Στη μούσα μου, την 815 BrokenPencils.


Το ταξίδι

"Άφησε να φροντίσω εγώ για τις πληγές σου... Κλείσε τα μάτια και ξεκουράσου. Ένα καινούριο αύριο περιμένει τα βήματά σου..."

Άπλωσε τα χέρια εκστατικός και πήρε το δικό της μέσα στις παλάμες του… Με περίσσια συγκίνηση το έφερε ως τα χείλη και το φίλησε… εκεί… στο ίδιο σημείο, που κάποτε της άρεσε πιότερο να την φιλά… στο μαλακό βαθούλωμα μεταξύ αντίχειρα και δείκτη… Η καρδιά του γέμιζε ευγνωμοσύνη για την ύψιστη ευεργεσία που του προσέφερε…

Έκλεισε τα μάτια και ξεκουράστηκε… Όταν τα άνοιξε και πάλι, ο κόσμος φαινόταν διαφορετικός μπροστά του… Ή ίσως να ήταν μονάχα ο ίδιος που είχε αλλάξει…

.*.*.*.

Είχαν περάσει δυο εβδομάδες από την μέρα που κηδεύτηκε ο Τόρνακ κι ο Μέρταγκ δεν είχε μπει από τότε στην κάμαρα που ξεψύχησε εκείνος που τον είχε μεγαλώσει σαν πραγματικός πατέρας. Σαν ίσκιος τριγυρνούσε μεσ' στο σπίτι περνώντας λιγοστές στιγμές στο μικροσκοπικό λουτρό ή την κουζίνα, αποφεύγοντας ακόμα και το ίδιο το δωμάτιό του πλάι στου οπλοδιδασκάλου, έχοντας πιότερο μεταφέρει τις λίγες δραστηριότητές του στην μεγάλη αίθουσα του κάτω ορόφου. Εκεί όπου ο δάσκαλος της ξιφασκίας συνήθιζε να δέχεται τους μαθητές του παραδίδοντας τα μαθήματά του. Όλοι οι προηγούμενοι μήνες, κατά την χειροτέρευση της υγείας του Τόρνακ, είχαν προετοιμάσει τον Μέρταγκ για το θανατικό που ερχόταν να χτυπήσει την πόρτα τους. Τον είχαν καταστήσει πανέτοιμο και ικανό, να εξυπηρετεί τον εαυτό του. Τίποτε όμως δεν τον είχε προετοιμάσει για την μοιραία μοναξιά, που βίωσε απότομα μετά τον θάνατο του αγαπημένου του πατέρα.

Μπορεί τα μαθήματα να είχαν σταματήσει και η σχολή λόγω του πένθους να είχε κλείσει, τις πρώτες μέρες όμως ήσαν πολλοί εκείνοι που πέρασαν από το σπίτι, για να αποτίσουν ένα φόρο τιμής στη μνήμη του αγαπητού δασκάλου, γείτονα και φίλου. Κάποιες φιλεύσπλαχνες γειτόνισσες προσφέρθηκαν να φέρνουν φαγητό, να συμμαζέψουνε τον χώρο, ακόμα και να παρέχουν τη φιλοξενία τους στον γιο για λίγες μέρες. Ο Μέρταγκ όμως όλα τα αρνήθηκε. Όταν το κύμα των επισκεπτών κατάπαυσε, κλείστηκε μόνος μέσ' στο σπίτι, αρνούμενος να βγει στον έξω κόσμο, ψάχνοντας μέσα στην καρδιά του τρόπους να θάψει μνήμες. Μνήμες που βγαίναν' σαν φαντάσματα απ' το μακρινό του παρελθόν, μνήμες που στοίχειωναν τις μέρες και τις νύχτες του. Πάνω στο πάτωμα του κάτω ορόφου, πάνω σε μια κουβέρτα που είχε στρώσει στην γωνιά, εκεί καθόταν όλη μέρα μαζεμένος, εκεί έτρωγε τα λιγοστά υπάρχοντα που είχαν απομείνει στα ντουλάπια της κουζίνας, εκεί κοιμόταν, εκεί και πάλευε με τα φαντάσματά του.

Ποτέ ως τώρα δεν είχε συνειδητοποιήσει στην πληρότητά του, τι ήταν αυτό που του είχε προσφέρει ο Τόρνακ. Δεν ήταν μόνο μια ζωή καινούρια, μακριά από ένα παρελθόν δυσβάστακτο και από ένα όνομα που σκόρπιζε τον τρόμο. Δεν ήταν μοναχά η ελευθερία, να διαθέσει ο ίδιος όπως θέλει τον εαυτό και την ζωή του. Δεν ήταν ούτε η περισσή, ανιδιοτελής αγάπη με την οποία τον είχε περιβάλει. Ήταν πάνω απ' όλα η αίσθηση, ότι ανήκει κάπου… μαζί με κάποιον. Ο Τόρνακ ήταν η οικογένεια, που παλιά δεν είχε και ξάφνου απέκτησε… Ήταν συνήθειες τόσων χρόνων, που τους είχαν δέσει πια μαζί στην καθημερινότητά τους… στις τόσες δραστηριότητές της. Ακόμα και τις ευθύνες, τις βαρύτερες για την ηλικία του, που είχε αντιμετωπίσει, ο Μέρταγκ τις είχε αποδεχτεί. Τώρα ο Τόρνακ ξαφνικά είχε φύγει… κι εκείνος απόμεινε μονάχος… έχοντας χάσει όλα όσα αγαπούσε… Τον προστάτη… τον πατέρα του… τον δάσκαλο του… έναν φίλο… την Ναζουάντα…

Ήταν αυτή η τελευταία σκέψη, η σκέψη εκείνης, που έκανε λίγο-λίγο το μυαλό του, να τραβηχτεί από τις μαύρες σκέψεις. Να φύγει απ' τα φαντάσματα του θανάτου και της οδύνης, που ξεπρόβαλαν από το παρελθόν του ζητώντας ν' απομυζήσουν τη νεαρή ζωή του. Ήταν η σκέψη της Ναζουάντα, που τον οδήγησε σε μονοπάτια στέρεα, κάνοντάς τον να θάψει πίσω του το παρελθόν και να σκεφτεί το μέλλον. Όχι το πρόσφατο το παρελθόν του, αλλά εκείνο το παλιό. Η αγάπη για τον πατέρα του, τον Τόρνακ, ποτέ δεν θα ξεχνιόταν. Ούτε ποτέ θα λησμονούσε όλα όσα χρεωστούσε στην τόλμη και αποφασιστικότητα αυτού του άντρα. Ο Τόρνακ είχε εισχωρήσει για πάντα στην ζωή του αλλάζοντάς το καθορισμένο πεπρωμένο του. Γι' αυτό ο Μέρταγκ θα του ήταν αιώνια ευγνώμων. Με περηφάνια θα έφερε το όνομα το δικό του, σαν παρανόμι. Ήταν πια ο Μέρταγκ, ο γιος του Τόρνακ κι αυτό δεν θα άλλαζε ποτέ. Εκείνο που για πάντα θα φρόντιζε να ξεχάσει, θα ήταν αυτοί… οι άλλοι… Εκείνοι, που οι πράξεις τους είχαν αρχίσει να διαμορφώνουν απ' τα μικράτα του τον στρυφνό χαρακτήρα ενός μοναχικού… ενός φυλακισμένου… ενός απόκληρου. Αυτούς θα τους ξεχνούσε, μιας και ποτέ του δεν τον θέλησαν πραγματικά… μιας και τον πλήγωσαν τόσο στην ψυχή, όσο και στο σώμα. Ο Τόρνακ τον είχε σώσει! Ο Τόρνακ ήταν γι' αυτόν ο πατέρας, η μητέρα, ο αδελφός, η οικογένειά του. Κι αν τώρα τον είχε χάσει, για πάντα θα παρέμενε μια αγαπημένη ανάμνηση στις σκέψεις του. Αρνιόταν όμως ν' απομείνει για άλλον καιρό μονάχος. Αρνιόταν ν' αποδεχτεί, ότι δεν είχε πια οικογένεια. Ότι πουθενά και σε κανέναν δεν θα ανήκε. Τι θα έκανε στην θέση του ο πατέρας του, ο Τόρνακ; Τι θα τον είχε συμβουλεύσει; Ο Τόρνακ του το είχε ήδη πει. Τον είχε προτρέψει ν' ακολουθήσει τον δρόμο της καρδιάς του!

…Η Ναζουάντα… Οι Βάρντεν…

Έχοντας την ανάγκη ν' ανήκει κάπου, ο Μέρταγκ αποφάσισε. Εκεί, όπου για τόσους μήνες δεν μπορούσε να κινήσει λόγω της βαριάς ασθένειας του πατέρα του, εκεί τώρα θα πήγαινε. Στο Φάρδεν Ντουρ! Στην Ναζουάντα και στους Βάρντεν! Εκεί μια νέα οικογένεια θα τον περίμενε, ένας σκοπός καινούριος! Κάπου ν' ανήκει!

.*.*.*.

Ο Μέρταγκ δίπλωσε το τελευταίο πουκάμισο του Τόρνακ και μ' ευλάβεια το τοποθέτησε στην κορυφή της μικρότερης από τις δύο ντάνες ρούχα, που είχε σχηματίσει επάνω στο άδειο πια κρεβάτι. Από την ώρα που είχε πάρει την απόφαση να φύγει για το Φάρδεν Ντουρ, μια έντονη ενεργητικότητα είχε αντικαταστήσει την προηγούμενη νοσηρή ατονία και αδιαφορία για το κάθε τι των προηγούμενων βδομάδων. Ξεχώριζε από το πρωί τα πράγματα του Τόρνακ σε αυτά, τα λίγα, που ο ίδιος θα κρατούσε σαν ανάμνηση και τ' άλλα, τα πολλά, που έπρεπε να μοιραστούν σε όσους τα είχαν περισσότερη ανάγκη. Κάποια απ' αυτά μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει ο ίδιος, όπως πουκάμισα, γιλέκα, ζώνες, δερμάτινα περικάρπια και γάντια ξιφασκίας. Ο Μέρταγκ είχε ψηλώσει κι άλλο αυτούς τους τελευταίους μήνες. Πλησίαζε πια γοργά τα δεκαέξι χρόνια της ζωής του και κόντευε να ξεπεράσει στο ανάστημα και την διάπλαση του σώματος τον Τόρνακ, όπως, τουλάχιστον, ήταν αυτός πριν την αρρώστια. Κάποια λίγα απ' τα πράγματα θα έμεναν μέσα στα συρτάρια, σαν ανάμνηση εκείνου που πέρασε από την ζωή, για να χαθεί. Τα περισσότερα όμως τα είχε ήδη συσκευάσει, να τα δωρίσει.

Ο Μέρταγκ αράδιασε στο κομό τα υπολείμματα των φαρμάκων, που ο Τόρνακ δεν είχε προλάβει να καταναλώσει. Σκοπός του ήταν να τα επιστρέψει την επομένη στον γιατρό του, ώστε να φροντίσει εκείνος να διατεθούν σαν δωρεά, σε όσους φτωχούς τα είχαν ανάγκη. Ο Μέρταγκ γνώριζε καλά, ότι ο Τόρνακ εμπιστευόταν πάντα τον γιατρό του. Πέραν των επαγγελματικών σχέσεων – ο Τόρνακ κάποτε είχε προγυμνάσει στο σπαθί τους δύο γιους εκείνου και ο γιατρός είχε επιμείνει να τον κουράρει ανελλιπώς με την μικρότερη αμοιβή τους μήνες της αρρώστιας του – ήτανε περισσότερο μια συνετή φιλία που τους συνέδεε, φιλία χρόνων. Ο Τόρνακ είχε γενικά αποφύγει τις πολλές ιδιαίτερες συναναστροφές στην Σούρντα. Υπήρξαν όμως κάποιοι, που είχαν οι ίδιοι ανά καιρούς αποζητήσει την φιλία του εκτιμώντας την τιμιότητα, την ευθυκρισία και την δεξιοσύνη του στα όπλα. Ανάμεσα σ' όλους αυτούς ήταν και ένας άντρας, που ονομαζόταν Γκιέτβαλντ.

Ο Μέρταγκ έπιασε στα χέρια του την άδεια θήκη του σπαθιού του Τόρνακ. Του ίδιου εκείνου του σπαθιού, που χρόνια πριν είχαν μαζί ξεφύγει απ' τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Ο Τόρνακ ήταν περήφανος για την ποιότητα του μετάλλου και για την κόψη εκείνης της λεπίδας και, παρά το ότι είχε χρησιμοποιήσει στη ζωή του πολλά σπαθιά, αυτό ήταν το πλέον προτιμώμενο από την μεριά του. Ο Μέρταγκ το είχε θάψει μαζί με τον οπλοδιδάσκαλο, ακουμπώντας την κοφτερή λεπίδα πάνω στο σώμα του αγαπημένου του πατέρα, σταυρώνοντας τα δύο χέρια του στον θώρακα επάνω στην λαβή. Στριφογύρισε τώρα στο δωμάτιο με την άδεια θήκη μεσ' στα χέρια. Ήταν πολύ μακρουλή για να χωρέσει σε κάποιο από τα συρτάρια κι ο Μέρταγκ την ακούμπησε στη μέση του στρώματος, να παραμείνει εκεί, φρουρώντας το αδειανό κρεβάτι. Τι κρίμα που το δικό του το σπαθί δεν ταίριαζε σ' αυτήν την θήκη… Η σκέψη του Γκιέτβαλντ ξαναγύρισε στον νου του.

Ο Τόρνακ είχε γνωρίσει αυτόν τον άντρα κατά τον πρώτο τον καιρό που έφτασαν στην Άμπερον. Προτού ακόμα αποκτήσει αυτό το σπίτι κι ανοίξει την σχολή της ξιφασκίας, που θα γινόταν ονομαστή στην Σούρντα. Ήταν μια εποχή που δούλευαν κι οι δύο μαζί σαν φύλακες κάποιου εμπόρου. Κατόπιν ο Τόρνακ είχε διαλέξει τον δρόμο του δασκάλου ξιφασκίας κι ο Γκιέτβαλντ οργάνωσε δική του ομάδα φρουρών καραβανιών. Σ' αυτόν είχε προστρέξει ο Μέρταγκ τις προηγούμενες ημέρες ζητώντας του δουλειά, γιατί, απ' όσα γνώριζε γι' αυτόν, ο Γκιέτβαλντ αναλάμβανε να οδηγήσει καραβάνια με προμήθειες στους Βάρντεν. Όχι μονάχα οι άρχοντες της Σούρντα, αλλά και πολλοί άλλοι από τους εμπόρους της αυτοκρατορίας, συνέτρεχαν μυστικά τους επαναστάτες, στέλνοντας σ' αυτούς προμήθειες και όλα τα χρειώδη. Παρά το νεαρό της ηλικίας του και την έλλειψη της πείρας για την δουλειά, ο Γκιέτβαλντ τον αποδέχτηκε. Η εκτίμηση που έτρεφε για τον Τόρνακ ήταν αρκετή, για να εμπιστευθεί τον γιο του.

Το πρωινό της μεθεπόμενης ημέρας ο Μέρταγκ θα αναχωρούσε από την Σούρντα. Θα άφηνε πίσω του το σπίτι της Άμπερον, την ζωή που ως τώρα είχε ζήσει, τις αναμνήσεις απ' τον πατέρα που είχε χάσει. Θα αναζητούσε μια νέα μοίρα στο Φάρδεν Ντουρ, κοντά στους Βάρντεν. Κοντά σ' αυτήν που τόσο είχε αγαπήσει και που η καρδιά του δεν γινόταν να ξεχάσει, κοντά στην Ναζουάντα.

.*.*.*.

Το καραβάνι είχε ξεκινήσει πολύ πρωί, προτού ακόμα η μέρα φέξει. Τα εμπορεύματα είχαν φορτωθεί επάνω σε μουλάρια νύχτα ακόμα και μόλις είχε ξανοίξει λιγάκι φως στο φρύδι του ορίζοντα, περνούσαν ήδη τις πύλες της Άμπερον, που μόλις είχαν ανοίξει. Οι έμποροι, οι οδηγοί των ζώων και οι ένοπλοι συνοδοί τους είχαν βαδίσει πάνω στην πεδιάδα κατευθυνόμενοι προς τα ανατολικά. Σε λιγότερο από δύο ημερών δρόμο βρίσκονταν ήδη έξω απ' τα εδάφη της Σούρντα, κατόπιν είχαν στρέψει προς τον νότο παίρνοντας τον παραθαλάσσιο δρόμο, έχοντας τον ορεινό όγκο των βουνών Μπέορ προς τα αριστερά τους. Το ύψος των βουνών είχε εντυπωσιάσει τον Μέρταγκ που, παρά το ότι είχε ακούσει και διαβάσει για το μέγεθός τους, ποτέ πριν δεν είχε ταξιδέψει ως αυτά τα μέρη. Πρόσεξε όμως, ότι ακόμα και οι υπόλοιποι σύντροφοι και συνοδοιπόροι του, που γνώριζαν καλά την περιοχή, έριχναν ματιές γεμάτες δέος προς τις απότομες, απόμακρες κορυφές.

Το καραβάνι, αποτελούμενο από μια μακριά σειρά είκοσι ζώων και των διπλάσια αντίστοιχων ανθρώπων, συνέχισε την παραθαλάσσια πορεία του παρακάμπτοντας τον πρώτο από τους ορεινούς όγκους που συνάντησαν. Στα δεξιά τους εκτεινόταν η πλατιά, μεγάλη θάλασσα του νότου, με μόνο ένα σύμπλεγμα μικρών νησιών να ξεχωρίζουνε στο βάθος. Το θέαμα ήταν εξίσου συναρπαστικό με αυτό των βουνών κι ο Μέρταγκ έπιασε πολλές φορές τον εαυτό του, να στρέφει το βλέμμα του στο απέραντο γαλάζιο. Η ανάσα του γέμιζε θαλασσινή αλμύρα και η καρδιά του λαχταρούσε, αν γινόταν να ταξιδέψει προς το ατελείωτο άγνωστο. Αν δεν είχε ήδη δεσμεύσει τον εαυτό του στο Φάρδεν Ντουρ και την ελπίδα της Ναζουάντα, πολύ θα του άρεσε να ταξιδέψει μ' ένα πλοίο μέσα στην άγνωστη και μυστηριώδη αυτή θάλασσα.

"Κάνεις καλά που ρίχνεις προς τα εκεί ματιές!" Χωρίς να τον έχει προσέξει, ο Γκιέτβαλντ τον είχε πλησιάσει βαδίζοντας πλάι του. Ο αρχηγός των φρουρών του καραβανιού έδειχνε ανήσυχος. "Πάντα υπάρχει ο κίνδυνος των πειρατών σ' αυτά τα μέρη. Μπορεί να μην τους βλέπει κανείς με την πρώτη ματιά, τόσο καλά είναι τα κρησφύγετά τους ανάμεσα στους βράχους αυτών των νησιών, αλλά εκείνοι έχουν πάντα τα μάτια τους στραμμένα προς την στεριά. Αν αποφάσιζαν να επιτεθούν, το καραβάνι δεν θα κατόρθωνε να κινηθεί τόσο γοργά, ώστε να τους αποφύγει."

Ο Μέρταγκ έφερε το χέρι αντήλιο στο μέτωπο ρίχνοντας προς τα μικροσκοπικά νησάκια καλύτερη ματιά. Ο ήλιος είχε από ώρα περάσει το ζενίθ του και τώρα έγερνε προς την μεριά της θάλασσας θολώνοντας τον ορίζοντα, ώστε λίγα μπορούσε κάποιος να ξεχωρίσει καθαρά.

"Δεν βλέπω κάτι…" είπε προσπαθώντας να διακρίνει καλύτερα.

"Δεν είναι η ώρα τους" μουρμούρισε ο Γκιέτβαλντ και έφτυσε προς το μέρος της θάλασσας. "Αν βρίσκονται κάπου κοντά κι αν το αποφασίσουν, ότι τους συμφέρει ένα ρεσάλτο, θα περιμένουν πρώτα να πέσει το σκοτάδι. Τότε θα επιτεθούν. Εμείς όμως, θα τους αναμένουμε πανέτοιμοι."

Ο Γκιέτβαλντ γέλασε με σημασία χαϊδεύοντας την κοκάλινη λαβή από το μαχαίρι, το περασμένο στην ζώνη του. Κατόπιν συνέχισε μπροστά, να προφτάσει τον αρχηγό του καραβανιού, να συνεννοηθούν για τον καταυλισμό της νύχτας. Μπορεί η ανησυχία να γέμισε τον νου του Μέρταγκ για την ύπαρξη των πειρατών, δεν στάθηκε όμως αρκετή, για να μειώσει τον θαυμασμό και τη λαχτάρα που ένιωσε για την ομορφιά της απέραντης θάλασσας.

Αργότερα το ίδιο βράδυ, αφού πρώτα είχαν οριστεί οι βάρδιες των φρουρών κι η πρώτη σειρά βρίσκονταν ήδη στα πόστα τους, ο Μέρταγκ μοιράστηκε με τον Γκιέτβαλντ και τους υπόλοιπους το βραδινό τους γεύμα. Κάθονταν όλοι γύρω από μια φωτιά, κοντύτερα στους πρόποδες των βουνών παρά στο κύμα, βάζοντας μια απόσταση ασφαλείας ανάμεσα στο καραβάνι και την θάλασσα. Οι έμποροι και οι άνθρωποί τους ξεφόρτωναν τα εμπορεύματα στοιβάζοντας και σκεπάζοντάς τα, ταΐζοντας τα ζώα, δένοντάς τα μετά όλα μαζί και στήνοντας τις μικρές τους τέντες για την νύχτα. Το σούρουπο είχε πέσει εδώ και ώρα βάφοντας με πορφύρα τα βαθιά νερά της θάλασσας, μέχρι που ο δίσκος του ηλίου βυθίστηκε στα άγνωστά της βάθη.

"Αυτή είναι η τελευταία μας νύχτα στ' ανοιχτά" έλεγε τώρα ο Γκιέτβαλντ τσιμπολογώντας φαγητό απ' την γαβάθα του. Αυτός μαζί με κάποιους άλλους και τον Μέρταγκ επρόκειτο να φυλάξουν την δεύτερη βάρδια της νύχτας, που θεωρείτο η πιο επίφοβη. Ο Γκιέτβαλντ όμως σε κάθε βάρδια προτιμούσε να έχει τον νεαρό στο πλευρό του, όπως έλεγε, να τον προσέχει. "Από αύριο η πορεία μας θ' αλλάξει. Θ' ακολουθήσουμε το ορεινό μονοπάτι στρεφόμενοι προς τα ανατολικά. Αφού διασχίσουμε το στενό φαράγγι – πορεία που θα μας πάρει μέρες – θα βγούμε, αν θέλουν οι θεοί, στον βάθος μιας πλατιάς κοιλάδας. Από εκεί και ύστερα, η πορεία μας γίνεται πιο εύκολη. Θ' ακολουθήσουμε την κοίτη του ποταμού Μπέορτουθ ως την μικρότερη κοιλάδα Όντρεντ, στην λίμνη Κόσθα Μέρνα. Εκεί τελειώνει το ταξίδι μας, μιας κι εκεί βρίσκονται οι πύλες του Φάρδεν Ντουρ."

Το βραδινό αποτελούσε το μόνο κύριο γεύμα της ημέρας κι ο Μέρταγκ είχε πέσει με τα μούτρα στην γαβάθα του μασώντας λαίμαργα το φαγητό, πεινασμένος καθώς ήταν. Η περιγραφή όμως της διαδρομής που έκανε ο Γκιέτβαλντ εξήψε την περιέργειά του. "Υπάρχουν άλλες διαδρομές προς την γη των Νάνων;" ρώτησε μπουκωμένος.

Ο Γκιέτβαλντ ένευσε καταφατικά καταπίνοντας. "Υπάρχει η διαδρομή προς τα βορειοανατολικά της Σούρντα, παράλληλη με τα βουνά. Από εκεί χρειάζεται να μπει κανείς στα εδάφη της αυτοκρατορίας, να διασχίσει μέρος από τις παρυφές της ερήμου Χάνταρακ και να βαδίσει μετά προς τους πρόποδες των βουνών. Σε μιας βδομάδας πορεία θα συναντήσει την αρχή της ίδιας πλατειάς κοιλάδας, στο τέλος της οποίας κατευθυνόμαστε και τώρα. Μετά θα χρειαστεί πορεία τουλάχιστον δύο μέρες ως την λίμνη που χύνεται ο Μπέορτουθ. Κατόπιν τούτου, ο δρόμος είναι ίδιος."

"Καλύτερα να τραβούσαμε προς τα εκεί κι εμείς" δήλωσε ένας από τους άλλους φρουρούς του καραβανιού, που σκούπιζε ήδη την γαβάθα του με το κομμάτι το ψωμί του. "Την άλλη φορά που διασχίσαμε το φαράγγι χάσαμε δυο καλούς συντρόφους και πλήθος ζώα."

Ο Γκιέτβαλντ ένευσε ξανά. "Έτσι είναι" είπε βαρύθυμα. "Τότε όμως ο καιρός ήταν κακός, ενώ τώρα μπαίνει η άνοιξη."

"Πάντα ο καιρός είναι κακός μέσα στα βουνά" επέμεινε ο άλλος φρουρός. "Καλύτερα…"

Ο Γκιέτβαλντ διέκοψε τον άντρα με μια απότομη κίνηση του χεριού του. "Να μην νομίζεις, πως και στην άλλη διαδρομή δεν υπάρχουν κίνδυνοι" είπε στον Μέρταγκ. "Αν οι διαδρομές δεν ήταν επικίνδυνες, τα καραβάνια δεν θα χρειάζονταν φρουρούς." Κοίταξε τον νέο μέσ' στα μάτια. "Τα όρια της Χάνταρακ είναι γεμάτα με ληστές και δουλεμπόρους. Χώρια το ότι μπορεί να τύχει, να συναντήσουμε ακόμα και κάποιες απομακρυσμένες δυνάμεις της αυτοκρατορίας. Πολλές ήταν οι φορές που δώσαμε γενναίες μάχες για να σωθούμε και χάσαμε καλούς συντρόφους."

Ένας άλλος άντρας, που ο Μέρταγκ είχε ακούσει να τον φωνάζουν Ρίκουλφ, ανέλαβε την συνέχιση της διήγησης. "Σε τούτη εδώ την πορεία κίνδυνος είναι οι πειρατές, που ενεδρεύουν στα μικρά νησιά που φαίνονται εκεί κάτω" και έδειξε με το χέρι του αόριστα προς την μεριά της θάλασσας. "Ευτυχώς ο κίνδυνος δεν κρατά πολύ. Αύριο τέτοια ώρα θα βρισκόμαστε τόσο μακριά απ' την θάλασσα, που κανένα απ' τα καθάρματα αυτά δεν έχει φανταστεί να φτάσει."

"Οι κίνδυνοι όμως δεν τελειώνουν" πήρε και πάλι τον λόγο ο Γκιέτβαλντ. "Ο δρόμος του βουνού είναι γεμάτος πάγο, καμιά φορά πέτρες κατρακυλούνε στις πλαγιές και μέσα στις σπηλιές έχουν τα λημέρια τους αγρίμια, που ούτε έχεις φανταστεί το μέγεθός τους."

Ο Ρίκουλφ ανατρίχιασε, μουρμούρισε κάτι που ακούστηκε σαν 'σρργκ' και σηκώθηκε να ξεδιπλώσει τις κουβέρτες του παράμερα.

"Ναι, Σρργκ!" επανέλαβε ο Γκιέτβαλντ. "Ο λύκος αυτός είναι γιγάντιος, ένα απ' τα μοναδικά ήδη των βουνών. Υπάρχει μια φυλή των νάνων, που έχει το όνομά τους. Υπάρχουν ακόμα και τεράστιες αρκούδες…" Ο αρχηγός άδειασε την κούπα του με γρήγορες γουλιές. "Τίποτε όμως δεν ξεπερνά σε μέγεθος και σ' αγριότητα τα Νάγκρα."

Ο Μέρταγκ είχε διαβάσει γι' αυτό το είδος αγριόχοιρων. Ζούσαν μέσα στα δάση των βουνών των νάνων και το κρέας τους θεωρείτο βασιλικός μεζές. Παρ' όλα αυτά, δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί το μέγεθος και την αγριάδα τους, αν προκαλούνταν.

Ο Γκιέτβαλντ άφησε πλάι του στο χώμα την γαβάθα το φαΐ του κι ανέβασε ως επάνω το ένα του μανίκι. "Να, δες!" Στο μέσον του χοντρού του μπράτσου ξεχώριζε ένα σκουρόχρωμο βαθούλωμα, σημάδι μιας βαθιάς πληγής, που είχε από καιρό επουλωθεί. "Από χαυλιόδοντα του Νάγκρα" είπε δύσθυμος. "Είχα κοντέψει να χάσω όλο το χέρι από την μόλυνση τότε. Απλά, ήμουν τυχερός. Ο άλλος σύντροφός μου δέχτηκε μία παρόμοια πληγή κατευθείαν στο στομάχι. Ξεψύχησε σε λίγες ώρες." Ο άντρας πήρε ξανά στα χέρια την γαβάθα του. "Αυτό στο δείχνω, σε περίπτωση που σου μπει η ιδέα να κυνηγήσεις Νάγκρα με το τόξο σου. Καλό είναι να τ' αποφεύγεις."

Ο Μέρταγκ άκουγε τις περιγραφές συνεπαρμένος. Ο κόσμος ήταν πολύ μεγάλος και πολύπλοκος κι εκείνος ακόμα πολύ νέος. Μια αίσθηση περιπέτειας τον συνεπήρε λαχταρώντας να ακούσει περισσότερα, γοργά όμως η προσοχή του στράφηκε και πάλι στο κύριο ενδιαφέρον του, την Ναζουάντα και τους Βάρντεν.

"Πες μου και για την πόλη των νάνων, όπου κατευθυνόμαστε" ζήτησε. "Εκεί όπου ζουν οι Βάρντεν." Εδώ και κάμποση ώρα είχε ξεχάσει να τελειώσει το φαγητό του, παρά άκουγε εκστατικός.

Ο Γκιέτβαλντ κατάπιε μία μπουκιά ακόμα. "Αμφιβάλω αν θα δούμε το Τροντζχάιμ, την πόλη του αιώνιου λυκόφωτος" δήλωσε. "Οι νάνοι είναι πολύ προσεκτικοί, ώστε να μην αφήνουν τον οποιονδήποτε να τριγυρίζει ελεύθερα μέσα στις στοές τους. Να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό, αν καταφέρεις να ρίξεις μια απλή ματιά στο δαιδαλώδες δίκτυο των διαδρόμων, που ενώνουν την κύρια πύλη – εκεί όπου θα μπούμε – με την πόλη."

Ακούγοντας τα λόγια αυτά, ο Μέρταγκ χαμογέλασε. "Μα, σίγουρα όλα θα τα δω! Μιας και σκοπός μου είναι να μην γυρίσω, παρά να παραμείνω με τους Βάρντεν."

Ο Γκιέτβαλντ τον κοίταξε συνοφρυωμένος. "Και γιατί, παρακαλώ, να κάνεις κάτι τέτοιο;"

Ο Μέρταγκ έγνεψε διφορούμενα σηκώνοντας τους ώμους. "Έχω τους λόγους μου."

Ο Γκιέτβαλντ δεν μίλησε αμέσως, παρά προσηλώθηκε για λίγο κατηφής στον πάτο της γαβάθας του καταπίνοντας την μια μπουκιά μετά την άλλη. Μπορεί να θύμωσε, που ο Μέρταγκ του είχε κρύψει τον πραγματικό λόγο που ενώθηκε με το καραβάνι· μπορεί ακόμα και να ανησύχησε, που θα έχανε τον νεαρό φρουρό του, πάνω στον οποίο στηριζόταν για το ταξίδι του. Στο τέλος προσπάθησε να τον αποτρέψει.

"Καταλαβαίνω ότι μπορεί να έχεις τους δικούς σου λόγους, όπως λες, σκέψου όμως, ότι οι άνθρωποι γεννήθηκαν για να ζουν κάτω από ανοιχτούς ουρανούς και όχι μέσα στα λαγούμια των νάνων." Ο άντρας κούνησε το κουτάλι του προς την μεριά του Μέρταγκ. "Εγώ μπορεί να μην ξέρω πολλά γράμματα, σαν και του λόγου σου, αυτό όμως το ξέρω. Όσο όμορφες και πλούσιες και να είναι οι πόλεις των νάνων, με τίποτα δεν συγκρίνονται με το γαλανό φως μιας ηλιόλουστης μέρας ή τα φωτεινά άστρα του ουρανού μιας καθάριας νύχτας. Ίσως οι πόλεις τους να κρύβουν μέσα θησαυρούς πολύτιμους, μα τα λαγούμια τους κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε να τ' αντέξει." Ο Γκιέτβαλντ έτριψε σε μικρά ψίχουλα το υπόλοιπο ψωμί του και το έριξε κι αυτό μέσα στη γαβάθα του. "Μην κοιτάς τι κάνουνε οι Βάρντεν" συνέχισε κουνώντας το κεφάλι. "Αυτοί αναγκάζονται να υποστούν τις στοές των νάνων, για λόγους ασφαλείας. Αλλιώς είναι χαμένοι." Ο άντρας κάρφωσε το βλέμμα του πάνω στον Μέρταγκ. "Εξ άλλου, πρέπει να ξέρεις, ότι όποιος αποφασίσει να ενωθεί και να παραμείνει μαζί τους, μια ομάδα μάγων, που έχουν στρατολογήσει στις υπηρεσίες τους, τον υποβάλλει σε εξονυχιστικό έλεγχο του νου του. Πράγμα, σε βεβαιώ, πολύ δυσάρεστο."

Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο Μέρταγκ σκυθρώπιασε. Κανένας δεν του είχε πει για έλεγχο του νου κοντά στους Βάρντεν, ούτε από μόνος του μπορούσε να φανταστεί κάτι παρόμοιο. Ο ίδιος είχε λόγους για ν' αποφύγει μια τέτοια εξέταση. Οι κίνδυνοι να αποκαλυφθεί η πραγματική καταγωγή του ήσαν μεγάλοι. Με τίποτε δεν ήθελε να αναγνωριστεί σαν ο γιος του Μόρζαν κι ο Τόρνακ τον είχε συμβουλέψει να είναι διπλά και τρίδιπλα προσεκτικός πάνω σ' αυτό. Η προηγούμενη περιπετειώδης διάθεσή του βάρυνε. Έσκυψε αμίλητος το κεφάλι και βάλθηκε να τελειώνει στα γρήγορα το φαγητό του. Κατόπιν καληνύχτισε, άπλωσε τις κουβέρτες του παράμερα και ξάπλωσε να κοιμηθεί τις λίγες ώρες που απόμεναν ως την δική του βάρδια. Αυτά όμως που κουβέντιασε με τον Γκέτβαλντ, δεν άφηναν τον ύπνο να έρθει, να ησυχάσει. Η σκέψη, ότι παρά όλες τις προσπάθειές του δεν θα βρισκόταν πάλι με την Ναζουάντα, τον τρέλαινε. Θα έφτανε σαν διψασμένος πλάι στην πηγή, εκεί όμως δεν θα κατόρθωνε να πιει νερό;

Τέλος, ήταν τα νιάτα και η λαχτάρα του, που χάρισαν την λύτρωση στον Μέρταγκ. Ο Άτζιχαντ, που του χρεωστούσε χάρη, σίγουρα θα τον γλίτωνε από τον έλεγχο του νου. Γιατί να θέλει ο αρχηγός των Βάρντεν, να υποχρεώσει τον ευεργέτη του, αυτόν που έσωσε την ζωή της κόρης του, σε μια τόσο εξευτελιστική δοκιμασία; Ο Μέρταγκ κοιμήθηκε ευχαριστημένος τις υπόλοιπες ώρες που του αναλογούσαν και ονειρεύτηκε την Ναζουάντα να του γνέφει. Όταν στην μέση της νύχτας ο Γκιέτβαλντ τον σκούντησε στον ώμο, να τον ξυπνήσει για την βάρδια, η διάθεσή του ήταν και πάλι χαλαρή. Κάθε ημέρα και νυχτιά, κάθε ώρα που περνούσε, τον έφερνε και πιο κοντά στην αγαπημένη της καρδιάς του.

.*.*.*.

Η νύχτα πέρασε ήσυχα, χωρίς ρεσάλτο πειρατών. Μα ο δρόμος του βουνού, που πήραν το ερχόμενο πρωί, αποδείχτηκε πιο κακοτράχαλος απ' όσο τον περίμενε. Ζώα και άνθρωποι δυσκολεύονταν στην πορεία τους κι ο πάγος που γλίστραγε εδώ κι εκεί καθόλου δεν βοηθούσε. Παρά την άνοιξη, το κρύο εδώ ήταν τσουχτερό και το χιονόνερο συχνά κατέβαινε από τις κορυφές, να τους μουσκέψει ως το κόκαλο. Τέλος έφτασαν στο στενό φαράγγι, που ξαπλωνόταν σαν φιδίσιος δρόμος ανάμεσα σε δυο βουνοπλαγιές. Τεράστιοι βράχοι γύρω τους σκέπαζαν το φως της μέρας και οι πέτρες, που έπεφταν συχνά-πυκνά από ψηλά, προστίθονταν στο ήδη βραχοσπαρμένο μονοπάτι, ώστε να δυσκολεύουν την πορεία τους. Τουλάχιστον ο αέρας έκοβε εκεί κάτω και τ' αλυχτίσματα των αγριμιών ακούγονταν πιο μακρινά. Τέλος κάποιο απόγευμα, μετά από έξι μέρες δύσκολη πορεία, έφτασαν στην έξοδο του φαραγγιού κοντά σε μια μικρή λιμνούλα, όπου και κατασκήνωσαν όλοι κουρασμένοι. Το ερχόμενο πρωί ακολούθησαν την κοίτη του ποταμού Μπέαρτουθ οδεύοντας κατά την κοιλάδα που ο Γκιέτβαλντ είχε ονομάσει Όντρεντ. Διέσχισαν την λίμνη Κόσθα Μέρνα παρακάμπτοντας τους μικρούς της καταρράκτες, ώσπου έφτασαν μπροστά στις κλεισμένες, μυστικές πύλες του Φάρδεν Ντουρ.

Ο Μέρταγκ σκέφτηκε, ότι, αν κάποιος δεν ήξερε καλά την διαδρομή, αποκλείετε να έφτανε μέχρις εδώ. Ο Γκιέτβαλντ όμως και κάποιοι έμποροι από το καραβάνι είχαν κάνει ξανά το ταξίδι αυτό, ίσως ακόμα και πολλές φορές. Νάνοι φρουροί εμφανίστηκαν σχεδόν από το πουθενά, όταν ο αρχηγός του καραβανιού τους φώναξε το σωστό σύνθημα και σύντομα όλοι τους, άνθρωποι και φορτωμένα ζώα, βρίσκονταν μέσα στα σπλάχνα του βουνού. Η πύλη έκλεισε πίσω τους, μαζί της χάθηκε και το τελευταίο φως της μέρας.

Βάδισαν σ' έναν φαρδύ διάδρομο, που φωτιζόταν απ' το αχνογάλαζο, θαμπό φως που σκόρπιζαν ένα γύρω μία μακρά σειρά από λάμπες, που έμοιαζαν να φέγγουν χωρίς φλόγα. Ο Μέρταγκ απόρησε γι' αυτό, αλλά σκέφτηκε ότι δεν ήταν η κατάλληλη ώρα για παρόμοιες ερωτήσεις. Σίγουρα θα μάθαινε αργότερα, όχι μονάχα για τις παράξενες λάμπες, αλλά και για πολλά άλλα μυστήρια· όπως, το πώς τα είχαν καταφέρει, να σμιλέψουν τόσο λείο δάπεδο και τοίχους. Γύρω τους βάδιζαν φρουροί των νάνων ντυμένοι πανοπλίες, με πελέκεις στα χέρια, αλλά και άνθρωποι των Βάρντεν, με τα ακόντια προτεταμένα προς την μεριά τους. Σύντομα ο Γκιέτβαλντ και οι άντρες του χωρίστηκαν απ' τους εμπόρους και οδηγούς των ζώων, που οδηγήθηκαν σε άλλον χώρο, για να ξεφορτώσουν τα εμπορεύματα. Ζητήθηκε από τους φύλακες του καραβανιού, να παραδώσουν όλα τα όπλα τους κι ο Γκιέτβαλντ ένευσε στους άντρες του να υπακούσουν.

"Θα μας δοθούν και πάλι αργότερα," είπε στον Μέρταγκ "όταν θα έρθει η ώρα ν' αναχωρήσουμε ξανά για την Σούρντα."

Ο Μέρταγκ παρέδωσε απρόθυμα το σπαθί, το μαχαίρι και το τόξο με την γεμάτη βέλη φαρέτρα του και ακολούθησε τους υπόλοιπους μέσα στην αίθουσα που τους οδήγησαν οι νάνοι. Εδώ ο χώρος ήταν μικρότερος και το φως έφεγγε πιο ζωηρό. Τριγύρω στους τοίχους υπήρχαν κρεβάτια, για να κοιμίσουν τόσους και άλλους τόσους άντρες. Υπήρχαν ακόμα δοχεία με νερό και λεκάνες, που θα τους επέτρεπαν να πλυθούν και να καθαρίσουν τα ρούχα τους από την σκόνη του δρόμου. Ένα πέτρινο τραπέζι βρισκόταν στο κέντρο, με μακρόστενους πάγκους στις δύο μακριές πλευρές του. Διέκρινε ακόμα και την είσοδο προς ένα παράπλευρο δωμάτιο, ένα μικρό αποχωρητήριο, όπου θα μπορούσαν να αποσυρθούν για τις ανάγκες τους. Ο Μέρταγκ διάλεξε ένα κρεβάτι κι ακούμπησε τον σάκο με τα πράγματά του πάνω του.

"Θα φροντίσω να σας σερβιριστεί άμεσα το γεύμα " είπε ένα κοντόσωμος, κοκκινομάλης νάνος στον Γκιέτβαλντ. Παρά το ότι φαινόταν γεροδεμένος και βαρυκόκαλος, έφτανε μονάχα ως τον ώμο του αρχηγού των φρουρών. "Αν χρειαστείτε κάτι, οι πολεμιστές μου θα είναι πάντα έξω από την πόρτα σας. Δεν έχετε παρά να χτυπήσετε και θα έρθουν."

"Ευχαριστούμε, νούρλα" αποκρίθηκε ο Γκιέτβαλντ. "Παρ' όλο που το ταξίδι μας ήταν αυτή την φορά εύκολο και δεν αντιμετωπίσαμε σοβαρούς κινδύνους, είμαστε όλοι πολύ κουρασμένοι."

Ο Μέρταγκ πλησίασε τον Γκιέτβαλντ. "Πόσο θα μείνουμε εδώ μέσα;" ρώτησε.

Ο αρχηγός των φρουρών έριξε στον νέο ένα παραξενεμένο βλέμμα. "Μέχρι να είναι έτοιμοι οι έμποροι, να ξεκινήσουνε και πάλι. Όχι πάντως παραπάνω από δύο με τρεις ημέρες. Άλλωστε μας χρειάζεται ξεκούραση."

"Φυλακισμένοι;" Η απογοήτευση του ήταν πρόδηλη. Αυτός αλλιώς είχε φανταστεί την πρώτη επαφή του με τους Βάρντεν στο Φάρδεν Ντουρ.

Ο Γκιέτβαλντ τον χτύπησε φιλικά στον ώμο. "Σου είπα, παλικάρι μου, οι νάνοι είναι καχύποπτοι. Δύσκολα εμπιστεύονται τους ξένους κι εμείς γνωρίζουμε καλά από όπλα, για να μας αφήσουν να τριγυρνάμε εδώ κι εκεί ασυνόδευτοι."

Ο Μέρταγκ κάθισε στην άκρη του κρεβατιού του σκεπτικός. Ο νάνος είχε πει, ότι, αν χρειάζονταν κάτι, να το ζητήσουν απ' τους φρουρούς που φύλαγαν απ' έξω. Σκέφτηκε να χτυπήσει άμεσα την πόρτα, να ζητήσει να οδηγηθεί μπροστά στον Άτζιχαντ. Εδώ και ώρες, απ' την στιγμή που το μάτι του είχε πέσει πάνω στις πέτρινες πύλες του Φάρδεν Ντουρ όταν πλησίαζαν, η καρδιά του είχε γεμίσει αδημονία, να δει και πάλι την Ναζουάντα. Πάνω όμως, που ετοιμαζόταν να κάνει την σκέψη του πράξη, η πόρτα άνοιξε και μια ομάδα νάνων μπήκε στο δωμάτιο, αφήνοντας πάνω στο τραπέζι δίσκους με ψωμιά, κανάτες μπύρας και πιατέλες γεμάτες φαγητό. Οι άντρες στρώθηκαν πάραυτα κι αρχίνησαν να τρώνε. Βλέποντάς τους ο Μέρταγκ αισθάνθηκε την πείνα να θεριεύει μέσα του και πρόθυμα πήρε θέση ανάμεσά τους. Το δείπνο ήταν νόστιμο και πλούσιο, αποτελούμενο από ψημένα ψάρια και κάποιου είδους βραστούς βολβούς βουτηγμένους στο ξύδι. Το ψωμί ήταν φρεσκοψημένο κι άχνιζε, με κόρα τραγανή κι αφράτη ψίχα. Παρά την κατ' ουσία φυλάκισή τους, η διάθεση στο τραπέζι ήταν χαλαρή και η αψιά μπύρα έρεε πλούσια απ' τις κανάτες. Ο Μέρταγκ δεν ήταν μαθημένος να πίνει, κατέβασε όμως δύο κούπες γεμάτες ανάμεσα στο φαγητό του. Όταν οι πιατέλες άδειασαν κι οι άντρες χόρτασαν, ένας-ένας πλένονταν και ξάπλωναν στα κρεβάτια. Ο νέος αισθάνθηκε βρώμικος και κουρασμένος τόσο, που αποφάσισε, ότι δεν ήταν σε θέση να παρουσιαστεί μπροστά στον Άτζιχαντ σ' αυτό το χάλι· ούτε και φυσικά στην Ναζουάντα. Θα ξεκουραζόταν αυτήν την νύχτα και το ερχόμενο πρωί θα ήταν έτοιμος για τον σκοπό του.

Σαν ξάπλωσε στο κρεβάτι του, δεν πρόλαβε να ψιθυρίσει το όνομά της – όπως έκανε τα βράδια – κι ένας ύπνος γλυκός ήρθε και τον επήρε.

.*.*.*.

"Τι εννοείς, δεν έχω δικαίωμα να δω τον αρχηγό των Βάρντεν;" Εδώ και ώρα ο Μέρταγκ ένοιωθε έναν αψύ θυμό να αναβράζει μέσα του. Είχε ζητήσει απ' τους νάνους φρουρούς, να τον οδηγήσουν μπροστά στον Άτζιχαντ κι αυτοί είχαν αρνηθεί γελώντας, μιλώντας μεταξύ τους στην τραχιά, παράξενη γλώσσα τους, σαν να κορόιδευαν. Όταν επέμεινε περισσότερο, του φάνηκε πως θύμωσαν. Μα μόλις ισχυρίστηκε, ότι ήθελε να ενταχθεί στους Βάρντεν, έστειλαν να καλέσουν έναν αξιωματικό των ανθρώπων, που ήρθε πάνοπλος μαζί με δύο άντρες του. Οδήγησαν τον Μέρταγκ σε ένα μικρό, κοντινό δωμάτιο κι εκεί τον άφησαν μέσα κλειδωμένο, να περιμένει ώρες. Μόλις η πόρτα άνοιξε και πάλι, αντί του Άτζιχαντ αντίκρισε μία νεαρή γυναίκα, που μπήκε μέσα μαζί με μια ντουζίνα φρουρούς. Αυτή του είχε καταστήσει σαφές, ότι δεν υπήρχε περίπτωση καμία να πραγματοποιηθεί το αίτημά του. Ήταν αδύνατον να δει τον Άτζιχαντ, όχι τουλάχιστον προτού υποβληθεί σ' εξέταση του νου του.

Τώρα η γυναίκα τον κοίταξε περιφρονητικά με τα σχιστά γαλανά της μάτια, ενώ οι οπλισμένοι φρουροί σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω τους αγγίζοντας απειλητικά τις λαβές των σπαθιών τους. "Ο αρχηγός των Βάρντεν έχει πολλά καλύτερα να κάνει, από το να συναντά τον κάθε έναν, που ισχυρίζεται πως θέλει να ενωθεί μαζί μας. Παρ' όλα αυτά, οι επαναστάτες ποτέ δεν αρνούνται την όποια αρωγή στον αγώνα. Αυτό όμως θα γίνει, αφού πρωτύτερα εξετάσουμε τον νου σου και δούμε τους πραγματικούς σκοπούς κι επιθυμίες σου. Πολλοί ήταν αυτοί, που προσπάθησαν να ενωθούν μαζί μας, είτε αναζητώντας μοναχά προσωπική αναγνώριση και εξουσίες, ή επιθυμώντας να μας βλάψουν. Διαβάζοντας όμως τον νου τους, αποκαλύφθηκαν."

Ο Μέρταγκ της έριξε μια προσεκτικότερη ματιά. Κάποιος θα μπορούσε να την χαρακτηρίσει ωραία, με τα μαύρα της μαλλιά και τα γαλανά της μάτια, αν το στόμα της δεν στράβωνε σ' αυτό το περιφρονητικό χαμόγελο, το γεμάτο υπεροψία, που αλλοίωνε τα χαρακτηριστικά της. Στο ένα μπράτσο της – κι αυτό ήταν το πιο εντυπωσιακό – φορούσε ένα ολόχρυσο κόσμημα, ένα συστρεμμένο φίδι, που τα κόκκινά του μάτια έμοιαζαν να ζωντανεύουν κάθε στιγμή. Ο Μέρταγκ σταύρωσε τα δύο χέρια στο στήθος αποφασισμένος να την αντιμετωπίσει με παρόμοιο με τον δικό της τρόπο.

"Επιθυμία μου είναι να δω τον Άτζιχαντ" τόνισε πάλι. "Ο αρχηγός των Βάρντεν μου χρεωστά μεγάλη χάρη και είμαι σίγουρος, ότι αν του αναφέρεις το όνομά μου, όχι μονάχα θα με δεχτεί, αλλά θα με γλιτώσει και απ' την ενοχλητική αυτή έρευνα. Ονομάζομαι Μέρταγκ, γιος του Τόρνακ."

Η γαλανή ματιά της γυναίκας καρφώθηκε πάνω του. Το ύφος του, αν μη τι άλλο, έκοψε το ειρωνικό χαμόγελο απ' τα χείλη της. "Με ονομάζουν Τριάννα, Μέρταγκ γιε του Τόρνακ" του είπε. "Τριάννα, κόρη της Γιάτρισσας και φύλακα του Λόργκα" και έδειξε με περηφάνια το χρυσό βραχιόλι σε σχήμα φιδιού στο μπράτσο της. "Καταλαβαίνεις βέβαια, ότι ο έλεγχος του νου γίνεται για την ασφάλεια και μόνο των Βάρντεν. Πρέπει να μάθεις, ότι κανένας και για τίποτε δεν θα μπορούσε ν' αποφύγει αυτήν την τύχη."

"Εγώ θα τ' αποφύγω" συνέχισε αυτός με το ίδιο αυθάδικο ύφος που πήρε πριν, αφού είδε ότι είχε απάνω της κάποια επιρροή. "Απλά οδηγήστε με μπροστά στον Άτζιχαντ κι εκείνος θα με προστατέψει απ' την δοκιμασία αυτή."

Πολύ αργά διαπίστωσε ότι το ύφος του λίγο τον ωφέλησε. Η γυναίκα κοίταξε γελώντας προς τους φρουρούς της και μ' ένα της νεύμα δύο απ' αυτούς τον άρπαξαν από τα μπράτσα του και τον κρατήσανε γερά.

"Απλά;" Επανέλαβε η Τριάννα ειρωνικά τα προηγούμενα, δικά του λόγια. "Να σε οδηγήσουμε μπροστά στον Άτζιχαντ έτσι απλά; Όχι, καλέ μου! Πρώτα θα εξεταστείς, να μάθουμε τις διαθέσεις σου. Μετά, αν είσαι άξιος, θα σε παραλάβουν οι αξιωματικοί μας στους στρατώνες."

Η Τριάννα έτεινε το χέρι της προς την μεριά του, με φανερό σκοπό να γραπώσει με τα δάχτυλα το μέτωπό του. Το φίδι πάνω στο μπράτσο της του φάνηκε πιο ζωντανό, πιο απειλητικό απ' ότι προηγουμένως. Ο Μέρταγκ αντιστάθηκε. Δεν θα άφηνε έτσι εύκολα κάποιον που γνώριζε μαγεία, να διεισδύσει στο μυαλό του. Περισσότεροι φρουροί έπεσαν πάνω του κρατώντας τον και κάποιος απ' αυτούς τον χτύπησε στην πλάτη. Ο δυνατός πόνος από το χτύπημα του έκοψε την ανάσα.

"Όχιιι!" Μαζεύοντας και το τελευταίο ίχνος της δύναμής του, προσπάθησε ν' απωθήσει τους φρουρούς ανταποδίδοντας κι αυτός χτυπήματα, όσο μπορούσε.

"Γιατί αντιστέκεται τόσο, μάγισσα;" Ρώτησε την γυναίκα κάποιος, που φαινόταν να είναι αξιωματικός των Βάρντεν. "Μήπως έχει τελικά πολλά να κρύψει;"

Τώρα οι φρουροί κατάφεραν να τον ακινητοποιήσουν γονατισμένο μπροστά της. Κάποιος τράβηξε με δύναμη τα μαλλιά του προς τα πίσω. Η Τριάννα πλησίασε, αλλά την φορά αυτή φάνηκε απρόθυμη να τον εξετάσει. Μάλιστα δεν προσπάθησε καν να τον αγγίσει.

"Ίσως δεν είναι αυτός που λέει" είπε με κακία να χρωματίζει την φωνή της. "Γι' αυτό μας αντιστέκεται και τόσο. Καλύτερα θα είναι να φωνάξουμε τους δύο Δίδυμους μάγους, αυτοί να τον εξετάσουν. Μπορεί να είναι κάποιος σταλμένος από τον βασιλιά. Οι Δίδυμοι θα εξουδετερώσουν την μαγεία του Γκαλμπατόριξ, αφού πρώτα πάρουν απ' αυτόν, όλα όσα έχει στο μυαλό του." Μ' ένα της νεύμα κάποιος από τους στρατιώτες έτρεξε έξω απ' το δωμάτιο, να εκτελέσει την εντολή της. "Σαν θες να γίνεις ένας από μας, θα το κάνεις με τον δικό μας τρόπο" τον ειρωνεύτηκε η Τριάννα. "Υποπτεύομαι όμως, ότι ο σκοπός σου είναι άλλος."

Παρά την δύσκολή του θέση, ο Μέρταγκ συνέχισε ν' αντιστέκεται, με αποτέλεσμα να δεχτεί πολλά περισσότερα χτυπήματα. Τέλος κάποιος κόλλησε στον λαιμό του την κόψη από ένα στιλέτο, με αποτέλεσμα να τον εξουδετερώσει. Οι βλαστήμιες των στρατιωτών κι ο σαματάς θα πρέπει ν' ακουγόταν μέχρι έξω, γιατί μια ομάδα νάνων μπήκε στο δωμάτιο.

"Στο όνομα του βασιλιά μας κάτω απ' το βουνό, του Ρόθγκαρ, σταματήστε αμέσως!" διέταξε ένας απ' αυτούς. Φαίνεται πως η θέση του θα ήταν κάποια μέσα στο στράτευμα των νάνων, γιατί οι φρουροί των Βάρντεν αμέσως υπάκουσαν. Ο νάνος, παρά το ότι ήταν αρκετά κοντύτερος απ' τον αξιωματικό τους, στράφηκε προς τον άντρα με θυμωμένο ύφος. "Απαιτώ να μάθω αμέσως, τι έκανε αυτός ο άνθρωπος, που να αξίζει μια τέτοια μεταχείριση. Γιατί τον χτυπάτε;"

Η μάγισσα Τριάννα ανέλαβε να εξηγήσει. "Αυτός ο νέος ισχυρίζεται, ότι θέλει να ενωθεί μαζί με τους Βάρντεν, νούρλα Όρικ. Όταν όμως έφτασε η στιγμή, να εξεταστεί ο νους του καθ' όλους τους δίκαιους κανόνες μας, αυτός αρνήθηκε."

Ο νάνος, που η μάγισσα αποκάλεσε Όρικ, στράφηκε προς τους στρατιώτες. "Αφήστε τον!"

Η φωνή του ακούστηκε γεμάτη ισχύ, ώστε κανένας τους δεν τόλμησε να παρακούσει. Άφησαν ελεύθερο τον Μέρταγκ, χωρίς όμως να απομακρυνθούν από τον προηγούμενο απειλητικό κύκλο γύρω του προτάσσοντας τα όπλα τους. Ο νέος σηκώθηκε ορθός κι έσιαξε τα ρούχα του προσπαθώντας να ανακτήσει το προηγούμενο, περήφανο παρουσιαστικό του. Το στιλέτο είχε αφήσει ένα ματωμένο σημάδι στο πλάι του λαιμού του. Ο νάνος στάθηκε μπροστά του κοιτάζοντάς τον αυστηρά στα μάτια.

"Όταν ερχόσουνα εδώ, για να ενωθείς με τους Βάρντεν, δεν γνώριζες τον νόμο;" Η φωνή του ακούστηκε βαθιά και ανάλογα αυστηρή με το βλέμμα του.

Ο Μέρταγκ πήρε μια βαθιά ανάσα. "Θέλω να δω τον Άτζιχαντ" επανέλαβε και πάλι. "Αυτός…"

"Ισχυρίζεται, ότι ο Άτζιχαντ τον γνωρίζει" διέκοψε η Τριάννα "και ότι θα εγγυηθεί γι' αυτόν, ώστε να γλιτώσει την εξέταση. Εμείς όμως υποπτευόμαστε, ότι μάλλον θέλει το κακό μας. Καλύτερα να τον εξετάσουν οι Δίδυμοι μάγοι. Αυτοί θα του αποσπάσουν με την βία όλη την αλήθεια."

Ο Όρικ έριξε στην γυναίκα μια λοξή ματιά. Η αναφορά της στους Δίδυμους μάγους φάνηκε να τον δυσαρεστεί. "Ο νέος αυτός ήρθε χθες μαζί με το καραβάνι των εμπόρων" είπε. "Ανήκει στους φρουρούς τους. Οι άντρες μου έχουν αναλάβει την φύλαξή τους. Γνωρίζεις, ότι ο βασιλιάς μας απεχθάνεται την βία· ο Άτζιχαντ το ίδιο. Αν ο άντρας αυτός αρνείται να εξεταστεί, κανείς μας δεν έχει το δικαίωμα να τον υποβάλει σε τέτοιο μαρτύριο."

Η Τριάννα έριξε στον νάνο ένα θυμωμένο βλέμμα. Παρ' όλα αυτά δεν αντιμίλησε. "Στην περίπτωση αυτή," διέταξε τους άντρες της "να επιστραφεί στο δωμάτιο των φρουρών. Θα φύγει μαζί τους και πάλι, όταν οι έμποροι ετοιμαστούν ν' αποχωρήσουν."

Δύο από τους Βάρντεν γράπωσαν τα μπράτσα του ξανά, έτοιμοι να οδηγήσουν τον Μέρταγκ πίσω στο δωμάτιο, όπου διέμεναν ο Γκιέτβαλντ και οι άντρες του. "Αυτοί είναι οι κανόνες μας, νέε μου" μουρμούρισε ο αξιωματικός τους ήρεμος πια. "Σαν είσαι έτοιμος να εξεταστείς, να μας ξανάρθεις."

"Αφήστε με να δω τον Άτζιχαντ!" φώναξε ο Μέρταγκ προσπαθώντας να ξεφύγει απ' την αρπάγη των φρουρών. "Γιατί αρνείστε να μ' οδηγήσετε μπροστά του;"

"Σου είπα, ότι…"

Την θυμωμένη φωνή της Τριάννα διέκοψε και πάλι ο νάνος, που ενώ ήταν έτοιμος ν' αποχωρήσει απ' το δωμάτιο, στράφηκε και πάλι προς τα μέσα. "Σαν θέλει αυτός να δει τον Άτζιχαντ με τόση ζέση, αναλαμβάνω εγώ να κανονίσω την συνάντηση" πρότεινε.

Η γυναίκα στράφηκε θυμωμένη προς την μεριά του. "Πρόσεξε, νούρλα," προειδοποίησε "ίσως είναι σταλμένος δολοφόνος της αυτοκρατορίας."

Ο Μέρταγκ ετοιμάστηκε να διαμαρτυρηθεί, ο νάνος όμως έκοψε απότομα την φόρα του.

"Αναλαμβάνω εγώ κι οι άντρες μου να τον προσέχουμε" είπε. "Αν ο αρχηγός των Βάρντεν δεν δεχτεί να τον συναντήσει, θα τον επιστρέψω και πάλι στο δωμάτιο των συντρόφων του, να φύγει ξανά μαζί τους. Δεν πρόκειται να του επιτραπεί να βλάψει κάποιον. Για να ερευνήσετε όμως τον νου του με την βία… αυτό αποκλείεται."

"Αφού εσύ αναλαμβάνεις, εμείς τότε περιττεύουμε" είπε ψυχρά η Τριάννα, ενώ έριξε προς τον Μέρταγκ ένα δολοφονικό βλέμμα. Κάνοντας νόημα στους φρουρούς των Βάρντεν αποχώρησε.

Ο νέος έμεινε μόνος με τους νάνους. "Ονομάζομαι Μέρταγκ, γιος του Τόρνακ" είπε πιέζοντας το μανίκι του στον λαιμό του, να σταματήσει το αίμα που έτρεχε από το κόψιμο του στιλέτου.

"Κι εγώ είμαι ο Όρικ, γιος του Θριφκ, των Ντουργκράιμστ Ιντζιίτουμ." Ο νάνος τον κοίταξε εξεταστικά. "Σε πλήγωσαν;"

"Δεν είναι τίποτε" αποκρίθηκε ο Μέρταγκ. Ο νάνος του ερχόταν κάτω από τον ώμο, φαινόταν όμως γεροδεμένος, με μια πυκνή και καστανή καλοπλεγμένη γενειάδα. Ήταν ντυμένος με θώρακα μετάλλινο και κράνος πάνω στο οποίο διακρινόταν σκαλισμένη μια σφύρα με γύρω της δώδεκα άστρα. Στην μέση του, περασμένο σε ζώνη δερμάτινη, έφερε έναν πέλεκυ, που η κόψη του έδειχνε καλά ακονισμένη.

Οι νάνοι έβαλαν τον Μέρταγκ ανάμεσά τους και ο Όρικ βάδισε πλάι του στον διάδρομο. Σαν έφτασαν μπροστά σε μια εσωτερική πύλη, ο Όρικ τράβηξε το φουλάρι που είχε τυλιγμένο γύρω απ' τον λαιμό του, να εμποδίζει το μέταλλο του θώρακα να έρχεται σε επαφή με το δέρμα του. "Αναλαμβάνω να σε οδηγήσω ως τον Άτζιχαντ" του είπε "και αν εκείνος ακούσει τ' όνομά σου και δεχτεί να σε δει, τότε θα σε φέρω σίγουρα μπροστά του. Υπάρχει όμως ένας όρος."

Με δυσφορία ο Μέρταγκ δέχτηκε να του δέσουν τα μάτια, δίνοντας ταυτόχρονα υπόσχεση, ότι δεν θα προσπαθούσε να τα λύσει, ούτε να δει τι υπάρχει ολόγυρά του.

"Είναι για το καλό σου, Μέρταγκ γιε του Τόρνακ" πρόσθεσε σοβαρός ο νάνος. "Αν δεν σταθείς φερέγγυος στον λόγο σου, τότε κανείς και τίποτε δεν θα μπορέσει να εμποδίσει την εξέταση του νου σου. Όχι μονάχα οι Βάρντεν, αλλά και ο βασιλιάς μου, θα απαιτήσουν να διαγραφούν οι πληροφορίες απ' το μυαλό σου, πριν σε διώξουν." Ο Όρικ τον έπιασε από το μπράτσο και έτσι οδηγώντας τον διάβηκε στα τυφλά την πύλη που οδηγούσε στην πόλη του αιώνιου λυκόφωτος, χωρίς να του επιτραπεί να δει τους θησαυρούς της. "Θα πάρει ώρες το ταξίδι" του είπε ο νάνος. "Ετοιμάσου!"

.*.*.*.

"Σε είχα προειδοποιήσει, παλικάρι μου! Οι Βάρντεν δεν εμπιστεύονται έτσι εύκολα τον καθένα. Δεν ξέρω τι λόγους είχες να μείνεις μαζί τους και να μην γυρίσεις με το καραβάνι πίσω στην Σούρτα, ούτε το γιατί ήσουν τόσο αισιόδοξος, ότι θα γλίτωνες την εξέταση του νου, αλλά οι επαναστάτες είναι καχύποπτοι προς όλους. Ίσως φταίνε οι νάνοι, που τους εμφύσησαν ιδέες σαν κι αυτή – τι να περιμένει κάποιος από πλάσματα που ζουν απομονωμένα και απεχθάνονται το φως της μέρας; – ή οι μάγοι, που συνεργάζονται μαζί τους προσπαθώντας να προτάξουν την αξία της ύπαρξής τους. Αλλά το να εξετάζουν το νου των άλλων, κοντεύει να γίνει γι' αυτούς δεύτερη φύση. Μπορεί να φταίνε και τα παιχνίδια εξουσίας, που, απ' ότι έχω ακούσει, αναμεταξύ τους καλά κρατούν. Πάντως αν δεν ήσουν έτοιμος, να τους επιτρέψεις να εξετάσουν το μυαλό σου – αν είναι δυνατόν, θεοί, τι πράξη βδελυρή – δεν έπρεπε καθόλου να τους έχεις προτείνει, να σε κρατήσουν. Και ποιο το αποτέλεσμα; Μόνο και μόνο για να υποστείς τόσους εξευτελισμούς και ταλαιπωρία." Οι άντρες του καραβανιού είχαν μάθει το τι είχε συμβεί μέσα στο δωμάτιο με τους φρουρούς των Βάρντεν παρουσία της μάγισσας. Ο Γκιέτβαλντ δεν το είχε πάρει από καλού, το ότι είχαν χτυπήσει τον φρουρό του. "Θα έπρεπε να φανταστείς πόσο δυσάρεστη είναι η προοπτική να έχεις κάποιον να εξετάζει το μυαλό σου και ότι δεν θα τα κατάφερνες να τους μεταπείσεις. Έτσι, για να μην λες ότι δεν στο είχα πει."

"Μία πολυμελής αγέλη Σρργκ…" ευχήθηκε από μέσα του ο Μέρταγκ. "Ή ίσως καλύτερα ένα γιγαντιαίο Νάγκρα… πολλά Νάγκρα μαζί, που προστατεύουν τα μικρά τους. Ένα ρεσάλτο πειρατών αργότερα…" Οτιδήποτε, φτάνει να τράβαγε την προσοχή του Γκιέτβαλντ μακριά απ' τον ίδιον. Από την πρώτη ώρα που ξεκίνησαν την πορεία τους αφήνοντας πίσω τους το Φάρδεν Ντουρ, ο αρχηγός των φρουρών του καραβανιού βάδιζε πλάι του γκρινιάζοντάς τον. Όσο αμίλητος είχε δεχτεί το νέο, ότι ο Μέρταγκ διάλεγε να παραμείνει με τους Βάρντεν, όταν ερχόντουσαν, τόσο, θα έλεγε κανείς, έπαιρνε πίσω το αίμα του κριτικάροντας την πλήρη αποτυχία.

"Ο πατέρας σου ήταν άντρας καλός" συνέχιζε ακάθεκτος ο Γκιέτβαλντ. "Ποτέ του δεν ανακατώθηκε με τις περίεργες υποθέσεις μεταξύ των Βάρντεν και της αυτοκρατορίας, αν και γνώριζε τον αρχηγό τους. Πάντοτε κοίταγε τις δουλειές του και το σπίτι του· κι αν θες την γνώμη μου, άριστα έπραττε."

"Μια κατακρήμνιση από βράχους… μια ανεξέλεγκτη χιονοστιβάδα, που κυλά προς τα κάτω στην πλαγιά… ή ακόμα… ο δυνατός βουνίσιος άνεμος, που ξάπλωνε στο διάβα του ζώα κι ανθρώπους πάνω στο ορεινό μονοπάτι." Ο Μέρταγκ προσπάθησε να μην ακούει. Η καρδιά του ήταν ήδη βαριά απ' την αποτυχία του κι ο νους του σκοτισμένος. Επιθυμούσε να πει στον Γκιέτβαλντ να τον αφήσει ήσυχο. Ήθελε να σκεφτεί, τι ήταν καλύτερο να πράξει. Τα σχέδιά του όλα άλλαζαν κι αυτός ήταν ανίκανος ν' αντιδράσει. Αλλά ο άνθρωπος στιγμή δεν έπαυε να του μιλά, να συμβουλεύει. Είχε βαλθεί ντε και καλά, να του αλλάξει γνώμη.

Ο Μέρταγκ στέναξε βαθιά, η σκέψη του στην συνάντηση που είχε με τον αρχηγό των Βάρντεν. Ο νάνος Όρικ κράτησε τον λόγο που του έδωσε. Αυτός κι οι άντρες του τον είχαν οδηγήσει προς το Τροντζχάιμ από τις συντομότερες στοές. Στον δρόμο, ο Όρικ του είχε εξηγήσει με λεπτομέρειες τους αυστηρούς κανόνες που είχαν θεσπίσει νάνοι και Βάρντεν, που αφορούσαν όλους τους επισκέπτες. Κανένας και ποτέ δεν είχε εξαιρεθεί απ' αυτούς τους νόμους.

Ο Άτζιχαντ τον δέχτηκε για λίγο, να μιλήσουν. Βρέθηκαν να κάθονται σε ένα γραφείο οι δυο τους, με τον Όρικ και την φρουρά του να περιμένουν έξω από τις πόρτες. Ο αρχηγός των Βάρντεν είχε ενδιαφερθεί για την υγεία του Τόρνακ και έδειξε να λυπήθηκε πραγματικά, σαν έμαθε για τον πρόσφατο θάνατο εκείνου. Στάθηκε επίμονος, στο να ρωτά τον Μέρταγκ για γεγονότα που συνέβησαν στην παιδική του ηλικία, πράγματα που από χρόνους προσπαθούσε να ξεχάσει. Του ζήτησε να μιλήσει για τον τόπο της καταγωγής του, ιδίως για το ποια ήταν η μητέρα του. Ο Μέρταγκ ισχυρίστηκε, ότι αυτή είχε πεθάνει όταν ήταν ακόμα ένα μωρό· διόλου δεν την θυμόταν. Ο Τόρνακ, ο πατέρας του, πάντα απέφευγε να μιλά γι' αυτήν, το ίδιο και για τον τόπο της καταγωγής του. Ο Άτζιχαντ τον ευχαρίστησε ευγενικά αλλά ψυχρά για την προθυμία και προσφορά του, να ενώσει τις δυνάμεις του με τους Βάρντεν. Του είπε ότι τον εκτιμά αφάνταστα σαν ξιφομάχο ικανό και πιθανότατα άξιο πολεμιστή. Οι κανόνες όμως που είχαν θέσει οι Βάρντεν, ίσχυαν για όλους ανεξαιρέτως. Θα δεχόταν πρόθυμα ο γιος του Τόρνακ, να υποστεί από τους Δίδυμους μάγους την εξέταση του νου του; Αφού και πάλι ο Μέρταγκ είχε αρνηθεί, υποχρεώθηκε ν' ακολουθήσει τον Όρικ πίσω στις πύλες, όπου βρήκε το καραβάνι έτοιμο να ξεκινήσει προς την Σούρντα.

Η απογοήτευσή του νέου ήταν μεγάλη. Όχι μονάχα ταπεινώθηκε να διασχίσει όλη την απόσταση με δεμένα μάτια, όχι μονάχα έφερε πάνω του μώλωπες και πληγές απ' όσους θεωρούσε ως εχθές συμμάχους, συνάντησε και την απόρριψη του αρχηγού τους στην προσφορά του. Το πιο χειρότερο ακόμα; Έφευγε από το Φάρδεν Ντουρ, χωρίς να έχει μπορέσει να συναντήσει την Ναζουάντα.

"Ο πατέρας σου άφησε πίσω του έτοιμη δουλειά και σπίτι. Ο κάθε ένας που θα βρισκόταν στην δική σου θέση, αυτήν θα φρόντιζε. Όχι να τρέχει και να κρύβεται μέσα στα σκοτεινά λαγούμια του Φάρδεν Ντουρ παρέα με τους επαναστάτες." Ο Γκιέτβαλντ συνέχισε την ακατάσχετη λογοδιάρροιά του, με όρεξη να πει ακόμα περισσότερα. "Αν θες την γνώμη μου, η σχολή της ξιφασκίας θα σου προσφέρει σίγουρο μέλλον, μπόλικα χρήματα. Ο πατέρας σου ήταν διάσημος δάσκαλος κι εσύ, απ' όσο ξέρω, δεν έχεις κατώτερες δεξιότητες απ' όσο είχε εκείνος."

Ακριβώς! Έτσι ήταν! Μέσα στην μαυρίλα των σκέψεών του, ο Μέρταγκ δεν είχε παρά να συμφωνήσει με τον Γκιέτβαλντ. Η σχολή της ξιφασκίας θα του παρείχε αρκετά κέρδη, με τα οποία θα μπορούσε να πληρώσει τον καλύτερο καθηγητή του παλατιού της Άμπερον, να τον διδάξει, πώς θα έπρεπε να προφυλάσσει το μυαλό του απ' την διείσδυση των μάγων. Αυτό λοιπόν θα έκανε αμέσως μόλις γύριζε στην Σούρντα. Θα άνοιγε την σχολή ξιφασκίας και πάλι. Όσα θα κέρδιζε, θα τα διέθετε για να πληρώνει τα μαθήματα αυτά. Ποτέ του ο Μέρταγκ δεν είχε πρόβλημα στην μάθηση κανένα. Πάντοτε τα κατάφερνε ν' αφομοιώνει όσα τον ενδιέφεραν με περισσή ευκολία σε λίγο χρόνο. Έτσι θα τα κατάφερνε και τώρα. Σε μερικούς μήνες θα ήταν περισσότερο ικανός, να διαφυλάξει το μεγάλο μυστικό του, αφήνοντας για τους μάγους μονάχα τις πληροφορίες που εκείνος θα διάλεγε να γνωρίζουν. Θα παρουσιαζόταν τότε και πάλι μπροστά στον Άτζιχαντ και τους Βάρντεν, πανέτοιμος να ενωθεί μαζί τους. Πανέτοιμος να ξαναβρεί την Ναζουάντα.


Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.