Στη μούσα μου, την 815 BrokenPencils.
Απρόσμενα ανταμώματα
Χάρηκε για την αναπάντεχη συνάντηση κι ας κράτησε για λίγο…
Θα πρέπει να είχαν να ειδωθούν είκοσι τόσους χρόνους. Απ' τον καιρό που εκείνος ήταν ακόμα νέος κι άγουρος. Πριν στρατολογηθεί στην υπηρεσία που άλλαξε για πάντα τη ζωή του…
Αυτή ήταν η πρώτη, ίσως η μόνη, αγαπημένη εκείνων των καιρών. Αν γι' αγάπη μπορούσε να νοηθεί το πρώιμο χτυποκάρδι, που τον ανάγκαζε να ξαγρυπνά τα βράδια και είχε κόψει κάθε όρεξή του για ψωμί…
Για ένα μικρό διάστημα τη συναντούσε στο προκαθορισμένο ραντεβού τους, κάτω απ' τη μεγάλη ακακία που φύτρωνε έξω απ' τα τείχη. Εξαφανίζονταν μετά μαζί στην εξοχή για περιπάτους μακρινούς, όπου αντάλλασσαν θερμά φιλήματα και τολμηρά χάδια…
Σε λίγες βδομάδες εκείνη είχε ακολουθήσει τους πολυδαίδαλους δρόμους της ζωής της φεύγοντας μακριά κι αφήνοντάς τον πίσω. Δεν του είχε πάρει καιρό να την ξεχάσει…
Τώρα όμως, στ' αλήθεια χάρηκε να της μιλήσει πάλι. Δεν εύρισκε να έχει διόλου αλλάξει, παρά τα τόσα χρόνια που μεσολάβησαν από εκείνη, την τελευταία τους συνάντηση…
Ήταν περαστική και πάλι απ' τα μέρη τους, είπε, σε μια απ' τις περίπλοκες αναζητήσεις της ζωής της…
"Αν είναι η κατάσταση που το επιβάλει, σε δέχομαι λίγο καιρό μαζί μου…"
.*.*.*.
Η Ναζουάντα άφησε χαλαρά τα ινία του αλόγου της κι αυτό κάλπασε ξέφρενο στον κάμπο που απλωνόταν γύρω απ' τον βραχώδη λόφο, πάνω στον οποίο ήταν χτισμένη η πόλη της Άμπερον. Από τη μέρα που είχε γίνει η δολοφονική απόπειρα εναντίων της, ο Άτζιχαντ είχε αναθέσει σε έμπιστους σ' εκείνον φρουρούς τη φύλαξή της. Η διαταγή τους δεν ήταν απλώς να την ακολουθούν διακριτικά από κάποια απόσταση, αλλά να μην φεύγουνε στιγμή απ' το πλευρό της. Οι άντρες παρίσταντο σε όλες τις καθημερινές δραστηριότητες της ζωής της, πράγμα που καθόλου δεν άρεσε στη Ναζουάντα. Η κοπέλα πνιγόταν από αυτή τη στενή επιτήρηση. Τα πρωινά που θα έβγαινε απ' την κάμαρά της – για να διαπιστώσει ότι οι φρουροί στέκονταν όχι μονάχα έξω απ' αυτήν, αλλά και τριγύρω στο διάδρομο έχοντας φυλάξει με βάρδιες καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας – δύο απ' αυτούς θα την ακολουθούσαν όπου κι αν πήγαινε. Η Ναζουάντα είχε προσέξει ότι, εκτός από τους δύο αυτούς σωματοφύλακες, υπήρχαν κι άλλοι σκορπισμένοι ένα γύρω, να παρακολουθούν με βλέμμα καχύποπτο τις κινήσεις των ανθρώπων – παλατιανών ή μη – που τύχαινε να περιφέρονται στον ίδιο μ' εκείνη χώρο.
Στην αρχή είχε τολμήσει να παραπονεθεί στον Άτζιχαντ λέγοντας ότι ήταν παραπάνω από ικανή να προφυλάξει τον εαυτό της και ισχυριζόμενη πως απόπειρες, σαν κι αυτή που είχε γίνει εις βάρος της, δεν ήταν δυνατόν να καταστρώνονται κάθε μέρα. Ο αρχηγός όμως των Βάρντεν είχε σταθεί ανένδοτος. Δύο ήταν οι κύριοι στόχοι της ζωής του, είπε. Ο πρώτος ήταν η όλη υπόθεση της επανάστασης κι ο άλλος η ασφάλεια και ευημερία της θυγατέρας του. Δεν θα επέτρεπε για κανένα λόγο ούτε να κινδυνεύσει η Ναζουάντα, ούτε και οι πράκτορες του Γκαλμπατόριξ να εξουδετερώνουν τις δικές του ενέργειες έμμεσα, εκβιάζοντάς τον με τη ζωή της ίδιας του της κόρης. Στα λόγια του αυτά η Ναζουάντα δεν είχε ν' αντιτάξει ανάλογης βαρύτητας επιχειρήματα, έτσι είχε αποδεχτεί – αν και με φανερή δυσφορία – τη θέλησή του. Κατανοούσε τις ανησυχίες του Άτζιχαντ, όμως τις εύρισκε υπερβολικές. Επιπλέον η στενότατη αυτή επιτήρηση την καταπίεζε τόσο, όσο να φθάνουνε στιγμές, που ακόμα και για την αγάπη του πατέρα της, να μην αντέχει.
Η Ναζουάντα γνώριζε καλά, ότι είχε ήδη αποσταλεί αίτημα στους νάνους του Φάρδεν Ντουρ για συμμαχία κι αν ο βασιλιάς τους Ρόθγκαρ και οι εκπρόσωποι των φυλών το αποδέχονταν, όλα επρόκειτο ν' αλλάξουν για τους Βάρντεν. Οι αρχηγοί και ο στρατός τους, τα γυναικόπαιδα και τα κοπάδια τους, επρόκειτο να εγκαταλείψουν σύντομα τη Σούρντα. Όλος τους ο λαός θα εύρισκε καταφύγιο κάτω απ' τους βράχους του βουνού Μπέορ, μέσα στις ασφαλείς, αλλά υπόγειες πόλεις των νάνων. Αυτή η προοπτική ανακούφιζε τον Άτζιχαντ, αλλά προκαλούσε στην κόρη του επιπρόσθετη δυσφορία. Οι γαλανοί ουρανοί, τα καταπράσινα δάση και οι πλατιές πεδιάδες, που τόσο αγαπούσε, θα της έλειπαν. Ακόμα κι αν αποδεχόταν για κάποιο διάστημα τη στέρησή τους, τουλάχιστον ήθελε να τα χαρεί όσο μπορούσε. Και μόνη! Χωρίς την επιτήρηση των Βάρντεν.
Οι φρουροί ήταν επίμονοι στο να ακολουθούν, αλλά και η Ναζουάντα πολυμήχανη και αποφασισμένη. Προφασιζόμενη ότι ήθελε να επισκεφθεί τους βασιλικούς στάβλους, για να διαπιστώσει αν φροντίζεται σωστά η καινούρια της φοράδα, είχε κατευθυνθεί το ίδιο πρωί προς τα εκεί, φορώντας μέσα απ' τα φουστάνια της τα κατάλληλα ρούχα για ιππασία. Στην αυλή έξω από τους στάβλους επικρατούσε μεγάλη αναστάτωση. Ήταν η μέρα που ο πρίγκιπας με τους εταίρους του επρόκειτο να βγουν στην πεδιάδα για γυμνάσια με τ' άλογά τους, κάτι που η κοπέλα γνώριζε απ' την προηγούμενη. Έφιπποι νέοι της αριστοκρατίας γέμιζαν το χώρο και υπηρέτες μαζί με τους σταβλίτες έτρεχαν πάνω κάτω εκτελώντας υπηρεσίες και τα καθήκοντά τους. Η Ναζουάντα απαίτησε να σελωθεί άμεσα και η δική της η φοράδα, ενώ την ώρα που οι εξαναγκασμένοι ν' ακολουθήσουνε φρουροί έσπευδαν να εφοδιαστούν με άλογα, βιάστηκε να ξεφορτωθεί και τη φαρδιά της φούστα.
Ξέφρενο το πλήθος των ιππέων ξεχύθηκε έξω απ' τις πύλες, προς τον φιδογυριστό δρόμο που ξετυλιγόταν στην κατωφέρεια του λόφου ακολουθώντας τις βραχώδεις πλαγιές μέχρι την πεδιάδα κι η Ναζουάντα, καλπάζοντας με ορμή και τόλμη, ανακατεύτηκε ανάμεσά τους. Η ομάδα κάλπασε στην πεδιάδα με τους δύο φρουρούς ν' ακολουθούνε το κατόπι, για να διαπιστώσουν έντρομοι – όταν οι εταίροι με τον πρίγκιπα συντάχθηκαν – ότι η κόρη με της οποίας τη φύλαξη είχαν επιφορτιστεί, δεν βρισκόταν πια μαζί τους. Οι ερωτήσεις οι επίμονες, που ακολουθήθηκαν από ειρωνείες και δυσφορία εκ μέρους των ευγενών, τίποτε δεν απέδωσαν. Κανείς δεν είχε δει την κόρη του Άτζιχαντ ανάμεσά τους. Ήτανε τάχα δυνατόν ένα κορίτσι να είναι τόσο επιδέξιο με τ' άλογο, ώστε να χαθεί από τους φρουρούς της στη λίγη απόσταση απ' το παλάτι ως τον κάμπο; Ήτανε σίγουροι οι φρουροί, ότι η λαίδη Ναζουάντα δεν είχε χασομερήσει στην αυλή μπροστά στους στάβλους, φροντίζοντας να στρώνει ακόμα αυτάρεσκα τις δίπλες απ' τις φαρδιές της φούστες επάνω στη μικρή και πλάγια γυναικεία σέλα;
Μην μπορώντας να τα βγάλουν μαζί τους πέρα οι φρουροί, πήραν τα πίσω μπρος γυρίζοντας στο κάστρο, χωρίς να ξέρουν ότι η Ναζουάντα παρακολουθούσε κρυφά κι από απόσταση τον άδοξο αυτό γυρισμό τους. Προηγουμένως, μέσα στο πανδαιμόνιο της τρεχάλας στην κατωφέρεια, είχε προνοήσει μετά από μια απότομη στροφή, να χωθεί ανάμεσα σε μια φαρδιά σχισμή των βράχων. Εκεί περίμενε ήσυχα όλους να προσπεράσουν φροντίζοντας να ησυχάσει τη φοράδα. Κατόπιν δεν είχε παρά να στρέψει, ν' ακολουθήσει ένα άλλο μονοπάτι που γνώριζε καλά κι απ' το σημείο εκείνο, να ξεχυθεί ελεύθερα στον κάμπο.
Ευχαριστημένη με τη μαεστρία της στο καβαλίκεμα του αλόγου κι ικανοποιημένη με την πονηριά της, να διαφύγει της προσοχής των φρουρών της, κάλπαζε τώρα στην πεδιάδα ανασαίνοντας ελεύθερα τον βόρειο άνεμο που της μαστίγωνε το πρόσωπο. Οι πυκνές κοτσίδες των μαλλιών της ανέμιζαν σαν μαύρο σάλι επάνω στις λεπτές της πλάτες και τα φαρδιά της παντελόνια σε τίποτε δεν ενοχλούσαν την κίνηση και την ορμή της. Χάρις σ' αυτά τα ρούχα, που χρησιμοποιούσε και στα μαθήματα ξιφομαχίας, η Ναζουάντα μπορούσε να ιππεύει πάντοτε το άλογο καβαλητά σαν άντρας.
Στην αρχή η επιθυμία να καλπάσει χωρίς επιτήρηση γύρω απ' την πόλη της είχε φανεί διασκέδαση αρκετή. Γοργά όμως η κοπέλα αποφάσισε, ότι πολύ θα ήθελε να επισκεφθεί το πυκνό δάσος βορειοδυτικά της Άμπερον, έτσι άλλαξε κατεύθυνση. Η σκέψη να βρεθεί για λίγο μόνη χωρίς την ασφυκτική εποπτεία των φρουρών, χωρίς παλατιανούς τριγύρω της, μέσα στη σιγαλιά του δάσους και κάτω απ' τον βαθύσκιωτο θόλο των δέντρων, την τράβηξε σ' αυτό το μέρος σαν μαγνήτης. Φτάνοντας στις παρυφές του δάσους, η έγνοια πως ίσως συναντούσε κυνηγούς με την ακολουθία τους που ανήκαν στο αρχοντολόι του κάστρου, την έκανε να τραβήξει ακόμα βορειότερα. Στα μέρη αυτά, το ήξερε καλά, ότι θα ήταν δύσκολο να ξεστρατίσει κάποιος από την Άμπερον, ίσως μονάχα κάτοικοι της Λίθγκοου που ταξίδευαν στο νότο και σίγουρα δεν γνώριζαν ποια είναι.
Η Ναζουάντα μπήκε στο δάσος ακολουθώντας ένα σκιερό μονοπάτι. Είχε βρεθεί και παλαιότερα σ' αυτό το μέρος παρέα με τον πρίγκιπα Όρριν κι ανθρώπους απ' τη συνοδεία του. Θυμόταν πως βαθύτερα στις λόχμες, εκεί όπου πύκνωναν τα δέντρα, κυλούσε τα γάργαρα νερά του ένα κελαρυστό ρυάκι, όπου για πρώτη της φορά είχε δει ελάφι. Ο Όρριν είχε ισχυριστεί, ότι υπήρχαν πολλά ακόμα. Αγέλες που κρύβονταν βαθιά στο δασοτόπι και πότε-πότε έφταναν ως τις όχθες του ρυακιού να ξεδιψάσουν. Αυτό ήταν μόνο ένα απ' το κοπάδι, καλό κυνήγι για επιδέξιους τοξότες, που θα έστηναν εκεί καρτέρι.
Η Ναζουάντα κατευθύνθηκε προς το ρυάκι. Ο άνεμος της πεδιάδας και ο ξέφρενος καλπασμός είχαν στεγνώσει το λαιμό της, το ίδιο, φανταζόταν, και του αλόγου. Λαχτάρησε να πιει απ' το τρεχούμενο νερό και να ποτίσει τη λαχανιασμένη της φοράδα. Όταν το μονοπάτι που διέσχιζε το δάσος έγινε αρκετά στενό και το στρώμα απ' τα πεσμένα φύλλα τόσο παχύ, ώστε να μη βλέπει το άλογο πού πρέπει να πατά, η κοπέλα αφίππευσε. Κάτω απ' τις λεπτές ακτίνες του ήλιου, που διαπερνούσαν εδώ κι εκεί τα χρυσαφιά φυλλώματα, οδήγησε η ίδια τη φοράδα ως το ρυάκι κρατώντας την απ' τα ινία. Οι δύο φιδογυριστές του όχθες απλώνονταν γεμάτες πρασινάδα και χνουδάτες, μουσκλιασμένες πέτρες, όσο το μάτι μπορούσε να διακρίνει. Ανάμεσά τους φύτρωναν μικρά, χρυσά κρινάκια και πλήθος άλλα ταπεινά νερολούλουδα, που, ξεχωρίζοντας ανάμεσα από τα πεσμένα φύλλα, ομόρφαιναν τον τόπο. Η Ναζουάντα προέτρεψε τη φοράδα της στο ρυάκι αφήνοντάς την να πιει όσο ήθελε απ' το δροσερό νερό. Παραδίπλα γονάτισε κι εκείνη πάνω στις πέτρες και, κάνοντας τις παλάμες κούπα, ήπιε λαίμαργα μέχρι να ξεδιψάσει. Μπορεί το καλοκαίρι να βρισκόταν προς τα τέλη του, μα ο ήλιος μεσουρανούσε κι η μέρα ήτανε ζεστή.
Η Ναζουάντα έλυσε την τραχηλιά της κι άνοιξε τα πάνω κορδόνια απ' το πουκάμισο βρέχοντας με το κρύο νερό το λαιμό της και το μπούστο. Κατόπιν κάθισε πάνω στη χλόη κι αρχίνησε να σκουπίζει το νερό με το μαντήλι ενώ η φοράδα έβοσκε την παχιά χλόη γύρω απ' τα βράχια. Ανάμεσα στα πυκνά κλαδιά άκουγε φωνές πουλιών, να διαλαλούν περίτρανα το χλιαρό μεσημέρι, που οι ζεστές ακτίνες του ήλιου άπλωναν πάνω από τα δέντρα. Μια οικογένεια νεροπόντικες ξεγλίστρησαν απ' το ρυάκι που δροσίζονταν αναζητώντας καταφύγιο στη φωλιά τους τρομαγμένοι. Δυο πρασινοκέφαλες αγριόπαπιες ξεπετάχτηκαν λίγο πιο κάτω πίσω απ' τις φτέρες φουρφουρίζοντας στα ρηχά, πετώντας τις πιτσίλες του νερού ένα γύρω. Τα αγριοκούνελα που ξεσήκωσε το πέταγμά τους έτρεξαν δώθε-εκείθε τρομαγμένα κάποιες στιγμές, για να εξαφανιστούν και πάλι ανάμεσα στις κίτρινες λειχήνες και τις σκιές των αιωνόβιων πλάτανων και των ευθυτενών, πλατύφυλλων σφενδάμνων.
Η Ναζουάντα χαμογέλασε ευτυχισμένη. Η καρδιά της άνοιγε σαν χαρωπό λουλούδι στην απλή ομορφιά της φύση και σ' όλες αυτές τις μικροσκοπικές υπάρξεις που αντιλαμβανόταν να τριγυρίζουν γύρω της. Η σκέψη ότι όλα αυτά θα χάνονταν απ' τη ζωή της για καιρό, όσο τουλάχιστον οι Βάρντεν θα έπρεπε να κρύβονται κάτω απ' τους ίσκιους των βουνών των νάνων, βρισκόταν μακριά την ώρα εκείνη. Η κόρη άφησε τις αισθήσεις της να γεμίσουν από το γλυκό τραγούδισμα των πουλιών και το λεπτό άρωμα των αγριόμουρων, που κάπου εκεί κοντά ωρίμαζαν πάνω στους θάμνους τους. Φύλλα που σάπιζαν ανάκατα με το υγραμένο χώμα και τ' αποσαθρωμένα ξύλα σκόρπιζαν ένα γύρω τη γήινη οσμή τους κι ένα πυκνό σύννεφο από ξαφνιασμένα έντομα ισορροπούσε επάνω απ' το ρυάκι.
Πάνω που η καρδιά της Ναζουάντα γέμιζε με τη γαλήνη του γλυκού απομεσήμερου, το σπάσιμο του κλαδιού, που αντήχησε ξωπίσω της, ακούστηκε σαν ήχος παράταιρος αλαφιάζοντάς την. Η κοπέλα άρπαξε το μαχαίρι που έκρυβε ανάμεσα στις δίπλες του ρούχου της και τινάχτηκε ολόρθη, πανέτοιμη για ν' αντιμετωπίσει κάθε παρείσακτο, που είχε φανεί ακάλεστος, να διαλύσει τη χαλαρότητα της στιγμής. Το τεντωμένο με το μαχαίρι χέρι της κατέβηκε μια στάλα και τ' αγριεμένα μάτια της γλύκαναν σαν τον είδε. Ο νέος στεκόταν πίσω της σε μικρή απόσταση έχοντας προβάλει ανάμεσα απ' τους θάμνους. Στο ένα του χέρι κρατούσε τόξο κυνηγετικό, στο άλλο τη φαρέτρα με τα βέλη του κι απ' τη φαρδιά του ζώνη κρέμονταν δύο μικρά θηράματα. Την είχε σίγουρα αναγνωρίσει. Τα μάγουλα του ήταν κατακόκκινα και την κοιτούσε με μάτια που έλαμπαν. Ένα χαμόγελο εγκάρδιο απλωνόταν ήδη σ' όλο του το πρόσωπο φωτίζοντας με πασίδηλη χαρά τα χαρακτηριστικά του.
"Δεσποσύνη Ναζουάντα;"
.*.*.*.
"Μέρταγκ!"
Ο νέος πλησίασε μόνο δυο βήματα κρατώντας τη μεταξύ τους απόσταση. "Εγώ είμαι, δεσποσύνη Ναζουάντα, δεν είχα την πρόθεση να σε τρομάξω. Λυπάμαι αν το έκανα άθελά μου." Σαν η κοπέλα δεν είπε κάτι, εκείνος συνέχισε. "Βρίσκομαι εδώ να κυνηγήσω" δήλωσε δείχνοντας το τόξο του. "Σκοπός μου ήταν να στήσω καρτέρι στο ρυάκι. Δεν φανταζόμουν πως θα βρισκόταν εδώ και κάποιος άλλος."
Με αργές κινήσεις η Ναζουάντα θηκάρωσε και πάλι το μαχαίρι της. Αν είχε για σκοπό να κυνηγήσει, τότε θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός στο πού πατούσε. Ο θόρυβος του κλαδιού που έσπασε, θα είχε σημάνει συναγερμό για τα θηράματα. Εκτός κι αν είχε επίτηδες πατήσει πάνω του δηλώνοντας σ' αυτήν την παρουσία του με τέτοιο τρόπο.
"Δεν τρόμαξα απ' την εμφάνισή σου" είπε ανακτώντας το σύνηθες, ηγεμονικό παράστημά της. "Κανείς ποτέ όμως δεν έχασε σαν πρόσεξε." Πάντοτε έτρεφε συμπάθεια περισσή για τον δάσκαλο της ξιφασκίας Τόρνακ, συμπάθεια που είχε επεκταθεί απ' την αρχή και στον γιο του. Ιδίως από τη μέρα που αυτός είχε συμμετάσχει στη διάσωσή της παραβλέποντας τον όποιο κίνδυνο για τη ζωή του, η Ναζουάντα τον είχε θεωρήσει φίλο. Και τώρα, παρ' ότι βρισκόταν μονάχη μεσ' στο δάσος, δεν πίστευε πως είχε τίποτε να φοβηθεί από το φίλο και σωτήρα της.
Η κοπέλα τακτοποίησε τ' αναστατωμένα της μαλλιά και ρούχα κι έδεσε πάλι την τραχηλιά της. Κατόπιν φώναξε κοντά της τη φοράδα, που πειθήνια υπάκουσε. Ο νέος κρέμασε στον ώμο τη φαρέτρα και πέρασε το τόξο χιαστί στο στήθος. Η όλη συμπεριφορά του δεν έδειχνε διάθεση να φύγει, ούτε πλησίασε όμως και κοντύτερα. Συνέχισε να την κοιτάζει με το ίδιο λαμπερό βλέμμα όπως και πριν, ενώ το κοκκίνισμα στα μάγουλά του πρόδιδε την αμηχανία του.
"Ξεστράτισες από τη συνοδεία των αρχόντων;" τη ρώτησε με ύφος γεμάτο ενδιαφέρον. Όλη τη μέρα που τριγύριζε στο δάσος δεν είχε πάρει ούτε το μάτι ούτε τ' αυτί του είδηση την παρουσία άλλων. Αν όμως η Ναζουάντα βρισκόταν εδώ μόνη… Μην είχε χαθεί απ' τους δικούς της;
Η κοπελίτσα γέλασε εγκάρδια και τον πλησίασε αυτή κρατώντας τη φοράδα απ' το καπίστρι. Απ' τον καιρό που είχε γίνει η δολοφονική απόπειρα εναντίων της, ο Άτζιχαντ είχε απότομα διακόψει τα μαθήματα ξιφασκίας με το δάσκαλό της. Στη Ναζουάντα δεν είχε εξηγήσει το γιατί, η ίδια όμως πίστευε, ότι αιτία ήταν η επικείμενη μετεγκατάσταση στους νάνους. Της είχε λείψει ο Τόρνακ κι οι διδαχές του, το ίδιο και ο Μέρταγκ κι οι όλο ταμπεραμέντο και ορμή αναμετρήσεις τους.
"Ας πούμε… πως τους βαρέθηκα όλους αυτούς με τη στερεότυπη ετικέτα και τον καθωσπρεπισμό τους και αποφάσισα, πως μου χρειάζεται μια μέρα κοντά στη φύση" αποκρίθηκε.
Ο Μέρταγκ ένευσε με κατανόηση στο λόγο της. "Κι εγώ έχω βγει απ' τα χαράματα να κυνηγήσω" ξανάπε. " Ήταν κανονισμένο να έρθουμε με τον πατέρα μου, αλλά εκείνος ένιωσε… μια ξαφνική αδιαθεσία." Τα μάτια του σκοτείνιασαν για μια στιγμή κοιτάζοντας τη γη, όμως γοργά στραφήκανε επάνω της και πάλι. Τα χείλη του έσπασαν σ' ένα μικρό χαμόγελο. "Ερχόμουν στο ρυάκι έχοντας σκοπό να στήσω καρτέρι για κάποιο ελάφι" είπε.
"Δεν είδα κάποιο, όση ώρα είμαι εδώ." Η Ναζουάντα χάιδεψε το μέτωπο της φοράδας της. Ακούμπησε κατόπιν τρυφερά το μάγουλό της στο πλάι του λαιμού της. Για λίγο απόμειναν σιωπηλά να τον κοιτάζουν, άλογο και κορίτσι, με τα ίδια υγρά μάτια.
"Έχεις όμορφη φοράδα, δεσποσύνη Ναζουάντα" είπε με θαυμασμό ο Μέρταγκ.
"Μη με φωνάζεις 'δεσποσύνη Ναζουάντα'. Λέγε με απλά με τ' όνομά μου" παραπονέθηκε εκείνη.
Παίρνοντας θάρρος απ' τα λόγια της, ο νέος πλησίασε και χάιδεψε κι αυτός το μουσούδι και το μέτωπο του αλόγου. Τα μακριά του δάχτυλα μπλέχτηκαν μέσα στην πυκνή χαίτη.
"Πώς ήρθες ως εδώ; Με άλογο;" τον ρώτησε η Ναζουάντα κοιτάζοντας εξεταστικά πίσω του. Ανάμεσα στα πυκνά φυλλώματα δεν μπορούσε να διακρίνει το παραμικρό, σκέφτηκε όμως πως η απόσταση απ' την Άμπερον ήταν μεγάλη για να έχει πεζοπορήσει κάποιος μέχρι το δάσος.
Ο Μέρταγκ ένευσε πως 'όχι'. "Ερχόμουνα πεζή από την πόλη, ώσπου συνάντησα έναν έμπορο με αμάξι. Κατευθυνόταν προς την Λίθγκοου και δέχτηκε να με πάρει μαζί του κάποια απόσταση. Ελπίζω αργότερα να βρω κάποιο άλλο μέσον να γυρίσω. Αλλιώς θα πρέπει να βαδίσω ως την Άμπερον, πράγμα που θα είναι δύσκολο, ειδικά αν έχω πετύχει στο κυνήγι μου ελάφι.
Η Ναζουάντα συνοφρυώθηκε για λίγο. "Δεν έχει ελάφια εδώ γύρω, σου το είπα." Το ενδεχόμενο να αφαιρεθεί η ζωή ενός τέτοιου ζώου πανέμορφου, που την προηγούμενη φορά που βρέθηκε σ' αυτό το μέρος είχε θαυμάσει, τη δυσαρεστούσε.
Με πρόδηλη αμηχανία ο Μέρταγκ έδειξε κάτι πάνω στη βρεμένη γη, πίσω απ' τους θάμνους. "Για δες εδώ, ετούτα τα χνάρια. Είναι τα βήματα του ελαφιού κι εγώ τ' ακολουθώ από ώρα" είπε.
Η κοπέλα πλησίασε εξετάζοντας τα ίχνη με περιέργεια περισσή κι ενδιαφέρον. "Γνωρίζεις να διαβάζεις τόσο καλά τ' αποτυπώματα πάνω στη γη;" Ανάμεσα στους Βάρντεν ήταν λίγοι που κάτεχαν παρόμοια δεξιότητα κι η θέση τους στο στράτευμα ζηλευτή.
Ο Μέρταγκ γέλασε, ενώ τα μάτια του άστραψαν από περίσσια περηφάνια. "Και βέβαια γνωρίζω!"
Της έδειξε κι άλλα πολλά ίχνη πουλιών και ζώων. Κινήσεις ρυθμικές, συνήθειά τους και πράξεις που αποτυπώνονταν πάνω στο χώμα, στα σαπισμένα φύλλα, ή ακόμα στα μισομασημένα χαμηλά φυλλώματα των δέντρων και τα σπασμένα τρυφερά κλαδιά των θάμνων. Της είπε πώς να ξεχωρίζει το μακρόσυρτο αποτύπωμα του νερόφιδου, από το σούρσιμο της σαύρας· το ασταθές βήμα ενός σκαντζόχοιρου που πάει φορτωμένος στη φωλιά του, απ' το γοργότερο του ασβού· το γεμάτο φόβο τρελό τρέξιμο του αγριοκούνελου από το υπολογισμένο πήδημα ενός λαγού. Να τες κι οι δίχηλες λακκούβες του ποδαριού της ελαφίνας, ελαφρύτερες από ενός αρσενικού. Τούτη εδώ, κάπου είχε χτυπήσει το πίσω αριστερό της πόδι και κούτσαινε. Κάποια στιγμή θα κουραζόταν, θα σταματούσε στο ρυάκι για να πιει… να ξαποστάσει… εύκολη λεία.
Η Ναζουάντα άφησε τη φοράδα να βοσκήσει και πάλι κοντά στο νερό, ακολουθώντας όλο ενδιαφέρον τα δικά του βήματα καταμήκος της όχθης. Εύρισκε τις όλο ζωντάνια περιγραφές του, να φέρνουν μπρος στα μάτια της την εικόνα κάθε ζώου ή πουλιού, που είχαν πρωτύτερα συχνάσει εκεί, πλάι στα δροσερά, φυλλοσκέπαστα νερά. Ζούσε κι η ίδια, γοητευμένη μέσα απ' τα λόγια του, τις συνήθειές τους. Ο Μέρταγκ θα πρέπει να είχε περάσει ώρες ατέλειωτες κοντά στη φύση παρατηρώντας το δάσος και τα πλάσματα που κατοικούσαν μέσα του. Η κοπέλα δεν θυμόταν να έχει ποτέ διασκεδάσει τόσο στις σύντομες εκείνες εκδρομές, που κάτοικοι του παλατιού διοργάνωναν για βόλτες ή κυνήγια. Έπιασε τον εαυτό της πολλές φορές να του χαρίζει γλυκά χαμόγελα επηρεασμένη από κάποιο σχόλιό του και εξετίμησε ιδιαίτερα το γεγονός, όταν αστόχησε το βέλος του – ηθελημένα όπως εκείνη πίστευε – τη μία πράσινη αγριόπαπια απ' το ζευγάρι, που προηγουμένως είχε ξεσηκώσει απ' το φρουρφούρισμά τους στα ρηχά νερά του ρυακιού το δικό της κελαρυστό γελάκι. Η Ναζουάντα είχε εκφραστεί με θαυμασμό για τη γυαλάδα και την ομορφιά των γκριζόμαυρων φτερών τους. Το κατοπινό της σχόλιο, ότι δεν είναι πρέπον να χωρίζεται ένα τόσο ταιριαστό ζευγάρι, έδειξε ν' αφήνει πάνω στο πρόσωπό του το αποτύπωμα μιας απεριόριστης ικανοποίησης που άγγιζε τα όρια της ευτυχίας.
Στην ερώτηση του Μέρταγκ, αν εκείνη ήξερε να χρησιμοποιεί το τόξο, έδωσε αρνητική απάντηση. Τότε κι εκείνος βάλθηκε να της διδάξει επιτόπου. Πρωτίστως καταπιάστηκε για λίγο με το να κατασκευάσει ένα αυτοσχέδιο τόξο απ' το κατάλληλο κλαδί. Έπρεπε να είναι μικρότερο και πιο ευλύγιστο απ' το μακρύ, σκληρό και δύσχρηστο γι' αυτήν δικό του. Κατόπιν βάλθηκε να χαράξει στα δύο άκρα εγκοπές με το μαχαίρι του και να στερεώσει τη χορδή. Ορίζοντας ως πρώτο για τη Ναζουάντα στόχο το χοντρό, ξεραμένο κλαδί ενός πεσμένου κούτσουρου, επιχείρησε να της δείξει τη σωστή στάση του τοξότη. Στάθηκε πίσω της οδηγώντας αυτός τα χέρια της στη σωστή θέση, δίνοντας πληροφορίες για διάφορες γωνίες κλίσης σύμφωνα με το ύψος του στόχου και την απόσταση που ο τοξότης στεκόταν απ' αυτόν.
Η Ναζουάντα ένιωθε το στήθος του ν' ακουμπά σχεδόν στην πλάτη της και το σαγόνι του να της αγγίζει τα μαλλιά στην κορφή της κεφαλής και ένιωσε λιγάκι αμήχανη. Η τωρινή του στάση σε τίποτε δεν έμοιαζε με τα μαθήματα της ξιφασκίας που είχαν μοιραστεί στην αίθουσα του Μπορρομέο. Τόση εγγύτητα η κοπέλα δεν είχε βιώσει ποτέ με κάποιον, εκτός του Άτζιχαντ, όταν μικρούλα την ανέβαζε στα γόνατά του αφήνοντάς την να παίξει με τα πλούσια γένια του, ή την κρατούσε τρυφερά στην αγκαλιά του διαβάζοντάς της τα πρώτα γράμματα. Η επιθυμία της όμως να μάθει να τοξεύει και η όλη ευγενική του συμπεριφορά δεν την απώθησαν. Ο Μέρταγκ στάθηκε όλες τις φορές κοντά της διορθώνοντας τις άστοχες κινήσεις της, ενθαρρύνοντας τις αποτυχημένες της προσπάθειες, επικροτώντας κάθε της επιτυχία. Η κοπέλα γρήγορα ανακάλυψε, ότι εκτός από επιδέξιος ξιφομάχος, ήταν και τοξότης εξαίρετος. Κι η ίδια ευχαριστιόταν όσες φορές πετύχαινε το βέλος της. Εκτίμησε το μάθημα τοξοβολίας και διαπίστωσε ότι το να ρίχνει με το τόξο ίσως της ταίριαζε καλύτερα απ' το να μάχεται με ξίφος. Ήτανε κάτι που πολύ τη διασκέδαζε.
"Πρέπει να μάθεις να κυνηγάς" δήλωσε ο Μέρταγκ ικανοποιημένος με τις ως τώρα επιτυχημένες της προσπάθειες. Πια δεν είχαν απομείνει παρά μερικά ξεφτισμένα ξεσκλίδια από τον προηγούμενο στόχο που της είχε ορίσει και το κούτσουρο έστεκε σαθρό και κατατρυπημένο. "Το κυνήγι, όπως λέει ο πατέρας μου, είναι μια τέχνη, που όλοι θα πρέπει να γνωρίζουν, μιας και ποτέ δεν άφησε κανέναν με στομάχι αδειανό."
Η Ναζουάντα γέλασε. "Και τι ορίζει ο δάσκαλός μου να στοχεύσω;" Την ώρα εκείνη ήταν πανέτοιμη να βάλει στόχο τα πάντα, για να του αποδείξει την αξία της· εκτός από ελάφι βέβαια, εκτός ίσως κι απ' το προηγούμενο ζευγάρι τις αγριόπαπιες.
Ο Μέρταγκ κοίταξε τριγύρω παρατηρώντας τη ζωή πάνω στα δέντρα. Όχι… δεν άξιζε το μελωδικό πουλί για στόχος… Μάταιο θάνατο ονόμαζε ο Τόρνακ, να χάνονται οι μικρούλικες αυτές υπάρξεις, που μοναχά φτερά και λίγο κρέας είχαν πάνω τους. Σαν δεν υπήρχε κι η ανάγκη… Τα μάτια του τριγύρισαν και πάλι στα χνάρια πάνω στη γης και τα βρεμένα φύλλα. Της έγνεψε σιωπηλά ν' ακολουθήσει πίσω του αντίθετα με τη ροή του ρυακιού. Λίγο πιο πάνω η κοίτη πλάταινε μια στάλα και μια συστάδα από πλατιές πέτρες σχημάτιζαν μικρή νερολακούβα, σαν λιμνούλα. Ο Μέρταγκ έσκυψε αιφνίδια πίσω απ' τις φτέρες κι η Ναζουάντα ακολούθησε γοργά την κίνησή του. Ο νέος διάλεξε αθόρυβα ένα μικρό βέλος απ' τη φαρέτρα του και με την ίδια την αιχμή έδειξε προς την αντίπερα όχθη.
Δεν χρειαζόταν καν αυτή του η κίνηση. Η Ναζουάντα είχε δει τις νερόκοτες καθισμένες πάνω στα βρεγμένα φύλλα και μια απ' αυτές να πλέει ακόμα μέσα στο ήσυχο νερό βουτώντας το κεφάλι κάτω απ' την επιφάνεια, ψάχνοντας για τροφή. Έπιασε προσεκτικά το βέλος που της πρόσφεραν και με αργές κινήσεις πέρασε στη χορδή την εγκοπή. Χωρίς να ανεβάσει το κορμί της πίσω απ' τους θάμνους παραπάνω απ' όσο χρειάστηκε, η Ναζουάντα στόχευσε. Ο στόχος που διάλεξε ήταν η ακριανή από τις ακίνητες νερόκοτες, που ξεκουράζονταν πάνω στα φύλλα. Για λίγο μόνο δίστασε, ν' αφήσει το βέλος της να φύγει. Η κυνηγός θα σκότωνε μόνο το ένα πουλί για να τραφεί. Η τέχνη του κυνηγιού ήταν τέτοια, όπου δεν άφησε ποτέ κανέναν με αδειανό στομάχι, είχε πριν λίγο πει ο Μέρταγκ. Κι η ίδια πεινούσε. Η διαμαρτυρία που από ώρα ένιωθε στο στομάχι της επανήλθε ξανά θυμίζοντάς της, ότι η ώρα ήταν περασμένο μεσημέρι. Η πείνα την έκανε να βιαστεί. Η προοπτική όμως να αφαιρέσει μια ζωή, την ανάγκασε να πείσει τον εαυτό της, πως η νερόκοτα δεν ήταν παρά μόνο στόχος. Το βέλος πέταξε αναστατώνοντας τα υπόλοιπα πουλιά, που βιάστηκαν ν' απογειωθούν καταμήκος του νερού με δυνατούς παφλασμούς των ποδιών τους. Μονάχα ένα τους απόμεινε πεσμένο, ακίνητο πάνω στα μισοσαπισμένα φύλλα, το μαύρο του φτέρωμα διάστικτο με πιτσίλες αίμα, κόκκινες σαν την ερυθρά του προμετωπίδα. Το βέλος το είχε διαπεράσει.
Η Ναζουάντα απόμεινε ακίνητη, κάπως σαστισμένη. Ήταν ο Μέρταγκ που βιάστηκε να διασχίσει το νερό, να φέρει πίσω το θήραμά της. Λίγες στιγμές αργότερα το παρουσίασε κρατώντας το ψηλά απ' τη ματωμένη αιχμή του βέλους.
"Ούτε ο πιο επιδέξιος κυνηγός θα τα κατάφερνε καλύτερα" είπε με πλέριο θαυμασμό να χρωματίζει τη φωνή του. "Δεσποσύνη Ναζουάντα, η δεξιοσύνη σου σαν τοξεύτρια είναι καλύτερη πολλών."
"Σου είπα, μη με φωνάζεις 'δεσποσύνη'." Ο τόνος της ήταν ενοχλημένος, πιότερο για τα λόγια θαυμασμού του για τον σκοτωμό, παρά για την προσφώνηση. Οι άντρες δεν λόγιζαν τη ζωή ενός πουλιού σαν τέτοια, όταν πεινούσαν. Δεν λογαριάζανε ούτε ακόμα και τις ανθρώπινες, σαν πολεμούσαν. Μήπως όμως κι η ίδια… δεν πεινούσε; Είχε σκοτώσει για να φάει… και θα το έκανε ξανά. Ο Άτζιχαντ της είχε μάθει να σέβεται τις ζωές που δεν χρειαζόταν να χαθούν. Αλλά είχαν πόλεμο… κάποια στιγμή θα σκότωνε πάνω στη μάχη. Έπρεπε να το συνηθίζει. Μη θέλοντας να φανεί άδικα κακιωμένη με το φίλο της, γύρισε απολογητικά προς τη μεριά του. "Να με φωνάζεις Ναζουάντα" είπε απλά.
Ο Μέρταγκ γέλασε. Ένα τεράστιο χαμόγελο φώτισε όλο του το πρόσωπο και αποφάσισε να κάνει άμεση πράξη την προηγούμενη παρότρυνση.
"Ναζουάντα!"
Το όνομά της ακούστηκε απ' τα χείλη του παράξενα. Τράβηξε λίγο προς τα μέσα το αρχικό 'νι' δίνοντας ένα ζεστό μάκρος στο 'ζήτα'. Το δεύτερο 'άλφα' ήχησε στρογγυλεμένο κι εσωτερικό, δοσμένο με μια γλυκιά διάσταση. Λες και το κράτησε με την ανάσα του βαθιά, ως μέσα στην ψυχή του. Κι αφού το άφησε να τρέξει μέσα στις φλέβες του, με μια εκπνοή το έφερε στην επιφάνεια των χειλιών και πάλι, προσθέτοντας σ' αυτό και λίγο από τον εαυτό του. Το τελευταίο 'ντα' του βγήκε ήρεμο, σιγανό, συνεσταλμένο. "Ναζουάντα…" επανέλαβε ο νέος και πάλι και στο κορίτσι φάνηκε, ότι το όνομά της άνθισε πάνω στα χείλη του σαν το λουλούδι.
Εκείνη έτεινε το χέρι προς το μέρος του, όχι για να δεχτεί το νεκρό κυνήγι, αλλά για να πιάσει το ζεστό, δικό του χέρι. Κάτω απ' τους ίσκιους των φυλλωμάτων παρατήρησε τα μάγουλά του να κοκκινίζουν περισσότερο, σαν αποδέχτηκε αμίλητος την προσφορά. Για λίγο περπάτησαν μαζί με βήμα αργό, σιωπηλά βαδίζοντας καταμήκος της όχθης. Το κράτημά του ήταν ευγενικό και σταθερό συνάμα κι απέπνεε τη σιγουριά, που πάντα έδειχναν να 'χουν οι πράξεις του. Ένιωθε την παλάμη του τραχιά, προφανώς από την πολύωρη χρήση του ξίφους, αλλά ταυτόχρονα να φανερώνει μια αίσθηση δύναμης και αξιοπιστίας. Η Ναζουάντα αφέθηκε να την οδηγεί το δικό του βήμα. Τα χνάρια της πληγωμένης ελαφίνας ήταν τώρα ολοφάνερα πάνω στο νοτισμένο χώμα. Και φαίνονταν φρεσκότερα από πριν.
Αμέσως το ενδιαφέρον του Μέρταγκ αναζωπυρώθηκε. Η προσοχή του όλη στράφηκε πάλι πάνω στα χνάρια. Οσφράνθηκε το ρεύμα του ανέμου με τις αισθήσεις σ' επιφυλακή, χωρίς όμως ν' αφήσει στιγμή το χέρι της, που είχε έτσι απλά αναζητήσει το δικό του. Τα ίχνη οδηγούσαν σε μια μικρή λόχμη, όπου προφανώς η πληγωμένη ελαφίνα είχε ζητήσει καταφύγιο. Υπήρχαν γύρω τους πεσμένα φρέσκα, μισομασημένα φύλλα. Μικρά κλαδιά των θάμνων κρέμονταν σπασμένα, με τους λεπτούς τους μίσχους να στάζουνε ακόμα τον πρασινωπό χυμό. Ο Μέρταγκ γονάτισε στη γη τραβώντας και τη Ναζουάντα προς τα κάτω, γνέφοντάς της να μείνει σιωπηλή κι ακίνητη. Μ' αθόρυβες, έμπειρες κινήσεις ετοίμασε το τόξο κι ένα βέλος. Η καρδιά της κοπέλας σφίχτηκε. Ανάμεσα στους θάμνους μπορούσε καθαρά να διακρίνει το καστανόχρωμο μαλακό τρίχωμα… την κίνηση ενός μακριού ποδιού που έτρεμε… ένα λεπτό και μυτερό μουσούδι που αναμασούσε. Ο Μέρταγκ σήκωσε τόξο και βέλος στοχεύοντας την ελαφίνα.
Δίχως να χάσει διόλου χρόνο, η Ναζουάντα ακούμπησε αποτρεπτικά το χέρι της στον ώμο του. "Δεν θέλω να σκοτώσεις το ελάφι" ζήτησε μ' ευγενικό και πράο ύφος. Έχω δει ξανά ελάφι σαν αυτό. Έχω θαυμάσει την ομορφιά και τη γλυκύτητά του. Σε παρακαλώ, μην το σκοτώσεις…"
Για πρώτη της φορά εδώ και πολύ καιρό άφησε το ηγεμονικό της ύφος, αυτό που συνήθιζε να παίρνει, όσο βρισκόταν στο παλάτι ανάμεσα στους άρχοντες της Σούρντα και το στρατό των Βάρντεν. Το χέρι της έσφιξε πάνω στον ώμο του κι η κίνηση αυτή, ήταν ολοφάνερο, τον άφησε πιότερο ξαφνιασμένο από το προηγούμενό τους κράτημα.
Ο Μέρταγκ κατέβασε το τόξο. "Αν η κυρά μου, η Ναζουάντα, θελήσει το ελάφι ζωντανό, έτσι θα γίνει" είπε απλά.
Η κοπέλα τον κοίταξε σταθερά στα μάτια. "Το θέλω!" Ο παρακλητικός τόνος που είχε η φωνή της δύο στιγμές πριν χάθηκε απότομα. Ξανάπαιρνε γοργά το αρχοντικό της ύφος, σαν να συγχρωτιζότανε και πάλι με κάποιον ευγενή του Μπορρομέο. "Το ξέρω, ότι ο πατέρα σου θα περιμένει να τραφεί από το κυνήγι, αλλά…"
"Μην έχεις έγνοια" αποκρίθηκε με σιγανή φωνή ο νέος. "Ο πατέρας μου θα έχει δικά του τα δύο μικρά θηράματα." Προφανώς αναφερόταν στα δύο ζωάκια που κρέμονταν ήδη νεκρά από τη ζώνη του.
"Μπορείς να πάρεις μαζί σου και τη νερόκοτα" είπε ολοπρόθυμα η Ναζουάντα, ευχαριστημένη για την ευπείθειά του. Πεινούσε πολύ κι η ώρα ήταν περασμένη, αλλά θα ικανοποιούσε την πείνα της στο δείπνο της μεγάλης αίθουσας του βασιλιά, αν θα προλάβαινε στρωμένο το τραπέζι γυρνώντας βιαστική στο κάστρο.
Ο Μέρταγκ γέλασε σιγανά. "Η νερόκοτα είναι δική σου. Εσύ την στόχευσες και σίγουρα τώρα θα πεινάς." Στάθηκε ορθός περνώντας στο στήθος χιαστί το τόξο και τη φαρέτρα με τα βέλη. "Παραπάνω υπάρχει ένα μικρό ξέφωτο, ότι πρέπει ν' ανάψουμε φωτιά, να ψήσουμε το κυνήγι" την προσκάλεσε.
Στα λόγια του η Ναζουάντα ένιωσε το στόμα της να υγραίνει. Η άσκηση με τ' άλογο στην εξοχή, οι δραστηριότητες στο δάσος και η προοπτική να μοιραστεί το γεύμα της μαζί του την ενθουσίασαν. "Είναι μικρή η νερόκοτα" του είπε δείχνοντας με το δάχτυλο το θήραμα, που εκείνος κρατούσε ακόμα περασμένο στο βέλος του.
"Μία φτερούγα είναι για μένα αρκετή" αποκρίθηκε ο Μέρταγκ. "Μπορείς να έχεις την υπόλοιπη δική σου. Άλλωστε είναι δικό σου θήραμα."
"Από μια φτερούγα κι ένα πόδι ο καθένας" δήλωσε η Ναζουάντα με ύφος που δεν θα σήκωνε αντιρρήσεις. "Και ότι άλλο περισσέψει, δίκαιη μοιρασιά και για τους δυο μας."
"Όπως επιθυμεί η… Ναζουάντα." Άφησε τη φορά αυτή τον εαυτό του ελεύθερο, να προφέρει το όνομά της. Η κάπως τραχιά, αγορίστικη φωνή ξεσήκωσε ένα σμήνος πουλιά απ' τα δέντρα πάνω τους. Το βήμα του έγινε γοργό τραβώντας την ξωπίσω του. Βιαζόταν.
"Το άλογό μου…" θυμήθηκε η Ναζουάντα τη φοράδα της.
"Θα μείνει να βοσκήσει το χορτάρι" αποκρίθηκε ο Μέρταγκ. "Σαν θέλεις όμως γυρίζουμε γι' αυτό. Υπάρχει κι άλλος δρόμος για το ξέφωτο κατάλληλος για να διαβεί το άλογό σου."
"Θα το προτιμούσα."
.*.*.*.
Ζώντας από μικρή στο κάστρο Μπορρομέο κι έχοντας όλες τις ανάγκες καλυμμένες από υπηρέτες και καμαριέρες, που ο βασιλιάς Λάρκιν ευγενικά παραχωρούσε στην υπηρεσία των υψηλόβαθμων των Βάρντεν, η Ναζουάντα δεν είχε σκεφτεί πως ίσως χρειαζόταν κάποτε ν' ανάψει στην ύπαιθρο φωτιά. Ο Μέρταγκ της δίδαξε τον τρόπο. Έσκαψε πρώτα με μια πέτρα τη λακκούβα στο αφράτο χώμα και τοποθέτησαν μαζί τα ξύλα χιαστί σε πολλά επίπεδα. Ανάμεσά τους πρόσθεταν φύλλα ξερά για προσανάμματα κι ήταν πολλές εκείνες οι φορές, όπου τα δάχτυλά τους έμπλεξαν σ' αυτή τους την προσπάθεια. Το αποτέλεσμά της τους αντάμειψε με μια ζεστή, ζωηρή φλόγα και πολλά χαρούμενα γέλια και χαμόγελα. Κατόπιν κείνος ετοίμασε το πουλί, πέρασε μέσα του μια βέργα λυγαριάς και στερέωσε τη σούβλα αυτή σε δύο διχαλωτά κλαδιά πάνω απ' τη θράκα. Το λίπος της νερόκοτας στάλαξε τσιτσιρίζοντας στη φωτιά και μια θαυμάσια μυρωδιά ψητού ξεχύθηκε απ' την φουσκαλιασμένη πέτσα.
Η Ναζουάντα ανάσανε βαθιά. Η αίσθηση της πείνας επέστρεψε και πάλι δριμύτερη από πριν. Για να απαλλαγεί απ' τη σφοδρότητα του αισθήματος ξεκίνησε να συζητά μαζί του για διάφορα. Μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό μιλήσανε για θέματα πολλά, που φάνηκε να ενδιαφέρουν και τους δύο. Κατόπιν ο Μέρταγκ μοίρασε τις δύο μερίδες επάνω σε πλατιά φύλλα χρησιμοποιώντας το μαχαίρι του. Στη Ναζουάντα φάνηκε αστείο το να τρώει με τα δάχτυλα, γοργά όμως το συνήθισε. Η πείνα που ένιωθε συνέτεινε στην προσαρμογή αυτή. Κατέβασε σαν λύκος πεινασμένος τις πρώτες, καυτερές μπουκιές και έσβησε το κάψιμο της γλώσσας της απ' το φλασκί του. Ξεκοκάλισε το κρέας χωρίς να νοιάζεται για καθωσπρεπισμούς και ετικέτες και άφησε τον εαυτό της να απολαύσει τη λίγη ώρα ζωής στη φύση δίχως άλλες έγνοιες. Όση ώρα έτρωγε, έβλεπε τα γελαστά μάτια του αγοριού, να την παρατηρούν διακριτικά. Ήταν πολύ γλυκός, που δεν σχολίασε τη λαιμαργία της κι ευγενικός επίσης, γιατί στο τέλος παραχώρησε σ' αυτήν κομμάτι της μερίδας του λέγοντας πως είχε χορτάσει και άλλο δεν πεινούσε.
Όσο περνούσε η ώρα, η Ναζουάντα εύρισκε την παρέα του όλο και πιο επιθυμητή. Της ήταν προτιμότερο να συγχρωτίζεται μαζί του, παρά με πολλούς άλλους νέους ευγενείς της Σούρντα, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του πρίγκιπα Όρριν. Ήταν κόσμιος κι ευγενικός και, παρά το γεγονός ότι ήταν μονάχα ο γιος ενός δασκάλου ξιφασκίας, η μόρφωσή του έδειχνε να είναι εξαίρετη. Οι γνώσεις του ήταν περισσότερες από πολλών άλλων ευγενών κι η Ναζουάντα ανακάλυψε με χαρά, ότι της άρεσε ν' ανταλλάσσει μαζί του απόψεις. Η συζήτηση μαζί του δεν ήταν μόνο ευχάριστη, αλλά κι ανταποκρινόταν τέλεια στις δικές της γνώσεις γύρω απ' την ιστορία, την ποίηση, την τέχνη και τα μαθηματικά.
Εξεπλάγη ακόμα σαν διαπίστωσε, ότι, παρά την αγάπη που έτρεφε για τον πατέρα της και που υπερτερούσε πάντων, η συντροφιά ενός άλλου άντρα κι οι πεποιθήσεις του την επηρέαζαν. Σίγουρα θα σκεφτόταν τούτο το νέο και τις ιδέες του, κλωθογυρίζοντας και τις δικές του απόψεις στο νου τις νύχτες, όπως του Άτζιχαντ. Μήπως δεν ήταν το ίδιο περήφανος όπως αυτός, μ' ένα είδος αυτοπεποίθησης που η Ναζουάντα πολύ εκτιμούσε; Περήφανος ήταν και ολοφάνερα σίγουρος για τον εαυτό του, χωρίς όμως να τον διακρίνει η έπαρση που διέκρινε στους ευγενείς που η κοπέλα συναναστρεφόταν. Οι γνώσεις του επί παντός επιστητού έρεαν φυσικά από πάνω του, χωρίς να κάνει επίδειξη των διαφόρων του δεξιοτήτων, ή στείρα φιγούρα.
Πολλές φορές τις νύχτες προτού ο ύπνος αγκαλιάσει την κοπέλα, η ανάμνηση της προφητείας της μάντισσας επανερχόταν στη μνήμη της πάλι και πάλι. Η Μάμα-Ασσέφα είχε προβλέψει, ότι ο αγαπημένος της θα ήταν από μεγάλο σόι, πλην όμως σημαδεμένος με μια αποτρόπαιη ουλή. Η Ναζουάντα ξενύχτισε πολλές φορές ν' αναλογίζεται για τον σημαδεμένο της προφητείας. Σε κανέναν από τους νεαρούς άρχοντες της Σούρντα δεν ταίριαζε αυτή η περιγραφή, ούτε και άξιζε κάποιος απ' όλους τους την ιδιαίτερη προσοχή της. Ο νέος τούτος δεν ήταν βέβαια σημαδεμένος, ούτε κι από μεγάλο σόι, παρά μονάχα ο γιος ενός οπλοδιδασκάλου. Παρ' όλα αυτά, έτσι όπως τον έβλεπε να της μιλά, να τη φροντίζει, η Ναζουάντα σκέφτηκε, ότι ο Μέρταγκ ίσως μπορούσε κάποτε να γίνει ο αγαπημένος της.
Όσο όμορφα και να είχε περάσει τις ώρες της μαζί του, το απόγευμα γοργά κυλούσε κι ο Άτζιχαντ θ' αποζητούσε τη θυγατέρα του. Η Ναζουάντα κοίταξε ολόγυρά της τον μικρό κόσμο του ξέφωτου με μελαγχολία περισσή στο βλέμμα κάνοντας τη σκέψη, ότι όλα αυτά θα παρέμεναν εκεί, ακόμα κι όταν η ίδια θα ζούσε βαθιά θαμμένη μέσα στη γη των νάνων. Κάποτε όμως θα γύριζε, το υποσχέθηκε στον εαυτό της. Η απέραντη πεδιάδα κι οι ανοιχτοί ουρανοί, το δάσος με τα ελάφια του και το ξέφωτο με το πράσινο χορτάρι θα βρίσκονταν για πάντα εδώ, να περιμένουνε το γυρισμό της. Στενάζοντας γεμάτη ελπίδα άφησε τα μάτια της και πάλι να στραφούν στον φίλο κι απρόσμενο σύντροφο στη σημερνή χαρά της. Όσο κι αν είχε αποφασίσει, να αγαπά για πάντα τον πατέρα της μένοντας στο πλευρό του σαν πιστή του βοηθός, στον νεαρό Μέρταγκ χρωστούσε τη ζωή της. Κείνη την ώρα αποφάσισε, πως θα φυλούσε μέρος της καρδιάς της και για το φίλο της, προσφέροντάς του τη φιλία της για πάντα.
"Είναι ώρα να πηγαίνουμε…"
Το ευτυχισμένο χαμόγελο ξεθώριασε στο πρόσωπό του. Σιωπηλός σηκώθηκε και μάζεψε τα πράγματά του. Έσβησε τα υπολείμματα της φωτιάς πατώντας πολλές φορές τη θράκα με τα τακούνια του και ζώστηκε και πάλι τα μικρά θηράματα. Πέρασε τόξο και φαρέτρα χιαστί στο στήθος κι έτεινε προς το μέρος της κοπέλας το ελαφρύ μικρότερο, που είχε νωρίτερα για χάρη της κατασκευάσει. "Κράτησε αυτό το τόξο, μέχρι να βρεις κάποιο καλύτερο" της είπε.
Η Ναζουάντα στερέωσε τη σέλα της φοράδας κι οδήγησε το άλογο στο μονοπάτι κρατώντας το απ' το καπίστρι. "Δείξε το δρόμο έξω απ' το δάσος" ζήτησε. "Γυρίζουμε μαζί ως τα όρια της πόλης, αφού δεν έχεις άλλο μέσο."
Περπάτησαν για λίγο αμίλητοι στην πεδιάδα ο ένας πλάι στον άλλο. Ο μόνος ήχος που έσπαζε τη σιωπή ήταν τα πέταλα του αλόγου, που κροτούσαν πάνω στο σκληρυμένο χώμα, καθώς η Ναζουάντα το οδηγούσε πίσω της. Τα σύννεφα περνούσαν πάνω τους αργά απλώνοντας στον ουρανό τα χρυσαφιά και πορφυρά τους χρώματα παρμένα απ' το ηλιοβασίλεμα.
"Ίσως δεν το γνωρίζεις, αλλά οι Βάρντεν πρόκειται σύντομα να φύγουν απ' τη Σούρντα."
Αν είχε ξεσπάσει αιφνίδιος κεραυνός μέσα στο ήσυχο απόγευμα, δεν θα του έκανε μεγαλύτερη εντύπωση όσο τα λόγια της. Η καρδιά του έχασε ένα χτύπο, το βήμα του άλλαξε σε πιο γοργό και νευρικό. Τα χείλη σφίχτηκαν προσπαθώντας να συγκρατήσουν το γεμάτο αγωνία ερώτημα. "Γιατί;"
"Μετά την απόπειρα εναντίων μου, ο πατέρας μου θεώρησε ότι όλοι οι Βάρντεν κινδυνεύουν. Αφού το μακρύ χέρι του βασιλιά αποφάσισε να μας χτυπήσει… Πρόκειται να ζητήσουμε καταφύγιο στη γη των νάνων." Η Ναζουάντα στάθηκε για λίγο αναγκάζοντάς τον να σταθεί κι αυτός, να την κοιτάξει. Έμοιαζε εμβρόντητος από το νέο που μόλις είχε ακούσει. Το ατσάλι μεσ' το χρώμα των ματιών του φάνηκε για λίγο να σκληραίνει, τα φρύδια έσμιξαν κι η γαλανή του φλέβα στο πλάι του μετώπου αρχίνησε να πάλλεται. "Σε λίγες μέρες οι Βάρντεν θα κινήσουν κατά το Φάρδεν Ντουρ."
Ο Μέρταγκ άφησε να φύγει αργά η ανάσα που είχε κρατήσει μέσα του. "Κι εσύ…"
"Κι εγώ μαζί τους!"
Άπλωσε το χέρι του αργά μα σταθερά, αγγίζοντας στιγμιαία με τις άκρες των δακτύλων το μάγουλό της. "Αυτό σημαίνει…"
"… ότι αυτή είναι η τελευταία μας συνάντηση" συμπλήρωσε εκείνη χαρίζοντάς του ένα λυπημένο χαμόγελο. "Τουλάχιστον η τελευταία για πολύ καιρό ακόμα. Να ξέρεις, θα μου λείψουν τα μαθήματα ξιφασκίας του πατέρα σου και… οι δικές μας αναμετρήσεις ακόμα περισσότερο." Αυτό δεν το έλεγε μονάχα σαν παρηγοριά και για τους δύο, παρά βαθιά μέσα της το εννοούσε. "Όμως, για το καλό των Βάρντεν…" Σαν κόρη πιστή στον ίδιο το σκοπό με τον πατέρα της, η Ναζουάντα ενστερνιζόταν τις πεποιθήσεις του Άτζιχαντ για την ασφάλεια και την επικράτηση των επαναστατών.
"Μα… είναι ο κίνδυνος τόσο μεγάλος; Σίγουρα…"
"Αυτό είναι το καλύτερο για τους Βάρντεν, πίστεψέ με." Έδειχνε σίγουρη και με την ήρεμη συμπεριφορά της τον ανάγκαζε να φερθεί ανάλογα κι εκείνος.
"Μέχρι να φύγεις, θα συναντηθούμε πάλι;"
"Αμφιβάλω!"
Ο Μέρταγκ πλησίασε πιο κοντά το πρόσωπό του στο δικό της.
"Ναζουάντα, τρέφω για σένα… φίλη μου, τα καλύτερα αισθήματα… Αν μοναχά υπήρχε χρόνος…" Η φωνή του έσπασε. Μέσα απ' τις λέξεις, που τόλμησε αυθόρμητα να ξεστομίσει, πρόβαλε μια τρυφερότητα πρωτόγνωρη παραξενεύοντας κι αυτόν τον ίδιο κάνοντάς τον να σκεφτεί, πως του είχε ξεφύγει ένα κομμάτι εαυτού που δεν ήταν καν δικός του.
Παρά την τόλμη του, η κοπέλα χαμογέλασε, γιατί σ' αυτά που είπε δεν διέκρινε θράσος κανένα. Η Ναζουάντα του έπιασε το χέρι, για να το σφίξει απαλά μεσ' στην παλάμη της. "Κι εγώ σε θεωρώ πιστό μου φίλο" είπε με τη ζεστή φωνή της. "Ποτέ δεν θα ξεχάσω, ότι σ' εσένα χρεωστώ την ίδια τη ζωή μου. Γνώριζε, πως σ' εμένα πάντοτε θα βρίσκεις έναν δικό σου άνθρωπο, που όσο είναι στο χέρι του θα σε συντρέχει." Τα προηγούμενα λόγια του την είχαν κολακέψει. Παρά το γεγονός ότι έβλεπε το μέλλον της ν' ανήκει στον πατέρα της, σαν βοηθός του, αλλά και στην υπόθεση των Βάρντεν, της άρεσε η νύξη, ότι έχει την αγάπη του. Μια αγάπη που ούτε θ' αποδεχόταν, ούτε θ' απέρριπτε.
Η Ναζουάντα άφησε το χέρι της να πέσει χαλαρά κοιτώντας προς τον ήλιο που έδυε.
"Έχω πολύ αργήσει" δήλωσε. "Ο πατέρας μου θα έχει – και δίκαια – ανησυχήσει."
Κάλπασαν μαζί στην ίδια σέλα μέχρι τα ριζά του λόφου, εκεί που ο ελικοειδής δρόμος οδηγεί στην ανωφέρεια της Άμπερον. Η Ναζουάντα σταμάτησε τη φοράδα της κι ο Μέρταγκ απρόθυμα πήδησε στη γη. Βλέποντας την προφανή του λύπη και θέλοντας να αποχαιρετιστούν καλύτερα, η κοπέλα ξεπέζεψε κι εκείνη. Στάθηκαν για λίγο σιωπηλοί αντικριστά κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο στα μάτια, ενώ το φλογισμένο σούρουπο τους αγκάλιαζε.
"Αντίο, Ναζουάντα. Γνώριζε ότι η σκέψη μου θα συντροφεύει το ταξίδι σου."
Τα λόγια του την έκαναν να χαμογελάσει. "Αντίο, Μέρταγκ. Αντίο, φίλε μου. Πέρασα πολύ όμορφα μαζί σου σήμερα. Ίσως μια μέρα η μοίρα τα φέρει έτσι, που να ξανασυναντηθούμε. Μέχρι τότε θα σε σκέφτομαι κάθε ώρα ηλιοβασιλέματος, αν και θα ζω κάτω απ' τις σκιές του κόσμου. Σε θεωρώ πάντα σωτήρα μου και τον καλύτερό μου φίλο."
Χωρίς να περιμένει απόκριση του στα λόγια της, ίππευσε γοργά και σπιρούνισε το άλογο καλπάζοντας προς την ανηφόρα, σηκώνοντας πίσω της με τα πέταλα της φοράδας τη σκόνη από το δρόμο. Ο Μέρταγκ απόμεινε μονάχος, να κοιτά την αγαπημένη της μορφή να χάνεται πίσω απ' την απότομη στροφή, που οδηγούσε προς τα τείχη της Άμπερον. Με περισσή μελαγχολία στην καρδιά κίνησε κι αυτός με βήμα αργό κατά τις πύλες της πόλης.
Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.
