπάζοντας τη μυρωδιά απ' το μέταλλο κι από το δέρμα των θωράκων, καθώς κι απ' τον αψύ ιδρώτα των ανδρών. Τα αμυγδαλωτά της μάτια στράφηκαν πάνω του, λαμπερά σαν δυο αστέρια νύχτας ασυννέφιαστης κάτω από δυο λεπτές αψίδες, που ήταν τα ματόφρυδα πάνω στο μέτωπό της.

"Άκουσα πως ο νέος τούτος είναι γιος και βοηθός του οπλοδιδασκάλου μου, του Τόρνακ!" μίλησε στον αξιωματικό με αρχοντικό παράστημα και ύφος, σαν μαθημένη από καιρό να απευθύνεται σε κατωτέρους, αλλά με τόση ευγένεια στη φωνή της, που δεν μπορούσε κανείς ποτέ να την εκλάβει για αυταρχισμό.

Ο αξιωματικός υποκλίθηκε με σεβασμό μπροστά της. Μπορεί να ανήκε στους φρουρούς του βασιλιά, έτρεφε όμως στην καρδιά του φιλία μεγάλη για τους Βάρντεν. "Έτσι ισχυρίζεται, αρχοντοπούλα μου, αυτός ο νέος. Πάραυτα θα οδηγηθεί μπροστά στον φρούραρχο, για να κριθεί από 'κείνον για όσα λέει."

Η Ναζουάντα κοίταξε ξανά το αγόρι με ύφος περισπούδαστο, σαν να τον μετρούσε. "Αφού ο εκπαιδευτής μου θεώρησε καλό να στείλει σήμερα σ' εμένα τον βοηθό του, τότε επιθυμία μου είναι να ασκηθώ μαζί του." Τα λόγια της ήταν κοφτά, γεμάτα σιγουριά ότι η θέλησή της θα εύρισκε ανταπόκριση και καθώς άπλωσε το χέρι προς τη μεριά του νέου ζητώντας του να την ακολουθήσει, οι φρουροί που τον είχαν συλλάβει τα έχασαν.

"Όπως επιθυμεί η αρχόντισσα μου." Ο αξιωματικός υποκλίθηκε ξανά μπροστά της και μ' ένα νεύμα του στους στρατιώτες, τους υποχρέωσε να τον ελευθερώσουν.

Το αγόρι μαζεύοντας από τη γη την πεσμένη θήκη και τα όπλα του, την ακολούθησε πειθήνια. Η κοπελίτσα δεν είχε στραφεί στιγμή να δει αν ερχόταν πίσω της, μέχρι που τον οδήγησε ως την αίθουσα που λάβαιναν χώρα τα μαθήματά της. Τότε μονάχα, σαν έμειναν μονάχοι οι δυο τους, στράφηκε προς τη μεριά του μ' ενδιαφέρον.

"Γιατί ο δάσκαλός μου δεν ήρθε σήμερα ο ίδιος, παρά έστειλε τον βοηθό του;"

Ένιωσε πως τα μάτια του κοριτσιού τρυπούσαν την ψυχή του, μεσ' στη φωνή της όμως ξεχώρισε τα ψήγματα κάποιας ανήσυχης συμπάθειας. Υποκλίθηκε μ' ευγένεια μπροστά της, πράγμα που του είχε διαφύγει στην αυλή, όσο βρισκόταν κάτω απ' τις αρπάγες των ανδρών της κουστωδίας.

"Με λένε Μέρταγκ, αρχόντισσα μου, Μέρταγκ γιος του Τόρνακ. Ο πατέρας μου είναι σήμερα ασθενής, γι' αυτό έστειλε εμένα, να συμπληρώσω το μάθημά του. Σου είμαι υπόχρεος για τον κόπο σου να μιλήσεις υπέρ μου στους στρατιώτες. Η παρέμβασή σου είναι που μ' έσωσε απ' την τιμωρία του φρουράρχου."

Το κορίτσι του χαμογέλασε γλυκά και πάνω στα χείλη της του φάνηκε πως άνθιζαν λουλούδια. "Ελπίζω ο δάσκαλός μου να μην νοσεί από κάτι σοβαρό" είπε κι ο τόνος της φωνής της φανέρωνε ερώτηση γεμάτη πραγματικό ενδιαφέρον. Όσο για τις ευχαριστίες για τη σωτηρία του, απέφυγε να το σχολιάσει.

"Ο πατέρας μου έχει ένα βήχα επίμονο, που τον ταλαιπωρεί συχνά-πυκνά τον τελευταίο διάστημα. Τη χθεσινή όμως νύχτα ανέβασε και πυρετό. Ελπίζω πως δεν είναι κάτι σοβαρό και γρήγορα θα μπορέσει και πάλι ν' αντεπεξέλθει στα μαθήματά του."

"Το εύχομαι!"

Ξεκίνησαν να ασκούνται. Η αρχή ήταν απλά αναγνωριστική, ν' αναμετρήσει ο ένας τις δεξιότητες του άλλου. Γοργά όμως φάνηκε η υπεροχή του αγοριού στο ξίφος. Παρά την αρχική του συστολή, ανέκτησε πολύ γρήγορα το ύφος του δασκάλου.

"Η ψευδεπίθεση χρησιμοποιείται προς εξαπάτηση του αντιπάλου και αρχικά δεν διαφέρει βέβαια από κανονική επίθεση." Ήταν σαν ν' ακουγόταν ο ίδιος ο Τόρνακ που μιλούσε με τα χείλη του, καθώς επαναλάμβανε δείχνοντάς της πάλι και πάλι – πότε αργά και πότε με καταιγιστική ταχύτητα – την ίδια κίνηση. "Προσοχή σ' αυτόν το ρυθμό! Έτσι, πολύ ωραία! Και τώρα κυκλική κίνηση… Ήρεμα! Πίσω στη φύλαξη. Προσοχή τώρα. Σε ζεύξη! Σε μένα! Δεν πειράζει, ξανά. Αναγκάστε με να αποκρούσω με πρώτη δύο φορές. Σωστά… Σταθερά εκεί! Αποδέσμευση τώρα. Έτσι. Νύξη προς τα μέσα! Βαθιά! Ωραία. Χτύπημα. Άριστα."

"Πώς τα πήγα, δάσκαλε;" Σκουπίζοντας με το λευκό μαντήλι το ιδρωμένο μέτωπό της, η κοπελίτσα χαμογέλασε ικανοποιημένη.

"Αρκετά καλά, δεσποσύνη, αρκετά καλά. Εξακολουθείτε, παρά ταύτα, να επιτρέπετε τη ζεύξη του ξίφους σας με σχετική ευκολία. Αν βρεθείτε ποτέ ξανά σε μια τέτοια δύσκολη θέση, μη διστάσετε ούτε στιγμή να ανοίξετε την απόσταση υποχωρώντας κατά ένα βήμα" σχολίασε εκείνος δήθεν αδιάφορα νιώθοντας ένα ρίγος να τον διαπερνά. Είχε την ίδια ακαθόριστη αίσθηση, αυτή του λεπτού ρίγους που διαπερνούσε τη ραχοκοκαλιά του, πολλές άλλες φορές την ώρα του μαθήματος. Και ήταν σίγουρος, ότι δεν οφειλόταν στην μεταλλική δόνηση απ' τη διασταύρωση των λεπίδων.

Ο Άτζιχαντ είχε νωρίτερα ενημερωθεί σχετικά με το σαματά της πύλης. Ακίνητος απ' τον ψηλό εξώστη είχε παρακολουθήσει το μάθημα της κόρης του εντυπωσιασμένος. Τούτος ο βοηθός του Τόρνακ, παρά τη μικρή ηλικία του, καθόλου δεν υστερούσε από τον πάτρωνά του. Την ώρα που το αγόρι μάζευε τα όπλα της εκπαίδευσης τοποθετώντας τα και πάλι μέσα στη θήκη, ο Άτζιχαντ θεώρησε καλό να εμφανιστεί, να συνοδέψει και πάλι τη θυγατέρα του στα διαμερίσματά της. Την ώρα που την οδηγούσε προς την έξοδο της αίθουσας αγκαλιάζοντάς την με το μπράτσο του απ' τον ώμο, γύρισε πάλι προς το μέρος του νεαρούλη.

"Μετέφερε, παρακαλώ, στον αγαπητό μας δάσκαλο τι ευχές μας, για μία πλήρη και ταχεία ανάρρωση. Εύχομαι να είναι ο ίδιος παρών στο επόμενο μάθημα της θυγατέρας μου."

Χωρίς να περιμένει απόκριση, ο Άτζιχαντ οδήγησε τη Ναζουάντα έξω απ' την αίθουσα κι ο Μέρταγκ παρέμεινε μονάχος, να τους κοιτά εντυπωσιασμένος απ' την αρχοντική κορμοστασιά τους καθώς αποχωρούσαν. Πήρε τη θήκη με τα όπλα του κάτω απ' τη μασχάλη και βιάστηκε να βγει με γοργό βήμα. Ο πατέρας του σίγουρα τον χρειαζόταν πλάι του κι είχε και άλλες πολλές ακόμα υποχρεώσεις να καλύψει μέχρι το σούρουπο. Ευτυχώς κανείς δεν τον σταμάτησε κάτω στην αυλή κι η βάρδια των φρουρών στις πύλες του κάστρου είχε αλλάξει. Αυτοί που φύλαγαν τώρα – απασχολημένοι με το αέναο πηγαινέλα του πλήθος των εμπόρων, των προμηθευτών και όσων άλλων είχαν οικονομικό αλισβερίσι, να δίνουν και να παίρνουν απ' το κάστρο – δεν του έδωσαν σημασία καμία καθώς έβγαινε. Στο δρόμο κοντοστάθηκε για λίγο στο δρομάκι πλάι στο δάσος κι έκοψε ένα μάτσο κόκκινα αγριολούλουδα. Θα στόλιζε μ' αυτά το βάζο του Τόρνακ πάνω στο κομοδίνο του. Αν ο πατέρας του δεν μπορούσε να βγει έξω για να χαρεί την άνοιξη, η άνοιξη θα πήγαινε σ' εκείνον.

Την ώρα που σκυμμένος επάνω απ' το χαντάκι διάλεγε τα πιο όμορφα μπουμπούκια, η σκέψη του γύρισε χωρίς να το θέλει στο πρόσωπο του κοριτσιού που λίγο πριν είχε διδάξει. Έτσι δεν άνοιγαν κι αυτηνής τα χείλη, όσες φορές του μίλησε κι είχε χαμογελάσει; Και η δροσεράδα από τα πέταλα και τ' άρωμα των λουλουδιών, δεν θύμιζαν τα μάγουλα και τ' άρωμα που ανάδυε ο τρυφερός της κόρφος; Την ίδια νύχτα ονειρεύτηκε τα μάτια της και το γλυκό της βλέμμα. Ξυπνώντας με την ερχόμενη αυγή ήξερε μέσα του βαθιά, ότι κάτι στη ζωή του είχε για πάντα αλλάξει.


Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.