Στη μούσα μου, την 815 BrokenPencils.


Ριψοκίνδυνες αποφάσεις

Ο άντρας άφησε τα λιγοστά υπάρχοντα που κρατούσε να πέσουν στη γη, κατόπιν έσπρωξε με τον ώμο και το πλευρό την πόρτα της καλύβας του ερημίτη. Η πόρτα έτριξε πάνω στους σκουριασμένους μεντεσέδες και άνοιξε δύσκολα. Ο άντρας μπήκε στο μοναδικό δωμάτιο κοιτάζοντας τα ελάχιστα αντικείμενα που περιείχε. Υπήρχε απλωμένη ένα γύρω λιγότερη σκόνη απ' όση περίμενε κι όπως του είχαν υποσχεθεί, βρήκε κάποια στοιχειώδη εφόδια αποθηκευμένα στο ερμάρι.

"Μπορείς να μείνεις στην καλύβα του ερημίτη όσο θες" είχε πει εκείνη. "Κι εγώ η ίδια την χρησιμοποίησα για καταφύγιο κάποιες φορές. Θα φέρω νέα εφόδια όσο το δυνατόν πιο σύντομα."

Ο άντρας έκλεισε την πόρτα πίσω του… Όποια δύσκολη απόφαση είχε από καιρό ληφθεί… Τώρα ήταν αυτός ο ερημίτης…

.*.*.*.

"Ήρθες χθες βράδυ στα όνειρά μου…" Είπε την αρχή της φράσης σοβαρά, ψιθυριστά σχεδόν, αφήνοντας την συνέχεια να επικρέμεται στον υγρό αέρα που τους περικύκλωνε. Αποφεύγοντας να διακρίνει μέσα στα μάτια του την εντύπωση που του είχαν προκαλέσει τα λόγια της, έστρεψε αργά και βάδισε κατά μήκος του λαξευμένου διαδρόμου. Το βήμα της την απομάκρυνε από την άκρη του σκαλισμένου ζαφειριού-αστερία, το πάνω μέρος του οποίου παρατηρούσε μαζί της έκθαμβος εδώ και ώρα.

Δεν ήταν η πρώτη φορά, που στις πολυσχιδείς συζητήσεις τους άφηνε μια μικροσκοπική νύξη μιας κάποιας πιο προσωπικής προσέγγισης. Είχαν μιλήσει κι άλλοτε για σκέψεις και ιδέες τους, που, είτε συνήθως αφορούσαν την επανάσταση, είτε κάποιο άλλο αόριστο ιδανικό· όπως την απόλυτα εσωτερική θεώρηση της ελευθερίας. Ήταν η πρώτη φορά όμως, που η ομιλία της, αν και είχε διακοπεί, ήταν ξεκάθαρη δηλώνοντας το ενδιαφέρον της. "Ήρθες χθες βράδυ στα όνειρά μου…" Ο Μέρταγκ ανάσανε βαθιά προσπαθώντας να καταλαγιάσει μέσα του το χτυποκάρδι, που η παρουσία της και μόνο του προκαλούσε πάντα. Τα λόγια της, σχετικά με την επίσκεψή του στα όνειρά της, ξεσήκωναν την νεανική φαντασία του δημιουργώντας ελπίδες. Με μια ακόμα βαθιά ανάσα γέμισε τα πνευμόνια του από το άρωμά της, ενώ τα βήματά του ακολούθησαν τα δικά της. Ξωπίσω τους, σε μια διακριτική αλλά κοντινή απόσταση, ξεχώριζε τον ελαφρύ βηματισμό της καμαριέρας – Φάρικα είχε αποκαλέσει η Ναζουάντα την κοπέλα – που την συνόδευε.

Η σημερνή ημέρα ήταν αργία για τους Βάρντεν κι η Ναζουάντα είχε επιτρέψει στο μικρό αγόρι, τον Τζάρσα, μια μέρα ελεύθερη. Τα σχέδια για την επίσκεψη στα πάνω επίπεδα του Τροντζχάιμ είχαν σχεδιαστεί από καιρό. Η Ναζουάντα είχε προτείνει στον Μέρταγκ μία ξενάγηση στα μέρη που κάποτε αποτελούσαν το δρακοστάσιο του Φάρδεν Ντουρ. Έτσι θα τους δινόταν η ευκαιρία, να παρατηρήσουν το σκαλισμένο ρόδο του Ίζινταρ Μίθριμ απ' την επάνω του πλευρά. Το θέαμα ήταν πράγματι συναρπαστικό και το ζευγάρι είχε σταθεί για ώρα θαυμάζοντας την γιγάντια περιφέρεια του πετραδιού και τους χρωματισμούς που άλλαζαν μέσα στις έδρες του, καθώς οι αχτίδες του θολού φωτός, που έφτανε ως εκεί από την κορυφή του κώνου, διαρκώς μετακινούνταν.

Είχαν ανέβει ως εδώ χρησιμοποιώντας, όχι την Βολ Τούριν, την αέναη κλίμακα των νάνων, αλλά ένα από τα πολλά αναβατόρια, που υπήρχαν είτε για την μεταφορά εφοδίων, ή σπανιότερα και ανθρώπων. Απ' τον καιρό που εξέλιπαν οι δράκοι, δεν ήσαν πολλοί εκείνοι, που θα είχαν κάποια δουλειά σ' αυτά τα μέρη. Πέτρινες γέφυρες οδηγούσαν ακτινωτά από την κορυφή της κύριας αίθουσας του Τροντζχάιμ προς τα τοιχώματα του κώνου του βουνού, όπου και οι σπηλιές των δράκων. Απ' τον καιρό των τελευταίων δρακοκαβαλάρηδων το μέρος είχε βυθιστεί στην ησυχία. Κανείς μπορούσε μόνο να φανταστεί την κίνηση, που θα είχε κάποτε.

"Ήρθες χθες βράδυ στα όνειρά μου…" Ο Μέρταγκ επανέλαβε τα λόγια της μία ακόμη φορά μέσα στον νου του. Πόσο πολύ θα ήθελε να μπορούσε να της πει, ότι αυτή η ίδια ήταν το μόνιμο όνειρο για 'κείνον από την πρώτη κιόλας στιγμή της γνωριμίας τους· πως δεν κοιμόταν, αν πρωτύτερα τα χείλη του δεν είχαν ψιθυρίσει πολλές φορές το όνομά της· πως πάντα θα ξυπνούσε με την δική της σκέψη. Δεν τόλμησε όμως να αναφέρει το παραμικρό, μη θέλοντας να χαλάσει την όποια ψευδαίσθηση η απρόσμενη εξομολόγησή της προκαλούσε, επιθυμώντας να παρατείνει το συναίσθημα ευφορίας της στιγμής για περισσότερο. Συνέχισε να βαδίζει αργά προσαρμόζοντας πάντα το βήμα του στο πλευρό της, κρατώντας τα δύο του χέρια αμήχανα σταυρωμένα μπροστά στην ζώνη του, αποφεύγοντας την όποια τυχαία επαφή μαζί της. Η καμαριέρα ερχόταν πάντα πίσω τους και η απόσταση που τους χώριζε δεν ήταν αρκετή, ώστε να μην ακούγονται απ' αυτήν οι ομιλίες τους.

"Το όνειρο ήταν τρομερό" συνέχιζε τώρα η Ναζουάντα με όσο πιο σιγανή φωνή μπορούσε, μην επιθυμώντας ίσως να ακουστεί απ' το άλλο άτομο, εκτός από τον ίδιον. "Επρόκειτο να φύγεις για κάποια μάχη και σ' αποχαιρετούσα. Παράξενο όμως, δεν θα αναχωρούσες με τους Βάρντεν, αλλά θα πήγαινες μονάχος." Στάθηκε απότομα γυρνώντας, κοιτάζοντας τα γκρίζα μάτια του με τα γλυκά, αμυγδαλωτά δικά της. Το βλέμμα της ήταν σοβαρό, γλυκό και υγρό ταυτόχρονα, σαν να έκρυβε μέσα του τόνους συγκίνησης. "Προσπαθούσα να σε συμβουλεύσω να μην το κάνεις, να σε πείσω ότι ίσως κινδυνεύεις."

Ο Μέρταγκ έγειρε πάνω της μισανοίγοντας τα χείλη σε μια έκφραση χαμόγελου, θέλοντας να της πει, ότι ήταν πάντα εδώ κοντά της, ότι ποτέ του δεν θα έφευγε, να την εγκαταλείψει. Γοργά όμως στήθηκε στο ύψος του και πάλι καταλαβαίνοντας ότι θα ήταν απρεπές να εκφράσει παρόμοια συναισθήματα, προσπαθώντας πίσω από την σοβαροφάνεια και κοινότυπες εκφράσεις, να κρύψει τα ρίγη που προκαλούσε το βλέμμα της στην ραχοκοκαλιά του. "Όμως είμαι εδώ, δεν έφυγα. Κι αν έφευγα, θα ήτανε για το καλό των Βάρντεν."

Η Ναζουάντα έριξε μια κλεφτή ματιά προς την καμαριέρα. Όσο αργό και να ήταν το βήμα της κοπέλας, τώρα που στάθηκαν τους έφτανε. Στράφηκε απότομα και συνέχισε να βαδίζει κατά μήκος της γέφυρας. Έφταναν πια στις κατοικίες των δράκων, κατόπιν συνέχισαν στον παράλληλο με τα τοιχώματα διάδρομο. Ανά αποστάσεις στόμια από μικρές ή μεγαλύτερες σπηλιές ανοίγονταν στα δεξιά τους. Κάποια απ' τα στόμια ήταν τεράστια, μέρη που κάποτε είχαν φιλοξενήσει αρχαίους δράκους μαζί και καβαλάρηδες. Ακόμα διακρίνονταν μέσα σ' αυτά χώροι για την ξεκούραση σκαλισμένοι επάνω στην πέτρα. Στ' αριστερά τους, τώρα που είχαν απομακρυνθεί από την κλεισμένη με το Ίζινταρ Μίθριμ οροφή, άρχισε να χάσκει το κενό ανάμεσα στο Τροντζχάιμ και τα πλαϊνά του ηφαιστειακού κρατήρα. Η απόσταση που είχαν διανύσει από την πόλη ως εδώ ήταν αρκετή. Το φυσικό φως του ήλιου είχε ήδη γείρει κι ένα απαλό λυκόφως απλωνόταν τριγύρω τους. Ο Μέρταγκ πέρναγε υπέροχες στιγμές κοντά της, ίσως όμως, αν χρονοτριβούσαν κι άλλο, σε λίγο δεν θα έβλεπαν πώς να κατέβουν. Καλύτερα θα ήταν να ξεκινούσαν τον γυρισμό. Θα πρέπει να είχαν λείψει ώρες δίχως να καταλάβουν τον χρόνο που περνούσε. Αυτό, είτε το κάθε λεπτό κοντά της είχε κυλήσει με κάποιον μαγικό τρόπο γοργότερα, χωρίς να τον λυπάται.

Η κοπέλα κοντοστάθηκε μπροστά στο άνοιγμα μιας μεγαλύτερης σπηλιάς. "Κουράστηκα" παραπονέθηκε για πρώτη της φορά. "Ας καθίσουμε για λίγο." Χωρίς να περιμένει απόκριση απ' την μεριά του, μπήκε στο άνοιγμα κι έστρωσε τις μακριές της φούστες πάνω στο πέτρινο κρεβάτι, το σκαλισμένο στην αντίπερα άκρη.

Ο Μέρταγκ στάθηκε στο πλάι της ακουμπώντας τον έναν του ώμο στον κρύο τοίχο, ενώ η καμαριέρα παρέμεινε διακριτικά στο άνοιγμα της εισόδου. Το σκοτάδι ήταν πυκνότερο μέσα στην σπηλαιώδη κάμαρα, παρ' όλα αυτά διέκρινε ακόμα αμυδρά το πρόσωπό της. Μπορεί η προηγούμενη στιγμή, εκείνη που του εκμυστηρεύτηκε το όνειρο, να είχε περάσει, ο νέος όμως θέλησε να επαναφέρει λίγη από την μαγεία, μέσα στην οποία είχε προηγουμένως φοβηθεί ν' αφήσει τον εαυτό του να βυθιστεί. "Και… ήταν τόσο τρομερό αυτό το όνειρο; Το ότι θα πήγαινα στην μάχη;"

Η Ναζουάντα χαμογέλασε γλυκά δείχνοντας ταυτόχρονα τον χώρο δίπλα της, προσκαλώντας τον να καθίσει. "Ένα όνειρο ήταν μονάχα" είπε. "Σαν αυτά, που κάποιος ξυπνάει το πρωί κι ανακαλύπτει, ότι ο νους του έπαιζε παιχνίδια μέσα στον ύπνο του, παιχνίδια που δεν έχουν νόημα στην καθημερινή ζωή. Στο φως της μέρας οι φόβοι χάνονται, μην δίνεις σημασία."

Εγκαταλείποντας την προηγούμενη άβολη στάση του μετά την πρόσκλησή της ο Μέρταγκ κάθισε πλάι της. Είχαν βρεθεί κι άλλες φορές τόσο κοντά ο ένας στον άλλον, όπως στο πεδίο της εξάσκησης την ώρα του μαθήματος τοξοβολίας, όμως ποτέ δεν ήταν καθισμένος τόσο κοντά της στο ημίφως. Στράφηκε ο ένας προς την μεριά του άλλου κι απόμειναν να κοιτάζονται στα μάτια. Το χέρι της ακούμπησε απαλά στο πέτρινο κάθισμα πολύ κοντά στον μηρό του. Τα χείλη της μισάνοιξαν, σαν να είχε να πει και κάτι ακόμα, αλλά η σιωπή παρατάθηκε για λίγες ακόμα άβολες στιγμές. Παρά την παρουσία της Φάρικα, η μαγεία επέστρεφε και πάλι. Ο Μέρταγκ έγειρε ξανά προς την μεριά της. Τα μισάνοιχτα, γεμάτα χείλη της τον προκαλούσαν… πώς να ήταν η γεύση τους επάνω στα δικά του;

Η Ναζουάντα του χαμογέλασε γλυκά. Μέσα στα μάτια του διέκρινε μια απέραντη τρυφερότητα. Οι σκούρες μπούκλες των μαλλιών του πλαισίωναν το εφηβικό του πρόσωπο, που είχε αρχίσει ήδη να παίρνει τις σκληρότερες γωνίες του αντρικού. Δεν μπόρεσε να μην σκεφτεί ότι ήταν όμορφος, με μια ομορφιά που περισσότερο την στόλιζε η ευγένεια. Πώς είχε μπορέσει ο πατέρας της να συνδυάσει αυτό το πρόσωπο μ' εκείνο το άλλο, του πορτραίτου; Το πρόσωπο του Μόρζαν πάνω στην ξύλινη επιφάνεια, με το πετρωμένο στο χρόνο άσπλαχνο βλέμμα του, εξέφραζε μία ανείπωτη σκληρότητα. Πώς ήταν δυνατόν η αγριότητα εκείνου, να κάνει τον πατέρα της να τον συγκρίνει με τον Μέρταγκ; Αν υπήρχε κάποια σύμπτωση στο χρώμα των μαλλιών τους, ή άλλων τυχαίων χαρακτηριστικών, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά σύμπτωση. Ο Μέρταγκ είχε αγαπήσει τον πατέρα του, τον Τόρνακ, περισσότερο ίσως από τον μέσο όρο της αγάπης που οφείλει ο γιος προς τον πατέρα, κάτι για το οποίο η Ναζουάντα τον είχε εκτιμήσει. Είχαν μιλήσει μια φορά για εκείνες τις δύσκολες ώρες της αρρώστιας του δάσκαλου της ξιφασκίας, και η κοπέλα είχε καταλάβει, από τα λίγα που ο Μέρταγκ είχε πει, τους τόσους κόπους που είχε καταβάλει, ν' ανακουφίσει τις τελευταίες ώρες του αγαπημένου του πατέρα.

Τώρα και το δικό του χέρι βρισκόταν πολύ κοντά στης Ναζουάντα, τα δάχτυλα ήδη αγγίζονταν. Ο Μέρταγκ είδε την κοπέλα να πλησιάζει το πρόσωπό της στο δικό του. Τα χείλη τους βρέθηκαν τόσο κοντά, σχεδόν ενώθηκαν. Την ώρα εκείνη η καμαριέρα έβηξε διακριτικά. Η μαγεία χάθηκε.

"Ίσως είναι καλύτερα να γυρνάμε, δεσποινίς. Το φως χάνεται γοργά. Σε λίγο δεν θα βλέπουμε."

Η Ναζουάντα ένευσε στην καμαριέρα της χαμογελώντας. "Σε μια στιγμή, Φάρικα, σε μια στιγμή." Συνέχισε να παραμένει ακόμα τόσο κοντά του, στραμμένη προς την μεριά του, αλλά τα χείλη της απομακρύνθηκαν από το πρόσωπό του. Τα μάτια της γυάλιζαν, το βλέμμα σοβάρεψε. "Ναι, ήταν τρομερό. Η αίσθηση ότι κινούσες για τον πόλεμο μονάχος… για κάπου όπου θα πήγαινες χωρίς γυρισμό…" απάντησε στην προηγούμενη ερώτησή του.

Η μαγεία ενός απαγορευμένου φιλιού μπορεί να είχε χαθεί. Η αίσθηση όμως, ότι η Ναζουάντα νοιαζόταν για τον ίδιο, φτέρωνε την καρδιά του. Ο Μέρταγκ σηκώθηκε ορθός κι έτεινε το χέρι προς την μεριά της βοηθώντας την. "Όπου με διατάξει ο αρχηγός των Βάρντεν, δεσποσύνη Ναζουάντα, εκεί θα βρίσκομαι, για το καλό της επανάστασης" είπε. Εκείνη δέχτηκε το χέρι του καθώς σηκωνόταν. Ένιωσε την παλάμη της ζεστή ανάμεσα στα δάχτυλά του.

"Η ώρα πέρασε κι έχουμε αργήσει. Καλύτερα θα ήταν να επιστρέψουμε μονάχες. Αν θα μπορούσες να καθυστερήσεις λίγο ακόμα… Ίσως καλύτερα να χρησιμοποιούσες ένα άλλο αναβατόριο."

Ο Μέρταγκ υποκλίθηκε. "Θα γίνει όπως επιθυμείς, δεσποσύνη Ναζουάντα."

Εκείνη κούνησε αυστηρά το δάχτυλο μπροστά του. "Σου έχω πει, μην με αποκαλείς 'δεσποσύνη' όταν είμαστε μονάχοι. Μήπως δεν είσαι ο φίλος και σωτήρας μου;" Κατόπιν κράτησε την Φάρικα από το μπράτσο και χάθηκαν γοργά κι οι δυο τους από το άνοιγμα της σπηλιάς. Το θρόισμα απ' τις μακριές τους φούστες ακούστηκε για λίγο να ηχεί στον πέτρινο διάδρομο.

Ο Μέρταγκ στράφηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση απ' αυτήν που είχαν έρθει. Υπέθεσε το επόμενο αναβατόριο δεν θα ήταν πολύ μακριά από το σημείο που βρισκόταν κι η Ναζουάντα μάλλον θα χρησιμοποιούσε αυτό με το οποίο ανέβηκαν. Όμως το φως χανότανε γοργά, καλύτερα θα ήταν να βιαστεί. Πέρα στο βάθος η μαρμαρένια πολιτεία των νάνων λαμπύριζε μέσα στο λυκόφως και τα φώτα από τους μαγικούς λαμπτήρες. Ο νέος βάδισε γοργά. Βιαζόταν να βρεθεί μόνος ξανά στην κάμαρή του. Ν' αναπολήσει τις ώρες, που είχε περάσει κοντά στην Ναζουάντα. Να ξαναθυμηθεί τις συζητήσεις τους. Να ονειρευτεί ότι αντάλλασσαν εκείνο το απαγορευμένο φιλί, που είχε χαθεί για πάντα.

Ξάφνου την προσοχή του απέσπασε ένας παράξενος, σκουρόχρωμος όγκος, που τον προσπέρασε γοργά, για να χωθεί μέσα στην σήραγγα, που άνοιγε στα βάθη του βουνού στα δεξιά του. Του φάνηκε, πως πρόλαβε να ξεκρίνει μια ουρά, να τινάζεται πέρα-δώθε και άκουσε ένα γρύλισμα, που ο θόλος του διαδρόμου πολλαπλασίασε σε μάκρος χρόνου κι ένταση. Ο Μέρταγκ κοντοστάθηκε φέρνοντας προληπτικά το χέρι στην λαβή του ξίφους. Τι ήταν πάλι ετούτο; Όσον καιρό ζούσε μέσα στο Φάρδεν Ντουρ, δεν είχε δει ποτέ του κάποιο ζώο να περιφέρεται στους διαδρόμους. Ίσως πάλι, στα μέρη αυτά όπου κανένας δεν συνήθιζε να κινείται, κάτι να είχε στήσει την φωλιά του. Έτρεξε προς την αρχή του τούνελ, εκεί που είχε δει το παράξενο ζώο να χάνεται. Σκοτάδι πυκνό έκρυβε το βάθος της σήραγγας κι ο Μέρταγκ δεν είχε καμία διάθεση να ρισκάρει ανακαλύπτοντας δόντια σουβλερά και κοφτερά νύχια. Η σκέψη, ότι ίσως η Ναζουάντα λίγο πριν είχε κινδυνεύσει, τον έκανε να στραφεί και πάλι προς τα πίσω προσπαθώντας να διακρίνει μέσα στο ημίφως. Οι δύο κοπέλες όμως, θα πρέπει να είχαν ήδη χρησιμοποιήσει το αναβατόριο, γιατί δεν φαίνονταν πια στην γέφυρα που οδηγούσε στην κορυφή του Ίζινταρ Μίθριμ.

"Αχά! Μπορεί το μέρος να είναι τελείως ακατάλληλο, για να ανακαλύψει κάποιος τίποτε φυτρωμένα μανιτάρια, κοίτα όμως τι βρήκα! Εσένα!"

Ο Μέρταγκ γύρισε απότομα, για να δει να εμφανίζεται από το βάθος της σήραγγας μία γυναίκα. Παραξενεμένος την πλησίασε. Η γυναίκα ήταν κοντόσωμη, λιγάκι παχουλή, με ατίθασα πυκνές μπούκλες καστανών μαλλιών να χοροπηδάνε τριγύρω από το πρόσωπό της. Στη ζώνη της κρεμόταν περασμένο ένα σακούλι, που από το ανοιχτό του στόμιο ξεπρόβαλλε ένα ζευγάρι μακριές βελόνες, απ' αυτές που οι γυναίκες χρησιμοποιούσαν για το πλέξιμο των μάλλινων ρούχων. Κρατούσε επίσης διπλωμένη την ποδιά της και όταν στάθηκε μπροστά του, ο Μέρταγκ πρόσεξε πως αυτή ήταν γεμάτη με ένα είδος μύκητες, που φύονταν στο χώμα, τριγύρω από το Τροντζχάιμ. Η γυναίκα χτύπησε με τρόπο παράξενα οικείο το δάχτυλό της πάνω στο στήθος του.

"Εσύ λοιπόν είσαι ο Μέρταγκ, αυτός που αποκαλούν 'γιο του Τόρνακ'!"

Δεν ήταν ερώτηση που του απηύθυνε, αλλά μια δήλωση. Στερεώνοντας καλά το άνοιγμα της ποδιάς, για να μην πέσουν οι καρποί της γης που είχε μαζέψει, έβαλε τα χέρια της στην μέση και βάλθηκε να τον παρατηρεί με τα λαμπερά της μάτια. Οι πυκνές της μπούκλες κινήθηκαν ζωντανεμένες, καθώς το κεφάλι της έγειρε λίγο στο πλάι.

"Μα πώς…" Ο Μέρταγκ ετοιμάστηκε να μιλήσει, αλλά η γυναίκα τον έκοψε απότομα.

"Μμμ… μοιάζεις στον πατέρα σου αρκετά. Ταυτόχρονα θα έλεγα, είσαστε και τελείως διαφορετικοί, από κάθε άποψη."

Ο νέος ταράχτηκε. Ποτέ κανείς δεν του είχε πει, ότι έμοιαζε του Τόρνακ, εκτός ίσως μονάχα από την κοινή δεξιότητά τους στο σπαθί. Την ώρα που ήταν έτοιμος να την ρωτήσει, πώς τον γνωρίζει και ποια είναι, ένιωσε ένα απότομο σκούντημα στο δεξιό του πόδι. Κοιτάζοντας προς τα κάτω είδε την ίδια σκουρόχρωμη ουρά, που είχε εξαφανιστεί προηγουμένως στο άνοιγμα της σήραγγας, να τρεμίζει πάνω στην μπότα του. Ένας μαύρος γάτος τόσο μεγαλόσωμος, όσο κανένας που είχε ποτέ του δει, με γούνα πλούσια κι ανακατωμένη και μάτια στο χρώμα του κεχριμπαριού τριβόταν πάνω του. Η γυναίκα χτύπησε τον Μέρταγκ φιλικά στον ώμο και προσπέρασε, με τον γάτο ν' ακολουθεί νωχελικά τα βήματά της.

"Θα θεωρούσα μεγάλη εκδούλευση, αν δεν ανέφερες σε κανέναν την εδώ παρουσία μου, γιε του Τόρνακ" φώναξε πάνω από τον ώμο της. "Οι Βάρντεν ίσως δεν έπαιρναν από καλού την επίσκεψή μου στα λημέρια τους."

Ο Μέρταγκ απόμεινε να κοιτάζει την γυναίκα που απομακρυνόταν με το γοργό, ζωηρό της βήμα πάνω στον πέτρινο διάδρομο. Η παρουσία της είχε περάσει τόσο γοργά από μπροστά του και η κελαρυστή φλυαρία της δεν του είχε επιτρέψει ν' αρθρώσει λέξη. Ο νους του όμως γέμιζε τώρα γι' αυτήν καχυποψία. Γνώριζε την ευαισθησία των επαναστατών για πιθανούς κατασκόπους της αυτοκρατορίας κι εκείνη δεν την είχε ξαναδεί να τριγυρίζει εκεί γύρω. Πώς ήξερε λοιπόν ποιος είναι; Ένα κρυστάλλινο, κοροϊδευτικό γελάκι αντήχησε από το μέρος της γυναίκας. Ο γάτος στράφηκε και τον κοίταξε κι αυτός με ύφος παράξενο, νιαουρίζοντας βαριά.

"Είναι πολλά τα χρόνια που επισκέπτομαι το Φάρδεν Ντουρ, πολύ πριν οι Βάρντεν αποφασίσουν να το κατοικήσουν" του φώναξε. "Να μην ανησυχείς λοιπόν, δεν κινδυνεύουν από μένα."

Ο Μέρταγκ απόμεινε άφωνος να την κοιτά, ν' απομακρύνεται μαζί με το ζώο της συντροφιάς της, μέχρι που οι σκιές έκρυψαν την ύπαρξή της. Τότε κι εκείνος στράφηκε γοργά προς το επόμενο αναβατόριο και γρήγορα την ξέχασε. Οι σκέψεις της Ναζουάντα και οι ώρες που πέρασαν κοντά ο ένας στον άλλον επανήλθαν κλειδώνοντας τις αναμνήσεις με την ψυχή και την αγάπη του. Μαζί τους επανήλθε και το όνειρο εκείνου του φιλιού, που δεν είχαν κατορθώσει να ανταλλάξουν.

.*.*.*.

"Και το χειρότερο όλων είναι, ότι οι έμποροι που μας συνδράμουν μαζί με ολόκληρα καραβάνια από προμήθειες εξαφανίζονται, χωρίς να γνωρίζει κάποιος τι απέγιναν" έλεγε τώρα ο Φρέντρικ χειρονομώντας με ζωηρό ύφος.

Εδώ και λίγη ώρα ο οπλοδιδάσκαλος των Βάρντεν μαζί με όσους μετείχαν συνήθως στο τραπέζι του – ανάμεσα σε αυτούς και ο Μέρταγκ – είχαν μοιράσει στα πιάτα τους το ελάχιστο περιεχόμενο της κεντρικής πιατέλας. Λίγοι βραστοί βολβοί και μανιτάρια, καθώς και μικρότερα απ' το συνηθισμένο κομμάτια μαύρου ψωμιού, ήσαν αυτά που αναλογούσαν στον καθένα. Σε μερικές μπουκιές τα πιάτα είχαν ήδη αδειάσει αφήνοντας τους μαχητές των Βάρντεν το ίδιο πεινασμένους, όσο και την στιγμή που πρωτοκάθισαν τριγύρω απ' το τραπέζι. Σιγοπίνοντας την μισή από την ως τώρα αναλογούσα μερίδα μπύρας παρέτειναν την συζήτηση, ξεγελώντας τους εαυτούς τους, ότι το γεύμα ακόμα συνεχίζεται.

Τις τελευταίες βδομάδες οι ελλείψεις στα τρόφιμα και φάρμακα είχαν ήδη αρχίσει να γίνονται αισθητές. Ολόκληρα καραβάνια φορτωμένα με εφόδια, που είχαν ξεκινήσει την πορεία τους από την Σούρντα εξαφανίστηκαν στον δρόμο, χωρίς ν' αφήσουν το παραμικρό ίχνος. Άνθρωποι, ζώα κι εμπορεύματα είχαν χαθεί ως δια μαγείας και οι φήμες για επικείμενη επίθεση του Γκαλμπατόριξ στο Φάρδεν Ντουρ έδιναν κι έπαιρναν. Ο Μέρταγκ απλά ευχόταν πως ο Γκιέτβαλντ και οι άντρες του δεν βρίσκονταν ανάμεσα σ' αυτά τα καραβάνια κι όσους μπορεί να χάθηκαν έτσι άδοξα. Οι φύλακες καραβανιών που αυτός γνώριζε, ήταν άντρες σκληροτράχηλοι κι ο νέος ήλπιζε ότι θα είχαν επιζήσει. Ίσως ακόμα και να ξόδευαν τον χρόνο τους κάπου στην Σούρντα, χωρίς να έχουν πάρει μέρος σε κάποιο από τα άτυχα ταξίδια.

"Δεν μου το βγάζει κανείς απ' το μυαλό, ότι πρόκειται για μαγεία του δρακοβασιλιά" έλεγε τώρα ο Φρέντρικ και κάποιοι από τους ομοτράπεζούς του συμφωνούσαν. "Καλά θα κάνουμε, να είμαστε πανέτοιμοι. Ίσως δεχτούμε επίθεση."

"Αν ο βασιλιάς αποφασίσει να στείλει τους μάγους του να μας επιτεθούν, τότε και η δική μας ομάδα μάγων, μπορεί να μας υπερασπιστεί. Καλώς να ορίσουν! Εμείς που δεν πολεμάμε με μαγεία παρά με όπλα, θα κάτσουμε παράμερα, να κάνουμε λιγάκι χάζι. Ούτε σπαθί δεν θα χρειαστεί να τραβηχτεί από το θηκάρι." Ο Ίνγκολφ, υπεύθυνος για την εκπαίδευση των ανδρών σε μάχη ανοιχτού πεδίου, ήταν γνωστός σε όλους για τ' αστεία του. Το χιούμορ του πάντοτε ταίριαζε με τα ευφυολογήματα του Φρέντρικ, μονάχα που ο Ίνγκολφ μιμούνταν πάντα ύφος σοβαρό, τόσο, που κάποιος δεν ήξερε να πει, αν εννοούσε ότι έλεγε, ή αν έπρεπε να γελάσει.

Με την αναφορά των μάγων κάποιοι στο τραπέζι σούφρωσαν την μούρη τους μουρμουρίζοντας κι ο Φρέντρικ ξέσπασε σε ένα άγριο γέλιο.

"Ιδίως αυτοί οι δύο καινούριοι αρχηγοί της Ντου Βρανγκρ Γκάτα," φώναξε μόλις ηρέμησε κάπως και βρήκε την ανάσα του "οι δίδυμοι μάγοι, που ο αρχηγός μας τόσο πολύ εμπιστεύεται. Αυτοί κι αν θα μας σώσουν, αν πρώτα δεν το βάλουνε στα πόδια, να σώσουν τα τομάρια τους."

Ο Μέρταγκ γνώριζε καλά την αντιπάθεια που ο Φρέντρικ έτρεφε για τους μάγους γενικά και ειδικά για τους διδύμους, αντιπάθεια που μοιραζόταν με τους περισσότερους μαχητές των Βάρντεν. Παρ' όλα αυτά γνώριζε επίσης, ότι ο Άτζιχαντ πίστευε ακράδαντα, πως οι δύο μάγοι του ήταν πολύ χρήσιμοι, γι' αυτόν τον λόγο και τους είχε φορτώσει με εξουσίες.

"Έχει ακουστεί, ότι ακόμα και έμποροι που ζουν στην αυτοκρατορία φίλα προσκείμενοι προς τον σκοπό μας, εξαφανίστηκαν χωρίς ν' αφήσουν πίσω τους κανένα ίχνος" έλεγε τώρα ο Όλιν, που φήμες τον ήθελαν να κρατά από ευγενική γενιά της Σούρντα κι ο λόγος του είχε πάντοτε στους μαχητές βαρύτητα. "Υπάρχουν άλλοι, που όλως μυστηριωδώς τα πλοία με τα εμπορεύματά τους βυθίζονται, πράξεις που συντελούν σιγά-σιγά να χάνονται οι περιουσίες τους. Θα είναι τυχεροί, αν στο τέλος σώσουν τις ζωές τους."

Ο Φρέντρικ ένευσε σοβαρεύοντας. "Θα γίνει μάχη! Αυτό είναι σίγουρο."

Ο Μέρταγκ δεν μπορούσε παρά να συμφωνήσει με τον οπλοδιδάσκαλο. Τα νέα που είχε κι ο ίδιος ακούσει ήθελαν πλήθος ομάδες, σταλμένες από τον Γκαλμπατόριξ, να έχουν επιτεθεί στα μεθοριακά χωριά της Σούρντα, μέρη όπου οι Βάρντεν διατηρούσαν εφόδια, οπλισμό και συμμάχους. Ο Φρέντρικ είχε δίκιο. Ο πόλεμος πλησίαζε γοργά κι έπρεπε να είναι έτοιμοι για όλα. Κανένας μάγος δεν θα μπορούσε να τους σώσει, αν δεν βασίζονταν στις ικανότητες τους στο σπαθί και στο πεδίο της μάχης. Ο Μέρταγκ τουλάχιστον αυτό σκόπευε να κάνει.

"Αμέ, το άλλο;" Ο Φρέντρικ χτύπησε πάνω στο πέτρινο τραπέζι την μισοάδεια κούπα του και στάλες μπύρας πιτσίλισαν τριγύρω. "Όποιοι κατάσκοποι διατηρούσαν ως τώρα οι Βάρντεν στην πρωτεύουσα, πάει καιρός που δεν επικοινωνούν πλέον μαζί μας. Κάτι ύποπτο συμβαίνει, να μου το θυμηθείτε."

Ο Όλιν σκούπισε τον αφρό που άφησε η μπύρα στα μουστάκια του. "Έτσι είναι" συμφώνησε με τον Φρέντρικ. "Άκουσα επίσης, ότι ο Άτζιχαντ αναζητά έναν εθελοντή κατάσκοπο, κάποιον που θα δεχτεί να ταξιδεύσει στην Ουρου'μπαίην, να γίνει ο νέος σύνδεσμος με τους Βάρντεν."

"Θα πρέπει να είναι κάποιος που ξέρει από μαγείες. Αλλιώς πώς θα επικοινωνεί μαζί μας;"

Οι συζητήσεις συνεχίστηκαν για λίγο ακόμα. Οι άντρες τέλειωσαν την μπύρα τους, παρέδωσαν στους μαγείρους τα άδεια πιάτα τους και τράβηξε ο καθένας για το δωμάτιό του. Η μέρα που έφευγε ήταν για όλους κουραστική. Δεν έβλεπαν την ώρα να βγάλουν από πάνω τους τη σκόνη του πεδίου της εξάσκησης και να ξεκλέψουν λίγο ύπνο κοροϊδεύοντας την πείνα τους.

Ο Μέρταγκ ξάπλωσε ντυμένος στο κρεβάτι του, παρατηρώντας από πάνω του την τραχιά επιφάνεια της οροφής. Οι πονεμένοι απ' την εξάσκηση μύες του διαμαρτύρονταν, αλλά θα ζήταγε την ανακούφιση του λουτρού αργότερα· όταν όλοι οι υπόλοιποι σύνοικοι του διαδρόμου θα είχαν τελειώσει με τις μπανιέρες και θα είχαν ήδη κοιμηθεί. Ο νέος αναρωτιόταν, τι ήταν αυτό που είχε κάνει τον αρχηγό των Βάρντεν να εμπιστευθεί τόσο πολύ τους δύο δίδυμους μάγους, παραβλέποντας το έκδηλα βδελυρό τους ύφος, τον εγωισμό και την εξουσιομανία τους, ώστε να κρατά τον έναν από αυτούς διαρκώς στο πλευρό του; Μήπως δεν εύρισκε άντρες σ' αυτόν πιστούς, το ίδιο ικανούς και τίμιους; Μήπως αυτός ο ίδιος δεν του ήτανε πιστός; Δεν είχε γνώσεις σε τόσα πολλά αντικείμενα, που να του είναι χρήσιμος; Ο Άτζιχαντ, κάθε φορά που είχαν συναντηθεί, είχε φερθεί σ' αυτόν μ' ευγένεια, όπως σε όλους άλλωστε. Παρ' όλα αυτά, στις όποιες προσπάθειες είχε κάνει ο Μέρταγκ να τον προσεγγίσει, ο αρχηγός των Βάρντεν τον είχε κρατήσει μακριά του μιλώντας του με τυπική ψυχρότητα. Αλλιώς είχε ονειρευτεί ο Μέρταγκ το μέλλον του κοντά στους Βάρντεν. Παρά την ευρεία αναγνώρισή του ανάμεσα στους μαχητές σαν επιδέξιος τοξευτής και ξιφομάχος, εκείνος είχε στόχο τα διοικητικά αξιώματα κοντά στον αρχηγό τους. Ο Άτζιχαντ όμως είχε φροντίσει να τον κρατά σε απόσταση από τα κέντρα εξουσίας.

Ο Μέρταγκ καταλάβαινε καλά, ότι, αν ήθελε μια μέρα να κερδίσει την ζωή του πλάι στην Ναζουάντα, έπρεπε πρώτα να κερδίσει την βαθιά εκτίμηση κι εμπιστοσύνη του ίδιου του πατέρα της. Από τη μία ήταν ο μεγάλος έρωτας για την κόρη, που ταλάνιζε την καρδιά του κι η πίστη, ότι μονάχα αν πλησίαζε τον πατέρα με κάθε τρόπο, θα μπορούσε να διατηρεί ελπίδες, να κερδίσει το μέλλον του μαζί της. Από την άλλη, δεν ήταν μονάχα η ελπίδα της ολοκληρωμένης αγάπης, που τον έκανε να επιθυμεί να εντυπωσιάσει τον αρχηγό των Βάρντεν. Ήταν επίσης κι ο άκρατος θαυμασμός που ένιωθε πια γι' αυτόν τον άντρα. Εδώ και μήνες ο Μέρταγκ είχε τον Άτζιχαντ σαν πρότυπό του. Η ευγένεια, η μεγαλοθυμία, η σοφή σκέψη, το θάρρος κι η εξυπνάδα του αρχηγού, τον είχαν κάνει να τον εκτιμήσει βαθύτατα. Σεβόταν τις απόψεις και τις ιδέες του. Τον θαύμαζε για την ευψυχία και για τα έργα του. Πίστευε ακράδαντα στον λόγο του και ήταν ακόμα πολλές οι φορές, που έπιανε τον εαυτό του, να επαναλαμβάνει ατόφιες τις φράσεις εκείνου. Όπου βρισκόταν ο Άτζιχαντ, θα ήθελε να βρίσκεται κι ο Μέρταγκ δεξί χέρι στο πλευρό του. Μέσα στον ενθουσιασμό του πίστευε, ότι με μεγάλη του ευχαρίστηση θα θυσιαζόταν γι' αυτόν μαχόμενος μπροστά του στο πεδίο της μάχης, αν η πράξη του αυτή αποσκοπούσε στο να σώσει την ζωή του αρχηγού του. Ο Μέρταγκ ένιωθε έτοιμος για την υπέρτατη θυσία κι απογοητευόταν που ο αρχηγός των Βάρντεν συνέχιζε να του φέρεται με τυπική ψυχρότητα. Να έφταιγε τάχα η νεαρή ηλικία του; Μα… δεν ήταν αυτός, που κάποτε είχε σώσει την ζωή της κόρης του; Δεν ήταν τάχατε ακόμα πιο νέος τότε; Ο Άτζιχαντ είχε πει ότι του χρεωστούσε χάρη. Τι άλλο χρειαζόταν να κάνει, για να κερδίσει την εμπιστοσύνη του κι αυτός να πάψει να τον κρατά σε απόσταση;

Ο Μέρταγκ είχε αποφασίσει, ότι έπρεπε πάση θυσία να πλησιάσει τον Άτζιχαντ. Όσο ο καιρός περνούσε κοντά στους Βάρντεν, κάτι φώναζε μέσα του πως όφειλε να το κάνει κι όχι μονάχα για την ανάγκη του να δεθεί μια μέρα με την Ναζουάντα. Όσο μεγάλωνε και οι μήνες που ζούσε στο Φάρδεν Ντουρ κυλούσαν, ο Μέρταγκ ολοένα ανακάλυπτε μέσα του την φλόγα μιας άκρατης φιλοδοξίας. Να οφειλόταν άραγε στο αίμα που έτρεχε στις φλέβες του εξ αιτίας της καταγωγής του; Έφταιγε μήπως το ότι ο Τόρνακ ποτέ δεν είχε δοκιμάσει να εξαλείψει την κάποια αίσθηση υπεροχής κι ανωτερότητας που πάντοτε ένιωθε απέναντι στους άλλους; Τον καταλάβαινε καλά ο θετός πατέρας του, γιατί πολλές ήταν οι φορές που τον είχε επιπλήξει γι' αυτό το θέμα, όταν το είχε παρακάνει. Γνώριζε ο Τόρνακ τόσο καλά την καρδιά του, ώστε να αποδέχεται την φυσική του έλξη χωρίς να προσπαθήσει να αλλάξει αυτό που είναι; Πάντοτε του φερόταν με μια ευγένεια που ίσως δεν άρμοζε ν' αποτίνει ο πατέρας προς τον γιο, παρά ο υποτελής στον άρχοντά του. Μήπως συχνά πυκνά δεν τον αποκαλούσε χαϊδευτικά 'αφεντόπουλο'; Πίστευε ο Τόρνακ, ότι ήταν πάνω του κάτι το φυσικό η εκδήλωση υπέρμετρων φιλοδοξιών για το μέλλον του; Ίσως το πίστευε. Ίσως η αγάπη του για τον θετό του γιο να ήταν τόση, ώστε τον είχε αποδεχτεί γι' αυτό που είναι.

Απορίες σαν τις παραπάνω περνούσαν ξώφαλτσα από τον νου του νέου, χωρίς να τον πολυαγγίζουν. Ήταν απλά αυτός που ήταν και τώρα δεν σκόπευε ν' αλλάξει τον εαυτό του. Την αγάπη που ένιωθε για την Ναζουάντα την έβλεπε σαν κάτι φυσικό, που έρεε μέσα του σαν τον αέρα που ανάσαινε. Μπορεί να ήταν κόρη του αρχηγού των Βάρντεν, τώρα όμως που ζούσε τόσο κοντά της, δεν την σκεφτόταν πια σαν άπιαστο όνειρο όπως στην Άμπερον. Η Ναζουάντα δεν ήταν ανώτερή του, ούτε και κάποια μελλοντική ένωση μαζί της μη αποδεκτή και ανεπίτρεπτη. Μήπως και οι δύο δεν είχαν ανάλογη καταγωγή; Ο πατέρας της εκλέχτηκε για τα προσόντα του αρχηγός των Βάρντεν· ο δικός του διαλέχτηκε κάποτε από έναν δράκο για τα δικά του. Μπορεί κανένας να μην γνώριζε την πραγματική καταγωγή του Μέρταγκ, την ήξερε όμως ο ίδιος. Τι κι αν όλοι πίστευαν πως ήταν γιος του Τόρνακ; Η δεξιότητά του στο σπαθί τον έκανε να ξεχωρίζει. Μήπως ο Φρέντρικ δεν ήταν απ' τους πρώτους, που είχαν καταλάβει την αξία του; Ανάμεσα στους επαναστάτες ο κάθε ένας μπορούσε, ανάλογα με τα προσόντα του, να ανελιχθεί μέχρι τα ύψιστα αξιώματα. Αν θα κατάφερνε ποτέ να πλησιάσει τον Άτζιχαντ, να τον κάνει να τον εμπιστευθεί, να γίνει το δεξί του χέρι είτε στις στρατιές, ή την διοίκηση, θα ερχόταν κάποτε κι η μέρα που θα θεωρείτο απ' όλους ισάξιος με την κόρη του. Αυτό και θα επέτρεπε την ένωσή του με την Ναζουάντα.

Αργότερα, αφού είχε βγάλει από πάνω του την σκόνη του πεδίου της εξάσκησης μέσα στο έρημο λουτρό των νάνων, σκέφτηκε και πάλι τα λόγια του Όλιν, αυτά που άκουσε κατά την ώρα του δείπνου. Ο Άτζιχαντ αναζητούσε εθελοντή, να δράσει στην Ουρου'μπαίην σαν κατάσκοπος. Αναζητούσε κάποιον, που, εκτός από γενναίος στην ψυχή για να αναλάβει μια τέτοια επικίνδυνη αποστολή, θα έπρεπε να είναι δραστήριος κι έξυπνος, ώστε να φέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ο Μέρταγκ αναρωτήθηκε, αν θα μπορούσε ο ίδιος να αναλάβει αυτήν την πρόκληση. Απ' όλους τους Βάρντεν ήταν ο μόνος που είχε τον τρόπο να γίνει δεκτός ακόμα και στο πιο άμεσο περιβάλλον του Γκαλμπατόριξ. Μήπως αυτός ο ίδιος δεν ήταν ο γιος του Μόρζαν; Κι ο Μόρζαν δεν είχε υπάρξει πιστός του Γκαλμπατόριξ; Δεξί χέρι εκείνου; Αν ο Μέρταγκ παρουσιαζόταν στην πρωτεύουσα, μπροστά στον βασιλιά και φανέρωνε σ' αυτόν την πραγματική του ταυτότητα;

Στην αρχή έδιωξε γρήγορα από το μυαλό του την παράλογα ριψοκίνδυνη αυτή ιδέα. Δεν είχε κινδυνεύσει τόσο ο Τόρνακ την νύχτα εκείνη της φυγής τους, για να επιστρέψει μια μέρα ο Μέρταγκ μέσα στις αρπάγες του βασιλιά. Το είχαν συζητήσει με τον θετό πατέρα του πλείστες όσες φορές κι ο Μέρταγκ είχε προ πολλού πάρει τις αποφάσεις του. Είχε αρνηθεί το πραγματικό όνομα, την κληρονομιά του και την μεγάλη θέση που ίσως κέρδιζε μέσα στο παλάτι εξ αιτίας της καταγωγής του. Όμως… οι Βάρντεν; Ο σκοπός κι οι ιδέες τους… ιδέες, που κι αυτός ο ίδιος μοιραζόταν με την Ναζουάντα; Έσφιξε ασυναίσθητα με δύναμη τις γροθιές του, μέχρι που ένιωσε τα νύχια να μπαίνουν μέσα στο κρέας. Οι ώρες περνούσαν κι αν δεν έπαιρνε την μεγάλη απόφαση τώρα, ίσως μέχρι το πρωί κάποιος άλλος εθελοντής να είχε παρουσιαστεί μπροστά στον Άτζιχαντ αναλαμβάνοντας την επικίνδυνη αποστολή. Μπορεί ήδη αυτό το πρόσωπο να είχε βρεθεί.

Κατέληξε άυπνος, να στριφογυρίζει όλη την νύχτα στο κρεβάτι του και να αναλογίζεται την ιδέα, που σαν σουβλί εισχωρούσε στο μυαλό του. Από τη μία, τόσο μακριά από την Ναζουάντα δεν ήθελε με τίποτε να είναι. Από την άλλη, αν αναλάμβανε κι έφερνε εις αίσιο πέρας ετούτη την αποστολή, ίσως αυτή η απόσταση που τώρα θα τους χώριζε θα ήταν εκείνη, που κάποια μέρα θα τους έφερνε πολύ κοντά. Αν τα κατάφερνε να τροφοδοτήσει τους Βάρντεν με μυστικές πληροφορίες και σχέδια του βασιλιά, ο Άτζιχαντ δεν θα είχε παρά να εκτιμήσει τις προσπάθειές του. Ο Άτζιχαντ… Για να τον πείσει να τον στείλει, σκόπευε να του πει, ότι είχε αυτός τρόπο μοναδικό να γίνει αποδεκτός κοντά στον Γκαλμπατόριξ. Ο αρχηγός των Βάρντεν ήταν πολύ έξυπνος, για να αφήσει μια τέτοια ευκαιρία ανεκμετάλλευτη. Σίγουρα βέβαια θα ρωτούσε πώς και γιατί θα ήταν κατορθωτό να γίνει αυτό που λέει, τότε κι ο Μέρταγκ θα του αποκάλυπτε, εν ανάγκη, το μυστικό του. Αν είχε προηγουμένως δηλώσει με όρκο μέγιστο πίστη στο πρόσωπο του αρχηγού, καθώς και στον σκοπό τους, ο Άτζιχαντ θα παρέβλεπε την καταγωγή του.

Υπήρχε βέβαια μία μικρή φωνή μέσα στο νεανικό, γεμάτο ενθουσιασμό μυαλό του, φωνή αυτοσυντήρησης και λογικής, που επαναλάμβανε συνέχεια τα ίδια λόγια. Ότι καλά θα έκανε να καθίσει εκεί που βρισκόταν, μέσα στην ασφάλεια του Φάρδεν Ντουρ, κοντά στην Ναζουάντα. Ότι αν οι Βάρντεν μάθαιναν πως βρίσκεται ανάμεσά τους ο γιος του Μόρζαν, ίσως να ήθελαν να πάρουν πάνω σ' αυτόν εκδίκηση για όλα τα μίση που έτρεφαν εναντίων του πατέρα. Ότι ακόμα και ο Άτζιχαντ μπορεί να ζητούσε την άμεση καταδίκη του, αφού τους είχε ξεγελάσει, όταν έψαξαν οι μάγοι του τον νου του. Χειρότερα ακόμα; Να τον αποτελείωνε ο ίδιος με το σπαθί του. Ο Μέρταγκ όμως, τυφλωμένος από την αγάπη του για τη Ναζουάντα, κατέπνιξε τη φωνούλα αυτή. Ο αρχηγός των Βάρντεν, που ο ίδιος γνώριζε και σεβόταν, ήταν ένας τίμιος άντρας, σωστός και δίκαιος. Δεν υπήρχε περίπτωση να καταδικάσει κάποιον, για τα εγκλήματα ενός άλλου. Ο Μέρταγκ είχε αποδείξει σε όλους τους επαναστάτες πως ήταν με το πλευρό τους, όχι μονάχα σώζοντας την Ναζουάντα, αλλά ενώνοντας μ' αυτούς την τύχη του και κινδυνεύοντας μαζί τους. Έτσι και γύριζε μια μέρα έχοντας επιτύχει στην αποστολή του, ο Άτζιχαντ θα έπρεπε να τον αποδεχτεί. Θα τον δεχόταν σίγουρα κοντά του σαν πρόσωπο της άμεσης εμπιστοσύνης του, καλύπτοντας την φλόγα της φιλοδοξίας που έκαιγε μέσα του. Κι εκείνος τότε, μέσω αυτής της σχέσης, θα ήταν δυνατόν να του μιλήσει για τα αισθήματά του για την Ναζουάντα.

Έτσι πάρθηκε η μεγάλη απόφαση. Το ερχόμενο πρωί, αντί για το πεδίο της εξάσκησης, θα παρουσιαζόταν μπροστά στον Άτζιχαντ. Δεν θα έφευγε από την πόρτα του πριν γίνει αποδεχτός, πριν δώσει σ' αυτόν τον όρκο του, πριν του μιλήσει και προσφερθεί για την αποστολή του.

.*.*.*.

Ο Άτζιχαντ κοίταζε σκεπτικός τον νέο που γονατισμένος περίμενε μπροστά του. Λίγη ώρα πριν, ο Μέρταγκ κρατώντας στα δύο χέρια το σπαθί του, είχε προφέρει τους βαρύτερους όρκους που θα μπορούσαν να προσφερθούν από έναν μαχητή των Βάρντεν προς τον σκοπό τους και προς τον ίδιο τον αρχηγό τους· όρκους που δήλωναν την βαθιά του πίστη στην επανάσταση, πίστη που έφτανε ως τον θάνατο.

Όταν παρουσιάστηκε πρωί-πρωί μπροστά στην πόρτα του γραφείου του, ο Άτζιχαντ δεν είχε ακόμα εγκαταλείψει το υπνοδωμάτιό του. Τον βρήκε να τον περιμένει με ύφος όλο πείσμα και μάτια γεμάτα ελπίδα, αξιώνοντας μία κατ' ιδίαν συνομιλία μαζί του. Ο Άτζιχαντ την μέρα αυτή είχε πολλά να κάνει. Κατάλαβε αμέσως όμως, ότι πιο γρήγορα θα ξεφορτωνόταν τον Μέρταγκ, αν του αφιέρωνε λίγα λεπτά από τον πολύτιμο χρόνο του, παρά αν αρνιόταν να τον ακούσει. Ο νέος είχε ζητήσει μετ' επιτάσεως να συνομιλήσουν μόνοι, χωρίς κανέναν απ' τους φρουρούς ή τους μάγους του παρόντες κι ο Άτζιχαντ, βλέποντας ότι δεν σκόπευε με τίποτε ν' αλλάξει γνώμη, τελικά είχε συναινέσει. Μόλις βρέθηκαν μονάχοι ο Μέρταγκ έβγαλε απ' την θήκη το σπαθί του ισορροπώντας οριζόντια την λαβή και την λεπίδα επάνω στις παλάμες του. Γονάτισε μπροστά στον αρχηγό και, πριν προλάβει ο Άτζιχαντ να τον σταματήσει, άρχισε να εκστομίζει τον έναν μετά τον άλλον τους βαρύτερους όρκους που θα τον έδεναν στην υπηρεσία του. Μετά απ' αυτό είχε ζητήσει να είναι εκείνος ο κατάσκοπος, που θα ταξίδευε από το Φάρδεν Ντουρ στην Ουρου'μπαίην, ισχυριζόμενος πως έχει σχέδιο για να βρεθεί κοντά στον Γκαλμπατόριξ.

"Υποθέτω, κατανοείς πόσο σοβαροί είναι οι όρκοι που μόλις πήρες" είπε ο Άτζιχαντ με σοβαρό ύφος. Ο Μέρταγκ ήταν ακόμα νέος, είχε όμως ενστερνιστεί ευθύνες στην ζωή και στο πεδίο της εξάσκησης, που ο αρχηγός των Βάρντεν ήταν βέβαιος, ότι η πρότασή του δεν οφειλόταν σε ενθουσιασμό, ούτε σε ονειροπόλα αλαφρομυαλιά. "Ανάμεσα στους Βάρντεν υπάρχει ελευθερία και δικαιοσύνη" συνέχισε. Κανένας δεν υποχρεώνεται να πάρει όρκους σαν αυτούς, εσύ όμως το έκανες και με δική σου θέληση." Ο Άτζιχαντ έγνεψε στον νέο, ότι μπορούσε να σηκωθεί. Ο ίδιος κάθισε στην πολυθρόνα του γραφείου του και υπέδειξε στον Μέρταγκ μια θέση απέναντί του. "Επίσης, όταν σκεφτόμουν να στείλω κάποιον για κατάσκοπο στην Ουρου'μπαίην, δεν είχα κατά νου να είναι κάποιος τόσο νέος όσο εσύ."

Ο Μέρταγκ θηκάρωσε και πάλι το σπαθί του και κάθισε αντίκρυ στον Άτζιχαντ, όπως εκείνος του υπέδειξε. "Μπορεί να είμαι ακόμα νέος, αρχηγέ, κανένας άλλος όμως δεν θα κατόρθωνε να φέρει εις πέρας μια δύσκολη αποστολή όπως αυτή τόσο καλά, όσο εγώ. Υπάρχει τρόπος να γίνω δεκτός στην Ουρου'μπαίην και μάλιστα, όπως είπα, αποδεκτός μέσα στο περιβάλλον του βασιλιά."

Ο Άτζιχαντ πρόσεξε τα σπινθηροβόλα μάτια του νέου. Η σιγουριά στον τόνο της φωνής του, ακόμα και η χροιά της κάτι του θύμιζε. Έπιασε στιγμιαία τον εαυτό του ν' ανατριχιάζει με την ανάμνηση, γρήγορα όμως επικεντρώθηκε στο τώρα. Με μία κίνηση του χεριού του έδωσε στον Μέρταγκ να καταλάβει, ότι μια δήλωση όπως αυτή έχρηζε περαιτέρω εξηγήσεων. "Τι εννοείς μ' αυτά τα λόγια; Μπορεί να είσαι επιδέξιος στο τόξο και στο σπαθί, στο περιβάλλον όμως του Γκαλμπατόριξ θα υπάρχουν σαν εσένα τόσοι. Ο βασιλιάς ο ίδιος δεν θα καθόταν ποτέ να ασχοληθεί με κάποιον μαχητή ανάμεσα στο στράτευμά του, όσο επιδέξιος στα όπλα και να είναι. Φαντάζομαι όμως, για να ισχυρίζεσαι όσα λες έχεις σχέδιο έτοιμο, που καθώς καλά καταλαβαίνεις, θα πρέπει να το μοιραστείς μαζί μου."

Ο Μέρταγκ κατάπιε δύσκολα. Η ώρα που φοβόταν, η ώρα που για τόσα χρόνια είχε αποφύγει, είχε φτάσει. "Πρόκειται για την καταγωγή μου, κύριε" είπε μονάχα και για πρώτη του φορά από την ώρα που μπήκε στο γραφείο του Άτζιχαντ, χαμήλωσε το βλέμμα.

Ο αρχηγός των Βάρντεν στήθηκε στο κάθισμά του, γέρνοντας λίγο μπροστά γεμάτος ενδιαφέρον. "Εξηγήσου!"

"Ο Τόρνακ με μεγάλωσε και, είν' αλήθεια, τον αγάπησα όπως ο γιος οφείλει ν' αγαπά τον πατέρα. Ακόμα και τώρα, που πια δεν βρίσκεται στην ζωή, και για όλα τα χρόνια που πρόκειται να ζήσω, σαν τον πατέρα θα τον σκέφτομαι και θα τον αγαπώ. Όμως… ο πραγματικός μου γεννήτορας είναι άλλος." Η φωνή του νέου κατέβηκε δυο τόνους. Είδε τον Άτζιχαντ να σφίγγει τις γωνίες του καρυδένιου γραφείου του γέρνοντας μπροστά με μάτια γεμάτα καχυποψία. Η αυτοάμυνα μέσα του έλεγε να μην συνεχίσει την αποκάλυψή του. Όμως η απόφαση είχε παρθεί από βραδύς και τώρα καταλάβαινε πως ήταν πια αργά να κάνει πίσω. "Πατέρας μου ήταν ένας άντρας δυνατός, με υπέρτατες εξουσίες στο πλευρό του Γκαλμπατόριξ. Κάποιος, που το όνομά του ακόμα και τώρα επισύρει τον φόβο… το μίσος, πολλές φορές την περιφρόνηση. Απ' όλα αυτά ο Τόρνακ θέλησε κάποτε να με σώσει πιστεύοντας, ότι ένα παιδί δεν είναι υπεύθυνο για τις πράξεις του πατέρα, ούτε έχει λόγο για το ποιος το γέννησε. Πίστευε ο Τόρνακ, ότι ο κάθε ένας πρέπει να έχει την ευκαιρία, να επιλέξει ελεύθερα την πορεία της ζωής του. Έτσι μετά τον θάνατο εκείνου που με έφερε στον κόσμο, για να με κρατήσει αιχμάλωτο… φυλακισμένο ως τα τρία μου χρόνια, την ώρα που με οδηγούσαν σε μια νέα αιχμαλωσία στο παλάτι της Ουρου'μπαίην κοντά στον βασιλιά, ο Τόρνακ με έσωσε γιατί με αγαπούσε. Είχε αγαπήσει σ' εμένα το παιδί που του είχαν αναθέσει να φυλάξει, για ό,τι αυτό το ίδιο ήταν και για όσα θα μπορούσε αργότερα να γίνει. Ο Τόρνακ, σαν πραγματικός πατέρας, με μεγάλωσε ελεύθερο άνθρωπο, με το δικαίωμα ν' αυτοδιαχειρίζομαι την τύχη μου, τον εαυτό μου. Μου πρόσφερε τον τρόπο να παίρνω μόνος τις αποφάσεις μου, ελεύθερα και χωρίς τον φόβο. Και στ' όνομα της ελευθερίας αυτής, έθεσα μόνος μου κι αυτόβουλα τις ικανότητες και το μέλλον μου στον σκοπό μας. Πήρα μπροστά σου βαρείς όρκους, αρχηγέ. Όποιος και αν ήταν ο πραγματικός πατέρας μου, δεν είμαι υπεύθυνος γι' αυτόν και δεν τον διάλεξα. Κανένας γιος δεν έχει διαλέξει τον πατέρα του, ούτε και είναι υπεύθυνος για έργα που έγιναν πριν γεννηθεί, ή όσο ήταν παιδί ακόμα. Ζητώ να μ' εμπιστεύεσαι."

Ο Άτζιχαντ τώρα τον κοίταζε σαν να είχε μαντέψει την αλήθεια. Τα σκούρα, έξυπνά του μάτια λαμπύριζαν σαν δυο πετρώματα οψιδιανού, που έκρυβαν μέσα τους ποσότητα γυαλιού η μέταλλου που κόβει. Οι φαρδιοί του ώμοι έμοιαζαν να σκεπάζουν το γραφείο και τα μπράτσα του ήσαν σφιγμένα, σαν να επρόκειτο να επιτεθεί με γυμνά χέρια. Παρ' όλα αυτά δεν μίλησε. Ούτε κινήθηκε. Μόνο περίμενε. Ο Μέρταγκ μπορεί να είχε πει τόσα, δεν είχε ακόμα όμως αποκαλύψει το τρομερό όνομα.

Ο Μέρταγκ κατάλαβε τι ήταν αυτό που περίμενε ο Άτζιχαντ κι έσκυψε το κεφάλι σαν να ντρεπόταν. Για πρώτη φορά στην ζωή του είπε ψιθυριστά μπροστά σε κάποιον άλλον, εκτός του Τόρνακ, το πραγματικό όνομά του. "Ο πατέρας που με γέννησε ήταν ο δρακοκαβαλάρης Μόρζαν, πρώτος και τελευταίος απ' τους Προδότες."

Ο Άτζιχαντ σηκώθηκε ορθός και στην κίνηση του αυτή παρέσυρε και τον Μέρταγκ, που τον μιμήθηκε. Ο νέος έμεινε ακίνητος, όσο ο αρχηγός των Βάρντεν πηγαινοερχόταν σκεφτικός μέσα στο δωμάτιο. Κάποιες φορές σταματούσε το πήγαινε-έλα και τα μάτια του έπεφταν για λίγο πάνω του, χωρίς όμως ο Μέρταγκ να διακρίνει μέσα τους μίσος, αποστροφή, ή πρόθεση τιμωρίας. Φαινόταν πιότερο σκεπτικός, παρά ταραγμένος, ακόμα και τώρα που στάθηκε μπροστά του κοιτάζοντάς τον βαθιά μέσα στα μάτια.

"Είχα γνωρίσει κάποτε τον Μόρζαν" του είπε τέλος. "Όταν τον γνώρισα ήταν ο καιρός, που περισσότερο θα μπορούσε να θεωρηθεί κτήνος, παρά άνθρωπος." Ο Άτζιχαντ αντιλαμβανόταν τώρα συνειδητά τους λόγους, που πάντα η παρουσία αυτού του νέου έστελνε υποσυνείδητα μηνύματα στο θυμικό του. Παρ' όλα αυτά, σαν δίκαιος άνθρωπος που ήταν, σκόπευε να τον αντιμετωπίσει με δικαιοσύνη. Δεν είχε άλλωστε εδώ μπροστά του τον ίδιο τον Μόρζαν, παρά τον γιο του. Πώς τα έφερνε αλήθεια η ζωή… Το παιδί του Μόρζαν να πολεμά ανάμεσα στους Βάρντεν; Να έχει δώσει, όχι μόνο σ' αυτούς, αλλά προσωπικά στον ίδιον, τόσους μεγάλους όρκους; Θα ήταν άραγε δυνατόν, ή μάλλον θα ήταν πρέπον, να του ανατεθούν στο μέλλον κάποια αξιώματα; Αυτές ήταν σκέψεις, που ο Άτζιχαντ θα επεξεργαζόταν πολύ αργότερα, εξετάζοντας όλες τις πιθανότητες προτού αποφασίσει. "Εκτός από την νεαρή σου ηλικία, πρόβλημα είναι και η καταγωγή σου από τον Μόρζαν. Πες μου λοιπόν, Μέρταγκ, γιατί θα πρέπει να εμπιστευθώ μια τόσο σημαντική αποστολή στον γιο εκείνου;"

Ο νέος αντιγύρισε θαρρετά το βλέμμα. "Για το πρώτο έχω ήδη απαντήσει. Μπορεί να είμαι νέος, ποιος άλλος όμως ανάμεσα στους Βάρντεν θα μπορούσε ν' αξιώσει ότι εγώ μέσα στο παλάτι του Γκαλμπατόριξ; Όσο για το δεύτερο…" Με μια κίνηση αποφασιστική ο Μέρταγκ άνοιξε το ρούχο του γυμνώνοντας απότομα τους ώμους. Με εκτεθειμένο το πανωκόρμι του γύρισε την πλάτη στον Άτζιχαντ επιτρέποντάς του να εξετάσει την ουλή του. "Τίποτε δεν χρεωστώ στον Μόρζαν. Τίποτε άλλο, εκτός από τούτο! Ήταν το ξίφος το δικό του που με σημάδεψε για πάντα πριν απ' τα τρία μου χρόνια, όταν προσπάθησε να με σκοτώσει. Θα με είχε κόψει σε δυο κομμάτια, αν δεν ήταν τόσο μεθυσμένος για να αποτύχει." Ο Μέρταγκ σκεπάστηκε ξανά και γύρισε θαρρετά αντιμετωπίζοντας τον αρχηγό των Βάρντεν, όποια πικρία στην φωνή του είχε επιδέξια κρυφτεί. "Όπως τόσοι και τόσοι, έτσι κι εγώ είμαι θύμα του Μόρζαν. Ο Τόρνακ είναι πια ο πατέρας μου! Εκείνος με μεγάλωσε, με σπούδασε, με δίδαξε για την τιμή και την ελευθερία. Είχα τον χρόνο να διαλέξω κι αποφάσισα. Ήταν τιμή μου να είμαι γιος του Τόρνακ και για κανέναν και για τίποτε δεν θα γυρνούσα κοντά στον βασιλιά, να διεκδικήσω σαν γιος του Μόρζαν ένα όνομα μισητό μαζί με την κληρονομιά μου. Μα για την χάρη τη δική σου και των Βάρντεν, δέχομαι να το κάνω." Ο νέος κούμπωσε το σακάκι του και κοίταξε με αποφασιστικότητα τον Άτζιχαντ στα μάτια. "Κάποτε, όταν έσωσα την ζωή της κόρης σου, είχες πει, ότι μου χρεωστάς την υπέρτατη χάρη. Ας είναι η εξαργύρωση αυτής της χάρης τούτο που σου ζητώ. Στείλε εμένα για κατάσκοπο στην Ουρου'μπαίην, αρχηγέ. Σου ορκίζομαι, θα επιτύχω τον σκοπό μας, για το καλό των Βάρντεν."

Ο Άτζιχαντ δεν μπορούσε παρά να θαυμάσει την πίστη του νέου στον σκοπό τους και την εμπιστοσύνη του στον εαυτό του. Χτυπώντας τον φιλικά στο μπράτσο, τον έφερε και πάλι να καθίσει στο προηγούμενο κάθισμά του. Πήρε κι ο ίδιος την θέση του πίσω από το γραφείο. "Δεν είναι όλα τόσο απλά, όσο τα βλέπεις, Μέρταγκ. Έχεις τον ενθουσιασμό και την αισιοδοξία της νιότης, πραγματικά αξιοθαύμαστο για κάποιον, επέτρεψέ μου όμως, να σου μιλήσω με την φωνή της σύνεσης και της γνώσης. Έχεις, φαντάζομαι, ακούσει για τις υπέρτατες δυνατότητες του Γκαλμπατόριξ, να ελέγχει τον νου όλων των υπηρετών του. Απ' την αρχή της βασιλείας του ως σήμερα, κανένας δεν θα μπορούσε να καυχηθεί ότι τον γέλασε. Όταν ο βασιλιάς αποφασίσει, μπορεί να πάρει όλες τις γνώσεις που κατέχεις μέσα από το μυαλό σου. Μπορεί να σε διαβάσει, ακόμα και τις εσώτερές σου σκέψεις, τα μυστικά σου, σαν ένα βιβλίο ανοιγμένο. Και τότε ξέρεις, τι θα σημαίνει αυτό για όλους τους Βάρντεν."

Ο Μέρταγκ γέλασε τραχιά. "Το έχω ακούσει! Χωρίς όμως να θέλω να καυχηθώ, έχω μεγάλη πίστη στον εαυτό μου. Ανάμεσα στις σπουδές μου και τις δεξιότητες που κατέχω, έχω μάθει καλά, να προστατεύω τις σκέψεις, τις αναμνήσεις και τις ιδέες μου. Ορκίζομαι πως, προτιμώ πρώτα να πεθάνω, πριν κάποιος κατορθώσει να μπει στο μυαλό μου και τις διαβάσει."

Ο Άτζιχαντ κοίταξε πάλι σκεφτικός τούτον τον νέο. Ναι, έμοιαζε με τον Μόρζαν σε πολλά, αλλά ήταν ταυτόχρονα τελείως διαφορετικός αν τον συνέκρινε μ' εκείνον. "Όπως και να έχει, σου ζητώ να μην αποκαλύψεις σε άλλον κανένα την πραγματική καταγωγή σου. Για όλους θα συνεχίσεις να είσαι ο γιος του Τόρνακ, όπως και πρώτα. Κανείς δεν ξέρει, πώς θα μπορούσαν οι Βάρντεν να αντιδράσουν, αν γνώριζαν αυτό που τώρα εγώ έχω μάθει· για να μην πω και για τους νάνους. Όσο για την προσφορά σου… Χωρίς να υποσχεθώ τίποτε, θα την σκεφτώ και θα σε ειδοποιήσω. Μπορείς τώρα να πηγαίνεις, Μέρταγκ. Έχω πολλά αυτό το πρωινό να κάνω και ξόδεψα σίγουρα μαζί σου αρκετό από τον χρόνο μου. Φοβάμαι πως δεν θα μπορέσω να είμαι όσο συνεπής θα ήθελα στις άλλες συναντήσεις μου."

Το ύφος του Άτζιχαντ έδειχνε καθαρά, ότι δεν θα δεχόταν αντιρρήσεις σ' αυτά που είπε. Ο Μέρταγκ σηκώθηκε και υποκλίθηκε με σεβασμό μπροστά του. Κατόπιν στράφηκε προς τις διπλές πόρτες και βγήκε με γοργό βήμα από την αίθουσα που στέγαζε το γραφείο του αρχηγού των Βάρντεν. Μία στιγμή αργότερα το εσωτερικό παραπόρτι πίσω απ' τον Άτζιχαντ έτριξε και στο άνοιγμά του φανερώθηκε η Ναζουάντα.

Ο αρχηγός των Βάρντεν γύρισε απότομα για να δει την κόρη του να μπαίνει στο γραφείο του. "Πόση ώρα βρισκόσουν στην πλαϊνή κάμαρα, θυγατέρα;"

"Αρκετή ώρα, πατέρα μου" αποκρίθηκε η κοπέλα με ύφος σεμνό.

"Άκουσες;"

Η Ναζουάντα ένευσε καταφατικά. "Όλα όσα ειπώθηκαν."

Ο Άτζιχαντ την κοίταξε αμίλητος. Μέσα στα μάτια της ξεχώριζε καθαρά αγωνία και θλίψη. Θα ήθελε τώρα να της πει, ότι την είχε προειδοποιήσει σχετικά με τις ανησυχίες του όσον αφορά τον Μέρταγκ, αλλά εκείνη δεν είχε θελήσει ν' ακούσει. Δεν μίλησε όμως, μην την λυπήσει περισσότερο.

"Θα πρέπει τότε να ζητήσω κι από σένα, θυγατέρα, αυτό που ζήτησα από τον νεαρό. Θάψε βαθιά μέσα σου την γνώση της καταγωγής του και όλα όσα άκουσες. Μην τα εμπιστευθείς σε κανέναν απολύτως, ούτε και να το συζητήσεις με τον ίδιο!"

Η κοπέλα στάθηκε πλάι του τοποθετώντας μπροστά του μερικά έγγραφα, που κράταγε στα χέρια της. "Αρνήσου, πατέρα μου, την πρότασή του" τον παρακάλεσε. "Να μην τον στείλεις στην Ουρου'μπαίην, στον βασιλιά και στον χαμό του."

Ο Άτζιχαντ κοίταξε την Ναζουάντα σκεπτικός μέσα στα μάτια. Την πρόταση του Μέρταγκ, να είναι αυτός ο εθελοντής κατάσκοπος, θα την σκεφτόταν. Μέχρι ώρας κανένας άλλος δεν είχε προσφερθεί για την αποστολή, αυτό όμως δεν σήμαινε, ότι κανένας τελικά δεν θα προσφερόταν. Μπορεί ο Μέρταγκ να καταγόταν απευθείας απ' τον Μόρζαν, η καταγωγή όμως – παρά τα όσα είχε πει στον ίδιο – δεν ήταν αιτία για τον Άτζιχαντ να τον απορρίψει. Ο Μέρταγκ είχε μεγαλώσει στην Άμπερον στα χέρια του Τόρνακ· ενός άντρα που ο Άτζιχαντ βαθύτατα είχε εκτιμήσει και συμπαθήσει. Την υποψία, ότι ο Μέρταγκ είχε διαλέξει να ενωθεί με τους Βάρντεν στο Φάρδεν Ντουρ από υστεροβουλία, επιθυμώντας πρώτα να κατασκοπεύσει τους επαναστάτες και ύστερα να προστρέξει στον βασιλιά στην Ουρου'μπαίην, ν' αποκαλύψει σ' αυτόν τα μυστικά τους, ο Άτζιχαντ σχεδόν την είχε απορρίψει. Θα ήταν όμως ψέμα, αν δεν αφιέρωνε λίγο απ' τον χρόνο του για να την εξετάσει, προτού αποφασίσει. Τις όποιες υποψίες μπορεί να είχε εγείρει ο νεαρός, πως δρούσε ίσως σαν διπλός κατάσκοπος, τις είχε ο ίδιος σβήσει φροντίζοντας προηγουμένως να πάρει βαρείς όρκους. Μπορούσε πια να θεωρηθεί άνθρωπος πιστός στον Άτζιχαντ, αν βέβαια πράγματι τους όρκους αυτούς τους εννοούσε. Κι ένας δικός του άνθρωπος στην Ουρου'μπαίην, στο πλευρό μάλιστα του βασιλιά, ήταν ευκαιρία μοναδικά δοσμένη.

"Ίσως τον απορρίψω, θυγατέρα," είπε τέλος στην Ναζουάντα "ίσως όμως δεχτώ την πρόταση του φίλου σου."

Η κοπέλα συνοφρυώθηκε. "Πατέρα μου, γνωρίζεις καλύτερα από τον καθένα, ότι αν ο βασιλιάς αποφασίσει να εξετάσει το μυαλό του Μέρταγκ, τότε είναι σίγουρο, ότι θ' ανακαλύψει τα πάντα. Κανένας δεν είναι τόσο ισχυρός, να διαφυλάξει τα μυστικά του μπροστά στον Γκαλμπατόριξ, ό,τι κι αν ισχυρίζεται για τις γνώσεις που κατέχει. Μην τον αφήσεις να διακινδυνέψει την ζωή του."

Ο Άτζιχαντ την κοίταξε αυστηρά. "Για το γεγονός, ότι είναι γιος του Μόρζαν και μας το έκρυψε, δεν έχεις τίποτε να πεις;"

"Μήπως αυτό τον κάνει να πάψει να είναι ο σωτήρας μου;" απάντησε θαρρετά η Ναζουάντα. "Όχι μονάχα κινδύνευσε για να με σώσει πάνω στο τείχος της Άμπερον, αλλά ενώθηκε και με τη θέλησή του με τους επαναστάτες. Έχω πολλές φορές μιλήσει μαζί του σχετικά με τις ιδέες του και τρέφω πίστη κι εμπιστοσύνη στις διαθέσεις του. Όποιου γιος και να είναι, δεν παύει να είναι ο Μέρταγκ." Η κοπέλα ανατρίχιασε. Δεν είχε μονάχα ακούσει, είχε επίσης… δει!

…Ο σημαδεμένος της προφητείας… Κι από μεγάλο σόι…

Λόγια της μάντισσας περιστρέφονταν τώρα γύρω από τον νου της. Ποτέ δεν θα είχε πάει στο πρόσωπο του Μέρταγκ η σκέψη της Ναζουάντα, για να ξεδιαλύνει την προφητεία. Από την ώρα όμως που είχε αντικρίσει την διαγώνια τρομερή ουλή, που χώριζε στα δύο τις ωμοπλάτες του, την ίδια στιγμή είχε σιγουρευτεί, ότι η Μάμα-Άσσέφα κάποτε σ' αυτόν αναφερόταν. Όσο τον είχε ακούσει να μιλά για τον παλιό αυτόν τρόμο, φαντάστηκε τον πόνο του παιδιού. Την παλιά αυτή αγωνία, που ίσως είχε συντελέσει στην απόφαση του Τόρνακ, να τον παρασύρει μακριά απ' την Ουρου'μπαίην… Στην Ουρου'μπαίην, που τώρα δεχόταν μονάχος να επιστρέψει… Κάποιος που είχε καταφέρει σαν παιδί να επιβιώσει από ένα τραύμα σαν αυτό, ήταν στα σίγουρα γερός και δυνατός σαν άντρας. Σ' αυτόν αναφερόταν η προφητεία.

Ο Άτζιχαντ ανασήκωσε τους ώμους πιάνοντας στα χέρια το πρώτο από τα έγγραφα, που είχε τοποθετήσει μπροστά του η Ναζουάντα. Τα προηγούμενα λόγια της κοπέλας ήταν ένας ακόμα λόγος για να δεχτεί την προσφορά του Μέρταγκ, ν' αναχωρήσει για την Ουρου'μπαίην. Δεν είχε διαφύγει της προσοχής του, ότι τον τελευταίο καιρό αυτός ο νέος και η κόρη του είχαν πλησιάσει πολύ κοντά ο ένας στον άλλον. Κάποτε βέβαια θα εμφανιζόταν κάποιος, που θα διεκδικούσε έτσι κι αλλιώς την μοναδική αγάπη και το ενδιαφέρον, που έτρεφε η Ναζουάντα για τον ίδιον. Η κόρη του όμως ήταν μικρή ακόμα, το ίδιο κι αυτός ο νέος. Ο Άτζιχαντ θεωρούσε θετική την απόσταση που θα έβαζε ανάμεσά τους. "Ο Μέρταγκ επιμένει, ότι έχει τρόπους να προφυλάξει τον εαυτό του. Αν καταφέρει, ως γιος του Μόρζαν, να πλησιάσει τον βασιλιά, τι το καλύτερο;"

Η Ναζουάντα έπλεξε τα χέρια σφίγγοντας με αγωνία τα δάχτυλα. "Όλοι γνωρίζουν, ότι ο βασιλιάς κατέχει τρόπους, για να σκλαβώνει τους άλλους."

"Είναι ένα ρίσκο, που ο ίδιος το αποδέχεται" είπε ο Άτζιχαντ κι επικεντρώθηκε στο έγγραφο μπροστά του. Εκείνο που δεν είπε όμως ήταν η σκέψη, πως ακόμα κι αν ο Μέρταγκ αποτύγχανε, ακόμα κι αν αναγκαζόταν να υπηρετήσει τον βασιλιά χωρίς την θέλησή του, ακόμα ίσως κι αν γινόταν δικός του άνθρωπος επειδή το θέλησε παρασυρμένος από τις υπέρμετρες υπεσχημένες εξουσίες, οι γνώσεις του για τα μυστικά των Βάρντεν ήταν περιορισμένες. Ο κίνδυνος από την απώλεια ήταν διαχειρίσιμος, το όφελος όμως από το κέρδος πολύ μεγάλο. "Σε σένα λέω, αυτό που είπα και στον ίδιον" μουρμούρισε στην Ναζουάντα με τόνο που σήμαινε, ότι το μυαλό του είχε στραφεί αλλού. "Θα την σκεφτώ την πρότασή του και ίσως την απορρίψω."

.*.*.*.

Ο Μέρταγκ μάζευε τα λιγοστά του υπάρχοντα μέσα στον σάκο. Το σκοτάδι είχε πέσει πριν ώρα στο Φάρδεν Ντουρ και πια η νύχτα είχε φτάσει. Ο Μέρταγκ θα ταξίδευε ολονυχτίς μέσα στα τούνελ, που ένωναν την υπόγεια πόλη με τις εξωτερικές πύλες του βουνού. Πριν φέξει το πρώτο φως της καινούρια μέρας, υπολόγιζε ότι θα είχε φτάσει στην έξοδο του καταφυγίου των νάνων. Ο Άτζιχαντ του είχε υποσχεθεί, ότι εκεί θα τον περίμεναν εφόδια για τον δρόμο και ένα άλογο που του παραχωρούσαν οι Βάρντεν για το ταξίδι του ως την Ουρου'μπαίην. Η πορεία προς την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας που του συνέστησε ο αρχηγός των Βάρντεν ν' ακολουθήσει, δεν ήταν αυτή που είχε κάνει για να φτάσει ως το Φάρδεν Ντουρ από την Άμπερον. Το φθινόπωρο, που είχε προχωρήσει για τα καλά, θα είχε σκεπάσει με τα πρώτα χιόνα τα μονοπάτια των βουνών καθιστώντας τα ορεινά περάσματα αδιάβατα. Ο Μέρταγκ θα έπαιρνε την πιο μακριά πορεία, εκείνη που οδηγούσε από την λίμνη Μπέαρτουθ προς την ευρεία κοιλάδα παράλληλα με τα βουνά, όπου στο τέλος τους θα συναντούσε τις απολήξεις της ερήμου. Το ταξίδι ήταν έτσι κι αλλιώς επικίνδυνο για ομάδες, πόσο μάλλον για κάποιον που σκόπευε να ταξιδέψει μόνος. Μπορεί να συναντούσε ληστές και δουλεμπόρους, ακόμα και κάποιες παραμεθόριες ομάδες στρατιωτών της αυτοκρατορίας, που θα είχαν ίσως σταλεί για αψιμαχίες με την Σούρντα. Κι αυτά βέβαια, αν κατόρθωνε να φτάσει ως εκεί αλώβητος απ' τις αγέλες λύκων και των άλλων αγριμιών, που φώλιαζαν στις πλαγιές μέσα στα δάση των βουνών Μπέορ.

Τον Μέρταγκ δεν τον πείραζε το ταξίδι που θα έκανε μονάχος, ούτε σκεφτόταν πιθανούς κινδύνους από στρατιώτες, ληστές και δουλεμπόρους. Όχι μετά από την αντιπαράθεση που είχε με τους μάγους. Δυο μέρες πριν είχε επιτυχώς αντεπεξέλθει στην δοκιμασία με τους διδύμους μάγους της Ντου Βρανγκρ Γκάτα και η αντιπαράθεση αυτή τον είχε αφήσει κουρασμένο, εξαντλημένο, αλλά ικανοποιημένο από τον εαυτό του. Προτού αποφασίσει ο Άτζιχαντ αν θα έστελνε αυτόν στην Ουρου'μπαίην, είχε απαιτήσει να εξεταστεί και πάλι απ' τους διδύμους. Αν αυτοί οι δύο, που σίγουρα ήταν υπέρτατοι μάγοι, κατόρθωναν να διαπεράσουν το μυαλό του ανακαλύπτοντας το μυστικό του, αυτό θα σήμαινε ότι ο νέος δεν είχε τις δυνατές προστασίες του νου που ισχυριζόταν. Η αποτυχία θα είχε σαν αποτέλεσμα, να αρνηθεί σ' αυτόν την αποστολή ο αρχηγός των Βάρντεν.

Με την επιθυμία να αναλάβει δράση σαν κατάσκοπος των επαναστατών, με την ελπίδα να επιτύχει και μέσω αυτής της επιτυχίας να κερδίσει την αναγνώριση του Άτζιχαντ κι ακόλουθα την Ναζουάντα, ο Μέρταγκ δέχτηκε. Αφού είχε καταφέρει την πρώτη φορά, να αποκρύψει την παιδική ηλικία και το μυστικό της καταγωγής του, θα τα κατάφερνε και πάλι. Η αντιπαράθεση όμως και με τους δύο μάγους ταυτόχρονα, δεν ήταν τίποτε μπροστά σε αυτό που είχε βιώσει με τον έναν. Με μεγάλη δυσκολία ο Μέρταγκ κατόρθωσε να καλύψει τις απώτερες αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων, για τους οποίους οι δύο μάγοι φάνηκαν να δείχνουν βαθύτατο ενδιαφέρον· ιδίως για την γυναικεία, μητρική μορφή που παρουσιαζόταν κρυμμένη πίσω από ίσκιους. Την φορά αυτή ο Μέρταγκ δεν ήταν τόσο σίγουρος, ότι οι δίδυμοι δεν κατόρθωσαν να δουν κάποια απ' όσα φύλαγε κρυμμένα για κείνη στο μυαλό του. Όσες δυνάμεις και να επέδειξε, όσο και αν μπλόκαρε επιδέξια τις αναμνήσεις του, για να τους στρέψει σ' άλλα μέρη του νου, η αντιπαράθεση μαζί τους τον άφησε αδύναμο και πονεμένο. Ίσως να είχε χάσει τις αισθήσεις του για κάποιο χρονικό διάστημα κατά την ώρα της εξέταση, κάτι για το οποίο δεν θα μπορούσε σίγουρα να πει. Οι μάγοι πάντως δήλωσαν στον Άτζιχαντ, πως όσα ανακάλυψαν μέσα στον νου του Μέρταγκ ήταν όσα ήδη γνώριζαν. Πήρε στον αρχηγό των Βάρντεν να σταθμίσει τα υπέρ και τα κατά μία μέρα. Μόλις την προηγούμενη είχε καλέσει τον Μέρταγκ στο γραφείο του και του είχε επίσημα αναθέσει την αποστολή. Τον είχε βάλει να απομνημονεύσει τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τους συνδέσμους των Βάρντεν στην πρωτεύουσα. Του είχε δώσει συμβουλές που πίστευε ότι θα τον βοηθούσαν, να επιτύχει στην αποστολή του. Μετά απ' αυτό τον άφησε, να χαιρετήσει τους φίλους και συντρόφους του και να ξεκουραστεί για λίγες ώρες.

Ο νέος τελείωσε το πακετάρισμα, έδεσε τα κορδόνια του σάκου και κούμπωσε το βαρύ, δερμάτινο σακάκι του, αφού πρωτύτερα ζώστηκε το σπαθί του. Πέρασε στον ώμο χιαστί το τόξο και την γεμάτη με τα βέλη του φαρέτρα. Κρατώντας το λουρί του σάκου περιέφερε τη ματιά του ένα γύρω, αποχαιρετώντας για καιρό την μικρή, μοναχική του κάμαρα. Ξάφνου ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα τον έκανε να στρέψει ξαφνιασμένος. Ο Άτζιχαντ περίμενε απ' αυτόν, ότι θα διέσχιζε τις σήραγγες μονάχος, χωρίς να εγείρει μεγάλη προσοχή και του είχε τάξει, ότι κοντά στην έξοδο θα τον περίμεναν οι τελευταίες διαταγές του. Τους φίλους και συντρόφους του, οι οποίοι είχαν από ώρα κοιμηθεί, τους είχε χαιρετίσει. Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι;

Παραξενεμένος άφησε τον σάκο πάνω στο ξέστρωτο πια κρεβάτι και άνοιξε την πόρτα. Στο άνοιγμά της είδε να στέκει κάποιος καλυμμένος με μακριά μπέρτα και κουκούλα, που του έφτανε ως τα μάτια. Ήταν ψηλός για νάνος, κοντός όμως και για άντρας. Ο Μέρταγκ γύρισε λίγο λοξά το σώμα του αφήνοντας το κερί που έφεγγε ακόμα στο τραπέζι, να φωτίσει την άγνωστη φιγούρα. Η κουκούλα ανασηκώθηκε για λίγο αποκαλύπτοντας δυο μάτια αμυγδαλωτά κάτω από τοξοτά φρύδια, να τον κοιτάζουν με γλυκύτητα. …Η Ναζουάντα!... Με την καρδιά του να χτυπά γοργά, ο Μέρταγκ έκανε γοργά στην άκρη επιτρέποντας στην κοπέλα να περάσει στο δωμάτιο. Η νέα γλίστρησε μέσα βιαστικά, ξωπίσω της το λεπτό της άρωμα παρέμεινε να σέρνεται ακόμα στον διάδρομο, μαζί μ' ένα ελάχιστο θρόισμα γυναικείας φούστας. Παρά το ότι ο Μέρταγκ σκόπευε ν' αφήσει την πόρτα ανοιχτή για λόγους στοιχειώδους ευπρέπειας, ήταν η ίδια που φρόντισε να την κλείσει πίσω της.

"Δεσποσύνη Ναζουάντα;" Ποτέ του δεν περίμενε αυτήν την βραδινή επίσκεψη. Είχαν χαιρετηθεί επίσημα παρουσία των άλλων τοξοτών των Βάρντεν το ίδιο πρωί, στο πεδίο της εξάσκησης.

"Μέρταγκ!" Η Ναζουάντα του χάρισε ένα βεβιασμένο, πλην όμως χαριτωμένο χαμόγελο.

"Ναζουάντα, εγώ…" Τα δυο της χέρια εμφανίστηκαν από τα ανοίγματα της μπέρτας ρίχνοντας πρώτα πίσω την κουκούλα, κατόπιν αναζητώντας τα δικά του.

"Δεν θα μπορούσα να σ' αφήσω να φύγεις, χωρίς να σ' αποχαιρετήσω κατ' ιδίαν. Υπάρχουν κάποιες συμβουλές, που θέλω να σου δώσω."

Το ύφος της ήταν σοβαρό, αυστηρό θα έλεγε κάποιος. Όλες τις προηγούμενες μέρες, η Ναζουάντα είχε προσπαθήσει να τον μεταπείσει. Γνώμη της ήταν, πως ήταν ο πλέον ακατάλληλος για την αποστολή αυτή και είχε κάνει τα πάντα για να εκφράσει την αντίθεσή της τόσο στον Άτζιχαντ, όσο και στον Μέρταγκ. Ο ίδιος αδυνατούσε να της αποκαλύψει το παραμικρό για την καταγωγή του, επέμενε όμως να αντιπαρατίθεται στα επιχειρήματά της. Ναι, μπορεί να ήταν νέος, αυτός όμως ήταν κι ένας καλός λόγος, να μην εγείρει υποψίες. Ένας νέος και ικανός ξιφομάχος, όπως αυτός, τι πιο φυσικό να γυρεύει την τύχη του στην πρωτεύουσα; Ίσως να ήταν άπειρος, όπως εκείνη ισχυριζόταν, όμως η πείρα αποκτάται μέσα απ' τις εμπειρίες. Την καθησύχαζε, ότι θ' ακολουθούσε τις οδηγίες του Άτζιχαντ κατά γράμμα κι ότι θα πρόσεχε. Θα άφηνε να περάσει σίγουρος καιρός, προτού αναζητήσει την τύχη των συνδέσμων στην πρωτεύουσα. Θα ήταν καχύποπτος χωρίς να το δείχνει και δεν θα εμπιστευόταν εύκολα κανέναν.

"Είναι αργά για να σε μεταπείσω, Μέρταγκ," έλεγε τώρα η Ναζουάντα "γνώριζε όμως, πως είναι σίγουρο ότι θα κινδυνεύσεις."

"Όλοι οι Βάρντεν ίσως κινδυνεύουν, Ναζουάντα" απάντησε σοβαρά εκείνος. "Ελευθερία δίχως κινδύνους δεν λογίζεται. Αυτό μου δίδαξε ο πατέρας μου και μου το δίδαξε καλά με το παράδειγμά του.

Η κοπέλα απόμεινε να τον κοιτά για λίγο μέσ' στα μάτια. Το βλέμμα της ήταν βαθύ, γεμάτο ενδιαφέρον. "Και ο δικός μου πατέρας με δίδαξε, ότι υπέρτατο αγαθό είναι η ελευθερία κι η αυτοδιάθεση" του τόνισε. "Παρ' όλα αυτά, κανείς μας δεν θα πρέπει να προβαίνει σε πράξεις ριψοκίνδυνες χωρίς σύνεση, ούτε να λαμβάνει ρίσκα παράλογα. Κι αυτό που εσύ προτίθεσαι να κάνεις…"

"Κάποιος θα πρέπει να το κάνει, Ναζουάντα" την έκοψε απότομα ο Μέρταγκ. Δεν είχε τολμήσει να αναφέρει τίποτε στον Άτζιχαντ για όσα ένιωθε για την κόρη του, περιμένοντας να επιτύχει πρώτα στην αποστολή του. Στην Ναζουάντα όμως είχε αφήσει κάποιες αιχμές για την επιθυμία του για ένα κοινό τους μέλλον, όποτε θα επέστρεφε στο Φάρδεν Ντουρ. Εκείνη είχε δεχτεί τα λόγια του αμίλητη, χωρίς να αρνηθεί, αλλά ούτε και να συναινέσει. Η σκέψη, ότι μπορεί να αποτύγχανε στην Ουρου'μπαίην κι ο φόβος, ότι ίσως δεν γυρνούσε, στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό του. "Αν θέλω να βρω την θέση που μου αξίζει ανάμεσα στους Βάρντεν, δεν πρέπει να αποφεύγω τέτοια ρίσκα." Σαν δυο πουλάκια τρομαγμένα είδε τα ματόφυλλά της να πεταρίζουν. Τα δυο της χέρια ήταν ζεστά μεσ' στα δικά του, ένιωσε όμως τις παλάμες ιδρωμένες. Ο Μέρταγκ τα έφερε και τα δύο ως τα χείλη του και φίλησε τρυφερά το πάνω μέρος. "Σου υποσχέθηκα πως θα προσέχω, αρχόντισσά μου" είπε τώρα με ήπιο τόνο. "Θα κάνω μονάχα όσα διατάχθηκα, χωρίς αποκοτιές και παράλογες πράξεις. Στην νέα υπηρεσία μου λογαριάζω να παραμείνω γύρω στον έναν χρόνο, άλλο δεν θα αντέξω μακριά από τους Βάρντεν. Πριν βγει το ερχόμενο φθινόπωρο, θα είμαι και πάλι πίσω."

Η Ναζουάντα τράβηξε τα χέρια της από το κράτημά του. Η φλόγα της σιγουριάς που είχε στον εαυτό του, η εμπιστοσύνη για επιτυχία που έκαιγε μέσα του, διόλου την καθησύχαζαν. Χαιρόταν όμως, που τον έβρισκε τόσο φιλόδοξο, όπως ήταν άλλωστε κι η ίδια. Αυτό πιότερο απ' όλα την τράβαγε πάνω του, όπως και ο αμοιβαίος θαυμασμός στον Άτζιχαντ, οι κοινές ιδέες που μοιράζονταν και τέλος οι δεξιότητές του. Έφερε τα δυο χέρια στο λαιμό της και μέσα απ' την τραχηλιά της τράβηξε ένα πέτσινο κορδόνι. Στην άκρη του ήταν δεμένη μια μικροσκοπική, σκαλισμένη σε μαύρο ξύλο κουκουβάγια. Η Ναζουάντα φίλησε το μενταγιόν της, κατόπιν πέρασε το κορδόνι πάνω απ' το κεφάλι του προσφέροντάς το.

"Η προστάτισσα θεά μου, η Γκοκουκάρα, έχει σαν σύμβολο την κουκουβάγια. Δέξου αυτό το φυλαχτό που σου προσφέρω και φόρα το πάντα τριγύρω απ' τον λαιμό σου. Θα είμαι πιο ήσυχη, καλέ μου φίλε, αν ξέρω ότι θα έχεις την προστασία της. Η κουκουβάγια είναι το σύμβολο της ευστροφίας πνεύματος και της σοφίας. Είθε να σε οδηγεί πάντοτε, ώστε με σύνεση να διαβαίνεις τους ασφαλέστερους δρόμους της ζωής και με σοφία να κάνεις πάντα τις επιλογές σου."

"Θα φυλάξω το χάρισμά σου καλύτερα και από τα μάτια μου" υποσχέθηκε ο Μέρταγκ και πριν κρύψει το φυλαχτό ανάμεσα στα ρούχα του, φίλησε πρώτα το σημείο που είχαν ακουμπήσει λίγο πριν και τα δικά της χείλη.

Η Ναζουάντα σκεπάστηκε ξανά με την κάπα της και κατέβασε την κουκούλα ως τα μάτια. "Θα ήταν ασύνετο και για του δύο μας, αν παρέτεινα την εδώ παραμονή μου" του είπε. Έσφιξε ακόμα μια φορά το χέρι του και χάθηκε με βήμα γοργό στις σκιές του διαδρόμου αφήνοντάς τον πίσω της μονάχο, να ανασαίνει άπληστα τη μυρωδιά που το άρωμά της άφησε στην κάμαρα. Πάνω στο στήθος του ένιωθε το πολύτιμο, μικροσκοπικό βάρος της σκαλισμένης στο μαύρο ξύλο κουκουβάγιας.

Ώρες αργότερα, καθώς βάδιζε στον κακοφωτισμένο διάδρομο που οδηγούσε από την πόλη του Τροντζχάιμ μέχρι τις πύλες του Φάρδεν Ντουρ, του φάνηκε ότι διέκρινε από απόσταση την ίδια εκείνη παράξενη γυναίκα, που είχε συναντήσει στις στοές του δρακοστάσιου. Την ώρα που εκείνη διάβηκε μπροστά από μία λάμπα με το μαγεμένο φως των νάνων, ο Μέρταγκ πρόλαβε να δει, πως ήταν βαρυφορτωμένη. Κρατούσε στα χέρια της μία μεγάλη γλάστρα, με ένα καταπράσινο φυτό φυτεμένο μέσα της, ενώ στους ώμους κουβαλούσε ένα τεράστιο σακίδιο. Πίσω απ' τις φούστες της πρόλαβε να δει τον φουντωτό μαύρο γάτο που την συνόδευε. Ο νέος τάχυνε το βήμα του, όσο όμως κι αν βάδισε γοργά να την προλάβει, εκείνη μάλλον εξαφανίστηκε σε κάποια από τις σήραγγες, που ήσαν ανοιγμένες εδώ κι εκεί στον κύριο διάδρομο και οδηγούσαν ποιος ξέρει πού. Στον Μέρταγκ φάνηκε, ότι η γυναίκα εγκατέλειπε βιαστικά το Φάρδεν Ντουρ, έτσι όπως ήταν φορτωμένη και ντυμένη. Προβληματίστηκε, γιατί δεν γνώριζε να υπήρχαν άραγε κι άλλες έξοδοι προς το ποτάμι Μπέαρτουθ και την κοιλάδα. Σύντομα όμως επικεντρώθηκε στις σκέψεις για το ταξίδι του ξεχνώντας την.

Μπροστά στις πύλες τον ανέμενε ο Άτζιχαντ ο ίδιος μαζί με τους φρουρούς του. Του παραδόθηκε το φορτωμένο άλογο με τις προμήθειές του, κάποιες τελευταίες εντολές και, με τις ευλογίες του αρχηγού των Βάρντεν, ξεκίνησε για την αποστολή του. Για έξι μήνες της ζωής του ο Μέρταγκ είχε ζήσει με τους επαναστάτες. Κινούσε τώρα αφήνοντας πίσω το Φάρδεν Ντουρ, στοχεύοντας σε μια πορεία πέντε βδομάδων πάνω-κάτω ως την Ουρου'μπαίην. Σε λίγες μέρες, όπως υπολόγιζε, θα ήταν πια δεκαεπτά χρονών και δύο μηνών κλεισμένα. Μέχρι τα δεκαοκτώ του, η τύχη του θα είχε σίγουρα αλλάξει. Ο Άτζιχαντ θα έπρεπε να τον αποδεχτεί και οι καταστάσεις θα ένωναν το μέλλον του μ' αυτό της Ναζουάντα.


Φυλακισμένη η Ναζουάντα στην αίθουσα της προφήτισσας προσεύχεται στην θεά της, αναφέροντας τον εαυτό της σαν ''μικρή κουκουβάγια της Γκοκουκάρα''. Έτσι υπέθεσα, ότι η κουκουβάγια είναι σύμβολο της θεάς.

Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.