Στη μούσα μου, την 815 BrokenPencils.


Αναμνήσεις

"Αν είσαι αποφασισμένος να κάνεις πράξη όσα λες, αυτό εδώ πρόκειται να σε οδηγήσει στα μονοπάτια που θέλεις. Πρόσεξε όμως γιατί μετά γυρισμός δεν θα υπάρχει. Θα πρέπει να τραβήξεις τον δρόμο της επιλογής σου ως το τέλος."

Άπλωσε το χέρι εκστατικός για να δεχθεί το αναπάντεχο τούτο δώρο, που θα τον διαφοροποιούσε απ' όλα όσα είχε βιώσει ως τώρα. Αυτό που ήταν, αυτό που θα γινόταν, ίσως ακόμα και αυτό που είχε υπάρξει… όλα θα άλλαζαν.

"Δεν θα το έκανα για άλλον κανένα," είπε εκείνη "αναγνωρίζω όμως την μεγάλη σου ανάγκη και τα σημάδια των καιρών."

.*.*.*.

Σύννεφα διάφανα, όμοια με νταντέλες ριγμένες στον ουρανό, άφηναν να τρεμοπαίζουν στα εναλλασσόμενα περιγράμματά τους χρωματισμοί, που άρχιζαν από ένα ανοιχτόχρωμο τριανταφυλλί, σταδιακά προχωρούσαν στο άλικο της αλιζαρίνης για να καταλήξουν στο σκούρο πορφυρό του σούρουπου. Καμιά φορά ανάμεσα από τις σχισμάδες τους περνούσε το φως του κόκκινου ήλιου που έγερνε προς τη δύση του χωρίς να νοιάζεται εκείνη την ώρα τόσο για να σκορπίσει φως, όσο να παίξει με τα σύννεφα.

…Κι εκείνος ήταν μόνος…

Σκαρφαλωμένος πάνω στον ψηλότερο βράχο του γκρεμνού της δυτικής πλευράς της Άμπερον, εκεί όπου οι βράχοι κόβονταν απότομα, σαν να τους διαχώρισε απ' τον λόφο κάποιο γιγάντιο, κοφτερό μαχαίρι σκορπίζοντας τα θρύμματά τους στην πεδιάδα, ο Μέρταγκ σκεφτόταν την αγάπη που είχε χάσει. Οι Βάρντεν εδώ και καιρό είχαν αποχωρήσει από τη Σούρντα κι ο αρχηγός τους, μαζί με όλα τα ανώτερα στελέχη, είχε αφήσει πίσω του το κάστρο Μπορρομέο για τα λαγούμια των νάνων στο Φάρδεν Ντουρ. Μαζί είχε ακολουθήσει κι η Ναζουάντα.

…Η Ναζουάντα…

Τα μάτια του γέμιζαν με την εικόνα της, την τελευταία. Την είχε δει ένα πρωινό να φεύγει παρέα με τους δικούς της. Περήφανη, στητή, καβάλα στην καστανή φοράδα της, με μάτια αγέρωχα, που κοίταζαν πάντα μπροστά, σε έναν κόσμο που ξανοιγότανε γι' αυτήν γεμάτος περιπέτεια. Κι εκείνος είχε απομείνει να κοιτάζει την αγάπη του να φεύγει, μονάχος, εγκαταλελειμμένος, με την καρδιά παντέρημη, μέχρι που η μακριά σειρά των αλόγων, των ανθρώπων, των κάρων της συνοδείας, είχαν χαθεί στην πρωινή αχλή στο βάθος της πεδιάδας.

…Ναζουάντα!...

Το όνομά της γέμιζε στεναγμούς το στήθος του. Μέσα στα όνειρά του, σαν όνειρο κι εκείνη, την καλούσε. Τις νύχτες ζούσε μαζί της σαν ανάμνηση πάλι και πάλι τις ξέγνοιαστες στιγμές που είχαν περάσει για λίγες ώρες μέσα στο δάσος. Έτρεμε κάθε που θυμόταν την παλάμη του ν' αγγίζει τα απαλό της χέρι, να το κρατά σφιχτά μεσ' στο δικό του. Το τρυφερό της δέρμα να τρίβεται στα δάχτυλά του, καθώς βαδίζανε παράλληλα με το ρυάκι χέρι-χέρι, με το κρυστάλλινο γελάκι της να ηχεί ακόμη μεσ' στα αυτιά του. Το άρωμα που ανάδυαν τα μαλλιά της, όταν εκείνος στεκόταν πίσω της διδάσκοντάς της το κράτημα του τόξου, δεν θα το ξέχναγε ποτέ του. Ούτε το πώς τα υγρά ματάκια της κοιτάζανε το πρόσωπό του, ενώ ένα γλυκό χαμόγελο άνθιζε στα χείλη της την ώρα που, καθισμένοι κοντά στην φωτιά του ξέφωτου, συζήταγαν κι αντάλλασσαν απόψεις. Όλες εκείνες οι στιγμές τον είχαν κάνει να νομίσει, ότι είχε φτάσει στα ύψη μιας υπέρτατης ευτυχίας. Ποτέ δεν θα ξεχνούσε όμως και την απότομη προσγείωση που βίωσε λίγο μετά. Δεν είχε περάσει πολύς χρόνος από την ώρα που εκείνη η ίδια τον είχε ανεβάσει στα ουράνια, ως την στιγμή που έφτασε να τον γκρεμίσει στα τάρταρα που ζούσε τώρα, αφού το ίδιο εκείνο σούρουπο του είχε αποκαλύψει, ότι επρόκειτο να φύγει.

Τις μέρες, κάθε που η λεπίδα του διασταυρωνόταν μ' αυτή ενός μαθητή του, αναπολούσε τις γεμάτες φλόγα αντιπαραθέσεις τους στην αίθουσα εξάσκησης των Βάρντεν. Από συνήθεια τα βήματά του τον οδηγούσαν συχνά μέσα από τα παλιά τείχη του κάστρου, στην ίδια εκείνη αρχαία σκάλα όπου ξανά σκαρφάλωνε αφήνοντας την ματιά του να τρέξει με λαχτάρα στην άδεια πια ταράτσα. Οι ίδιοι στρατιώτες κι οι ίδιες υπηρέτριες αντάλλασσαν κάτω στην αυλή τα ίδια κρυφοψιθυρίσματα του έρωτα, μισοκρυμμένοι πάντα στις σκιές, προφυλαγμένοι από αδιάκριτα μάτια.

…Κι εκείνη ήταν φευγάτη…

Ο Μέρταγκ ανάσανε βαθιά τον υγρό αέρα του απογεύματος. Άλλες φορές, όπως αυτήν απόψε, θα διάλεγε τον απότομο γκρεμνό της δυτικής πλευράς, εκεί όπου τα εξωτερικά τείχη της πόλης γίνονταν ένα μαζί με τα απόκρημνα βράχια του λόφου. Σκαρφάλωνε επιδέξια πάνω τους και απ' αυτό το ύψος άφηνε το βλέμμα του να πλανηθεί στον άδειο κάμπο, τόσο άδειο, όσο η καρδιά του. Ήταν συνήθως σούρουπο, η ώρα που ο κόσμος άρχιζε να ησυχάζει. Ήταν η ώρα, που ένα σμάρι πουλιά ξεχύνονταν, από και προς την πόλη, στην τελευταία τους βόλτα της ημέρας. Η ώρα που κάποια μακρινή καμπάνα σήμαινε μια αλλαγή φρουράς στις πύλες, η ώρα που οι τελευταίες ακτίνες έπεφταν πλάγια ανάμεσα απ' τα σύννεφα βάφοντας χρυσαφένιο το ξεραμένο χόρτο.

Ο Μέρταγκ είχε αλλάξει. Από τον καιρό που έφυγαν οι Βάρντεν ο κόσμος του έμοιαζε να έχει αδειάσει. Πολλές ήταν οι ώρες που πέρναγε αναζητώντας τον παλιό εαυτό του, χωρίς να τον ξαναβρίσκει. Του είχε λείψει η χαρά κι η ξεγνοιασιά των προηγούμενων χρόνων. Τότε που ανέμελος αναλάμβανε τις καθημερινές του υποχρεώσεις, για να τις φέρει σε αίσιο πέρας αμέριμνος από έγνοιες και σκοτούρες. Τότε που η σκέψη του ήταν αποκλειστικά και μόνο παραδομένη στα ενδιαφέροντά του και η τυραννία του έρωτα δεν είχε χτυπήσει ακόμα την πόρτα της καρδιάς του. Δεν ήταν πως το θάρρος κι η ελπίδα του είχαν λείψει. Πάντοτε βρίσκονταν σιμά του, για ν' ασημώνουν τις χρυσαφένιες μέρες της νεαρής ζωής του. Μόνο που ώρες-ώρες έψαχνε μάταια για να 'βρει πάλι την χαρά, που είχε χάσει. Κι είχε διαρκώς την αίσθηση, ότι του την είχαν κλέψει δυο μάτια μαύρα αμυγδαλωτά, δυο χείλη σαν κοράλλια.

…Ναζουάντα…

Ένα κομμάτι ουρανού ξεχώρισε ανάμεσα απ' τα σύννεφα πάνω απ' το φρύδι του γκρεμνού. Οι ακτίνες απ' το φως διαχέονταν ανάμεσά τους με τρόπο σιωπηλό και μεγαλειώδη, που η μελαγχολική καρδιά του μπορούσε να τον βρει εναρμονισμένο με τη δική της πικρία. Ήξερε πως την ίδια ώρα εκείνη, η Ναζουάντα, τον σκεφτόταν, γιατί έτσι του υποσχέθηκε πριν φύγει. Ο πόνος όμως για την έλλειψή της μέρα τη μέρα μεγάλωνε αναγκάζοντάς τον να προσπαθεί, έστω και μάταια, να λησμονήσει πως αγαπούσε.

.*.*.*.

Ο Τόρνακ ανασηκώθηκε με κόπο στα μαξιλάρια του προσπαθώντας να δει τι γινόταν έξω απ' το παράθυρο της κάμαράς του. Ένας φθινοπωριάτικος ήλιος έγερνε εκεί έξω προς την δύση του κι ο κόσμος συνέχιζε να κινείται με τους συνήθεις γοργούς ρυθμούς του. Ήταν η ώρα που οι άνθρωποι, κουρασμένοι απ' τον κάματο της ημέρας, εγκατέλειπαν τις δουλειές τους και βιάζονταν να γυρίσουν ο καθένας σπίτι του, να ζήσουν όσον χρόνο περίσσευε πριν έρθει η νύχτα μαζί με τους δικούς τους. Οι έμποροι μάζευαν τους πάγκους με τα απούλητα εμπορεύματα κι οι βοηθοί τους ήδη καθάριζαν τα πεζοδρόμια. Σε λίγο θα σφράγιζαν τις πόρτες των μαγαζιών, για ν' αποσυρθούν στους πάνω ορόφους. Οι φωνές κάποιων πλανόδιων μικροπωλητών έφταναν ακόμα ως τ' αυτιά του, διαλαλώντας την τελευταία πραμάτεια που είχε περισσέψει στους πάτους των καλαθιών που κουβαλούσαν στα κεφάλια τους, ελπίζοντας να ξεπουλήσουν πριν πέσει το σκοτάδι. Γυναίκες φώναζαν τα παιδιά τους, για να τα μαζέψουν από κάποια αλάνα που είχαν ξεχαστεί με το παιχνίδι, για να τα πλύνουν, να τα ταΐσουν, να τα ετοιμάσουν για τη νύχτα που θα έπεφτε γοργά.

Ήταν η ώρα, που ο Τόρνακ δεχόταν καθημερινά έναν απρόσμενο επισκέπτη. Όλες τις τελευταίες μέρες μία από τις ύστατες λαμπερές ακτίνες του σούρουπου τρύπωνε ανάμεσα από τ' ανοιγμένα στόρια του παραθύρου του. Διέγραφε κατόπιν μια σύντομη πορεία πάνω στον αντικρινό τοίχο, όπου βρισκόταν ακουμπισμένο το σπαθί του κι έπειτα χανόταν στο μούχρωμα του δειλινού. Καθώς τα φθινοπωρινά απογεύματα ολοένα μίκραιναν, ο δρόμος της ακτίνας πάνω στον τοίχο μίκραινε και χαμήλωνε κι αυτός. Σε λίγο θα έφτανε ο χειμώνας κι ο δάσκαλος της ξιφασκίας είχε την περίεργη αίσθηση, ότι ζούσε το τελευταίο φθινόπωρο της ζωής του. Όπως και κάθε απόγευμα, η ακτίνα ξεχύθηκε βιαστική μέσα στο δωμάτιο από το άνοιγμα του παραθύρου – έτσι απότομα εμφανιζόταν καθημερινά – για να χαϊδέψει τη λαβή του σπαθιού του και να λαμπυρίσει παιχνιδίζοντας για λίγο επάνω στην λεπίδα. Η αντανάκλαση του μετάλλου πλανήθηκε για μερικά λεπτά πάνω στον τοίχο, έπειτα έσβησε και χάθηκε για πάντα. Ο έξω κόσμος συνέχισε να ζει ως συνήθως.

Ο Τόρνακ έπεσε εξαντλημένος ξανά στα μαξιλάρια και έκλεισε τα μάτια του. Εδώ και μια εβδομάδα δεν είχε καταφέρει να σηκωθεί από το κρεβάτι, παρά μονάχα για μερικές, γεμάτες αγωνία στιγμές. Η ανάσα του είχε δυσκολέψει όσο ποτέ κι ο βήχας του άφηνε στίγματα αίματος επάνω στο μαντήλι. Ο Μέρταγκ είχε αναλάβει όλες τις ευθύνες στην σχολή και μέσα στο σπίτι. Ο Τόρνακ στενοχωριόταν που του είχε γίνει βάρος. Όλους τους προηγούμενους μήνες είχε ελπίσει στην καλυτέρευση της υγείας του. Τα βότανα, που τον προμήθευε ο γιατρός του, προσέφεραν ανά καιρούς σταδιακή βελτίωση, κάτι που τον έκανε να αναθαρρεί για διαστήματα, μιας και μπορούσε ν' αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις και τα μαθήματα στη σχολή του και πάλι. Γοργά όμως διαπίστωνε, ότι όσο οι δόσεις των φαρμάκων αυξάνονταν η αρρώστια επανερχόταν όλο και δριμύτερη, κάνοντας τις μέρες που οι δυνάμεις του επαρκούσαν ολοένα και λιγότερες.

Αυτήν την τελευταία δύσκολη εβδομάδα είχε για πρώτη του φορά σκεφτεί, ότι το τέλος της ζωής πλησίαζε. Καταλάβαινε ότι ήταν νωρίς ακόμα ν' αφήσει τον Μέρταγκ μονάχο του στον κόσμο. Το αγόρι, που είχε μεγαλώσει σαν δικό του, ήταν μονάχα λίγο παραπάνω από δεκαπέντε χρόνων, πολύ μικρός ακόμα για ν' αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της ζωής. Άλλες φορές αντλούσε θάρρος από την πίστη, ότι είχε επιτελέσει το μεγαλύτερο μέρος του χρέους, που κάποτε ορκίστηκε στον άρχοντά του· κι ακόμα περισσότερα. Είχε φυλάξει ζωντανό το αγόρι, μακριά από τους κινδύνους των εχθρών του. Το είχε μεγαλώσει ελεύθερο, το είχε μορφώσει όσο καλύτερα μπορούσε προσφέροντάς του όχι μονάχα την δεξιοσύνη στο σπαθί, ώστε να υπερασπίζεται τον εαυτό του, αλλά πολλές περισσότερες γνώσεις. Σαν άρχοντα πραγματικό, που ήταν, τον είχε μορφώσει, πληρώνοντας από το υστέρημά του δασκάλους φημισμένους μέσα στην Άμπερον. Οι γνώσεις που είχε αποκτήσει ο Μέρταγκ σε τίποτε δεν διέφεραν από αυτές των γιων των ευγενών του κάστρου. Τον είχε μεγαλώσει έντιμα, σταλάζοντας στο νου και την καρδιά του τις έννοιες της δικαιοσύνης, του χρέους, της τιμής.

Ποτέ ο Τόρνακ δεν είχε σκεφτεί ότι το τέλος του θα ερχόταν τόσο σύντομα. Ακόμα και τον καιρό της αρρώστιας του υπολόγιζε, ότι θα κατόρθωνε να προστατεύει τον άρχοντά του για λίγους ακόμα χρόνους. Άδικα όμως είχε ελπίσει σε μια καλυτέρευση της κατάστασής του. Όπως διαπίστωνε, η υγεία του χειροτέρευε ολοένα. Την τελευταία βδομάδα υπήρξαν στιγμές που είχε φτάσει να σκεφτεί, ότι, αν συνέχιζε να ζει μ' αυτόν τον τρόπο, ίσως να έχανε για πάντα την τιμή του. Μπορεί να είχε μέχρι τώρα επιτελέσει όσο καλύτερα μπορούσε το χρέος και τους όρκους του, μια τελευταία όμως πράξη έμενε να γίνει ακόμα. Εφ' όσον είχε καταστεί ανίκανος να συντρέχει και να υπερασπίζεται τον άρχοντά του, όφειλε να προσφέρει σ' αυτόν την ίδια τη ζωή του. Όσο ταχύτερα χανόταν απ' αυτόν τον κόσμο, τόσο λιγότερο το βάρος που θα φόρτωνε στον Μέρταγκ.

Την τελευταία αυτή βδομάδα ο Τόρνακ επίσης σκεφτόταν πολύ συχνά το παρελθόν του. Ανακαλούσε στη μνήμη τον καιρό που, ακόμα νέος, είχε περάσει στην υπηρεσία του Μόρζαν, κλεισμένος αργότερα στο κάστρο, μαζί με τον μικρό άρχοντά του. Αναλογιζόταν τις μέρες και τις νύχτες, που έστεκε ακίνητος σιμά του, να φυλάσσει με το δικό του σπαθί το παιχνίδι, την μελέτη και το ξέγνοιαστο όνειρό του. Θυμόταν έντονα την μέρα που η φρουρά του βασιλιά είχε φτάσει στο κάστρο κομίζοντας το νέο για τον θάνατο του Μόρζαν. Ποτέ δεν θα ξεχνούσε τη βραδιά που, για χάρη του μικρού του αφέντη, έγινε λιποτάκτης. Ο Τόρνακ χρωστούσε πίστη στον βασιλιά του, αλλά οι όρκοι που τον ένωναν με τον γιο του Μόρζαν ήταν ακόμα πιο ισχυροί. Η αγάπη που είχε νοιώσει βαθιά μέσα στην καρδιά για το παιδί αυτό, έδεναν πιότερο τον Μέρταγκ μαζί με την τιμή του.

Οι αναμνήσεις παρέσερναν τον Τόρνακ, ώστε να θυμάται τον καιρό που ήταν ακόμα δυνατός και που μπορούσε να μεταφέρει τον μικρό αφέντη του στις πλάτες για ολόκληρη τη διάρκεια εκείνης της νύχτας… της νύχτας του φευγιού τους. Όταν έτρεχε, με το παιδί γαντζωμένο πάνω του, ανάμεσα σε αθέριστα χωράφια, για ν' αποφύγουν τους έφιππους διώκτες…

…"Κάνε κουράγιο, αφεντόπουλο…" έλεγε ξέπνοος στο εξαντλημένο αγόρι. "Η σωτηρία είναι κοντά…"

Όταν κρυβόταν χωρίς ανάσα ανάμεσα σε καλαμιώνες και βουρκότοπους της λίμνης, ενώ διέκρινε μεσ' στο σκοτάδι τους πυρσούς των έφιππων στρατιωτών, που έψαχναν γι' αυτούς, σε κοντινή απόσταση…

…"Λιγάκι ακόμα υπομονή… Εδώ δεν μας βρουν… Σε λίγο θα είμαστε ελεύθεροι…"

Όταν – ξεμένοντας απ' την ελπίδα – έφτασε το καταυλισμένο καραβάνι των πλανόδιων πραματευτών το ερχόμενο ξημέρωμα. Οι καβαλάρηδες του Γκαλμπατόριξ ήταν ξωπίσω του μια ανάσα και θα τον είχαν σίγουρα συλλάβει επάνω στην άγονη, βραχώδη γη, που απλωνόταν νότια της Ντρας-Λεόνα, αν δεν είχε συναντηθεί μ' αυτό το καραβάνι.

…"Έλεος, μας κυνηγάνε οι στρατιώτες…"

Οι πραματευτές είχαν ξυπνήσει ήδη την ώρα εκείνη. Τους πέτυχε έτοιμους να ζέψουνε τα ζώα, να ετοιμάζονται για τη συνέχιση της πορείας τους στα νότια. Οι άντρες οπλισμένοι σχημάτισαν γοργά έναν κύκλο γύρω τους κι αρχίνισαν τις ερωτήσεις. Ποιοι ήταν… τι είχαν κάνει, για να τους καταζητούν οι στρατιώτες… κι ο Τόρνακ με το παιδί στις πλάτες και το σπαθί στο ένα χέρι, το μαχαίρι του στο άλλο, πανέτοιμος να αμυνθεί για τη ζωή του μικρού του αφέντη…

Πέρα μακριά σε αρκετή ακόμα απόσταση είχε φανεί, παρέα με το πρώτο φως, το σύννεφο από σκόνη, που σήκωναν οι καβαλάρηδες του Γκαλμπατόριξ, καθώς τα πέταλα των αλόγων τους κροτούσαν πάνω στο χώμα. Σε λίγο θα εμφανίζονταν κι οι ίδιοι… μαυριδερές κουκίδες στον ορίζοντα…

Ήτανε μια γυναίκα που τους έσωσε…

Η γυναίκα, που έδειχνε να έχει το κουμάντο πάνω στον αρχηγό του καραβανιού, είχε πλησιάσει με βήμα σταθερό σπάζοντας τον κύκλο των αντρών, σπρώχνοντας δύο απ' αυτούς στην άκρη. Αφού βάλθηκε να εξετάζει με βλέμμα βαθύ το αγόρι, που εξουθενωμένο είχε γαντζωθεί πάνω στους ώμους του και δεν τον άφηνε, άρπαξε τον Τόρνακ από το μανίκι τραβώντας τον μέσα σε μια απ' τις άμαξες.

…"Μην σκιάζεσαι… Εγώ θα σώσω εσένα και τον γιο σου…"

Μ' ένα μαχαίρι κι επιδέξιο χέρι είχε κουρέψει γοργά τα μακριά, ξανθά μαλλιά του και τα πασάλειψε με χέννα, ώστε να δείχνουν κόκκινα, ενώ εξακόντιζε εντολές προς όλους. Του έδωσε να φορέσει ρούχα χωριάτη κι ένα πλατύγυρο καπέλο, τον ανακάτεψε ανάμεσα σε άλλους άντρες. Μετά παρέλαβε το αγόρι.

…" Πολλοί είναι αυτοί που θα σε δουν… Μ' αυτό όμως το μαλλί, κανείς τους δεν πρόκειται να προσέξει το προφανές… Όσο για το παιδί… άστο στα χέρια μου. Μην έχεις έγνοια…"

Οι στρατιώτες είχαν φτάσει… Μετά τις πρώτες ερωτήσεις που έκαναν για τους φυγάδες και τις αρνητικές απαντήσεις που πήραν από τους πραματευτές, είχαν αρχίσει ήδη να ψάχνουνε τ' αμάξια ένα-ένα… Τον ίδιο τον προσπέρασαν χωρίς να ρίξουν πάνω του δεύτερο βλέμμα… χωρίς να χρειαστεί να χρησιμοποιήσει τα κρυμμένα του όπλα. Η γυναίκα είχε δίκιο, ότι όλων τα μάτια θα στέκονταν πάνω στο ανάκατο, κόκκινο μαλλί, κανένας όμως δεν θα πρόσεχε το πρόσωπο. Οι στρατιώτες έψαχναν έναν φρουρό του Μόρζαν μαζί με ένα τετράχρονο αγόρι, όχι έναν κοκκινομάλλη χωρικό. Όσο για το αγόρι…

…"Μην πλησιάζετε πολύ, αφεντάδες μου…" Η γυναίκα φρόντιζε τα δύο άρρωστα παιδιά της, ένα μωρό που κράταγε στην αγκαλιά και ένα λιγάκι μεγαλύτερο που κειτόταν σκεπασμένο μέσα στα κουρελιασμένα του, βρώμικα στρωσίδια. "Η ευλογιά τα έχει χτυπήσει και τα δύο, τα δύσμοιρα μικρά μου… Τα έχει φάει η θέρμη…"

Οι στρατιώτες στάθηκαν παράμερα σαν άκουσαν για ευλογιά, χωρίς να έχουν πρόθεση να μπουν σ' αυτό το αμάξι. Ο ένας φρουρός που τόλμησε να πλησιάσει περισσότερο είδε το γυμνό μωρό στα χέρια της γυναίκας με σώμα γεμάτο κατακόκκινα εξανθήματα. Το άλλο παιδί, πλαγιασμένο στο μισοσκόταδο της άμαξας, βρισκόταν σε σαφώς χειρότερη κατάσταση. Κομμάτια πύον γέμιζαν το πρόσωπο και το κουρεμένο του κεφάλι και αίμα στάλαζε από φρικτές πληγές. Ο θάνατος το είχε ήδη σημαδέψει και δεν θ' αργούσε να το πάρει. Ο άντρας πετάχτηκε αηδιασμένος έξω, κάνοντας νόημα στους άλλους, κανείς μην πλησιάσει. Την ώρα που οι φρουροί του Γκαλμπατόριξ ίππευαν τα άλογά τους, να στρέψουν τις έρευνές τους προς άλλη κατεύθυνση, άκουγαν το μωρό να σκούζει σαν δαιμονισμένο και τη γυναίκα να έχει αναλυθεί σε θρήνους ρίχνοντας κατάρες σε θεούς και δαίμονες για την αρρώστια.

Αργότερα ο Τόρνακ έμαθε, ότι η γυναίκα είχε πασαλείψει το πρόσωπο και το κεφάλι του αγοριού με αίμα απ' το σφαγμένο γουρούνι, που κομμάτια του έβραζαν για πρωινό μέσα στο τσουκάλι. Το πύον δεν ήτανε παρά μικρά κομμάτια λίπους, που μ' ένα σκούπισμα και πλύσιμο με κρύο νερό εξαφανίστηκαν. Όσο για το μωρό… δεν ήταν βέβαια ευλογιά αυτό απ' το οποίο έπασχε, παρά βρεφική ροδάνθη· εξάνθημα που θα περνούσε με λίγο χαμομήλι. Οι θρήνοι του οφείλονταν σ' ένα έντεχνο τσίμπημα της γυναίκας και είχαν συντελέσει στο ν' αποθαρρύνουν πιότερο τους στρατιώτες διώχνοντάς τους μια ώρα αρχύτερα.

Ο Τόρνακ χαμογέλασε με την ενθύμηση αυτή. Η χρονική απόσταση, που χώριζε την αγωνία του τότε με την ασφάλεια του σήμερα, έδινε κάποια κωμική χροιά σ' αυτή του την ανάμνηση. Το καραβάνι είχε τραβήξει τότε προς την Μπελατόνα και λίγο αργότερα κατά το Φέρνοστ της λίμνης Τούντοστεν. Ο Τόρνακ παρέμεινε μαζί με τους πραματευτές σαν ανεπίσημος φρουρός τους, ενώ κάποια γυναίκα των εμπόρων είχε αναλάβει να φροντίζει και τον Μέρταγκ στην ίδια άμαξα με τα δικά της τα παιδιά. Για να είναι σίγουροι ότι θα ξέφευγαν για τα καλά απ' τα γεράκια της αυτοκρατορίας, μετά το Φέρνοστ ο Τόρνακ πήρε τον Μέρταγκ κι αποχαιρέτησε το καραβάνι. Απ' το σημείο αυτό της λίμνης ήταν κοντά τα σύνορα της Σούρντα κι εύκολο σχετικά να τα διαβεί. Είχε φτάσει μαζί με το παιδί στην Άμπερον κι εκεί εγκαταστάθηκαν, σαν ο πατέρας πια που φρόντιζε τον γιο του.

Γοργές, κοφτές ανάσες ξανάφεραν τον νου του Τόρνακ στο δωμάτιο. Αισθάνθηκε έναν πόνο δυνατό, να τον τρυπά κατάστηθα κι ένιωσε θυμό περίσσιο με τον εαυτό του. Καλύτερα το είχε, σαν πολεμιστής που ήταν, να χαθεί από λεπίδα αιχμηρή στο μέσον μιας φονικής μάχης. Ο πόνος του δεν θα ήταν τόσος, όσο αυτός που έφερνε η αρρώστια. Σκέφτηκε ότι χρειάζεται βραστό νερό, να ρίξει μέσα τη σκόνη από το γιατρικό του, αλλά οι δυνάμεις του να σηκωθεί τον εγκατέλειπαν. Το τελευταίο φως της μέρας χάθηκε και δύσκολα τώρα ξεχώριζε τα γύρω του αντικείμενα. Ο Μέρταγκ μοναχά μπορούσε να βοηθήσει· ν' ανάψει ένα φως… να βράσει το νερό… Ο Μέρταγκ όμως είχε αργήσει. Μπορεί να είχε καθυστερήσει στα τελευταία του μαθήματα στη σχολή, ή ίσως να είχε βγει το σούρουπο τη βόλτα που συνήθιζε κοντά στο κάστρο. Ο Τόρνακ δεν άκουγε θόρυβο από το κάτω πάτωμα, άρα μάλλον θα είχε συμβεί το δεύτερο. Προσπάθησε να ηρεμήσει, να σταθεροποιήσει την χαμένη του ανάσα. Μέχρι τη μέρα αυτή ποτέ δεν βασανίστηκε από αμφιβολίες, αν έπραξε σωστά ν' αλλάξει κάποτε τη μοίρα του παιδιού του Μόρζαν. Πάντοτε πίστευε, ότι η απόφαση να τον απομακρύνει απ' την επιρροή του Γκαλμπατόριξ ήταν σωστή. Μπορεί το αγόρι να είχε χάσει τα πλούτη, τη μεγάλη θέση που ίσως το περίμενε στην βασιλική αυλή, μια μόρφωση ανώτερη. Είχε όμως αντίστοιχα κερδίσει το ύψιστο αγαθό, την ελευθερία να διαθέσει τον εαυτό του όπως αυτός ήθελε, να κάνει στη ζωή το κάθε τι που επιθυμούσε.

"Πατέρα μου;"

Η γνώριμη φωνή τον έκανε ν' ανοίξει τα μάτια, αν και με κόπο. Το ελαφρύ βήμα του νέου έκανε τις σανίδες του πατώματος να τρίξουν στα γνωστά σημεία. Ο Μέρταγκ άναψε την λάμπα του λαδιού επάνω στο κομό και λίγες στιγμές μετά ένα ζεστό φως απλώθηκε μεσ' στο δωμάτιο.

"Καλώς το αφεντόπουλο…" Αν και ειπωμένες με αγάπη οι λέξεις, του προκάλεσαν βήχα δυνατό και συνεχόμενο. Ο Τόρνακ βιάστηκε να κρύψει το μαντίλι κάτω απ' το προσκεφάλι του, να μην φανούν οι σταλαγματιές το αίμα και δέχτηκε με μεγάλη ανακούφιση την γεμάτη κούπα, που του πρόσφερε ο Μέρταγκ. Το γιατρικό του ήταν έτοιμο και λίγο-λίγο ο πόνος σίγασε κι η δυσκολία της ανάσας έπαψε.

"Μην με φωνάζεις έτσι, πατέρα μου."

Το αγόρι κάθισε στην άκρη του κρεβατιού πάνω στο στρώμα. Στον γυρισμό του, καθώς περνούσε μέσα από την αγορά, είχε προλάβει το μαγαζί του κρεοπώλη ανοιχτό ακόμη, είπε. Ένα κομμάτι βοδινό έβραζε ήδη πάνω στην πυροστιά της κουζίνας, να πιει σε λίγο ο πατέρας το ζουμί, να δυναμώσει. Όπως συνήθιζε κάθε βραδιά να κάνει, ο Μέρταγκ αρχίνησε να του αναφέρει τα γεγονότα της ημέρας σχετικά με τους μαθητές του της σχολής, περιμένοντας να δεχτεί από αυτόν τις συμβουλές του για την πορεία των μαθημάτων.

"Μπορείς να παίρνεις μόνος σου τις αποφάσεις τώρα πια" αποκρίθηκε ο Τόρνακ μ' ένα μικρό χαμόγελο, που έκανε το λεπτό του πρόσωπο να φανεί ακόμα πιο αδύνατο. "Πέρα από τις γνώσεις που έχεις τώρα, τίποτε άλλο πια δεν υπάρχει να μπορώ να σου διδάξω." Ο Τόρνακ ήταν περήφανος. Ο μαθητής εδώ και πολύ καιρό είχε υπερβεί τον δάσκαλό του. "Σε παραδέχομαι μάλιστα και για καλύτερο από μένα." Βολεύτηκε στα μαξιλάρια του και κοίταξε με περισσή στοργή τον γιο που είχε μεγαλώσει σαν δικό του.

Τα μάγουλα του Μέρταγκ κοκκίνισαν, μα η περηφάνια του δεν άφησε να φανεί αυτή η αμηχανία του. "Μην το λες αυτό, πατέρα μου. Είμαι σίγουρος, ότι πολλά έχεις ακόμα να διδάξεις." Ο νέος σηκώθηκε από το κρεβάτι και φασαρεύτηκε, δήθεν να τακτοποιεί μικροπράγματα εδώ κι εκεί κρύβοντας το κοκκίνισμά του. "Σε λίγο το βραστό θα έχει γίνει. Ώρα είναι να ετοιμάζω στην κουζίνα τον δίσκο με το σερβίτσιο σου· θα σου τον φέρω."

"Μέρταγκ!" Η φωνή του Τόρνακ ακούστηκε δυνατότερη από πριν, πιο αποφασισμένη. Με την παλάμη του χεριού του χτύπησε απαλά τη θέση πλάι του, προσκαλώντας τον να καθίσει πάλι στην άκρη του κρεβατιού, επάνω στα σεντόνια. "Πρέπει να σου ζητήσω συγχώρεση για κάτι."

Κρατώντας ακόμα στα χέρια το πουκάμισο, που δεν είχε προλάβει να διπλώσει μέσα στο συρτάρι, ο Μέρταγκ κάθισε πιο αμήχανος από πριν. Τις τελευταίες μέρες η υγεία του Τόρνακ είχε χειροτερέψει, δεν του άρεσε καθόλου ο τόνος της φωνής στα τελευταία αυτά λόγια.

"Αν κάποιος πρέπει να ζητήσει μια συγχώρεση, είμαι εγώ που άργησα. Όμως…"

"Πρόκειται για το παρελθόν" τον έκοψε απότομα ο Τόρνακ. "Πρόκειται για τις μέρες, που σε παρέσυρα να φύγουμε από την εποπτεία των φρουρών του Γκαλμπατόριξ."

"Τα έχουμε πει αυτά ξανά, πατέρα μου." Πολλές φορές κατά το παρελθόν είχαν μιλήσει για το συγκεκριμένο θέμα πάλι και πάλι. Δεν είχε νόημα να το συζητήσουν μία ακόμα.

"Σε πήρα από την κληρονομιά σου, Μέρταγκ! Στην αυλή του βασιλιά θα είχες σίγουρα τη θέση που σου ανήκε, τα πλούτη, μόρφωση ανώτερη."

Ο νέος διέκοψε το λόγο του Τόρνακ με μια κίνηση του χεριού του. "Πες μου ξανά. Γιατί το έκανες αυτό;"

Τα μάτια του Τόρνακ καρφώθηκαν στο πρόσωπο του γιου του με ακόμα μεγαλύτερη σοβαρότητα από πριν. "Πίστευα ότι ο βασιλιάς θα σε κρατούσε σαν αιχμάλωτό του. Θα σε χρησιμοποιούσε για τα δικά του συμφέροντα και μόνο. Εγώ όμως σε είχα πονέσει… σε είχα αγαπήσει, σαν τον γιο που ποτέ μου δεν απέκτησα. Ήθελα να σε βλέπω ευτυχισμένο κι ελεύθερο, ν' αποφασίζεις μονάχος για το μέλλον σου και για όσα άλλα θελήσεις στη ζωή σου." Ο Τόρνακ κούνησε το κεφάλι του με θλίψη. "Ο Γκαλμπατόριξ θα σε χρησιμοποιούσε για τα δικά του οφέλη. Το είχα δει, να το κάνει και σ' άλλους… στην μητέρα σου… να την αλλάζει…"

Ο Μέρταγκ έπιασε το χέρι του αρρώστου και το κράτησε απαλά μέσα στα δικά του. "Τότε λοιπόν;"

Ο Τόρνακ έσφιξε τα χείλη. "Θέλω να ξέρω, πως δεν μου κρατάς κακία που σε πήρα. Πως είσαι πράγματι ευτυχισμένος εδώ στην Άμπερον, μα… τώρα τελευταία…" Από τον καιρό που οι Βάρντεν εγκατέλειψαν τη Σούρντα, ο Μέρταγκ ήταν κάπως διαφορετικός· πιότερο αφηρημένος, λίγο θλιμμένος, δεν γέλαγε συχνά. Ο Τόρνακ καταλάβαινε, ότι του έλειπε η Ναζουάντα. Η αγάπη που ένοιωθε για την κοπέλα αυτήν ήταν βαθιά ως φαίνεται και, τώρα που αυτή είχε φύγει, του στοίχιζε να μην την βλέπει.

Ο Μέρταγκ έσφιξε το χέρι του. "Ξέρεις πως είμαι σύμφωνος, πατέρα μου, με την καινούρια μας ζωή εδώ στην Άμπερον." Τα μάτια του έλαμπαν γεμάτα από συγκίνηση. "Είμαι υπόχρεος σ' εσένα, για όλους τους κινδύνους που διέτρεξες και για τους κόπους που έκανες για να με μεγαλώσεις. Με φρόντισες, μου δίδαξες όλα όσα γνώριζες και μου προσέφερες μια τίμια ζωή. Γι' αυτό σ' ευχαριστώ. Υπάρχει όμως κάτι, που… πρέπει να παραδεχτώ, πως τώρα τελευταία με προβληματίζει."

Ο Τόρνακ ανασηκώθηκε στα μαξιλάρια του ευχαριστημένος για την αποδοχή του γιου του, παραξενεμένος επίσης για τον προβληματισμό του. "Σαν τι;"

"Αναρωτιέμαι, αφού ο Γκαλμπατόριξ έμαθε από κατασκόπους του, ότι οι Βάρντεν κι οι αρχηγοί τους ζουν στη Σούρντα, μήπως… μήπως γνωρίζει και για μας."

Οι λόγοι αυτοί έκαναν τον Τόρνακ να κοιτάξει τον νεαρό γιο του με μεγάλη προσοχή. "Αμφιβάλω!"

"Θέλω να πω, εδώ και τόσους χρόνους η φήμη σου σαν δάσκαλος της ξιφασκίας είναι λαμπρή. Ποιος θα μπορούσε να μας βεβαιώσει, ότι δεν έχει αυτή εξαπλωθεί και έξω απ' το βασίλειο της Σούρντα; Αφού έχουμε χρησιμοποιήσει μέχρι τώρα τα αληθινά ονόματά μας, δεν μπορεί ο βασιλιάς, αν άκουσε για μας, να μας έχει συσχετίσει, εσένα με τον παλιό φρουρό του Μόρζαν κι εμένα με τον χαμένο γιο του; Ίσως υπάρχει κάποιος κίνδυνος για μας, που ως τώρα δεν έχουμε αντιληφθεί. Μήπως θα ήτανε καλύτερα, αν ακολουθούσαμε κι εμείς τον δρόμο της σιγουριάς των Βάρντεν;"

Ο Τόρνακ κοίταξε τον Μέρταγκ μέσα στα μάτια, στο πρόσωπό του απλώθηκε ένα χαμόγελο γεμάτο κατανόηση. "Μικρέ μου γιε, καλέ μου αφέντη, το ξέρεις ότι είσαι ελεύθερος να ακολουθήσεις την καρδιά σου. Τα χρόνια αυτά που πέρασαν εγώ εκπλήρωνα τους όρκους μου σ' εσένα, τον άρχοντά μου. Εσύ τίποτε δεν μου χρωστάς, για να σε δεσμεύω πια κοντά μου. Αν το επιθυμείς, οι δρόμοι όλοι είναι ανοιχτοί μπροστά σου κι οι επιλογές δικές σου. Αυτή δεν ήταν και η αιτία, που σε παρέσυρα κάποτε να φύγεις από ένα βέβαιο, δεσμευτικό όμως μέλλον; Για να μπορέσεις κάποτε ο ίδιος, να διαλέξεις τον δρόμο της ζωής σου. Μπορείς ν' ακολουθήσεις τον δρόμο των Βάρντεν, αν το θες. Μπορείς ακόμα να κρατήσεις ετούτη τη σχολή της ξιφασκίας στη Σούρντα, όπου για σένα θα υπάρχει πάντοτε τίμιο ψωμί." Ο Τόρνακ στέναξε ελαφρά και η φωνή του κατέβηκε δυο τόνους. "Μπορείς ακόμα και να γυρίσεις εκεί… πίσω." Ο Μέρταγκ προσπάθησε να τον διακόψει, αλλά ο Τόρνακ επέμεινε να συνεχίσει. Όσο η επίδραση του φαρμάκου διαρκούσε κι ακόμα ήταν σε θέση να μιλά, έπρεπε να του πει όσα είχε μέσα στο νου του, να τον προειδοποιήσει. "Θα πρέπει να ξέρεις, ότι, αν αποφάσιζες ποτέ να γυρίσεις κοντά στον βασιλιά, στην Ουρου'μπαίην σε περιμένει ένα μέλλον σίγουρα λαμπρό, αν και δεν θα επιθυμούσα κάτι τέτοιο για το αγόρι που μεγάλωσα. Κοντά στους Βάρντεν πάλι…" Ο Τόρνακ ανασηκώθηκε κι αρπάζοντας από τους δύο ώμους του τον γιο του στηρίχτηκε πάνω του. "Αν αποφάσιζες ποτέ να τους ακολουθήσεις, θα πρέπει να είσαι διπλά και τρίδιπλα προσεκτικός μαζί τους. Αν σ' αναγνώριζαν ποτέ από την καταγωγή σου, μάθε ότι κινδυνεύεις. Κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί, ότι, αν μάθαιναν πως είσαι πραγματικά παιδί του Μόρζαν, δεν θα διστάζανε στιγμή να λάβουν εκδίκηση πάνω στον γιο για τα έργα του μισητού πατέρα." Ο Τόρνακ ήταν βέβαιος, ότι η γέννηση του παιδιού του Μόρζαν είχε κρατηθεί σαν μυστικό επατασφράγιστο. Ποτέ όμως δεν θα μπορούσε κανείς με σιγουριά να ξέρει.

Ακούγοντας αυτές τις συμβουλές, ο Μέρταγκ τις κράτησε με σύνεση μέσα στο νου του. Η αγάπη όμως που πασίδηλα ο Τόρνακ άφηνε να φανεί πως έτρεφε γι' αυτόν μεσ' στην καρδιά του τον συγκίνησε.

"Πατέρα μου, δεν έχεις δίκιο" του δήλωσε αγκαλιάζοντας τον. "Θα ήταν για μένα άδικο να μην αναγνωρίσω, ότι με την τόση αγάπη προς εμένα και τις θυσίες σου, δεν εκπλήρωνες μοναχά τον όρκο σου στον άρχοντά σου. Αυτοί οι ίδιοι όρκοι, που λες πως κάποτε σε έδεσαν μαζί μου, το ίδιο ακριβώς, αν και μικρό παιδί, έδεσαν μαζί σου για πάντοτε κι εμένα. Γιατί όρκοι σαν αυτούς, πατέρα μου, καλά το ξέρεις, πως ρέουν και προς τα δύο μέρη όσων τους παίρνουν και παύουν μόνον με το τέλος της ζωής τους. Όσο υπεύθυνος ήσουν και είσαι εσύ για μένα, άλλες τόσες οι ευθύνες που έχω κι εγώ απέναντί σου." Ο Μέρταγκ άφησε τον Τόρνακ από την αγκαλιά του και τον βοήθησε και πάλι να ξαπλώσει. "Πάνω όμως ακόμα κι από τους όρκους και το χρέος υπάρχει η αληθινή αγάπη, αυτή που δένει τον πατέρα με τον γιο. Κάποτε ορκιστήκαμε να σβήσουμε κι οι δύο το παρελθόν μας. Εσύ έγινες ο πατέρας μου κι εγώ ο γιος σου." Ο Μέρταγκ κατάπιε δύσκολα. Η συγκίνησή του ήταν τόση, που δυσκολευόταν να μιλήσει. Παρ' όλα αυτά, όφειλε να πει όσα ένιωθε. "Πρέπει ακόμα να ξέρεις, πως πάντα φέρω το δικό σου όνομα με περηφάνια και τιμή. Ποτέ δεν θα εγκαταλείψω τον πατέρα μου, ιδίως τώρα που περισσότερο από ποτέ χρειάζεται την βοήθειά μου. Μην ξαναπείς λοιπόν, ότι είμαι ελεύθερος να τραβήξω άλλον δρόμο, από αυτόν που εσύ μου πρόσφερες. Αν είναι να κρυφτούμε κοντά στους Βάρντεν από τον φόβο του βασιλιά, μαζί πρόκειται να πάρουμε αυτόν τον δρόμο. Γίνε εσύ καλά και προς την άνοιξη το ξανασυζητάμε."

Ο Τόρνακ ένιωσε διπλά περήφανος ακούγοντας τα λόγια του αγοριού του. Τα χλωμά του αδυνατισμένα μάγουλα βάφτηκαν με χρώμα λιγάκι ρόδινο και η συγκίνηση προκάλεσε στα μάτια του την υγρή γυαλάδα των δακρύων, που έντεχνα προσπάθησε να κρύψει ανοιγοκλείνοντας γοργά τα βλέφαρα. Άλλο τίποτε δεν χρειαζόταν να ειπωθεί. Η παραδοχή του Μέρταγκ, ότι αυτόν θεωρούσε για πατέρα και, ότι η ανάλογη προσφώνηση δεν ήταν μόνο λόγια για τους τύπους, πλήρωσε την καρδιά του μ' ευτυχία. Ένιωσε το αδύναμο κορμί του να πλημμυρίζει με δύναμη μεγάλη. Σαν να γινόταν πάλι ο νέος μαχητής, ο επιδέξιος ξιφομάχος, αυτός, όπου κανένας άλλος ποτέ δεν τόλμησε να σταθεί στον δρόμο του. Ίσως ακόμα κι η προηγούμενη ιδέα που του είχε μπει, ότι η ζωή σιγά-σιγά τον εγκατέλειπε και ζούσε το τελευταίο φθινόπωρο της ζωής του, δεν ήταν παρά ένα λάθος. Ίσως, για χάρη της αγάπης που έτρεφε για τον γιο του, κατάφερνε ακόμα να υπερνικήσει την αρρώστια.

Το βράδυ εκείνο δέχτηκε με χαρά το φαγητό που του έφερε ο Μέρταγκ μέσ' στον δίσκο και έφαγε με όρεξη περισσή. Πριν καληνυχτίσει τον γιο του, ζήτησε να του φέρει κοντά του το σπαθί, να το έχει πλάι του σιμά στο προσκεφάλι. Κι η νύχτα εκείνη πέρασε πιο ήσυχη απ' όλες τις άλλες δύσκολες του τελευταίου καιρού. Η επομένη που θα ξημέρωνε, θα ήταν μια νέα μέρα.

.*.*.*.

Ο χειμώνας που ακολούθησε ήταν βαρύς. Γκρίζα σύννεφα, μολυβένια, βροχή γεμάτα έφθαναν συχνά-πυκνά από τα μέρη της ανατολής κι ο παγωμένος άνεμος περόνιαζε ως το κόκαλο. Οι υγρασίες πέρσσευαν κι ένας χλωμός ήλιος σπάνια έκανε την εμφάνισή του, για να ζεστάνει την μουσκεμένη, κρύα γη.

Παρ' όλες τις ελπίδες για καλυτέρευση που έτρεφε ο ίδιος και ο γιος του, παρά τα νέα φάρμακα που τον εφοδίασε ο γιατρός, η υγεία του Τόρνακ χειροτέρεψε αισθητά. Πριν φτάσει το πρωινό μιας νέας άνοιξης και μπουμπουκιάσει ο κόσμος, πριν ένα καινούριο φως χυθεί μέσα στην μελαγχολική του κάμαρα, ο Μέρταγκ είδε με θλίψη τον Τόρνακ να κλείνει τα μάτια του για πάντα.


Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.