Στη μούσα μου, την 815 BrokenPencils.


Κάτω από την σκέπη των βουνών

"Μπορείς να προφυλάσσεις το μυαλό σου χρησιμοποιώντας ένα επαναλαμβανόμενο πρότυπο· ένα ποίημα, παραδείγματος χάριν, ή την επανάληψη κάποιου κειμένου. Αν γνώριζες μουσική, θα σου πρότεινα να επικεντρωθείς σε ένα μουσικό μοτίβο το οποίο θα μπορούσες να χρησιμοποιείς αυτούσιο ή σε παραλλαγές. Μάλιστα θα πρέπει να παραδεχτώ, ότι όσοι γνωρίζουν την χρήση μουσικών οργάνων, υπήρξαν οι καλύτεροι μαθητές μου στην εξάσκηση της προστασίας του νου."

Ο καθηγητής είχε αναπτύξει τις θεωρίες του και ο Μέρταγκ προσπαθούσε…

"Ο τρόπος και το είδος της ρουτίνας παραλλάσσει ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του ατόμου. Μπορείς να διαλέξεις μόνος σου, τι είναι αυτό που προτιμάς, τι σου ταιριάζει. Η προστασία του νου είναι τελικά μία προσωπική υπόθεση."

Είχαν περάσει μέρες… βδομάδες… μήνες και ο Μέρταγκ προσπαθούσε. Πέρα από τις πρώτες αδέξιες απόπειρες, θα έπρεπε να παραδεχτεί, ότι είχε κάνει τώρα τελευταία μεγάλη πρόοδο.

"Είμαι μαχητής" είχε απαντήσει στις θεωρίες του καθηγητή του. "Γνωρίζω καλά από σπαθιά… τόξα και βέλη."

Η πρώτη επιτυχημένη αρχή είχε γίνει, όταν φαντάστηκε πως χρησιμοποιεί τις επαναλαμβανόμενες κινήσεις ενός μαθήματος ξιφασκίας. Αυτός και ο Τόρνακ είχαν περάσει ατελείωτες ώρες επαναλαμβάνοντας παρόμοιες ρουτίνες.

"Μπορείς επίσης να δοκιμάσεις, να χτίσεις γύρω απ' το μυαλό σου ένα διανοητικό τείχος. Θα έλεγα, ότι είναι μέθοδος αρκετά συνηθισμένη." Είχε πει ο καθηγητής. "Σ' αυτή την περίπτωση όμως, κάποιος ισχυρός μάγος θα μπορούσε να γκρεμίσει αυτό το τείχος, ή να βρει κάποιο αφύλακτο άνοιγμα, ακόμα και να δημιουργήσει ένα."

Ο Μέρταγκ ήταν αισιόδοξος. Η μέθοδος του τείχους έδειχνε να αποδίδει καρπούς. Η αλήθεια είναι, ότι ο καθηγητής δεν είχε ποτέ ως τώρα προσπαθήσει να παραβιάσει τις άμυνες του νέου. Σαν επαγγελματίας που ήταν – και από τους καλύτερους του είδους – είχε διδάξει στην ζωή του μέλη της βασιλικής οικογένειας της Σούρντα, γόνους της αριστοκρατίας, ανθρώπους ισχυρούς σε θέσεις, τόσο κρατικής όσο και οικονομικής, εξουσίας. Σκοπός του δεν ήταν να παραβιάζει το νου τους αποσπώντας μυστικά, που θα επιθυμούσαν να παραμένουν τέτοια, αλλά να τους διδάσκει τρόπους, να αποκρούουν κάθε επίδοξο γητευτή, που θα προσπαθούσε να ελέγξει ή να επηρεάσει τις πράξεις τους. Τα δίδακτρα που χρέωνε τους μαθητές του μπορούσαν να θεωρούνται πολύ παραπάνω από αρκετά, ώστε να παραμένει υπεύθυνος μιας αρμόζουσας διακριτικότητας. Ο Μέρταγκ δημιουργούσε τείχη τριγύρω απ' το μυαλό του και ο καθηγητής τα άγγιζε απαλά διορθώνοντας σφάλματα, προτείνοντας καλυτερεύσεις, τονίζοντας σε τι έπρεπε να δοθεί περισσότερη έμφαση και προσοχή.

Εδώ και μήνες ο Μέρταγκ προσπαθούσε καθημερινά ασκούμενος είτε μόνος, είτε κάτω από την επίβλεψη του καθηγητή του. Ένιωθε πια τόση σιγουριά, ώστε προσκάλεσε τον εκπαιδευτή του, να δοκιμάσει μια εισβολή στον νου του. Είχαν καθίσει όπως συνήθιζαν αντικριστά ο ένας του άλλου κι ο ηλικιωμένος μάγος ακούμπησε τις άκρες των γεροντικών δακτύλων του πάνω στο δροσερό μέτωπο του νεαρού μαθητή του. Γνώριζε από πρώτο χέρι, ότι η πρόοδός του ήταν αξιοθαύμαστη. Ο νους αυτού του νέου ήταν πλούσιος και δυνατός. Οι μελέτες του σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα, καθώς και η ταχύτητα κι η δεξιοσύνη του στα όπλα είχαν προγυμνάσει το μυαλό του, ώστε με καθοδηγούμενη εξάσκηση, τον είχαν καταστήσει άριστο ανάμεσα στους υπόλοιπους μαθητές του. Χαιρόταν τώρα να διαπιστώνει τα επιτυχή αποτελέσματά του. Σε όλες τις προσπάθειες που ο ίδιος κατέβαλε, να διαρρήξει τα τείχη του νου του Μέρταγκ, εκείνος επιτυχημένα αμύνθηκε.

"Υπάρχουν και άλλες μέθοδοι, να παρακάμψει ένας μάγος τα φράγματα του νου." Ο καθηγητής ξεκίνησε να σκαρφαλώνει διανοητικά πάνω στο τείχος, στοχεύοντας για την κορυφή του. Αφού δεν είχε καταφέρει να βρει, ή να δημιουργήσει άνοιγμα, θα παρέκαμπτε την διαδικασία μπαίνοντας από πάνω. Ο νέος αντέδρασε με το να υψώνει διαρκώς τα τείχη. "Δεν είναι συμφέρον να επεκτείνεις τα τείχη σου σε ύψος αενάως" συμβούλεψε ο καθηγητής. "Όσο ψηλότερα με οδηγείς, τόσο η βάση κι η αντοχή τους αδυνατίζει. Πρόσεχε!"

Ο καθηγητής του είχε δίκιο. Ο Μέρταγκ διαπίστωσε, ότι πράγματι, όσο ύψωνε τα διανοητικά του τείχη, τόσο κλονίζονταν τα θεμέλια. Λίγο ακόμα και θα κατέρρεαν σε συντρίμμια. Όμως ο νέος άντρας ήταν εφευρετικός. Αυτό είχε διαπιστώσει όλο το διάστημα, που επαναλάμβανε παρόμοιες εξασκήσεις. Μπορεί να μην ήταν ο ίδιος σε θέση να χρησιμοποιήσει την μαγεία, αλλά η ευστροφία του τον είχε βοηθήσει. "Δεν είμαι μόνο ικανός να χτίσω ένα τείχος τριγύρω απ' το μυαλό μου. Μπορώ και να το υπερασπιστώ με το σπαθί μου." Καθώς ο καθηγητής ανέβαινε προς τα πάνω συνάντησε μια φονική λεπίδα, που τον απέτρεπε διαρκώς να προχωρήσει αναγκάζοντάς τον σε μία υποχρεωτική κάθοδο. Ο Μέρταγκ είχε κατορθώσει να αντισταθεί επιτυχώς στην πρώτη πραγματική επίθεση του καθηγητή του.

Ο γέροντας άνοιξε τα μάτια χαμογελώντας ικανοποιημένος. "Θα πρέπει να παραδεχτώ, ότι είσαι πια έτοιμος, να διαφυλάττεις το μυαλό, τις ιδέες και τις εσώτερές σου σκέψεις. Κατάφερες περισσότερα απ' ότι άλλοι, σε χρόνο ελάχιστο. Κάποιοι άνθρωποι χρειάζονται χρόνους, για να έχουν αποτελέσματα λιγότερο ικανοποιητικά απ' ότι τα δικά σου." Ο νεαρός απέναντί του είχε ανοίξει τα μάτια κοιτάζοντάς τον ευχαριστημένος. Ο καθηγητής λυπήθηκε, που έπρεπε να τον δυσαρεστήσει. "Υπάρχει όμως ακόμα ένα μεγάλο πρόβλημα, που έγκειται στον ίδιον τον σκοπό σου." Στο ερωτηματικό βλέμμα του Μέρταγκ, ο καθηγητής βιάστηκε ν' απαντήσει. "Θυμάσαι τι μου ζήτησες, όταν είχες πρωτό'ρθει αναζητώντας την αρωγή μου; Σκοπός σου, μου είχες πει, ήταν να ενωθείς με τους επαναστάτες και ήθελες να προστατέψεις από τους μάγους τους κάποια μυστικά σου." Ο Μέρταγκ έγνεψε, πως έτσι ήταν. "Άρα λοιπόν, εκείνο που χρειάζεσαι από μένα δεν είναι μόνο το να μάθεις να προφυλάσσεις από επιθέσεις ή διεισδύσεις το μυαλό σου – κάτι στο οποίο ανταποκρίθηκες μ' επιτυχία. Σ' αυτό που πραγματικά αποσκοπείς, είναι να επιτρέψεις την εξέταση του νου σου, αποκρύπτοντας ταυτόχρονα από τον διεισδύοντα όσα στοιχεία εσύ επιθυμείς. Να τον οδηγήσεις – και μάλιστα χωρίς να το αντιληφθεί – σε μονοπάτια του νου σου, που εκείνος θα νομίσει ότι είναι η αλήθεια."

Ο Μέρταγκ απόμεινε να κοιτάζει σκεπτικός τον καθηγητή του. Ο άνθρωπος είχε απόλυτο δίκιο. Αν εμφανιζόταν στο Φάρδεν Ντουρ μπροστά στους μάγους με πλήρως προστατευμένο το μυαλό του, εκείνοι θα τον έδιωχναν την άλλη στιγμή βρίσκοντας και πάλι δικαιολογία, ότι αρνιόταν να εξεταστεί. Δεν θα το άντεχε, ν' αντιμετωπίσει για μία ακόμη φορά ότι και την προηγούμενη. Όταν είχε φτάσει τόσο κοντά στην Ναζουάντα, χωρίς να κατορθώσει να την συναντήσει.

Ο καθηγητής τον χτύπησε καθησυχαστικά στον ώμο. "Μην απογοητεύεσαι, νέε μου" είπε χαμογελώντας, δίνοντάς του κουράγιο. "Αυτό είναι το επόμενο, στο οποίο θα πρέπει να ασκηθούμε. Θα πρέπει όμως να μ' εμπιστευθείς."

Χρειάστηκε περισσότερο διάστημα χρόνου. Ο Μέρταγκ επέτρεπε πια στον γέροντα, να διεισδύει στο μυαλό του. Η αρχική αίσθηση ήταν δυσάρεστη, θα μπορούσε να πει ακόμα και αποκρουστική. Ήταν σε πλήρη θέση να αναγνωρίζει την ξένη διάνοια, όταν άνοιγε σ' αυτήν με δυσφορία τις πύλες του μυαλού του, επιτρέποντάς της να διαβαίνει διαμέσου των αισθήσεών του· να ρίχνει ένα βλέμμα – έστω και διακριτικό – στην καθημερινότητά του. Και ήταν προς τιμήν του καθηγητή του, που ποτέ δεν δοκίμασε να τον πιέσει προς κάποιες κατευθύνσεις συναισθηματικές – ο Μέρταγκ είχε λόγους να κρύβει τα συναισθήματα που έτρεφε για την Ναζουάντα – ούτε ποτέ σχολίασε σκέψεις εσώτερες του νέου.

"Η επιτυχία σου εξαρτάται από το ποιος και πόσο ισχυρός θα είναι ο μάγος, αυτός που θα σου κάνει την εξέταση" είχε πει ο καθηγητής. Ο γέροντας γνώριζε κάποιους απ' όσους είχαν στρατολογηθεί για τις ανάγκες των Βάρντεν. Είχε ζήσει χρόνους αμέτρητους μέσα στο παλάτι και ήταν ενήμερος για τις δυνάμεις όσων τους είχαν ακολουθήσει προς το Φάρδεν Ντουρ. "Αν πρόκειται για την κοπέλα, αυτήν που αποκάλεσες Τριάννα, είναι αρκετά ικανή. Γνώριζα την μητέρα της, περισσότερο ίσως καλά απ' όσο θα ήθελα, κι αυτή την δίδαξε τρόπους μαγείας. Οι ικανότητές της είναι αναμφισβήτητες, μπορείς όμως να αντεπεξέλθεις."

"Οι δίδυμοι μάγοι, δάσκαλε;"

Ο καθηγητής είχε κουνήσει το κεφάλι του με σημασία. "Απ' όσους μάγους έφυγαν από την Σούρντα ακολουθώντας τους επαναστάτες, πίστεψέ με, η Τριάννα είναι η καλύτερη. Αν καταφέρεις να ξεπεράσεις την διαδικασία στην οποία θα σε υποβάλει – όπως πιστεύω ότι θα κάνεις – θα έχεις επιτύχει τον σκοπό σου. Όσο για τους 'διδύμους' όπως τους λες, μπορεί να ενώθηκαν με τους Βάρντεν κατά την εποχή του προηγούμενου αρχηγού τους, του Ντέινορ, όσο διάστημα όμως κατοίκησαν στην Άμπερον, κράτησαν πεισματικά τις γνώσεις τους μυστικές, φροντίζοντας μονάχα για τα δικά τους συμφέροντα. Δεν τους γνωρίζω αρκετά, ώστε να σε πληροφορήσω για τις δυνατότητες που πράγματι μπορεί να έχουν. Οι ίδιοι βέβαια πάντοτε διατείνονταν για τους εαυτούς τους θετικά και κόμπαζαν για τις δυνάμεις τους. Αυτό πάντως που σίγουρα μπορώ να συμβουλέψω είναι, ότι καλόν θα ήταν να τους προσέχεις."

Αυτό και είχε σκοπό να κάνει ο Μέρταγκ.

"Και τώρα, νέε μου, επικεντρώσου στον σκοπό σου! Πρόκειται να διεισδύσω για πρώτη μου φορά στο παρελθόν σου. Φρόντισε να αποκρύψεις, ότι νομίζεις πρέπον."

Ο καθηγητής εισήλθε για άλλη μια φορά στον νου του. Προσπέρασε τα τελευταία γεγονότα της καθημερινότητάς του και έψαξε επίμονα για τα σημαντικά του παρελθόντος. Είδε την μεγάλη επιθυμία του Μέρταγκ να ενωθεί με τους επαναστάτες, για λόγους που, ευτυχώς, δεν ήταν εμφανείς. "Στο σημείο αυτό, πρέπει να εργαστείς ακόμα περισσότερο" του είπε. "Είναι σημαντικό για τους Βάρντεν, να γνωρίζουν τις αιτίες που συντάσσεσαι μαζί τους." Προσπέρασε κατόπιν την τραυματική εμπειρία του θανάτου του Τόρνακ και όλης της αρρώστιας του. "Εδώ να δώσεις έμφαση" συμβούλεψε. "Το γεγονός ότι έχει χάσει κάποιος τον πατέρα του είναι έτσι κι αλλιώς συνταρακτικό. Μπορεί κάποιος που θα σε εξετάσει να σταματούσε την διείσδυση στο παρελθόν σου, επηρεασμένος από αυτόν τον πόνο σου και μόνον. Χωρίς να θέλω βέβαια να σε καθησυχάσω, ότι δεν θα προσπαθήσουν να κοιτάξουν και πιο πίσω." Η ζωή μέσα στην σχολή της ξιφασκίας πέρασε με μερικές εικόνες… ο Μέρταγκ μικρό παιδί, να έρχεται με τον πατέρα του, έναν νεαρό ξιφομάχο στην Άμπερον… η ανησυχία… η αγωνία του… ένα ταξίδι μέσα σε άμαξα… μαζί με άγνωστους ανθρώπους. Στρατιώτες της αυτοκρατορίας να τους κυνηγούν τριγύρω από βαλτοτόπια… μια συγκλονιστική, νυχτερινή πορεία…

Τον Μέρταγκ δεν τον πείραζαν αν φανερώνονταν αυτά τα γεγονότα που είχε ζήσει. Οι Βάρντεν γνώριζαν, ότι αυτός και ο Τόρνακ ήταν φυγάδες από τα μέρη της αυτοκρατορίας. Μα μέχρις εκεί! Τίποτε περισσότερο δεν σκόπευε ν' αποκαλύψει από την προηγούμενη ζωή του. Το αδιαπέραστο τείχος εμφανίστηκε σε μια στιγμή.

"Θα πρέπει ν' αποκαλύψεις, έστω συγκεχυμένα, κι άλλα στοιχεία απ' το απώτατο παρελθόν σου. Οι μάγοι των Βάρντεν θα καταλάβουν, ότι έχεις πολλά να κρύψεις. Πέρα από την φυγή σου, δεν γίνεται να μην θυμάσαι περισσότερα. Ήσουν τότε αρκετά μεγάλος. Προσπάθησε καλύτερα!"

Ο Μέρταγκ προσπάθησε να δώσει γεγονότα που του είχαν εντυπωθεί καταφέρνοντας να κρύψει άλλα. Η εικόνα του Τόρνακ νεαρού πολεμιστή, να τον κρατά στους ώμους του… μαζί να ανεβαίνουν στην κορυφή μίας πέτρινης σκάλα… η θέα του δάσους από τις πολεμίστρες…

...όχι… όχι άλλο!... δεν πρέπει να φανεί η τοποθεσία… ούτε κάποια άλλη λεπτομέρεια…

Ο Μέρταγκ ζούσε σ' ένα κάστρο μαζί με τον πατέρα του, αυτό αρκούσε. Ο καθηγητής όμως επέμενε να στραφεί ακόμα πιο πίσω. Ξάφνου η αίσθηση τον τσάκισε…

…πόνος αφάνταστος στην πλάτη… η θέα της φωτιάς να καίει στο τζάκι… φωτιά που μοιάζει με την φλόγα από… όχι… όχι άλλο… πόνος μονάχα… τρόμος αφάνταστος…

"Η αίσθηση αυτή είναι συνταρακτική. Θα πρέπει, σαν μικρό παιδί που ήσουν, να σε είχε συγκλονίσει." Ο καθηγητής αποτραβήχτηκε λιγάκι από τον νου του. "Επικεντρώσου στο να μάθεις να την ξεπερνάς, ή, αν όχι, μάθε τουλάχιστον να την καλύπτεις."

… μία λεπίδα πίσω απ' την φωτιά… και η εικόνα 'εκείνης', να γέρνει πάνω του στοργικά…

Μετά κενό...

"Είδα την εικόνα μιας όμορφης, καστανής γυναίκας" είπε ο καθηγητής. "Θα πρέπει να ήταν σημαντική για σένα, γιατί ομολογώ, συχνά-πυκνά έχω συλλάβει την παρουσία της, να επανέρχεται στιγμιαία στο μυαλό σου. Δεν σε ρωτώ ποια ήταν, αν και φαντάζομαι, οι μάγοι των Βάρντεν ίσως το κάνουν."

Ο γέροντας καθηγητής βγήκε απ' τον νου του αφήνοντάς τον να ασθμαίνει κάθιδρος στο κάθισμά του. Ο Μέρταγκ ήταν απογοητευμένος. Δεν είχε καταφέρει να κρύψει από την εξέταση σημαντικά γεγονότα από το παρελθόν του. Είχε παντελώς αποτύχει!

"Αναγνώρισες τουλάχιστον τις αδυναμίες σου και είδες προς τα πού θα πρέπει να εστιάσεις την προσοχή σου. Όλα τα συνταρακτικά γεγονότα που επηρέασαν το παρελθόν κάποιου, αυτά είναι που περισσότερο απ' όλα βγαίνουν στην επιφάνεια κατά τις έρευνες του νου. Κάποιος είναι εύκολα ικανός στο ν' αποκρύπτει καταστάσεις που δεν τον επηρέασαν. Όσα όμως τον έχουν συγκλονίσει, δεν γίνεται με τίποτε να τα παρακάμψει. Αυτή η γυναίκα ήταν σημαντική για σένα. Μπορεί να έχουν περάσει τόσα χρόνια, ακόμα όμως και σήμερα επηρεάζει την σκέψη σου. Αν θέλεις να την κρύψεις, ρίξε ανάμεσά σας πέπλα ομίχλης. Η γυναίκα πάντα θα υπάρχει, κανένας όμως δεν θα μπορεί να διακρίνει καθαρά το πρόσωπό της. Όπως σου έχω ήδη πει, το ζήτημα δεν είναι τόσο ν' αποκλείσεις γεγονότα απ' το μυαλό σου, όσο να οδηγήσεις τον εισβολέα σε δρόμους σφαλερούς· σε δρόμους που εσύ επιλέγεις. Όσο για τα υπόλοιπα, αυτά που ίσως ανακαλύψουνε οι μάγοι, όλα τα συνταρακτικά που σ' επηρέασαν, ήτανε μία πληγή στην ράχη και η φωτιά. Ακόμα κι αν τα καταφέρεις να κρύψεις την παρουσία της γυναίκας, μου φαίνεται αδύνατον να μπορέσεις κάποτε να καλύψεις τον πόνο μίας πληγής όπως αυτή… ή τον τρόμο που σου προκαλεί η φωτιά." Ο γέροντας εκπαιδευτής σηκώθηκε ορθός προσφέροντας στον νέο μια κούπα με κρασί. "Έλα, πιες το" τον παρότρυνε. "Νομίζω το χρειάζεσαι." Έβαλε φιλικά το χέρι του πάνω στον ώμο του Μέρταγκ, εκεί ακριβώς που ξεκινούσε η βαθιά πληγή κάτω απ' το ρούχο. Εκείνη η πληγή, που είχε για πάντα σημαδέψει την παιδική του ηλικία, ώστε να συνεχίζει να επηρεάζει μέχρι σήμερα τα απώτατα βάθη του νου του. "Μπορείς να εξασκηθείς και μόνος σου, αλλά αμφιβάλω" του είπε. "Θα πρέπει να δουλέψουμε μαζί πάνω σ' αυτές τις μνήμες, φτάνει να μ' εμπιστεύεσαι."

Ο Μέρταγκ ήπιε όλο το κρασί αδειάζοντας με μικρές, αργές γουλιές την κούπα του. Πώς θα μπορούσε να εμπιστευτεί πάνω σ' αυτό το θέμα τον οποιονδήποτε; Ο Τόρνακ του είχε συστήσει… Ο γέροντας καθηγητής του όμως δεν ήταν ο οποιοσδήποτε. Κι ο Τόρνακ δεν είχε φανταστεί ποτέ, ότι ο Μέρταγκ θα έφτανε κάποτε να χρειαστεί να επιτρέψει την διείσδυση στον νου του.

"Πήγαινε τώρα να ξεκουραστείς" συνέστησε ο γέρος. "Αύριο να ξανάρθεις. Θα είσαι καλύτερα, θα το δεις. Τότε θα ξαναρχίσουμε."

.*.*.*.

… Την φονική λεπίδα κράδαινε ένας άντρας… Ο άντρας ήταν καλυμμένος απ' την φωτιά και η μορφή του δεν ξεχώριζε… Η ίδια η φωτιά δεν έκαιγε πια στο τζάκι, όπως τις προηγούμενες φορές, παρά ξεπήδαγε από μια πηγή που δεν φαινόταν πίσω απ' τον άντρα… Έβαφε την λεπίδα του κόκκινη, λεπίδα που κι αυτή δεν ξεχώριζε καθαρά ανάμεσα στις φλόγες… Ο πόνος της πληγής ήταν ξαφνικός και δυνατός, έκοβε την ανάσα… Οι φλόγες τον γέμιζαν με τρόμο… Μια λίμνη σε χρώμα κόκκινο… το χρώμα του αίματος… κι εκείνος έπλεε μέσα της… Το αίμα ήταν χυμένο επάνω σε κρύο, σκληρό δάπεδο… ένιωθε την γλυκερή του γεύση πάνω στα χείλη… Ο άντρας βρισκόταν πάντα εκεί κρατώντας την λεπίδα… κινδύνευε… τριγύρω του η φωτιά τα σκέπαζε όλα…

"Πιστεύω, είσαι έτοιμος. Κάποιος, το μόνο που θα δει, είναι ότι κάποτε πληγώθηκες από λεπίδα και φωτιά. Μπορείς να ξεκινήσεις τώρα την ριψοκίνδυνη πορεία σου. Εύχομαι, να μην έρθει κάποτε η μέρα που θα το μετανιώσεις."

Ο Μέρταγκ κανόνισε τις τελευταίες εκκρεμότητες που είχε στην Άμπερον. Η σχολή της ξιφασκίας έκλεισε για πάντα. Εύκολα βρέθηκε κι αγοραστής για το δίπατο σπιτάκι, που σύντομα πωλήθηκε. Λίγα ήταν τα πράγματα που θα έπαιρνε μαζί του σ' ένα σακίδιο. Τα υπόλοιπα, ενθύμια τόσων χρόνων ζωής στην Σούρντα, χωρέσανε σε δύο όλα κι όλα κιβώτια, που τα εμπιστεύθηκε στην φύλαξη του Γκιέτβαλντ. Ο άντρας τον δέχτηκε ξανά μαζί του, για ένα τελευταίο ταξίδι προς το Φάρδεν Ντουρ.

Ήταν μονάχα την τελευταία νύχτα προτού αναχωρήσει όταν συνειδητοποίησε, ότι το τείχος που κάλυπτε τον νου και τις εσώτερές του σκέψεις, δεν ήταν άλλο παρά ένα τείχος χτισμένο με γκρίζες πέτρες· πανομοιότυπο μ' εκείνο, που κάποτε είχε φυλακίσει μέσα του και τον ίδιον.

.*.*.*.

Ο μάγος που ανέλαβε να τον εξετάσει ήταν ψηλός και τελείως φαλακρός. Τα μικροσκοπικά του μάτια, πολύ κοντά το ένα στο άλλο, έλαμπαν γεμάτα πονηρία. Ήταν ντυμένος με μακριές, πορφυρόχρωμες ρόμπες και όταν τα λεπτά δάχτυλά του άγγισαν το μέτωπο του Μέρταγκ, προκάλεσαν μια ακούσια ανατριχίλα. Όσο κι αν ήταν προετοιμασμένος, όσο κι αν είχε ξοδέψει ώρες ατέλειωτες επιτρέποντας στον δάσκαλό του νοητικές διεισδύσεις, ποτέ του δεν περίμενε την σκληρότητα της επίθεσης αυτού του μάγου. Όρμησε μέσα στο μυαλό του νέου με περισσή σφοδρότητα, σαν να ήθελε να τονίσει την υπέρτατη κυριαρχία που μπορούσε να αξιώσει στον ξένο νου, προκαλώντας του επίτηδες πόνο κατά την εξέταση. Με μοχθηρία ερεύνησε τις διαθέσεις του, καθώς και το πρόσφατο παρελθόν του, κατόπιν ξεχύθηκε με λάγνα απληστία προς την παιδική του ηλικία. Ο Μέρταγκ κατόρθωσε επιδέξια να καλύψει όλα τα συναισθήματά του για την Ναζουάντα. Έδωσε έμφαση στην μοναξιά, που τον κατάτρεχε μετά από τον θάνατο του πατέρα του, του Τόρνακ. Τόνισε την ανάγκη του, να ενωθεί με τους επαναστάτες για να προσφέρει στην ιδέα της ελευθερίας. Φάνηκε πειστικός σε όλα τα σχετικά με την φυγή τους από την αυτοκρατορία. Αντιμετώπισε ακόμα και την σαδιστική επιμονή του μάγου στο γεγονός του πληγώματος και του τρόμου, που είχε βιώσει τότε. Όταν τέλος εκείνος αποτραβήχτηκε απ' το μυαλό του, υπήρχε αποτυπωμένο πάνω στο άχρωμο πρόσωπό του ένα μοχθηρό ύφος.

"Εντάξει είναι" είχε πει ο μάγος στον αξιωματικό των Βάρντεν και τους άντρες του, καθώς υποστήριζαν τον Μέρταγκ, για να μην σωριαστεί αποκαμωμένος πάνω στο κρύο, πέτρινο δάπεδο της αίθουσας. "Δεν βλέπω κάτι το ύποπτο στο παρελθόν του, ούτε και είναι σε θέση να σας βλάψει με μαγεία. Θα αναφέρουμε εμείς οι ίδιοι πάραυτα στον Άτζιχαντ."

Ο μάγος είχε φύγει και ο αξιωματικός των Βάρντεν τον είχε καλωσορίσει στο Φάρδεν Ντουρ. "Καλώς μας όρισες, Μέρταγκ γιε του Τόρνακ! Μακάρι η λεπίδα σου να είναι κοφτερή εναντίων όλων των εχθρών των Βάρντεν."

Ο Μέρταγκ είχε αχνά χαμογελάσει λέγοντας ότι, πράγματι η λεπίδα του ήταν κοφτερή και ο ίδιος ήταν έτοιμος να υπερασπιστεί την επανάσταση. Ο αξιωματικός τον είχε χτυπήσει φιλικά στον ώμο και είχε διατάξει τους άντρες του να τον οδηγήσουν σ' ένα δωμάτιο με κρεβάτι, να του προσφέρουν φαγητό, να τον αφήσουν να συνέλθει και να ξεκουραστεί από την δοκιμασία. Το ταξίδι του προς το Τροντζχάιμ και την νέα ζωή που τον περίμενε, θα ξεκίναγε το ερχόμενο πρωί. Αργότερα, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του ο Μέρταγκ προσπαθούσε να επαναλάβει βήμα το βήμα την εξονυχιστική εξέταση, στην οποία τον είχε υποβάλει ο μάγος – μέρες μετά διαπίστωσε, ότι αυτός ήταν ο ένας από τους διδύμους. Δεν εύρισκε να έχει σφάλει πουθενά και, παρά τον πόνο που του είχε προκαλέσει, ήταν ικανοποιημένος με τον εαυτό του. Είχε καταφέρει επιτυχώς να κρύψει την πραγματική αιτία που βρισκόταν στο Φάρδεν Ντουρ, την Ναζουάντα. Τίποτε δεν είχε αποκαλυφθεί από τα συναισθήματά του για την κόρη του Άτζιχαντ, ούτε τα σχέδιά του για το μέλλον του κοντά της. Είχε τονίσει την αγάπη για τον πατέρα του, τον Τόρνακ, και τον μεγάλο πόνο που προκάλεσε ο χαμός του. Τα άλλα πρόσωπα, εκείνα που ξέφευγαν καμιά φορά από το παρελθόν του, είχανε παραμείνει επιτυχώς κρυμμένα πίσω απ' τις σκιές. Παρ' όλο που ο μάγος είχε ψάξει με λεπτομέρειες τα περασμένα, ο Μέρταγκ είχε κατορθώσει να καλύψει την καταγωγή του. Αν ο μάγος έδινε αναφορά στον Άτζιχαντ, εκείνος θα μάθαινε, ότι ο νέος κάποτε πληγώθηκε σε κάποια επίθεση απ' τους αυτοκρατορικούς και ο πατέρας του έγινε λιποτάκτης για να τον σώσει. Ο πόνος στο κεφάλι που είχε προξενήσει η εξέταση του μοχθηρού μάγου, σε τίποτε δεν έμοιαζε με τις λεπτεπίλεπτες, χειρουργικές διεισδύσεις του γέροντα καθηγητή του. Ήταν μεγάλη ανακούφιση ο ύπνος, που ήρθε και τον σκέπασε οδηγώντας στο όνειρο του τα βήματά της Ναζουάντα.

Τα γιγάντια λαξευμένα αγάλματα και οι θησαυροί των πολύτιμων λίθων, που έκρυβε μέσα της η πόλη των νάνων εντυπωσίαζαν. Τίποτε όμως δεν συγκρινόταν με το γεγονός, ότι και πάλι βρισκόταν κοντά στην αγαπημένη του. Μπορεί να είχαν περάσει οι μέρες κι ακόμα να μην την είχε συναντήσει, η αίσθηση όμως που είχε ήταν, ότι την ένιωθε διαρκώς πλάι του. Η Ναζουάντα είχε περπατήσει στους ίδιους διαδρόμους κι ο Μέρταγκ τώρα πατούσε πάνω στα βήματά της. Τα όμορφά της μάτια είχαν κοιτάξει τα ίδια αγάλματα της μαρμαρένιας πολιτείας, που εκτεινόταν μέσα στον σβησμένο κώνο του ηφαιστείου. Είχε κι εκείνη, όπως αυτός, θαυμάσει το Ίζινταρ Μίθριμ, το ζαφειρένιο αστέρι, το γιγαντιαίων διαστάσεων πετράδι, που στόλιζε την οροφή της κύριας αίθουσας του Τροντζχάιμ. Ίσως να είχε κι η Ναζουάντα εκστασιαστεί θωρώντας τους πέτρινους γρύπες, που φύλαγαν τις πύλες. Μπορεί κι εκείνη να είχε απορήσει με το γαλάζιο φως που εξέπεμπαν οι λάμπες φωτισμού, που έκαιγαν χωρίς φλόγα.

Όταν οι στρατιώτες των Βάρντεν τον οδήγησαν στην πόλη μέσα απ' τα τούνελ, τον είχαν φέρει μέχρι έναν μακρύ διάδρομο, γεμάτο με σπηλαιώδεις μικρές κάμαρες ανοιγμένες και στις δύο πλευρές του. Το μέρος είχε παραχωρηθεί από τους νάνους στους άγαμους στρατιώτες των ανθρώπων, που κατοικούσαν μόνοι. Όσοι είχαν οικογένειες, έμεναν σε άλλο σημείο της πόλης μαζί με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Του είχε δοθεί μία απ' αυτές τις κάμαρες και οδηγίες για την κοινή κουζίνα και το ωράριο των γευμάτων. Υπήρχαν ακόμα κάπου βαθιά στον βράχο λουτήρες λαξευμένοι πάνω στην πέτρα, γεμάτοι με τα θερμά νερά κάποιας υπόγειας πηγής, όπου οι άντρες έπαιρναν το λουτρό τους, ή καθάριζαν τα ρούχα τους. Τον άφησαν τρεις μέρες να εγκατασταθεί και να γνωρίσει τα γύρω κατατόπια. Παρά το ότι δεν αισθάνθηκε καθόλου μόνος και πάντοτε κάποιος βρισκόταν κάπου εκεί κοντά, να τον πληροφορεί και να οδηγεί τα βήματά του, πολλές ήταν οι φορές που χάθηκε ανάμεσα στους δαιδαλώδεις διαδρόμους. Στο τέλος αποφάσισε, ότι μέχρι να εγκλιματιστεί στο περιβάλλον, καλύτερα θα ήταν να παραμένει σε μικρή απόσταση από την κάμαρα και να επισκέπτεται την τραπεζαρία με παρέα. Το μέρος όμως που πάντοτε θα φρόντιζε να πηγαίνει μονάχος, ήταν οι ομαδικοί λουτήρες στο πέρας του διαδρόμου. Όταν η νύχτα έπεφτε για τα καλά και οι χλωμές ακτίνες που έφταναν από την κορυφή στα βάθη του βουνού είχαν σβήσει, ο Μέρταγκ περίμενε τους σύνοικους του διαδρόμου να πέσουν στα κρεβάτια τους για ύπνο. Τότε έπαιρνε τα καθαρά του ρούχα και πήγαινε μονάχος στους λουτήρες. Μέσα στο σκοτάδι που επικρατούσε στις λαξευμένες μπανιέρες κάτω απ' το βουνό, ίσως κανείς δεν θα μπορούσε να διακρίνει την παλιά πληγή που τον σημάδευε. Παρ' όλα αυτά, με τίποτε δεν ήθελε να δίνει εξηγήσεις, ούτε να δέχεται αδιάκριτες κι επίμονες ερωτήσεις για την τρομερή ουλή που του παραμόρφωνε την πλάτη. Βυθιζόταν μέσα στο χλιαρό, υφάλμυρο νερό και άφηνε για λίγο τον νου του να τρέξει στην αγαπημένη των ονείρων του.

Πού να βρισκόταν η Ναζουάντα εκείνη την στιγμή; Με τι καταγινόταν; Υπήρχε άραγε περίπτωση, να συναντηθούν τα βήματά τους στο πεδίο της εξάσκησης, που γρήγορα θα γνώριζε; Θυμόταν την συνάντηση και το απόγευμα που είχαν μαζί περάσει μέσα στο δάσος, πέρα απ' την Άμπερον; Τις συζητήσεις και το γεύμα που μοιράστηκαν; Πώς θα γινόταν να ξαναβρεθεί κοντά της; Στις ερωτήσεις, που με τρόπο είχε απευθύνει στους ομοτράπεζους, κανείς δεν είχε αποκριθεί με λεπτομέρειες. Είτε δεν γνώριζαν για τις δραστηριότητές της, είτε κανένας τους δεν ενδιαφερότανε γι' αυτές. Κάποιοι τον κοίταξαν περίεργα. Αποφάσισε να είναι διακριτικός και δεν τους ξαναρώτησε.

Όταν τελείωνε το λουτρό, γυρνούσε στην μικρούλα κάμαρή του, όπου τα μόνα έπιπλα που χωρούσαν μέσα της ήταν το στενό κρεβάτι κι ένα μικρό τραπέζι με ένα μονό κάθισμα. Ξάπλωνε στα στρωσίδια του αφήνοντας τον νου του να πλανάται στα νέα πρόσωπα και πράγματα, που είχε φέρει στο διάβα του η μέρα που χανόταν. Η σκέψη, ότι άπειροι τόνοι από πέτρα βρίσκονταν από πάνω του, δεν είχε περάσει μέχρι στιγμής απ' το μυαλό του. Παρά την κλειστή ατμόσφαιρα υπήρχε κάποιο δίκτυο εξαερισμού, που ακόμα δεν είχε καταφέρει ν' ανακαλύψει πώς λειτουργούσε. Η θερμοκρασία ήταν πάντα σταθερή, πράγμα πολύ θετικό, γιατί αν άναβε φωτιά για θέρμανση, ο μικροσκοπικός αυτός χώρος θα γινόταν αβίωτος. Τέλος ο ύπνος τον έπαιρνε με την δική της σκέψη και την ελπίδα, ότι θα κατόρθωνε να την συναντήσει σύντομα.

Την τέταρτη μέρα από την εγκατάστασή του κάτω από το Φάρδεν Ντουρ, οι στρατιώτες παρέλαβαν τον Μέρταγκ για να τον οδηγήσουν στο πεδίο της εξάσκησης και να τον παραδώσουν στον εκπαιδευτή τους. Ο άντρας ονομαζόταν Φρέντρικ και, απ' ότι έλεγαν οι στρατιώτες, γνώριζε κάθε όπλο που υπήρχε. Μέσα στον τόνο της φωνής τους ο Μέρταγκ αναγνώρισε τον σεβασμό και πίστη που έτρεφαν για τον οπλοδιδάσκαλό τους. Ο Φρέντρικ, απ' ότι έλεγαν, ήταν ικανός, με το που θα έβλεπε τον κάθε έναν, ν' αποφασίζει ποιος τύπος όπλου μπορούσε να ταιριάζει στην σωματική διάπλαση, το βάρος και την ιδιοσυγκρασία του. Μπορούσε ακόμα να εφοδιάσει κάποιον με τον κατάλληλο αμυντικό εξοπλισμό, που θα τον έσωνε σε ώρα μάχης. Όλοι αναφέρονταν με δέος στο τεράστιο σπαθί που ο ίδιος είχε διαλέξει για να μάχεται, λεπίδα που εκτεινόταν στο μήκος δύο βραχιόνων, με το οποίο γέμιζε κοψίματα και μώλωπες τους αντιπάλους. Παρ' όλα αυτά, ο Φρέντιρκ ήταν σε όλους αγαπητός βγάζοντας την ευχάριστη πλευρά του καθενός στην επιφάνεια, κάνοντάς τους πάντα να γελούν.

Αποδείχθηκε ότι το πεδίον της εξάσκησης απείχε μισό περίπου μίλι από το Τροντζχάιμ, πίσω από τον μαρμαρένιο κώνο της πόλης. Ήταν μια ευρεία περιοχή γεμάτη από νάνους και ανθρώπους που ασκούνταν. Η δυνατή κλαγγή των όπλων χτύπησε στ' αυτιά του Μέρταγκ από απόσταση. Μία σειρά τοξότες στόχευαν τους παραγεμισμένους με άχυρο στόχους, ενώ κάποιοι άλλοι μιμούνταν ομαδική επίθεση φωνασκώντας εναντίων των ψεύτικων αντιπάλων. Στις άκρες του πεδίου εκατοντάδες από μεμονωμένους πολεμιστές κι από ζευγάρια εξασκούνταν κρατώντας σπαθιά, ακόντια, ρόπαλα και πελέκυς, καθώς και κάθε είδους και μεγέθους αμυντικές ασπίδες. Σχεδόν όλοι ήσαν καλυμμένοι με αλυσιδωτούς θώρακες και κράνη. Ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός και σε τίποτε δεν έμοιαζε με την αίθουσα στην σχολή της ξιφασκίας. Μνήμες από το παρελθόν ξύπνησαν μέσα στον νου του Μέρταγκ…

…μια αυλή εξάσκησης γεμάτη άντρες, μέσα απ' τα ψηλά τείχη ενός απομονωμένου κάστρου… τείχη χτισμένα από σκουρόχρωμη πέτρα…

…μνήμες που προσπάθησε γοργά να τις καταπιέσει εκεί όπου ανήκαν, στο παρελθόν του.

Οι σύντροφοι του έδειξαν έναν εξαιρετικά μυώδη άνδρα, με ακατάστατη γενειάδα· μια μυτερή, μεταλλική καλύπτρα κάλυπτε το κεφάλι του. Φορούσε το μακρύ σπαθί του περασμένο σε θηκάρι που στερέωνε στην πλάτη, ενώ τον θώρακα και τους ογκώδεις ώμους του σκέπαζε ένα γιλέκο από βοϊδίσιο δέρμα, που έμοιαζε σαν να το είχαν γδάρει λιγάκι πριν από το ζώο.

"Αυτός είναι ο Φρέντρικ, ο εκπαιδευτής μας" είπε ένας απ' αυτούς. "Έι, Φρέντρικ, σου φέραμε τον καινούριο." Οι σύντροφοι τον παρέδωσαν στον εκπαιδευτή και έφυγαν ο καθένας για το πόστο του.

Ο Φρέντρικ τον μέτρησε γοργά με την ματιά του, σαν να τον αξιολογούσε, κατόπιν του ένευσε απότομα. "Για δείξε μου, με τι πολεμάς" είπε με την τραχιά φωνή του. Εξέτασε για λίγο την λεπίδα που ο Μέρταγκ του παρουσίασε, κατόπιν έσφιξε δυνατά το μπράτσο του νέου δοκιμάζοντας τους μύες που κρύβονταν κάτω από το ρούχο. "Μμ… Μπορείς να κρατήσεις το δικό σου όπλο, αν σ' αυτό έχεις συνηθίσει. Θα ήθελα πρώτα να δω τι μπορείς να κάνεις, μετά θα πω την γνώμη μου."

Δεν χρειάστηκε πολύ για να πειστεί ο Φρέντρικ, ότι μπροστά του βρισκόταν ένας επιδέξιος ξιφομάχος. Ο οπλοδιδάσκαλος των Βάρντεν δεν ήταν απ' εκείνους, που κάποιο όνομα, ή φήμη τους εντυπωσίαζε – το όνομα του Τόρνακ δεν του έλεγε το παραμικρό, ούτε και είχε ακούσει για την σχολή της Άμπερον – παρά γι' αυτόν μετρούσαν οι ικανότητες που κάποιος επεδείκνυε μπροστά του. Ο Μέρταγκ πολύ του άρεσε.

"Για την ηλικία σου τα πας πολύ καλά" του είπε. "Πολύ καλύτερα από άλλους μεγαλύτερους. Αργότερα ίσως μάθεις να χειρίζεσαι βαρύτερα σπαθιά ή ακόντια, αλλά προς το παρόν μου κάνεις όπως είσαι."

Τον έβαλε ν' αντιπαλέψει με αντιπάλους διαφορετικής ηλικίας, βάρους σώματος και ύψους. Ο Μέρταγκ όλους τους κατέβαλε. Όταν ο Φρέντρικ άκουσε πως ήταν και εξασκημένος τοξότης ενθουσιάστηκε. Η ευστοχία του Μέρταγκ τον έκανε να τρίβει τα χέρια του ευχαριστημένος. Αργότερα στην τραπεζαρία, τον κάλεσε να δειπνήσουν μαζί στο δικό του τραπέζι. Τον ρώτησε λεπτομέρειες για την εγκατάστασή του στο Φάρδεν Ντουρ, για το αν χρειαζόταν κάτι, για την εξέτασή του από τους μάγους. Μόλις άκουσε για τον έναν απ' τους διδύμους μάγους που τον εξέτασε, δεν μπόρεσε να κρύψει την αντιπάθεια που έτρεφε προς αυτούς.

"Αυτούς να τους προσέχεις, Μέρταγκ" είπε στον νέο. "Είναι αλαζόνες, κακεντρεχείς και καυχησιάρηδες. Δεν έχω γνωρίσει άλλους στην ζωή μου, που να λαχταρούν περισσότερο απ' ότι αυτοί την εξουσία." Κατά την γνώμη του όλοι όσοι ασχολούνταν με μαγεία ήταν άπληστοι· εκείνοι οι δύο περισσότερο. Κανέναν τους δεν εμπιστευόταν, έτσι συμβούλευε να κάνει κι ο νεαρός του προστατευόμενος.

Ο Μέρταγκ εύρισκε ευχάριστο τον Φρέντρικ. Μπορεί να ήταν χοντροκομμένος και απότομος, είχε όμως αίσθηση του χιούμορ και πάμπολλες γνώσεις πάνω σε κάθε είδους όπλο. Το ίδιο βράδυ τον άκουσε να μιλά και για την κατάρα της ονοματισμένης λεπίδας. Στην όλο απορία ερώτησή του, ο οπλοδιδάσκαλος εξήγησε, ότι ένας διάσημος πολεμιστής θα πρέπει να ονοματίζει την λεπίδα του, αλλιώς θα το κάνουν κάποιοι άλλοι – όπως οι βάρδοι – στο όνομά του. Κατόπιν τούτου, είναι υποχρεωμένος να χρησιμοποιεί μονάχα αυτήν, γιατί ο κόσμος αρέσκεται στον να την βλέπει. Κι η ονοματισμένη λεπίδα δεν ήταν πάντοτε ευμενής σύντροφος ενός πολεμιστή· ενίοτε αποδεικνυόταν και κατάρα. Ευτυχώς ο νεαρός φίλος του δεν κινδύνευε από μια τέτοια τύχη.

Λίγες βδομάδες μόνο πέρασαν και ήταν ο ίδιος ο Φρέντρικ, που ζήτησε από τον Μέρταγκ να εργαστεί στο πλάι του, σαν βοηθός του. Είχε εκτιμήσει τις ικανότητές του στο σπαθί, είχε φροντίσει να πάρει τις πληροφορίες του γι' αυτόν, είχε παρατηρήσει, ότι όταν εξασκούνταν με κάποιον άλλο, περισσότερο δίδασκε αυτός τον αντίπαλο, παρά διδασκόταν. Θα υπήρχε παραπάνω δουλειά και βάρη για τον Μέρταγκ, αλλά δεν θα έλειπαν οι προοπτικές ανέλιξής του για το μέλλον στον στρατό των Βάρντεν. Ο Μέρταγκ δέχτηκε. Οτιδήποτε θα μπορούσε να κάνει το όνομά του γνωστό ανάμεσα στους επαναστάτες και να τον οδηγήσει πιο κοντά στην Ναζουάντα, θα το δεχόταν. Την Ναζουάντα, που ακόμα δεν είχε κατορθώσει να συναντήσει, ή να μάθει το παραμικρό γι' αυτήν.

.*.*.*.

Θα πρέπει να υπήρχαν γύρω στους τέσσερις χιλιάδες μάχιμους άντρες των Βάρντεν, που κατοικούσαν κάτω από το Φάρδεν Ντουρ. Ένας στρατός αρκετά ισχυρός δημιουργείτο, που θα μπορούσε να αμυνθεί τις δυνάμεις της αυτοκρατορίας, στην περίπτωση που ο Γκαλμπατόριξ αποφάσιζε να επιτεθεί στην Σούρντα. Υπήρχαν ακόμα αρκετά μέλη από τους επαναστάτες, γέροντες οι περισσότεροι και γυναικόπαιδα, που είχαν παραμείνει στα εδάφη του νέου βασιλιά Όρριν, που είχε εν τω μεταξύ διαδεχτεί τον Λάρκιν. Κάποιοι άλλοι απέφυγαν να χωριστούν μετακομίζοντας στην ασφάλεια των βουνών των νάνων.

Μία φορά τον μήνα ο Τζόρμανταρ, δεξί χέρι του Άτζιχαντ στα στρατιωτικά θέματα, δεχόταν την αναφορά για την κατάσταση των όπλων, των εφοδίων και την πρόοδο της εκγύμνασης των ανδρών απ' όλους τους εκπαιδευτές μέσα στον στρατό των Βάρντεν. Μαζί τους αναφέρθηκε κι ο Μέρταγκ. Η συνάντηση έλαβε χώρα σε μία τεραστίων διαστάσεων υπόγεια αίθουσα του Τροντζχάιμ στολισμένη με πέτρινες κολώνες, που τα σκαλισμένα κιονόκρανά τους υποστήριζαν την οροφή. Αριστερά και δεξιά στο εσωτερικό της αίθουσας υπήρχαν λαξευμένες εσοχές, μέσα στις οποίες στέκονταν πάνω στα βάθρα τους τα αγάλματα από πλήθος γιγάντια μυθολογικά πλάσματα, που κοίταζαν τους ανθρώπους αγριωπά με τα πέτρινά τους μάτια. Το δάπεδο ήταν στρωμένο πλάκες από γρανίτη και τους τοίχους στόλιζαν λίθοι ημιπολύτιμοι υψίστης ομορφιάς. Το θέαμα ήταν συναρπαστικό και ο Μέρταγκ μπόρεσε να συγκρίνει την μεγάλη διαφορά που υπήρχε ανάμεσα στις δημόσιες αίθουσες των πρεσβυτέρων των Βάρντεν και τα ιδιωτικά καταλύματα των κοινών ανθρώπων. Πράγματι το Τροντζχάιμ, αν και στερημένο από το φως του ήλιου, ήταν μία πανέμορφη πόλη.

Όταν η αναφορά τελείωσε, ο Τζόρμανταρ τον κράτησε για λίγο πίσω απ' όλους τους υπόλοιπους για μια ιδιωτική συνέντευξη. Ο υπαρχηγός του Άτζιχαντ εξέφρασε αρχικά την λύπη του για τον θάνατο του Τόρνακ, που είχε μάθει από τον αρχηγό του, χωρίς όμως να καταφέρει να κρύψει την χαρά του, για το ότι ένας επιδέξιος ξιφομάχος σαν τον Μέρταγκ είχε ενωθεί με τον σκοπό τους. Χαιρόταν γι' αυτόν επίσης, που είχε τραβήξει την προσοχή του Φρέντρικ, ώστε να γίνει εκπαιδευτής του ξίφους στο πλευρό του. Ο δάσκαλος των όπλων μιλούσε πάντοτε γι' αυτόν με τα καλύτερα λόγια. Τον διαβεβαίωσε επίσης, ότι ο αρχηγός ήταν ενήμερος για τα έργα του στο πεδίο εξάσκησης, κάτι που ίσως συνεργούσε στην γοργή εξέλιξή του στο στρατό, παρά την νεαρή του ηλικία. Απ' τα λεγόμενα του Τζόρμανταρ ο Μέρταγκ κατάλαβε, ότι ο Άτζιχαντ είχε επίσης πληροφορηθεί τα πάντα τα σχετικά με την εξέταση του νου του καθώς και τα ευρήματά της. Στην ερώτησή του για την υγεία της Ναζουάντα, ο Τζόρμανταρ είχε απαντήσει κοφτά, ότι η κόρη του αρχηγού τους ήταν πολύ καλά στην υγεία της και πάντοτε δραστήρια στον σκοπό τους. Τον άφησε να φύγει με την αίσθηση, ότι κακώς είχε τολμήσει να ρωτήσει για την κοπέλα και με την σκέψη ότι, παρά τις προσπάθειές του, θα ήταν δύσκολο το να την συναντήσει.

Ο Μέρταγκ βγήκε στον διάδρομο και στάθηκε έξω απ' τις γρανιτένιες πόρτες λίγες στιγμές προσπαθώντας να προσανατολιστεί. Προηγουμένως είχαν κατέβει μία διπλή σκάλα, είχαν βαδίσει ώρα ευθεία, είχαν στρίψει δεξιά μετά από δύο διαδρόμους… ή μήπως ήταν τρεις; Ο νέος ακολούθησε το μήκος του διαδρόμου, που φωτιζόταν αμυδρά από αραιές λάμπες, προσπαθώντας να θυμηθεί την διαδρομή που είχε ακολουθήσει προηγουμένως η ομάδα. Τα μέρη φαίνονταν πανομοιότυπα στα μάτια του, καλά θα έκανε να ρωτήσει τον πρώτο νάνο που θα συναντούσε φροντίζοντας να μην χαθεί. Περιπλανήθηκε για λίγο, στο τέλος γύρισε προς τα πίσω και έστριψε σ' ένα σημείο που του φαινόταν πιο γνωστό. Κανένας δεν βρισκόταν γύρω του να τον πληροφορήσει, αλλά ήταν σίγουρος, ότι στο τέλος αυτού του διαδρόμου θα εύρισκε την προηγούμενη σκάλα της καθόδου. Προχώρησε κι άλλο προς το βάθος, ενώ άρχισε μέσα του ν' απογοητεύεται. Τα βήματά του δεν οδηγούσαν πουθενά. Δεν θυμόταν να είχαν καλύψει τόση διαδρομή με την ομάδα. Κοίταξε γύρω του χωρίς να βλέπει ψυχή ζώσα, να ρωτήσει. Μέσα του αποφάσισε να βαδίσει για λίγο ακόμα, ως εκατό βήματα το πολύ είπε, κατόπιν να γυρίσει προς τα πίσω. Την ώρα εκείνη παραξενεύτηκε ν' ακούσει φωνές, που αντηχούσαν από την θολωτή οροφή του διαδρόμου· ένα παράξενο φαινόμενο, στο οποίο δεν είχε ακόμα συνηθίσει και πάντοτε τον ξάφνιαζε. Αν όμως οι φωνές κάποιων βρίσκονταν τόσο κοντά, τότε κι εκείνοι σύντομα θ' αποκαλύπτονταν στα μάτια του. Θα ήταν δυνατόν να ζητήσει πληροφορίες, να πάψει να περιφέρεται άσκοπα μέσα στα υπόγεια.

Πράγματι, σε λίγο φάνηκε μια ομάδα γυναικών, που έρχονταν απ' την αντίθετη μ' αυτόν κατεύθυνση και προχωρούσαν βιαστικά προς την μεριά του. Ο Μέρταγκ πάγωσε στην θέση του. Κάτω απ' το χλωμό, γαλάζιο φως των λαμπτήρων που θαμπόφεγγαν, αναγνώρισε σαν μια απ' αυτές την Ναζουάντα. Αμέσως στάθηκε παράμερα περιμένοντας τις γυναίκες να πλησιάσουν. Η Ναζουάντα βάδιζε ανάμεσα σε δύο πρεσβυτέρες των Βάρντεν κι ήταν εκείνη που μιλούσε αυτήν την ώρα.

Ο Μέρταγκ υποκλίθηκε με σεβασμό στο πέρασμά της, ενώ ένιωθε την καρδιά του να χτυπά με δυνατούς παλμούς, σαν να στόχευε στο να ξεφύγει από το στήθος, να πετάξει προς την μεριά της. "Δεσποσύνη Ναζουάντα!"

Οι τρεις γυναίκες κοντοστάθηκαν κι αυτές και η Ναζουάντα έκλινε ευγενικά το κεφάλι απαντώντας στον χαιρετισμό του. "Μέρταγκ!" Ήταν ντυμένη με βελούδινο, κομψό φόρεμα στο χρώμα κόκκινου κρασιού και φόραγε ζωσμένο ως συνήθως το γνωστό στιλέτο, περασμένο φανερά στην μέση. Δεν έδειξε να ξαφνιάστηκε από την παρουσία του.

Ο νέος έκανε να την πλησιάσει, ο ενθουσιασμός του για την απρόσμενη συνάντηση δύσκολα θα κρυβόταν. Όμως η μία από τις δύο γυναίκες τράβηξε την κοπέλα από το μπράτσο, να συνεχίσουν την βιαστική πορεία τους. Καθώς απομακρύνονταν ο Μέρταγκ άκουσε την άλλη να ρωτά, πώς και γνωρίζει το όνομά του. Ξεχώρισε την φωνή της Ναζουάντα, να απαντά ψιθυριστά, ότι αυτός ήταν ο νέος που ήρθε σε αρωγή της, όταν κινδύνεψε πάνω στα τείχη της Άμπερον. Σίγουρα δεν είχε σκοπό της να ακουστεί, αλλά το θολωτό του διαδρόμου είχε βοηθήσει την φωνή της να φτάσει ως τ' αυτιά του.

Η άλλη γυναίκα γύρισε στιγμιαία το κεφάλι προς τα πίσω παρατηρώντας τον με τα μικροσκοπικά της μάτια, σουφρώνοντας με δυσφορία την μύτη. Το χτυπητό βάψιμο του προσώπου της με κοκκινάδι εντυπωσίαζε δυσάρεστα. "Πόσες φορές σου είχα πει, να αποφεύγεις τα μέρη που συχνάζουνε οι άντρες; Αν μ' είχες ακούσει, δεν θα είχες κινδυνεύσει" απάντησε με την στριγκιά φωνή της.

Η Ναζουάντα συνέχισε να βαδίζει ευθυτενής όπως πάντοτε, δίχως να δώσει άλλη σημασία στο γεγονός, χωρίς όμως και να κοιτάξει δεύτερη φορά προς την μεριά του. Καθώς τα βήματά της απομακρύνονταν, η καρδιά του βυθιζόταν στο σκοτάδι του διαδρόμου. Του πήρε ώρα ν' ανακαλύψει την σωστή κατεύθυνση γυρνώντας πάλι προς τις γρανιτένιες πόρτες της αίθουσας όπου τους είχε δεχθεί ο Τζόρμανταρ. Όσο κι αν βάδισε δεν είδε ίχνος πια απ' την Ναζουάντα. Ήταν τέλος πολύ αργά σαν έφτασε και πάλι στο δωμάτιό του, έχοντας χάσει το βραδινό του γεύμα. Όπως και να 'ταν, δεν είχε όρεξη καμία κι ούτε μπουκιά ψωμί δεν θα μπορούσε την ώρα εκείνη να κατεβάσει. Πέρασε όλες τις επόμενες ώρες του με συναισθήματα ανάμεικτα, που πότε τον ανέβαζαν στους ουρανούς για την απρόσμενη αυτή συνάντηση, πότε τον κατεβάζανε στα τάρταρα της απαισιοδοξίας. Μπορεί η Ναζουάντα να θυμόταν ακόμα το όνομά του, μιας και τον είχε αποκαλέσει μ' αυτό χαιρετώντας τον, μήπως όμως είχε ξεχάσει τις προσωπικές στιγμές τους κατά τον χρόνο που μεσολάβησε; Μήπως είχε ξεχάσει την αιώνια φιλία που υποσχέθηκε;

Κάθισε στο μοναδικό του κάθισμα, μπροστά στο τραπεζάκι της κάμαρής του. Απάνω εκεί είχε ακουμπήσει έναν μικρό καθρέφτη, που είχε φέρει με τα λιγοστά του πράγματα από την Άμπερον. Ο Τόρνακ χρησιμοποιούσε τον καθρέφτη αυτόν την ώρα του ξυρίσματος. Όλοι οι στρατιώτες στην υπηρεσία του Μόρζαν είχαν υποχρεωθεί να ξυρίζουν επιμελώς τα γένια τους. Ο Μόρζαν ποτέ δεν θα ανεχόταν οι άντρες του, να προσφέρουν σε ώρα μάχης στον εχθρό την εξουδετερωτική λαβή του αρπάγματος από την γενειάδα. Κανένας τους δεν είχε γένι. Έτσι κι ο Τόρνακ, μετά από χρόνους πολλούς συνήθειο, ξύριζε επιμελώς τα μαγουλά του. Ο Μέρταγκ, εδώ και μήνες, χρησιμοποιούσε ένα απ' τα δικά του τα ξυράφια.

Τράβηξε τώρα μπρος του το καθρεφτάκι κοιτάζοντας προσεκτικά το πρόσωπό του. Μήπως αιτία για την ψυχρότητα της Ναζουάντα ήταν, ότι φαινόταν στα μάτια της μικρός στα χρόνια; Αναρωτήθηκε, αν άφηνε λιγάκι γένι… Στον Μέρταγκ είχαν φυτρώσει κάμποσες τρίχες στο πλάι των παρειών και τους κροτάφους· λίγες, ακόμα αραιές, στο πάνω χείλος και στο πηγούνι. Αν έμενε αξύριστος για κάποιες μέρες, ίσως το παρουσιαστικό του ταίριαζε με την πρώιμα μεστωμένη ομορφιά της. Αλλά και πάλι, η εικόνα που θα παρουσίαζε θα ήταν μάλλον αστεία. Το γένι του δεν ήταν ακόμα τόσο πυκνό, ώστε να επιτρέψει μια ευπρεπή γενειάδα, που θα τον έδειχνε λιγάκι μεγαλύτερο.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι προσπαθώντας να φέρει στις σκέψεις του τις θετικές εικόνες της παρουσίας της. Ήταν το ίδιο όμορφη όπως πάντα, το ίδιο ευγενική… Τα μάτια της – αχ, αυτά τα γλυκά αμυγδαλωτά της μάτια – τον είχαν κοιτάξει με σοβαρότητα την ώρα που τα χείλη της έλεγαν το όνομά του. Όχι, δεν υπήρχε η περίπτωση να τον έχει ξεχάσει. Πώς είχε περάσει τέτοια σκέψη απ' το μυαλό του; Μπορεί η θέση της στην ιεραρχία των Βάρντεν να… την κρατούσε μακριά του. Ναι, αυτό θα ήταν… Όμως… αυτό μήπως σήμαινε, ότι ποτέ…

Πέρασε κι άλλες ώρες στριφογυρίζοντας στο στρώμα. Σκέψεις δυσάρεστες παρεισέφρηαν ανάμεσα στις ονειροπολήσεις του κι ο ύπνος δεν ερχόταν. Τέλος κοιμήθηκε με τα μάτια υγρά κι έναν κόμπο να τον σφίγγει στον λαιμό. Πώς θα ζούσε κάτω απ' τις σκιές του κόσμου δίχως την αγάπη της;

Ξύπνησε το ερχόμενο πρωί με μια παράξενη αίσθηση προσμονής. Πεινούσε, γιατί είχαν περάσει ώρες πολλές από το τελευταίο γεύμα του, μα πιο πολύ διψούσε. Ετοιμάστηκε γοργά για μια αστραπιαία επίσκεψη στις κουζίνες, πριν πάρει τον δρόμο για το πεδίο της εξάσκησης. Την ώρα που έστρωνε βιαστικά τα στρωσίδια πάνω στο κρεβάτι, η πόρτα της κάμαρας έκρουσε δυνατά απ' έξω. Ο Μέρταγκ άνοιξε, για να αντικρίσει παραξενεμένος στο άνοιγμά της ένα αγόρι. Θα πρέπει να ήταν κι αυτός μαντατοφόρος, γιατί φορούσε το γνωστό πέτσινο γιλέκο, στολισμένο στους ώμους με κόκκινα σιρίτια, που ο Μέρταγκ είχε δει να φορούν οι μαντατοφόροι που μετέφεραν μηνύματα για τους Βάρντεν.

Ο μικρός μόλις τον είδε έκανε ένα βήμα πίσω, υποκλίθηκε και παίρνοντας ύφος σοβαρό άρχισε να μιλά. "Ευγενικέ πολεμιστή, το όνομά μου είναι Τζάρσα γιος του Τζάροντ και μεταφέρω μήνυμα της κυράς του. Θα ήθελες να το ακούσεις;"

Ο Μέρταγκ αναστατώθηκε. "Και ποια είναι η κυρά σου, Τζάρσα γιε του Τζάροντ;" Η καρδιά μέσα στο στήθος του άρχισε να πάλλεται γοργά.

"Η κυρά μου είναι η Ναζουάντα, κόρη του Άτζιχαντ, του αρχηγού των Βάρντεν" αποκρίθηκε με πλείστη σοβαρότητα το αγόρι.

"Πες μου το μήνυμά σου!"

"Η κυρά μου η Ναζουάντα σε χαιρετά και εύχεται να είσαι καλά στην υγεία σου" άρχισε το παιδί με τον τυπικό λόγο, που είχε συνηθίσει να μεταφέρει τα μηνύματά του. "Θα επιθυμούσε να έχει μία ιδιαίτερη συνάντηση μαζί σου, αν και εσύ αποδεχόσουν να την συναντήσεις."

Ο Μέρταγκ ανάσανε βαθιά. Με δυσκολία κρατήθηκε, να μην αγκαλιάσει το παιδί σηκώνοντάς το στον αέρα απ' τον ενθουσιασμό του. "Πες στην κυρά σου να ορίσει ώρα και τόπο. Και βέβαια δέχομαι να την συναντήσω."

"Η κυρά μου λέει, πως αν είσαι σε θέση να την δεχτείς εδώ και τώρα, είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για μια συνάντηση."

Ο Μέρταγκ βγήκε ανάστατος απ' το δωμάτιο κοιτάζοντας πάνω και κάτω στον διάδρομο. Η ώρα ήταν πολύ πρωινή, κανείς ακόμα δεν είχε προβάλλει απ' τους συνοίκους του οδεύοντας προς το πεδίο της εξάσκησης. Ανάμεσα από τις σκιές ξεχώρισε ξαφνικά μια γυναικεία σιλουέτα.

"Μέρταγκ!"

Ο νέος υποκλίθηκε βαθιά μπροστά της κι έγνεψε με το χέρι, ότι την προσκαλούσε. Η Ναζουάντα ακούμπησε στον ώμο του αγοριού ωθώντας τον Τζάρσα απαλά μέσα στην κάμαρα. Μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω τους, η κοπέλα στράφηκε προς το παιδί.

"Σ' ευχαριστώ, Τζάρσα, που μου έδειξες τον δρόμο. Επανέλαβες σωστά το μήνυμά σου. Τώρα, παρακαλώ, στάσου παράμερα, να περιμένεις να με οδηγήσεις πάλι πίσω, στο γραφείο του πατέρα μου, όταν τελειώσω όσα έχω να κάνω."

Με κόκκινα μάγουλα το αγόρι αποτραβήχτηκε στην μια γωνιά να περιμένει, ευχαριστημένο για τον έπαινο. Ο Μέρταγκ πρόσφερε το μοναδικό κάθισμα που υπήρχε μέσα στο δωμάτιο στην Ναζουάντα. Η καρδιά του ήταν ανάστατη για την απρόβλεπτη αυτή επίσκεψή της.

"Δεν θα καθίσω για πολύ" είπε η κοπέλα γνέφοντας στο παιδί, ότι μπορούσε αυτό να χρησιμοποιήσει το κάθισμα.

Ο Μέρταγκ βιάστηκε να το σπρώξει όσο παράμερα μπορούσε, πιέζοντας κρυφά ένα μικρό νόμισμα μέσα στην παλάμη του αγοριού που κάθισε περιμένοντας υπομονετικά.

Στάθηκαν κι οι δύο ορθοί σε μικρή απόσταση αντικριστά ο ένας απ' τον άλλον. Σήμερα δεν φορούσε το όμορφο βελουδένιο φόρεμα, με το οποίο την είχε δει την προηγούμενη, αλλά ένα ζευγάρι απ' τα φαρδιά παντελόνια που συνήθιζε κατά τα μαθήματα της ξιφασκίας. Ένα λευκό, σταυρωτό πουκάμισο, ζωσμένο με φαρδιά, δερμάτινη ζώνη τόνιζε τα καμπυλωτά της στήθη, ενώ το γνωστό μαχαίρι ήταν περασμένο στο θηκάρι του.

Ο Μέρταγκ χαμογέλασε. Τα μάτια του γέμιζαν με την ομορφιά της, το λεπτό της άρωμα ξεχύθηκε μέσα στην μικρή κάμαρα. "Ναζουάντα…" Ανάστατος έτεινε το χέρι προς την μεριά της, μαζεύοντάς το την τελευταία στιγμή, καταλαβαίνοντας πόσο ανεπίτρεπτο θα ήταν να την αγγίσει.

"Μέρταγκ," άρχισε η κοπέλα σοβαρά "θα ήθελα να εκφράσω την ειλικρινή μου λύπη, για τον θάνατο του πατέρα σου κι αγαπητού μου διδασκάλου. Με βαθιά οδύνη της ψυχής πληροφορήθηκα, εδώ και μήνες, ότι ο δάσκαλός μου της ξιφασκίας, δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας." Τα μάτια της έκλεισαν για λίγο και πάνω στο όμορφο πρόσωπό της ξεχύθηκε η εικόνα μιας φανερής θλίψης. "Καταλαβαίνω πόσο μεγάλο θα ήταν το χτύπημα για σένα."

Ο Μέρταγκ ένευσε τις ευχαριστίες του για την ειλικρινή εκδήλωση της λύπης της. Πάνω όμως που ήταν έτοιμος να απαντήσει, η Ναζουάντα πήρε ξανά τον λόγο.

"Παρ' όλα αυτά, χαίρομαι ειλικρινά, που σε έχουμε κοντά μας. Δεν έχω λησμονήσει ότι είσαι φίλος και σωτήρας μου, ούτε την αξέχαστη εμπειρία της διδαχής του τόξου από σένα. Ομολογώ το πόσο ενδιαφέρουσα και χρήσιμη μου είχε φανεί τότε αυτή η δεξιότητα. Δυστυχώς όμως, στο ενδιάμεσο διάστημα δεν το κατόρθωσα, παρ' ότι πολύ το ήθελα, να εξασκηθώ όπως έπρεπε." Η κοπέλα του χαμογέλασε ευγενικά. "Γνωρίζω, ότι ο χρόνος σου είναι περιορισμένος, γνωρίζω επίσης τα όσα προσφέρεις στον στρατό των Βάρντεν." Έκανε μία παύση, προσπαθώντας να διακρίνει μεσ' στα μάτια του τι εντύπωση του είχαν κάνει τα λόγια της. "Ήλπιζα όμως, ότι μιας και βρίσκεσαι ανάμεσά μας, θα ήθελες να αναλάβεις να με διδάξεις την δεξιότητα της τοξοβολίας."

Άθελά του ένα μεγάλο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Δώδεκα ώρες πριν ζούσε βουτηγμένος στην απελπισία, ότι ίσως δεν την ξανάβλεπε, αλλά να την τώρα, όχι μονάχα τον θυμόταν, τον εκτιμούσε και προσέφερε την φιλία της ξανά, αλλά ζητούσε λίγο από τον χρόνο του· χρόνο που επρόκειτο να περνούν μαζί.

"Θα είναι για μένα τιμή μεγάλη, Ναζουάντα, να επαναλάβουμε μαζί τα μαθήματα του τόξου" είπε ο Μέρταγκ. "Η κάθε ώρα και στιγμή μου βρίσκεται στην διάθεσή σου."

Η κοπέλα γέλασε ευχάριστα. Ταυτόχρονα ένευσε στον Τζάρσα, ότι είχε έρθει η ώρα να σηκωθεί. "Ούτε να φανταστώ, ότι θα στερήσω έναν άξιο δάσκαλο του ξίφους από τον χρόνο του με τους άντρες των Βάρντεν" απάντησε. "Ίσως βέβαια, αν κι εσύ συμφωνούσες, να βρισκόμαστε τα πρωινά, προτού αρχίσουν οι δραστηριότητες της μέρας… Υπάρχει ένας μικρός λόφος στην άκρη του πεδίου εξάσκησης, όπου θα μπορούσαμε να ασκηθούμε. Εκεί κανέναν δεν θα ενοχλούσαμε, ούτε και θα μας ενοχλούσαν."

Ο Μέρταγκ ένευσε φορτισμένος συναισθήματα, ενώ μέσα στο στήθος η καρδιά του κόντευε να σπάσει απ' την λαχτάρα. "Θα γίνει όπως επιθυμείς, Ναζουάντα" είπε. "Εκεί θα βρίσκομαι αύριο πολύ πρωί, να περιμένω με χαρά την ώρα της εξάσκησης."

Η κοπέλα φύλαγε γι' αυτόν το πιο γλυκό της χαμόγελο. "Γιατί όχι τώρα;"

.*.*.*.

Ο Τζάρσα μασούλαγε ένα μήλο καθισμένος πάνω σ' ένα κομμάτι βράχο, που κάποτε είχε θραυστεί από τα τοιχώματα του κρατήρα και τώρα παρέμενε πεταμένο στο πλάι της μικρής λοφοπλαγιάς. Το αγόρι απέφευγε να βρίσκεται μέσα στην πιθανή πορεία που θα διένυαν τα βέλη της Ναζουάντα, αν και η κόρη του αρχηγού των Βάρντεν ήταν μια επιδέξια τοξεύτρια. Τουλάχιστον έτσι είχε ακούσει να επαναλαμβάνει πολλές φορές ο νεαρός εκπαιδευτής της. Το αγόρι βαριόταν. Έπρεπε καθημερινά, πολύ πρωί και πριν ακόμα ξυπνήσουν όλα τα άλλα μέλη των Βάρντεν, προτού ακόμα αρχίσει η δραστηριότητα μιας συνηθισμένης μέρας, να ακολουθεί την κυρά του την Ναζουάντα μέχρι τον λόφο στο πλάι του πεδίου εξάσκησης. Εκεί ο εκπαιδευτής της θα την περίμενε για να αρχίσουν την συνήθη εκπαίδευση της μέρας. Όχι όμως προτού τον φιλοδωρήσει με κάποιο νόμισμα μικρής αξίας, ή με κάποια λιχουδιά από τις κουζίνες, όπως σήμερα αυτό το μήλο. Κατόπιν, ενώ ο Τζάρσα θα βολευόταν κάπου περιμένοντας, εκείνοι θα πήγαιναν όλο και σε μακρύτερη απόσταση από τον στόχο, με την κυρά του να κρατά το τόξο με περασμένη την χορδή και τα βέλη της στην μικρή φαρέτρα, την κρεμασμένη από τον ώμο. Ο νεαρός εκπαιδευτής στεκόταν συνήθως πίσω της. Το αγόρι τον έβλεπε να διορθώνει τις κινήσεις των χεριών της και των ώμων αγγίζοντάς την απαλά· να δίνει οδηγίες για το πώς πρέπει να κρατιούνται οι αγκώνες της στον αέρα· να εξετάζει ένα-ένα τα βέλη προτού εκείνη τα περάσει στην χορδή της.

Η κυρά ήτανε σχεδόν πάντοτε εύστοχη και όσο οι μέρες περνούσαν ολοένα καλυτέρευε. Παρ' όλα αυτά ο εκπαιδευτής δεν έπαυε να της ψιθυρίζει οδηγίες κοντά στο αυτί, να επαναλαμβάνει ενίοτε κάτι πάλι και πάλι, λόγια που ποτέ όμως δεν έφταναν ως τα όρια της ακοής του Τζάρσα. Η κυρά τότε συχνά-πυκνά χαμογελούσε, έστρεφε ενίοτε προς την μεριά του κι ανταπαντούσε στις παρατηρήσεις του, φυλάγοντας γι' αυτόν τα πλέον διαλεχτά χαμόγελα. Όταν η ώρα της εξάσκησης τελείωνε, θα στέκονταν ο ένας αντικριστά του άλλου, θα αντάλλασσαν μερικούς ακόμα λόγους – πάλι φροντίζοντας να μην ακουστούν – θα βάδιζαν ίσως μαζί για λίγο προς την μεριά του λόφου και πάλι πίσω. Κατόπιν ο εκπαιδευτής θα πήγαινε βιαστικός προς τα καθήκοντά του κι ο Τζάρσα θα συνόδευε την κυρά του πίσω στις αίθουσες του Τροντζχάιμ.

Το αγόρι πέταξε πέρα τα υπολείμματα του μήλου με τα κουκούτσια. Κοιτάζοντας βαριεστημένα προς το πεδίο της εξάσκησης είδε τους άντρες να έχουν αρχίσει να μαζεύονται ερχόμενοι κατά ομάδες. Σαν περισσότερο να είχε κρατήσει την μέρα τούτη το μάθημα τοξοβολίας. Χωρίς να το θέλει, ένας στεναγμός βγήκε απ' το στήθος του. Ήταν πολύ πρωί κι η νύστα βάραινε τα μάτια του ακόμα, είχε όμως πολλά καθήκοντα να εκτελέσει, μέχρι να έρθει η ώρα της ξεκούρασης. Καλό θα ήταν η κυρά του να βιαζόταν. Ο αρχηγός των Βάρντεν θα είχε φτάσει ήδη στο γραφείο του, σε λίγο θα την αναζητούσε. Ο Τζάρσα είδε τον νεαρό εκπαιδευτή να μαζεύει το τόξο της κυράς του και τα βέλη της μέσα στην φαρέτρα. Να στέκει για λίγο σιμά της, ν' ανταλλάσσουν κάποια κρυφομιλήματα όπως πάντα. Αλλά τι παράξενο! Τον είδε επίσης, να παίρνει το χέρι της μέσα στα δικά του… να το φιλά…

Ο Τζάρσα σκέφτηκε, ότι θα πρέπει να ήταν βαρετό να μεγαλώνει κάποιος. Όλοι εκείνοι οι τύποι της συμπεριφοράς και οι ευγένειες… Η κυρά του χρονοτρίβησε για λίγο επιτρέποντας στον εκπαιδευτή να της κρατά το χέρι. Ευτυχώς σύντομα χωρίστηκαν, του έγνεψε να την ακολουθήσει και αποχώρησε απ' το πεδίο της εξάσκησης χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Ο εκπαιδευτής παρέμεινε στην ίδια θέση βλέποντάς τους ν' απομακρύνονται.

.*.*.*.

Ο Άτζιχαντ ήταν ενήμερος για τα μαθήματα τοξοβολίας της Ναζουάντα. Χωρίς να είναι αντίθετος, δεν είχε γι' αυτά επίσημα συναινέσει. Παρατηρούσε από απόσταση την σχέση που άρχιζε να δημιουργείται μεταξύ της κόρης του και του νεαρού ξιφομάχου και διατηρούσε γι' αυτήν κάθε επιφύλαξη. Παρά το ότι μάθαινε τα καλύτερα για τον Μέρταγκ, το ένστικτό του εξακολουθούσε να τον επηρεάζει κατά του νέου. Ποτέ δεν είχε αποτρέψει την κόρη του από του να τον συναναστρέφεται – η Ναζουάντα ήταν κοπέλα με ώριμο χαρακτήρα και ακλόνητη σιγουριά για όσα επιθυμούσε για το μέλλον, έτσι σίγουρα δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της κάποια απρέπεια – σκόπευε όμως να της μιλήσει λίαν συντόμως, εφιστώντας την προσοχή της σε κάποια θέματα.

Οι δίδυμοι μάγοι είχαν ενημερώσει τον Άτζιχαντ για τα ευρήματα του νου του Μέρταγκ, αμέσως μετά που εκείνος εξετάστηκε. Χρησιμοποιώντας την διανοητική σύνδεση που μοιράζονταν, ο ένας μάγος εξέταζε κι ο άλλος ανέφερε ό,τι είχε αποδώσει η διείσδυση στον νου του νέου. Παρά το ότι η Ντου Βράνγκρ Γκάτα διαβεβαίωνε, ότι δεν ήταν στο ελάχιστο κάτοχος μαγικών δυνατοτήτων, για να μπορέσει να τους βλάψει και ότι ήταν ένθερμος υποστηριχτής των Βάρντεν, υπήρχαν κάποιες σκιές στο παρελθόν του. Σκιές που έρχονταν να προστεθούν στο ένστικτο της ορμέμφυτης αντιπάθειας, που ένιωθε ο Άτζιχαντ κατά του Μέρταγκ. Ποιο ήταν άραγε το κάστρο πέρα από το δάσος, στο οποίο είχε ζήσει με τον Τόρνακ; Ποιος ήταν ο άντρας με το σπαθί που παρουσιαζόταν καλυμμένος πίσω απ' τις φλόγες; Ποια ήταν η γυναίκα μέσα στις σκιές, που φρόντιζε τον πόνο του; Αυτά όλα τα παράξενα, καθώς και μνήμες που έβγαζε στην επιφάνεια το παρουσιαστικό του νέου, άφηναν υποψιασμένο τον Άτζιχαντ.

Ήταν ένα συνηθισμένο πρωινό, μόλις η Ναζουάντα είχε παρουσιαστεί στο γραφείο του, που ο αρχηγός των Βάρντεν είχε φέρει άμεσα την συζήτηση στο θέμα του Μέρταγκ.

"Θα ήθελα να σου εφιστήσω την προσοχή, θυγατέρα, σχετικά με τις επαφές που έχεις με τον νεαρό εκπαιδευτή των όπλων. Καλόν θα ήταν, να μην εμφανίζεσαι ότι απονέμεις εύνοια προς κάποιον νέο. Είσαι η κόρη του αρχηγού των Βάρντεν, είμαι σίγουρος ότι ποτέ δεν το ξεχνάς, και θα ήταν πρέπον να κρατάς ίσες αποστάσεις απ' όλους. Αυτό δεν σου το λέω για τον φόβο, ότι ίσως σε κουβεντιάζουν, για τις ελάχιστες στιγμές της μέρας σου που περνάς κοντά του. Είμαι απόλυτα πεπεισμένος, ότι κι εσύ κρατάς την θέση που αρμόζει κι εκείνος διαθέτει την απαιτούμενη ευγένεια, ώστε να μην φέρει ποτέ σε θέση δύσκολη μία κοπέλα. Πρόκειται, όπως καταλαβαίνεις, για λόγους γοήτρου. Σαν κόρη δική μου το κύρος και η υπόληψή σου πρέπει, όχι μόνο να είναι, αλλά και να φαίνονται άμεμπτα."

Η Ναζουάντα είχε κοιτάξει σοβαρά τον Άτζιχαντ με τα υγρά, βελουδένια της μάτια. Στα χρόνια που είχε ζήσει κοντά του, όχι μονάχα σαν θυγατέρα, αλλά και σαν βοηθός που εργαζόταν πλάι του, τον γνώριζε τόσο καλά, που εύκολα μπορούσε να καταλαβαίνει τις αλλαγές στην διάθεσή του. Ο Άτζιχαντ δεν ήταν θυμωμένος. Αν ήταν, θα της είχε μια και καλή απαγορεύσει τα μαθήματα τοξοβολίας. Φαινόταν περισσότερο ανήσυχος, όχι αναστατωμένος, ή με την ταραχή που προξενούσαν πάντοτε δυσάρεστες ειδήσεις, αλλά σαν να βρισκόταν σε μια κατάσταση που είχε διασαλευτεί η ευρυθμία της σχέσης του με τον κόσμο. Ο πατέρας της κάτι φοβόταν· και επειδή ο Άτζιχαντ δεν ήταν άντρας που ενέσκηπτε στους φόβους του, ό,τι φοβόταν δεν είχε ίσως απτή υπόσταση.

"Ο Μέρταγκ είναι φίλος μου, πατέρα" αποκρίθηκε η κοπέλα. "Είναι ο σωτήρας μου, που έσωσε στην Άμπερον την ζωή μου. Το χρέος που έχουμε σε αυτόν είναι μεγάλο." Η Ναζουάντα κοίταξε προσεκτικά τον Άτζιχαντ μέσα στα μάτια προσδοκώντας να δει τι εντύπωση του είχαν κάνει τα λόγια της. Εκείνος κάθισε στο γραφείο του σιωπηλός περιμένοντάς την να συνεχίσει. Ο αρχηγός των Βάρντεν ήταν σίγουρος, ότι η κόρη του είχε να πει και κάτι ακόμα. "Είναι επίσης γιος του Τόρνακ, του οπλοδιδασκάλου μου, που ξέρεις καλά πόσο εκτιμούσα την διδαχή του."

Ο Άτζιχαντ ένευσε την παραδοχή του στα λόγια της Ναζουάντα. "Γνωρίζεις καλά, θυγατέρα, το πόσο εκτιμούσα τον δάσκαλο της ξιφασκίας σου. Αν όχι, δεν θα του είχα ζητήσει κάποτε να ενωθεί με τον σκοπό μας. Εκείνος όμως αρνήθηκε." Της αντιγύρισε το βλέμμα αναμετρώντας την εντύπωση που είχαν κάνει σ' αυτήν τα δικά του λόγια. "Ναι, είναι αλήθεια" αποκρίθηκε στο ξάφνιασμά της. "Είχε τότε ίσως αιτίες σοβαρές για να αρνηθεί και, βέβαια, δεν πρέπει να παραπονούμαι, μιας κι έχουμε τώρα εδώ τον γιο του. Παρά την ευγνωμοσύνη που του χρεωστώ, δεν παύουν να υπάρχουν υποψίες, που δεν βαρύνουν βέβαια τον οπλοδιδάσκαλο, αλλά το ίδιο το αγόρι. Το όλον παρουσιαστικό του μου φέρνει στην μνήμη δυσάρεστες εικόνες από το παρελθόν."

Η Ναζουάντα κοίταξε τον πατέρα της παραξενεμένη. "Πώς είναι δυνατόν; Ο Μέρταγκ είναι δεν είναι έναν, το πολύ ενάμιση χρόνο πιο μεγάλος από μένα."

Ο Άτζιχαντ άνοιξε ένα συρτάρι του γραφείου του σιωπηλός, αποφασισμένος ότι είχε έρθει ο καιρός, να μοιραστεί με την Ναζουάντα τους ενστικτώδεις λόγους της αντιπάθειάς του. Έβγαλε από μέσα μία μικρή ξύλινη πινακίδα και την κράτησε λίγες στιγμές στα χέρια του. Πάνω στο ξύλο είχε, χρόνους πριν, αποτυπωθεί με τρόπο μαγικό το πρόσωπο ενός άντρα. "Αυτή η προσωπογραφία ανήκει σε κάποιον που ήταν κάποτε ο δεύτερος ισχυρός άντρας της αυτοκρατορίας, μετά τον Γκαλμπατόριξ" είπε στην Ναζουάντα. "Κάποιοι θα θεωρούσαν, ότι ήταν περισσότερο κτήνος, παρά άντρας, όχι μονάχα για όσα επέλεξε να πράξει, αλλά και για την ευχαρίστηση που αντλούσε απ' αυτά." Ο Ατζιχαντ έτεινε το πορτραίτο προς την μεριά της Ναζουάντα. "Σαν όνομα σου είναι γνωστός. Όσο ζούσε, τον αποκαλούσαν Μόρζαν, ο πρώτος και τελευταίος απ' τους προδότες. Αμφιβάλω όμως, αν έχεις ξαναδεί το πρόσωπό του. Ή ίσως έχεις; Κοίτα λοιπόν και πες μου, αν σου θυμίζει κάποιον."

Η Ναζουάντα πήρε προσεκτικά την μικρή προσωπογραφία στα χέρια της. Το πορτραίτο που κρατούσε παρουσίαζε έναν άντρα με μαύρα μακριά μαλλιά και πρόσωπο όμορφο. Δυο μάτια παράταιρα – το ένα στο χρώμα του σκοταδιού, το άλλο γαλάζιο – την κοίταζαν πάνω από την ξύλινη επιφάνεια με περισσή σκληρότητα. Αντίθετα με τα όσα είχε υπαινιχθεί ο πατέρας της, η ίδια δεν εύρισκε καμία ομοιότητα με τον Μέρταγκ, εκτός ίσως από τα μαύρα τους μαλλιά. Παρά την αρρενωπή ομορφιά του, το υπεροπτικό ύφος του Μόρζαν κι η αγριάδα του προσώπου του, ήταν κάτι που ποτέ δεν είχε διακρίνει στο πρόσωπο του φίλου της. Ή μήπως είχε; Η Ναζουάντα θυμήθηκε τα μάτια του Μέρταγκ, το αγριεμένο πρόσωπό του, την φλέβα που όλο οργή παλλόταν στο μέτωπό του, όταν, ανεβασμένοι και οι δυο τους πάνω στα τείχη της Άμπερον, εκείνος ήταν έτοιμος να σκοτώσει δίχως έλεος τον δεύτερο από τους σταλμένους δολοφόνους. Και πάλι όμως… Αποκλείεται! Η Ναζουάντα επέστρεψε το πορτραίτο στον Άτζιχαντ πεισματικά αρνούμενη να παραδεχτεί αυτήν την σκέψη. "Δεν βρίσκω σε τίποτε να μοιάζει με τον Μέρταγκ, πατέρα μου" του είπε.

Ο Άτζιχαντ ένευσε και κλείδωσε και πάλι το πορτραίτο στο συρτάρι. Ήταν έργο καμωμένο με τρόπο μαγικό από κάποιον μάγο, μέλος της Ντου Βράνγκρ Γκάτα, που είχε κάποτε γνωρίσει τον δρακοκαβαλάρη. Κυκλοφορούσαν και άλλα πορτραίτα του Μόρζαν, ο Άτζιχαντ όμως εύρισκε αυτό να είναι το πιο αυθεντικό. Τον παρουσίαζε με όλη την αγριότητα και σκληράδα που είχε, όπως κι ο ίδιος τον θυμόταν. Σκοπός του δεν ήταν να επηρεάσει την θυγατέρα του εναντίων του Μέρταγκ, παρά μονάχα να την προειδοποιήσει. Κι αυτός ο ίδιος είχε περάσει ώρες πολλές προβληματισμένος για τις αιτίες, που μία τέτοια αντιπάθεια λέκιαζε την καρδιά του κατά ενός νέου, που ήταν και ευεργέτης του. Έφταιγε το γεγονός ότι ήταν επηρεασμένος από το δικό του παρελθόν; Η Ναζουάντα δεν είχε μπορέσει να διακρίνει καμία ομοιότητα ανάμεσα στον Μόρζαν και τον Μέρταγκ. Η Ναζουάντα όμως δεν είχε δει ποτέ της τον Μόρζαν να κινείται, ούτε και είχε ακούσει την φωνή του όταν μιλούσε. Αν είχε, ίσως δεν ήταν τόσο αντίθετη για την ομοιότητά του με τον Μέρταγκ. Ο Άτζιχαντ θα συνέχιζε να στηρίζεται στο ένστικτο, που τον προειδοποιούσε κατά αυτού του νέου.

"Δεν είναι πώς κατηγορώ τον φίλο μας για κάτι" είπε στην θυγατέρα του. "Αν όμως, λέω, αν… αποδεικνυόταν μία στις χίλιες, ότι έχω δίκιο; Ο σωστός πολιτικός φροντίζει εκ προοιμίου για όλες τις καταστάσεις, θυγατέρα. Το μόνο που ζητώ είναι, να τον προσέχεις."

Μην θέλοντας να δυσαρεστήσει τον πατέρα που υπεραγαπούσε, η Ναζουάντα συμφώνησε μαζί του. "Θα τον προσέχω, πατέρα μου, μείνε ήσυχος."

Ο Άτζιχαντ και η υπόθεση των Βάρντεν ήταν η ίδια η ζωή της. Στόχος της ήταν να προσφέρει όσο περισσότερο μπορούσε, ώστε οι ιδέες του να γίνουν πράξεις. Σίγουρα είχε κάποια αισθήματα για τον Μέρταγκ και τον εκτιμούσε, είτε σαν φίλο που μοιράζονταν ενδιαφέρουσες συζητήσεις, είτε και σαν σωτήρα. Μπορεί ακόμα και στα βάθη της ψυχής της η κοριτσίστικη φιλαρέσκεια να κολακευόταν, όταν τον έβλεπε να μην καταφέρνει να κρύψει επιδέξια τον έρωτά του. Ο πατέρας της όμως εξακολουθούσε να είναι ο άντρας που επηρέαζε την ζωή της. Άλλωστε, σύμφωνα πάντα με τα λόγια της προφήτισσας, ο αγαπημένος, με τον οποίο θα μοιραζόταν τους πολλούς της χρόνους, θα ήταν σημαδεμένος. Ο Μέρταγκ όμως δεν θα μπορούσε να είναι ο σημαδεμένος της προφητείας, πόσο μάλλον, αν αυτός συνδεόταν με κάποιον τρόπο με τον Μόρζαν.


Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.