Στη μούσα μου, την 815 BrokenPencils.


Οι μέρες της Ουρου'μπαίην

Ο άντρας μάλασσε αμήχανα με τα ακροδάχτυλά του την τελευταία του μπουκιά, μετατρέποντας το ψωμί σε πλήθος ψίχουλα. Μικροσκοπικά τρίμματα διασκορπίστηκαν πάνω στην πληγωμένη από τον χρόνο, ξύλινη επιφάνεια του τραπεζιού τριγύρω από το άδειο του πιάτο. Η ματιά του είχε σταθεί επάνω σ' εκείνη, καθώς φασαρευόταν να τακτοποιεί τον χώρο.

"Λοιπόν, τι νέα φέρνεις από τον έξω κόσμο;" ρώτησε με προσμονή. Εδώ και ώρα η ερώτηση έκαιγε τα χείλη του και είχε ήδη αργήσει να την διατυπώσει.

"Όλα έχουν πάρει πια τον δρόμο τους" αποκρίθηκε μ' ευχάριστη φωνή η γυναίκα, τοποθετώντας τις νέες προμήθειες στο άδειο πια ερμάρι. Κατόπιν γύρισε προς την μεριά του και το ύφος της σοβάρεψε. "Πολλά είναι αυτά που πρόκειται να γίνουν και το σίγουρο είναι, φίλε μου, δεν πρόκειται να γίνουν χωρίς εσένα κι εμένα!"

.*.*.*.

Δεν χρειάστηκαν παραπάνω από τρία μερόνυχτα ταξίδι για να διασχίσει την φαρδιά κοιλάδα που οδηγούσε στο πέρας των βουνών και την αρχή της ερήμου Χάνταρακ. Έφτασε στην κατάξερη, απέραντη επιφάνεια το σούρουπο. Ήταν την ώρα που ο δίσκος του ήλιου χαμήλωνε στον ορίζοντα στολισμένος ολοτρίγυρα με μια εντυπωσιακή κόκκινη άλω, για να χαθεί γοργά πίσω από το βαθυπόρφυρο πέπλο αχλής στη δύση. Αργότερα, ένα φθινοπωριάτικο φεγγάρι πρόβαλε ανάμεσα από τα μαύρα σύννεφα, που ο δυτικός άνεμος έσχιζε σε αμέτρητα κουρέλια, σκορπίζοντας απλόχερα το φως του πάνω στην θάλασσα της άμμου. Οι θίνες της ερήμου απλώνονταν ατελείωτες, όσο μπορούσε να δει μπροστά του και πίσω του οι όγκοι των βουνών χάνονταν μέσα στις ομίχλες. Ο δρόμος του ήταν μοναχικός, με μόνη συντροφιά το άλογο που παραχώρησαν οι Βάρντεν και το αστέρι του βορρά, το οποίο σημάδευε την πορεία του και του οποίου την διαδρομή ακολουθούσε και ο ίδιος.

Ποτέ δεν είχε ταξιδέψει μονάχος τόσο μεγάλη απόσταση, μα, από την ταχύτητα που κινούταν και τις πληροφορίες του Άτζιχαντ σχετικά με την Ουρου'μπαίην, υπολόγιζε πως δεν θα του έπαιρνε πάνω από έξι εβδομάδες, μέχρι να φτάσει στην πρωτεύουσα. Ο αρχηγός των Βάρντεν, που γνώριζε καλά την έρημο, τον είχε συμβουλέψει να ταξιδεύει νύχτα αφήνοντας την ξεκούραση για τις πιο καυτές ώρες της ημέρας. Ο Μέρταγκ όμως βιαζόταν. Έτσι λοιπόν συνέχιζε τον δρόμο του περιορίζοντας τις στάσεις. Μονάχα όταν η θέρμη από τις ανελέητες ακτίνες του ήλιου της ερήμου δημιουργούσε την αίσθηση ενός πύρινου στέμματος γύρω απ' τα μαλλιά του και η φλόγωση της πυρωμένης άμμου του έκαιγε τα μάτια, τότε μονάχα αναζητούσε καταφύγιο. Τα χείλη του είχαν σκάσει από μια διαρκή δίψα, παρά το ότι μετέφερε αρκετό νερό μαζί με τις προμήθειές του, για να μοιράζεται με το άλογό του. Ένας κολλώδης ιδρώτας, ανακατεμένος με την ψιλή άμμο που σήκωνε ο άνεμος, κυλούσε πάνω στο κορμί του διαμορφώνοντας ένα επιθετικό μίγμα, που χωνόταν σε κάθε πιθανό και απίθανο σημείο. Για να ξεκουράζει το άλογο πολλές φορές αφίππευε βαδίζοντας πλάι του για ώρες, μέχρι να μην αντέχουν άλλο οι μύες των ποδιών του. Τότε μοναχά ξεστράτιζε προς τους ογκόλιθους που ξέκρινε διασκορπισμένους στην απόσταση, όπου αυτός και το άτι εύρισκαν καταφύγιο στην σκιά τους.

Ο Άτζιχαντ του είχε συστήσει να κρατηθεί μακριά από τις παρυφές της ερήμου, όπου πιθανό ήταν, να συναντήσει ομάδες στρατιωτών της αυτοκρατορίας ή δουλεμπόρους. Το τμήμα της Χάνταρακ που θα διέσχιζε ήταν μικρό, παρ' όλα αυτά η ανελέητη ζέστη της μέρας και η φαρμακερή παγωνιά της νύχτας εξαντλούσαν γοργά τις δυνάμεις του. Η ανακούφιση ήταν μεγάλη, όταν το έδαφος κάτω από τα πέταλα του αλόγου άρχισε σταδιακά να σκληραίνει κι από απόσταση αντίκρισε το βόρειο τμήμα των πυκνών δασών, που απλώνονταν – σύμφωνα με όσα είχε διαβάσει – σαν καλωσόρισμα του ταξιδιώτη πριν απ' την πόλη Φύρνοστ. Βρισκόταν στα εδάφη της αυτοκρατορίας πια και αποφασισμένος στράφηκε προς τα βορειοδυτικά, κατευθυνόμενος προς την πρωτεύουσα.

Όσο μακρύτερα έφευγε από την Ναζουάντα, τόσο η καρδιά του γέμιζε με θλίψη. Τις πρώτες μέρες αναζητούσε διαρκώς ανάμεσα από το ρούχο του το δώρο της, το σκαλισμένο φυλαχτό της που φόραγε κατάσαρκα. Το έσφιγγε τρυφερά μέσα στην παλάμη του χεριού του, το έφερνε κατόπιν ως τα χείλη φιλώντας με λατρεία το σκουρόχρωμο ξύλο πάλι και πάλι. Πολλές ήταν οι φορές που ψιθύρισε το όνομά της και άλλες τόσες πάλι το φώναξε με όλη την δύναμη των πνευμόνων του προς τον πλατύ ουρανό πάνωθέ του, για να το ταξιδέψει ο άνεμος, να το σκορπίσει μέσα στην ερημιά, να μην νοιώθει πια μόνος. Το στήθος του σχιζόταν από την επιθυμία να βρίσκεται κοντά της και η καρδιά του πονούσε από την αναγκαία απομάκρυνση. Σύντομα όμως ο νους του φρόντιζε να καθησυχάζει τις αισθήσεις καταλαγιάζοντας το πάθος. Παρηγοριόταν, ότι θα κοίταγε να φέρει σε αίσιο πέρας την αποστολή που είχε αναλάβει και πάλι να γυρίσει, όσο το δυνατόν πιο σύντομα κοντά της. Όταν αυτό γινόταν θα την αποζητούσε, όχι σαν φάσμα μέσα στις ερημιές του κόσμου, παρά σαν πρόσωπο υπαρκτό σιμά του. Θα την αγάπαγε με χίλιους τρόπους. Θα μοιραζότανε μαζί της την μοναχική ζωή του.

Όσο ο δρόμος τον οδηγούσε προς τα βόρεια, τόσο η παγωνιά ενός χειμώνα, που γοργά ερχόταν, δάγκωνε ως το κόκαλο. Το πρώτο χιόνι τον συνάντησε καλωσορίζοντας το πέρασμά του μέσα από μια άγονη πεδιάδα, μονάχα για να λιώσει μόλις την επόμενη από τις αδύναμες αχτίδες ενός χλωμού ήλιου. Ένα άσπρο σεντόνι κάλυψε για λίγο το κοντό χορτάρι, που οι παγωμένοι άνεμοι είχαν ξεράνει στο διάβα τους. Ένιωθε το τριζάτο χώμα να μετατρέπεται κάτω από τις μπότες του σε λάσπη όταν βάδιζε, ή το έβλεπε να πετιέται πιτσιλίζοντας ένα γύρω από τα πέταλα του αλόγου. Ταξίδευε καλύπτοντας αργά τα παγωμένα τοπία, χωρίς να γνωρίζει πού θα εύρισκε νερό, πίνοντας γουλιά-γουλιά όσο απόμενε μέσα στο φλασκί του. Και όταν συναντούσε ένα μοναχικό ρυάκι ή κάποια πηγή παρέμενε για λίγο εκεί, να πίνει όσο θέλει. Μαγείρευε, έτρωγε, καθαριζόταν και ικανοποιούσε τις ανάγκες του πάντα με φόβο, γιατί δεν ήξερε αν κάποιος κίνδυνος ελλόχευε τριγύρω. Όπως ο ίδιος είχε συναντήσει το αναπάντεχο νερό, έτσι και κάποιος άλλος ανεπιθύμητος, ή ίσως και επικίνδυνος θα μπορούσε να πλησιάσει.

Με τούτα και μ' εκείνα πέρασε ο καιρός, ώσπου έφτασε η μέρα που ο Μέρταγκ αντίκρισε μπροστά του σε απόσταση τα διπλο-οχυρωμένα τείχη της Ουρου'μπαίην.

.*.*.*.

"Διατείνεται ότι το όνομά του είναι Μέρταγκ, μεγαλειότατε. Μέρταγκ, γιος του Μόρζαν!" Με τα μάτια ορθάνοιχτα από τον τρόμο, τα μάγουλα κατάχλωμα, τα χείλη πελιδνά και την φωνή να πνίγεται στο βάθος του λαιμού του ο άντρας γονάτιζε μπροστά στον θρόνο του βασιλιά του σφίγγοντας με αγωνία το χέρι στην λαβή του θηκαρωμένου σπαθιού του. "Ισχυρίζεται ότι είναι το χαμένο παιδί του δρακοκαβαλάρη" πρόσθεσε σιγανότερα.

Ο Γκαλμπατόριξ εξέτασε με ανεξιχνίαστο βλέμμα τον αξιωματικό του, που, σκυμμένος μπροστά στον θρόνο και μη τολμώντας να τον κοιτάξει κατά πρόσωπο, κόμιζε το απρόσμενο αυτό νέο. Αναλογίστηκε σιωπηλός το γεγονός, ότι ο συγκεκριμένος άντρας της φρουράς του είχε σαν νέος ξεκινήσει την στρατιωτική του καριέρα στην υπηρεσία του κάποτε κραταιού συντρόφου του και φίλου, του Μόρζαν. Ήταν προφανές ότι οι ισχυροί όρκοι σιωπής, που τότε τον είχαν δέσει με τον αφέντη του εμποδίζοντάς τον να αποκαλύψει την ύπαρξη του παιδιού σε άλλους, δεν ίσχυαν και για τον βασιλιά του. Από την άλλη, μπορεί ο Μόρζαν να είχε χαθεί εδώ και χρόνια, η συγκεκριμένη μαγεία όμως έδειχνε να επηρεάζει ακόμα αυτόν τον άντρα, που γνώριζε πολύ καλά την παλιά εκείνη ιστορία. Μήπως αυτό δεν θα μπορούσε να σημαίνει άλλο, παρά ότι το αγόρι εκείνο… υπήρχε πράγματι ακόμα;

Ο βασιλιάς κινήθηκε άβολα πάνω στον θρόνο του και τα μάτια του στένεψαν με καχυποψία. Το βλέμμα του έπεσε στους λίγους αυλικούς, που έτυχε να βρίσκονται στην αίθουσα μια τέτοια πρωινή ώρα και, μετά την είσοδο του αξιωματικού, είχαν αποτραβηχτεί σε μια άκρη συζητώντας χαμηλόφωνα μεταξύ τους. Η μισοπνιγμένη φωνή του φρουρού του δεν φαινόταν να έχει φτάσει μέχρι τ' αυτιά τους, παρ' όλα αυτά ο βασιλιάς ψιθύρισε δύο λέξεις μαγείας, που θα τους έκαναν να ξεχάσουν ό,τι είχαν ίσως ακούσει. Χάνοντας τον ειρμό της κουβέντας τους οι αυλικοί στάθηκαν για λίγο αφηρημένοι, αντικρίζοντας με ανόητο ύφος ο ένας τον άλλο. Ο Γκαλμπατόριξ στράφηκε και πάλι προς τον σκυμμένο αξιωματικό του. Με φωνή βαθιά και δυνατή, προσταγή γεμάτη, του απηύθυνε τον λόγο.

"Να παρουσιαστεί ο νέος, που ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, μπροστά μου. Θα τον δεχτώ μονάχος."

Ο αξιωματικός υποκλίθηκε βαθύτερα μπροστά στον θρόνο του βασιλιά του και το πρόσωπό του χαλάρωσε με έκδηλη ανακούφιση· τα χείλη απελευθέρωσαν ηχηρά μία ανάσα, που τόση ώρα ασυναίσθητα κρατούσε με αγωνία μέσα στους πνεύμονές του. Με ένα απλό του νεύμα στους τέσσερις φρουρούς, που έστεκαν ανά δύο σαν αγάλματα δεξιά κι αριστερά της εισόδου, υπέδειξε, ότι έπρεπε να απομακρύνουν τον κάθε έναν που έτυχε να βρίσκεται μέσα στην αίθουσα. Οι άντρες υπάκουσαν αδειάζοντας σε μια στιγμή τον χώρο. Κατόπιν παρέμειναν έξω από τις διπλές κέδρινες πόρτες, μαζί με όσους φύλαγαν ήδη εκεί τον μονάρχη.

Ο βασιλιάς απέμεινε τελείως μόνος. Στις άκρες του μυαλού του ένιωθε τον μαύρο δράκο βυθισμένο ακόμα σε ύπνο βαθύ πάνω στο φρέσκο του άχυρο, μέσα στον πύργο του δρακοστάσιου. Παρά το προχωρημένο πρωινό, η μέρα έξω ήταν ακόμα σκοτεινή. Πυκνά σύννεφα κάλυπταν τους ουρανούς κι ένας δυνατός, βόρειος άνεμος σκόρπιζε την παγωμένη του ανάσα μέσα στα στενά της πόλης. Ένα κρύο ψιλόβροχο έπεφτε από βραδύς έχοντας νοτίσει το χώμα, λεκιάζοντας τις πολυπατημένες πλάκες της αυλής με λάσπες. Οι ακτίνες του χλωμού ήλιου δεν έδειχναν ικανές να διαπεράσουν το παγωμένο αυτό πέπλο που σκέπαζε τον κόσμο. Οι υπηρέτες του παλατιού είχαν από νωρίς φροντίσει να φωτίσουν πλούσια την αίθουσα του θρόνου με περισσούς πυρσούς, που έκαιγαν πάνω στους τοίχους σκορπίζοντας τριγύρω μια έντονη μυρωδιά από ρετσίνι. Όμως, παρά την τριζοβόλα λάμψη της φωτιάς, μια μόνιμη εντύπωση παρέμενε, ότι ο χώρος γύρω από τον βασιλικό θρόνο έστεκε καλυμμένος κάτω από ίσκιους.

Ο Γκαλμπατόριξ έτριψε σκεπτικός το περιποιημένο, πλούσιο γένι που κάλυπτε τα μάγουλα και το σαγόνι του. Κατόπιν το γαντοφορεμένο χέρι του ξεκουράστηκε πάνω στο σκαλισμένο μπράτσο του θρόνου. Το πρώτο διάστημα της εξαφάνισης του παιδιού, ο βασιλιάς είχε πολλές φορές σκεφτεί, ότι η συνωμοσία των εχθρών του Μόρζαν, που είχε σαν αποτέλεσμα την απευκταία απώλεια του ιδίου, είχε επεκταθεί και στο αγόρι. Κάποιοι, που με τρόπο απρόσμενο είχαν αποκτήσει γνώση για την ύπαρξή του, φρόντισαν να προσθέσουν στον θάνατο του πατέρα και την εκδίκηση στο πρόσωπο του γιου. Είτε αυτό, είτε κάποια άλλη συνομωσία εξυφαινόταν. Πάντα καχύποπτος ο Γκαλμπατόριξ είχε σκεφτεί, ότι πρόσωπα, που ίσως γνώριζαν την ύπαρξη γόνου του Μόρζαν, είχαν δωροδοκήσει τον φρουρό να εξαφανίσει αρχικά το αγόρι. Κατόπιν σκόπευαν να παρουσιάσουν κάποιο άλλο παιδί στην θέση εκείνου, αποσκοπώντας ίσως στο να κερδίσουν μέσω αυτού την εύνοια του θρόνου. Τα χρόνια όμως είχαν περάσει και κανείς ποτέ δεν έκανε χρήση της κατάστασης. Τώρα, μετά από τόσον καιρό, ένας κάποιος Μέρταγκ εμφανιζόταν μπροστά στις πύλες της ακρόπολης αιτούμενος ακρόαση. Ο Γκαλμπατόριξ έσφιξε πεισματικά τα χείλη. Αλίμονο σε όποιον είχε τολμήσει να διανοηθεί, ότι μπορούσε να ξεγελάσει τον βασιλιά του. Είχε τρόπους αυτός να εκμαιεύει την αλήθεια από κάθε μυαλό και κάθε στόμα. Το χέρι της εκδίκησης θα έπεφτε βαρύ στη ράχη ενός σφετεριστή του ονόματος του Μόρζαν.

Νωρίτερα, το πρωί της ίδιας μέρας, η ακόλουθη σκηνή είχε εξελιχθεί μπροστά στις πύλες του ανακτόρου.

"Πάλι, του λόγου σου, εδώ;" Ο πάνοπλος φρουρός στην πύλη της ακρόπολης αγριοκοίταξε τον νεαρό κινώντας απειλητικά το χέρι προς την λαβή του σπαθιού του. Το να φυλά σκοπός από αξημέρωτα ήτανε πάντοτε γι' αυτόν ό,τι χειρότερο. Ο μεταλλικός ήχος που δημιουργούσε το κρύο ψιλόβροχο, καθώς στάλαζε εδώ και ώρες πάνω του κυλώντας από τα αγκωνάρια των τειχών, του είχε σπάσει τα νεύρα. Επιπροσθέτως, το παγωμένο νερό εύρισκε τρόπο να χωθεί ανάμεσα στους συνδέσμους της πανοπλίας του, μουσκεύοντας σιγά-σιγά τα μάλλινα που φόραγε από μέσα, κάτι που συνέτεινε στον εκνευρισμό του. "Φύγε αμέσως τώρα! Αν τύχει και ξαναπεράσεις, ή σε δω να τριγυρνάς γύρω απ' τα τείχη στη δική μου βάρδια, θα σημάνω τον συναγερμό, ώστε να σε συλλάβουν. Κατόπιν, όταν σε χώσουν στα μπουντρούμια, θα παρακαλάς να γλιτώσεις μονάχα μ' ένα γερό μαστίγωμα στη ράχη. Στο λέω τώρα καθαρά, για να μην πεις μετά, πως δεν σε προειδοποίησα."

Ο Μέρταγκ έσφιξε με δυσφορία τα χείλη εμποδίζοντας κάποια βαριά κουβέντα εναντίων του φρουρού να ξεφύγει από το στόμα του. Εδώ και μέρες βρισκόταν στην Ουρου'μπαίην προσπαθώντας να παρουσιαστεί μπροστά στον βασιλιά, σκόνταφτε όμως πάντοτε στο ίδιο εμπόδιο· στους στρατιώτες κι αξιωματικούς που φύλαγαν τις πύλες της ακρόπολης. "Σου είπα, θέλω να δω τον βασιλιά!" για πολλοστή φορά επανέλαβε, προσπαθώντας να κρατά την ψυχραιμία του, ώστε να ακούγεται ήρεμος. "Μόλις ο μεγαλειότατος μάθει το όνομά μου, σίγουρα θα διατάξει να παρουσιαστώ μπροστά του. Γιατί δεν τον ειδοποιείς;"

Το όνομα του Μόρζαν, από μυστικό επατασφράγιστο που είχε κρατηθεί ως τώρα, επαναλήφθηκε πλείστες φορές μπροστά στις απαγορευμένες πύλες και πάντα σε συνδυασμό με το δικό του. Όνομα, που κάποτε θα είχε κάνει τους φρουρούς να τρέμουν, τώρα δεν είχε ακόμα καταστήσει δυνατή την είσοδο του Μέρταγκ στο παλάτι.

"Ε, ομορφονιέ!" του φώναξε ο άλλος φρουρός απ' την αντίπερα μεριά της πύλης, που τόση ώρα είχε στυλώσει πάνω του την προσοχή του. "Νομίζεις πως ο μεγαλειότατος άλλη έγνοια δεν έχει όλη μέρα, παρά να δέχεται τον κάθε έναν, που ισχυρίζεται πως θέλει να τον δει ενοχλώντας για δικά του θέματα; Τρεις μέρες τώρα μας έρχεσαι επιμένοντας το ίδιο πράγμα. Δεν έχεις βαρεθεί; Εμείς πάλι σε διώχνουμε κι εσύ εκεί, ως να περάσει το δικό σου. Μέχρις εδώ λοιπόν! Εξαφανίσου, γιατί το έχεις παρακάνει."

Ο Μέρταγκ ανάσανε βαθιά προσπαθώντας ν' αυτοκυριαρχηθεί. Λίγα χρονάκια πριν, σε μια παρόμοια κατάσταση, θα είχε τραβήξει το σπαθί του από παρόρμηση και θα είχε επιτεθεί, να τιμωρήσει τα προσβλητικά τους λόγια. Τώρα όμως καταλάβαινε καλά, ότι ο θυμός κι η όποια φιλόνικη ή οργίλη συμπεριφορά, θα στέκονταν εμπόδιο στην αποστολή του.

"Αφού σου λέω, είμαι ο Μέρταγκ ο γιος του Μόρζαν. Μόλις το μάθει ο βασιλιάς, σίγουρα θα θελήσει να…"

Ο πρώτος φρουρός πλησίασε απειλητικά αφήνοντας στιγμιαία το πόστο του. "Σύρε, παλικάρι μου, στο καλό, να πεις αλλού τα ψέματά σου! Ως και ο τελευταίος ταβερνιάρης της πρωτεύουσας γνωρίζει, πως κανένας από τους μακαρίτες δρακοκαβαλάρηδες του βασιλιά δεν είχε παιδιά. Πόσο μάλλον ο μεγάλος Μόρζαν."

"Τι τρέχει εδώ πέρα; Τι φασαρία είναι αυτή μπροστά στην πύλη;" Η άγρια φωνή του υπαξιωματικού διέκοψε τον διαπληκτισμό των στρατιωτών με τον πολίτη. Η σκληρή ματιά που έριξε στον έναν από τους δύο φρουρούς του έκανε τον άντρα να γυρίσει τα πίσω μπρος στο πόστο του, φυλάγοντας ακίνητος και πάλι σαν άγαλμα φτιαγμένο από πέτρα, ντυμένο με ατσάλι. "Όσο για σένα," αποτάθηκε στον Μέρταγκ "αν έχεις κάποιο αίτημα, πες μου τι θες και πάψε να ενοχλείς τους φύλακες του κάστρου."

Έκοψε τον νέο με μάτι γερακίσιο από πάνω ως κάτω. Φορούσε ρούχα ανθεκτικά, κατάλληλα ραμμένα για ταξίδι. Το μακρύ ως τα γόνατα χιτώνιο υποδήλωνε επαρχιώτη μάλλον, μιας και εδώ και χρόνους κανείς δεν θα φορούσε κάτι τέτοιο στην πρωτεύουσα. Μπορεί το ντύσιμό του να ήταν απλό, φαινόταν γεροφτιαγμένο και ικανό να τον ζεσταίνει όμως. Το πρόσωπό του ήταν όμορφο, το σώμα διακρινόταν καλοκαμωμένο κάτω απ' το δέρμα και τα μάλλινα και έδειχνε σίγουρα δυνατός και καλοταϊσμένος. Στην ζώνη είχε περασμένο ένα σπαθί, που, αν και το θηκάρι ήταν καμωμένο από σκληρό, βοϊδίσιο δέρμα δίχως στολίδια, η λαβή που εξείχε πάνω από τον χειροφύλακα υποδήλωνε όπλο αξίας. Γιος πλουσίου εμπόρου ίσως; Ότι κι αν ήταν, τούτος ο νέος έμοιαζε να έχει τον τρόπο του. "Γνώριζε, πως για τα αιτήματά σου πρέπει ν' ακολουθείς τον δρόμο τον σωστό, ως γίνεται συνήθως" του είπε. "Αν αναλάβω να σε οδηγήσω στον αξιωματικό υπηρεσίας, τότε κι εσύ πες του τι θες κι αυτός θα κρίνει." Ο άντρας έκλεισε με σημασία το μάτι του στον Μέρταγκ αφήνοντας έναν έμμεσο υπαινιγμό κάποιας δωροδοκίας. Πριν λίγες στιγμές είχε ακούσει τους ισχυρισμούς αυτού του νέου, ότι ήταν γιος του Μόρζαν, καθώς και την επιμονή του να δει τον Γκαλμπατόριξ. Αυτός ο επαρχιώτης ήταν κουτός, αφού επέμενε να ζητά να παρουσιαστεί μπροστά στον βασιλιά τον ίδιο προφασιζόμενος μια δικαιολογία σαν και τούτη. Αν όμως η χαζομάρα του ήταν ανάλογη της αδημονίας και του πείσματός του, κάποιο κέρδος ίσως να έβγαινε για τον ταπεινό υπαξιωματικό του Γκαλμπατόριξ.

Προτού προλάβει ο Μέρταγκ να αντιδράσει στα λόγια του υπαξιωματικού, ο άντρας τον γράπωσε από τον ώμο και βάλθηκε να τον σπρώχνει αποφασιστικά κατά το φρουραρχείο. Ο Μέρταγκ θέλοντας και μη τον ακολούθησε. Μέσα του έβραζε από θυμό για όσες προσβολές του είχαν γίνει ως τώρα. Καθώς διέσχιζαν την αυλή δεν του είχαν διαφύγει οι όλο νόημα χειρονομίες του οπλίτη προς τους ομοίους του, πως κάτι ίσως δεν πήγαινε καλά με το μυαλό του. Ούτε και το σιωπηλά κρυφό, λαλίστατο όμως τρίψιμο των δακτύλων με τον αντίχειρα, που υποδήλωνε την πιθανότητα του κέρδους.

Σαν έφτασαν μπροστά στο φρουραρχείο, ο υπαξιωματικός τον έσπρωξε με δύναμη κολλώντας τη ράχη του πάνω στην κρύα, βρεγμένη πέτρα. Τα μάτια του σπίθιζαν από απληστία. "Αυτό που σου είπα πριν, να το θυμάσαι. Αιτήματα σαν το δικό σου ακολουθούνε τον συνήθη δρόμο. Δώσε μου τώρα κάτι τις για αρχή κι εγώ ίσως πετύχω να έχεις μια ακρόαση από τον αξιωματικό μου. Αν κείνος κρίνει, πως το αίτημά σου έχει ισχύ και λογική, ίσως σε προώθηση προς τα μέσα, κατά την αίθουσα του θρόνου, να δεις κάποια στιγμή τον βασιλιά μας.

Ο Μέρταγκ κοίταξε τον άντρα με αηδία. "Δεν προτίθεμαι να δώσω κάτι, σαν αυτό που υπονοείς" του αποκρίθηκε με ύφος περήφανο. "Σαν θες να με παρουσιάσεις στον αξιωματικό σου, πάει καλά, αλλιώς μπορώ και μόνος μου."

Καινούριος γύρος από φωνές αντήχησε, αυτή τη φορά στο εσωτερικό της αυλής, έχοντας αποτέλεσμα να μαζευτεί τριγύρω τους μια ομάδα στρατιώτες. Ο υπαξιωματικός συνέχιζε να κρατά τον νεαρό από τον ώμο, λες και φοβόταν πως κάποιος θα του τον αρπάξει μέσα απ' τα χέρια. Ούτε τον άφηνε να φύγει, παρά τις προσπάθειες εκείνου για ν' απαγκιστρωθεί από το κράτημά του, ανησυχώντας μήπως χάσει τον πιθανό λουφέ του. Κάποιοι, σαν είδαν έναν πολίτη να διαπληκτίζεται με βαθμοφόρο, αποπειράθηκαν να τον χτυπήσουν. Ο Μέρταγκ δέχτηκε σπρωξίματα και απειλές, ο υπαξιωματικός όμως δεν άφησε τους άλλους να τον βλάψουν. Μπορεί ο γιος του εμπόρου να ήταν χοντροκέφαλος και δύσκολος κομμάτι – τι στο καλό, σαν γιος εμπόρου δεν έμαθε να διαπραγματεύεται μια στάλα; – αλλά αυτός, τόσο επίμονος που ήταν, θα κέρδιζε στο τέλος το κάτι τις του.

Με τα πολλά κατέληξαν κι οι δύο μέσα στο φρουραρχείο, μπροστά στον αξιωματικό υπηρεσίας. Σαν οδηγήθηκαν εκεί, ο Μέρταγκ υποχρεώθηκε να επαναλάβει για μια φορά ακόμα το όνομα και το αίτημα του. Ακούγοντάς τον να λέγει, "Μέρταγκ, γιος του Μόρζαν", ο αξιωματικός στάθηκε λίγες στιγμές να τον κοιτάζει σαστισμένος, γουρλώνοντας τα μάτια από τρομάρα που δεν κατάφερε να κρύψει. Τα μάγουλά του έχασαν με μιας το χρώμα, τα χείλη μπλάβισαν και με μια κίνηση απότομη έκανε τα στόματα όλων να κλείσουν παύοντας τις φωνές τους. Το όνομα του Μόρζαν έλεγε σ' αυτόν τον αξιωματικό πολλά κι ο νέος τούτος, που έστεκε ανυπόμονος μπροστά του, του θύμιζε λιγάκι την κοψιά εκείνου. Α, ναι! Ο αξιωματικός δεν είχε ξεχάσει… Ήξερε! Το όνομα Μέρταγκ του έφερε στη μνήμη το παιδί εκείνο… Ακόμα και τούτο το αγριεμένα σμιχτό του μεσόφρυδο… τα σφιγμένα από οργή χείλη… η φλέβα η γαλανή, που με θυμωμένο ρυθμό παλλόταν πάνω στον κρόταφο… Όσο περισσότερο παρατηρούσε αυτόν τον νέο, ο αξιωματικός ένοιωθε σαν να ζωντάνευε ξανά το παρελθόν του. Ήταν λες κι έβλεπε μπροστά του φάντασμα. Λες και ο τρομερός ο δρακοκαβαλάρης, που ακόμα στοίχειωνε τους εφιάλτες του τις νύχτες, είχε απρόσμενα σηκωθεί από τον σκοτεινό του τάφο κι έστεκε τώρα εμπρός του.

"Ο Μόρζαν δεν είχε γιο!" ακούστηκε κάποιος από τους άντρες να διακόπτει την ηλεκτρισμένη ησυχία που επικρατούσε στο δωμάτιο.

Όμως ο αξιωματικός του ήξερε καλύτερα. Αλήθεια ήταν, πως κάποτε υπήρξε ένα παιδί…

Η σκέψη αυτή και μόνο προξένησε ένα σφίξιμο πνιγμού στα βάθη του λαιμού του. Με το θυμωμένο νεύμα του ανάγκασε το πλήθος των αντρών, που άρχισαν και πάλι να ζωντανεύουν μουρμουρίζοντας, να ησυχάσουν. Κάποια κεφάλια, που χώνονταν στην είσοδο να κάνουν χάζι, με μιας εξαφανίστηκαν. "Συ!" έσυρε άγρια φωνή σε κάποιον. "Μένεις εδώ αναπληρωτής στο πόστο μου." Σπρώχνοντας πέρα τον υπαξιωματικό του, έσφιξε μέσα στο σαν τανάλια χέρι του το μπράτσο του νέου, που ισχυριζόταν ότι ήταν γιος του Μόρζαν, φροντίζοντας όμως να κρατά απ' αυτόν την μεγαλύτερη δυνατή απόσταση. "Τούτος εδώ, έρχεται τώρα δα μαζί μου!"

"Πού τον πηγαίνεις, καπετάνιο;" Διαμαρτυρήθηκε ο υπαξιωματικός του, βλέποντας την λεία της δωροδοκίας να ξεφεύγει σε μια στιγμή μέσα απ' τα χέρια του. Ώρες ήταν τώρα, να κέρδιζε μονάχα ο αξιωματικός του κι αυτός ο ίδιος, που πήρε τον κόπο να οδηγήσει το κουτό θύμα μέχρι εκεί, να έχανε τα πάντα.

"Κατευθείαν στην αίθουσα του θρόνου" μούγκρισε ο αξιωματικός οδηγώντας γοργά τον νέο προς τα ενδότερα της ακρόπολης.

Αυτά ήταν όσα είχαν γίνει νωρίτερα το ίδιο πρωί. Τώρα ο Μέρταγκ καθόταν μόνος περιμένοντας στον κακοφωτισμένο, κρύο διάδρομο έξω απ' την αίθουσα του θρόνου. Μια ομάδα αυλικών κι ανώτερων αξιωματούχων στέκονταν σε κάποια απόσταση περιμένοντας υπομονετικά κι αυτοί ίσως για κάποια ακρόαση. Ο Μέρταγκ ένιωσε την καρδιά του να χτυπά γοργά σαν είδε τον αξιωματικό του φρουραρχείου, να βγαίνει από τις τεράστιες δίφυλλες πόρτες επιστρέφοντας κοντά του.

Ο άντρας στάθηκε μπροστά του και έκλινε το κεφάλι ελαφρά. "Ελπίζω να μην ξεχάσεις, άρχοντά μου, ότι εγώ ήμουν αυτός, που σε οδήγησα μπροστά στον βασιλιά μας." Κατόπιν του έγνεψε, να τον ακολουθήσει.

Λίγο αργότερα, γονατισμένος μπροστά στον θρόνο του Γκαλμπατόριξ, ο Μέρταγκ διηγήθηκε στον βασιλιά με λίγα λόγια την σύντομη ιστορία της ζωής του, ιστορία που με περίσσια προσοχή είχε σχεδιάσει κατά το ταξίδι του ερχομού του. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του δεν διατηρούσε καμία μνήμη από το μακρινό του παρελθόν και τον καιρό που έζησε σαν νήπιο στο κάστρο του πατέρα του, του Μόρζαν. Ούτε κι απ' το ταξίδι προς την Σούρντα θυμόταν κάτι. Όλη η ζωή του μέχρι πρόσφατα είχε κυλήσει θεωρώντας τον εαυτό του, όπως του είχαν πει, σαν τον μοναχογιό του Τόρνακ. Η μόνη γνώση που είχε για την μητέρα που τον γέννησε ήταν μονάχα το όνομά της, μιας και η μνήμη του δεν είχε καταφέρει να φυλάξει την παραμικρή εικόνα του προσώπου της γυναίκας. Μοναχά σαν ο Τόρνακ βάρυνε από την αρρώστια, πάνω στο νεκροκρέβατό του αποκάλυψε στον Μέρταγκ την πραγματική καταγωγή και το όνομα του φυσικού γονιού του. Μόλις ο Τόρνακ πέθανε, ο νέος αποφάσισε πως είχε φτάσει ο καιρός να ταξιδέψει ως την πρωτεύουσα· να παρουσιαστεί μπροστά στον βασιλιά του· να θέσει το σπαθί και τις πολεμικές του δεξιότητες στην υπηρεσία του μονάρχη· να διεκδικήσει το όνομα, το μέλλον και την κληρονομιά του, σαν γιος του δρακοκαβαλάρη.

Ο βασιλιάς παρέμεινε σιωπηλός ακούγοντας με προσοχή την διήγηση αυτού του νέου. Η αλήθεια ήταν, πως η ηλικία του ταίριαζε μ' αυτήν που θα έπρεπε να έχει τώρα πια το αγόρι του Μόρζαν. Το όλο παρουσιαστικό του κι ο τρόπος που μιλούσε θύμιζαν λιγάκι εκείνον. Το όνομα επίσης 'Τόρνακ' αναμόχλευσε στον νου του την παλιά εκείνη ιστορία της εξαφάνισής του. Ο Γκαλμπατόριξ είχε προσπαθήσει τότε ν' ανακαλύψει το παιδί και τον σωματοφύλακα που το είχε τόσο απρόσμενα απαγάγει. Είχε προσφέρει μεγάλες αμοιβές για πληροφορίες και είχε εξαπολύσει ξωπίσω τους ανθρωποκυνηγητό από στρατιώτες μαζί και κατασκόπους. Παρ' όλα αυτά, οι άνθρωποί του δεν είχαν κατορθώσει να βρουν το παραμικρό τους ίχνος και ο Γκαλμπατόριξ είχε υποθέσει, ότι, αφού οι φυγάδες είχαν χαθεί από προσώπου γης, ίσως το παιδί είχε πεθάνει· μπορεί και ο απαγωγέας.

Τα μαύρα μάτια του βασιλιά εξέτασαν εξονυχιστικά τον νέο. Σκούρες καστανές, μακριές μπούκλες πλαισίωναν ένα καθάριο πρόσωπο και τα τοξοτά του φρύδια σημάδευαν ένα περήφανο μέτωπο πάνω από τα λαμπερά του μάτια. Η μύτη και τα χείλη του, καθώς επίσης και το σχήμα των παρειών του έφερναν κάπως της γυναίκας που ονομαζόταν Σελίνα. Υπήρχε ακόμα εκεί και η υποψία του μικρού λακκίσκου, που σε όλες τις περιπτώσεις σημάδευε το χαμόγελό της. Ναι, τούτος εδώ θα μπορούσε μια χαρά να είναι ο χαμένος γιος του Μόρζαν.

Καθώς μιλούσε, το ένα φρύδι ανασηκωνόταν σε μια γνώριμη από παλιά, όλο έπαρση εκφραστική γκριμάτσα. Είχε ακριβώς το ίδιο ύφος με τον δρακοκαβαλάρη, όταν ο βασιλιάς του ζήτησε τον λόγο, γιατί είχε κάποτε χαράξει το μονόγραμμά του στο πίσω μέρος του θρόνου της Ουρου'μπαίην. Ο Γκαλμπατόριξ δεν είχε ποτέ ξεχάσει την απόκριση του Μόρζαν. "Μπορεί εσύ να κάθεσαι εκεί για πάντα και να προστάζεις! Ποτέ όμως να μην ξεχάσεις, ότι χωρίς εμένα και την βοήθεια που σου προσέφερα, ίσως να μην βρισκόσουν καν εδώ τώρα."

Το ίδιο αποφασισμένο, επίμονο βλέμμα έβλεπε σ' αυτόν τον νέο. Ο ίδιος, γεμάτος κεκαλυμμένη απαίτηση τόνος εκείνης της φωνής, που είχε μιλήσει τότε, ακουγόταν για μια φορά ακόμα μπροστά στον θρόνο του. Τούτος εδώ, που μόλις είχε αφήσει πίσω του την άγουρη εφηβεία, βάδιζε σταθερά προς το ξεκίνημα της αντρικής ζωής του. Φαινόταν γνώστης της αξίας του κι έδειχνε να αναζητά με επιμονή και πείσμα τη θέση που του άρμοζε στον κόσμο. Χωρίς πολλά λόγια και περιττά λεκτικά στολίδια περιέγραψε την δεξιότητά του στα όπλα και όλες τις γνώσεις του. Έδειχνε σίγουρος για τον εαυτό του ξεχειλίζοντας από υγεία, δύναμη, αποφασιστικότητα. Όλο το παρουσιαστικό του κραύγαζε ότι ήταν ένας έξυπνος άνθρωπος, χρήσιμος και ικανός, που θα μπορούσε να προσφέρει τις καλύτερες υπηρεσίες στον βασιλιά του. Ο Γκαλμπατόριξ αναζητούσε τέτοιους άντρες· φιλόδοξους, επίμονους, πιστούς. Ακόμα κι αν δεν διατεινόταν πως ήταν γιος του Μόρζαν, ο νέος αυτός του άρεσε. Κάτι απάνω του, του θύμιζε τα δικά του νεανικά χρόνια, τις δικές του φιλοδοξίες και τα ρίσκα που είχε πάρει για να φτάσει εδώ που ήταν τώρα.

Ο νέος είπε όσα είχε να πει χρησιμοποιώντας έναν πλούσιο, μα περιεκτικό λόγο, λόγο ανθρώπου μορφωμένου, κατόπιν σώπασε. Ο βασιλιάς επικεντρώθηκε απάνω του με προσοχή μεγάλη. Παρά την προφανή έπαρση που είχε επιδείξει, έμοιαζε ν' αντιλαμβάνεται καλά το πότε έπρεπε να μιλά, ή να σιωπά. Τώρα γονάτιζε μπροστά στον θρόνο ήσυχος, αναμένοντας τις αποφάσεις του βασιλέα. Ο Γκαλμπατόριξ άπλωσε τη διάνοιά του αγγίζοντας προσεκτικά τον νου του νέου, που ισχυριζόταν πως είναι γιος του Μόρζαν. Προτού τον σταματήσει το ισχυρό φράγμα που ο Μέρταγκ βιάστηκε να υψώσει προστατεύοντας το μυαλό του, πρόλαβε ν' αντιληφθεί κάποιες εικόνες από το παρελθόν του, από την ζωή του στην Σούρντα. Παραξενεμένος για την δεξιότητα αυτή, ο βασιλιάς αποτραβήχτηκε. Ο νέος αυτός είχε διδαχτεί όσο λίγοι πώς να φυλά τα μυστικά του. Ο βασιλιάς τον κοίταξε με καχυποψία.

"Γιος του Μόρζαν… χμμ…" Θα ήταν εύκολο για τον Γκαλμπατόριξ να διαπεράσει μονομιάς τα φράγματα του νου του, να ελέγξει αν όσα έλεγε ήταν αληθινά ή ψέμα. Να εξετάσει μόνος του, αν η ζωή που ο νέος είχε περιγράψει ήταν αυτή που πράγματι είχε ζήσει. Να κλέψει όσα φύλαγε στα 'σώψυχά του. Να σιγουρέψει ότι η πίστη, που τόσο απλόχερα προσέφερε στο πρόσωπό του, αλήθευε. Παρ' όλα αυτά, αποφάσισε να μην το κάνει. Αγκιστρώνοντας τις δυο παλάμες του γερά στις σκαλισμένες άκριες από τα μπράτσα του θρόνου και σκύβοντας μπροστά, βρέθηκε σχεδόν πάνω από την κεφαλή του νέου. Υπήρχε κι άλλος τρόπος να διαπιστώσει, αν ήταν πράγματι ο γιος του Μόρζαν και το ήξερε καλά. "Καλοδεχόμαστε, την προσφορά και τις καλές προθέσεις " είπε με μειλίχιο τόνο στον νέο. "Η πίστη κι η αφοσίωση απλόχερα αμείβονται με την αγάπη μας, όπως η αγνωμοσύνη και η προδοσία πάντοτε συναντώνται με την αμείλικτη εκδίκησή μας. Όμως θα πρέπει να είμαστε σίγουροι, ότι οι λόγοι σου αληθεύουν, πως είσαι γιος του προσφιλέστατου συντρόφου μας και φίλου. Αν είσαι πράγματι αυτός που διατείνεσαι πως είσαι, τότε είναι σίγουρο, πολύ καλά γνωρίζεις, πως το παιδί του Μόρζαν έφερε πάνω του ένα σημάδι. Σημάδι μοναδικό, που το ξεχώριζε απ' όλους."

Στο άκουσμα αυτών των λόγων, τα χείλη του Μέρταγκ σφίχτηκαν. Το κεφάλι τινάχτηκε με θιγμένη περηφάνια. Το βλέμμα σκοτείνιασε και τα μάτια – χωρίς να κοιτούν το σήμερα, παρά ένα αδυσώπητο χθες που προτιμούσε να ξεχάσει – καρφώθηκαν πάνω στα σκαλιά του βάθρου, που ύψωνε το επίπεδο του βασιλικού θρόνου απ' αυτό των κοινών θνητών τούτου του κόσμου. Θα ήταν ψέμα το ότι δεν αιφνιδιάστηκε. Ποτέ δεν πέρασε απ' το μυαλό του, ότι ο βασιλιάς θα γνώριζε για την παλιά αυτή πληγή… Γιατί ήταν σίγουρος, σ' αυτήν αναφερόταν. "Μεγαλειότατε, υπάρχει πράγματι κάποιο σημάδι" αποκρίθηκε μόλις ξανάβρε τη φωνή του.

Ο βασιλιάς τεντώθηκε με προσμονή. Σηκώθηκε ολόρθος ξεδιπλώνοντας το παράστημά του μπροστά στον θρόνο. Ο ευρύς του θώρακας και οι φαρδιές του πλάτες σκέπασαν σχεδόν τον νέο που παρέμενε γονατισμένος μπρος του. Άπλωσε προς αυτόν επίμονα το χέρι ζητώντας… αδημονώντας… απαιτώντας…

"Περιμένουμε την ρητή σου δήλωση!" πρόσταξε. Κατόπιν οι σκούρες ίριδες στο βλέμμα του έλαμψαν παράξενα, σαν δύο κάρβουνα αναμμένα που σπίθιζαν γεμάτα προσμονή. "Αν και βέβαια η επιθυμία μας να εξετάσουμε την αλήθεια με τα ίδια μας τα μάτια είναι μεγάλη" πρόσθεσε. "Αν είσαι πράγματι ο Μέρταγκ, ο γιος του Μόρζαν, θα σου είναι εύκολο να ικανοποιήσεις το απλό αίτημά μας. Εμπρός λοιπόν! Έχεις την άδειά μας."

Ο Μέρταγκ ίσιωσε το κορμί, μα φρόντισε να κρατά ακόμα το βλέμμα του χαμηλωμένο μπροστά στον θρόνο. "Όπως επιθυμείτε, μεγαλειότατε." Με κινήσεις αποφασιστικές άνοιξε το χιτώνιο κι απαλλάχτηκε από τα βαριά του ρούχα μένοντας μονάχα με το πουκάμισο. Έλυσε τα κορδόνια γυμνώνοντας τη ράχη του, αφήνοντας να φανεί ολοκάθαρα η παλιά πληγή, που χώριζε το πανωκόρμι του στα δυο. Όπως είχε κάνει μπροστά στον Άτζιχαντ, έτσι και τώρα ξεσκέπασε το μυστικό του στον Γκαλμπατόριξ μισογυρίζοντας για να φανεί η ουλή, που ξεκινούσε από τον ώμο του, απλωνόταν διαγώνια χωρίζοντας τους μύες της ράχης του στα δύο, για να χαθεί κάτω απ' τη ζώνη του προς τον γοφό του. Άκουσε τις βαριές μπότες του βασιλιά να κροτούν πάνω στα πέτρινα σκαλιά του βάθρου, καθώς αυτός πλησίαζε κατεβαίνοντας από τον θρόνο του. Για μερικές στιγμές ένιωσε ακόμα και την καυτή του ανάσα κοντά στο παγωμένο, γυμνό του δέρμα και έκλεισε τα μάτια, καθώς η ταραχή αναμίχθηκε μέσα του μ' ένα παράξενο συναίσθημα ντροπής. Αυτή η ουλή, όσο σκληρά κι αν παιδευόταν να ξεχάσει, σημάδευε για πάντα την ζωή του.

Ο βασιλιάς εξέτασε για ώρα από κοντά το αποτέλεσμα της παλιάς αυτής αγωνίας. Το τραύμα είχε σημαδέψει για τα καλά το παιδικό σώμα και με τα χρόνια, όπως μεγάλωνε το αγόρι, είχε απλωθεί σε πλάτος. Ακόμα ξεχώριζαν καθαρά οι παλιές ραφές που έκλεισαν τα χείλη της βαθιάς πληγής διατηρώντας άγριους κόμπους ανά διαστήματα, διακόπτοντας την πλατιά, ακανόνιστη γραμμή από ρυτιδιασμένο, ροδόχρωμο δέρμα πάνω στην υγιή και λεία σταρένια επιδερμίδα της μυώδους πλάτης του. Ναι, δεν υπήρχε αμφιβολία! Η έκταση του τραύματος ήταν τέτοια, όπως ακριβώς θα έπρεπε να δείχνει αυτό μετά από τόσα χρόνια. Η ουλή, η ομοιότητα του νέου με τον Μόρζαν – αλλά και την γυναίκα – δεν άφηνε καμία αμφιβολία. Εδώ μπροστά του στεκόταν ο αληθινός ο Μέρταγκ, ο γιος εκείνου.

Ο Γκαλμπατόριξ έπιασε το ρούχο και σκέπασε προσεκτικά την γύμνια του νέου. Κατόπιν τον γύρισε προς την μεριά του κρατώντας τον από τους ώμους κι απόθεσε με τα κρύα του χείλη πάνω στο μέτωπό του ένα φιλί. "Καλώς ήλθες στην Ουρου'μπαιην, Μέρταγκ, γιε του Μόρζαν. Ω, παιδί του συντρόφου μας και καλύτερού μας φίλου, σε είχαμε χάσει χρόνους πριν και τώρα με χαρά σε ξαναβρίσκουμε. Είσαι καλοδεχούμενος στο σπιτικό μας, εκεί όπου ανήκεις και όπου πάντοτε θα απολαμβάνεις την χάρη και την καλή μας θέληση. Από εδώ και πέρα θα σε αντιμετωπίζουμε σαν έναν δικό μας άνθρωπο, που η θέση του βρίσκεται κοντά μας. Κάποιον στον οποίο θα χορηγούμε απλόχερα την στήριξη και αρωγή μας, παρέχοντας συμπαράσταση σε κάθε βήμα της ζωής του."

Όλα όσα υποσχέθηκε ο βασιλιάς την μέρα εκείνη φρόντισε να γίνουν πραγματικότητα και άλλα περισσότερα ακόμα. Παραχωρήθηκαν στον Μέρταγκ πολυτελή δωμάτια για την διαμονή του και υπηρέτες για να φροντίζουν όλες τις ανάγκες του. Αρχοντικά ρούχα γέμισαν την γκαρνταρόμπα του και πλούσια γεύματα το τραπέζι του. Του δόθηκαν ακριβά όπλα εξαίρετης κατασκευής, καθώς επίσης κι ένα πανέμορφο, πολεμικό άλογο σπάνιας ράτσας, όλα δωρίσματα του βασιλιά. Ο Γκαλμπατόριξ κανόνισε ακόμα να αναλάβουν την εκπαίδευσή του οι καλύτεροι δάσκαλοι της πρωτεύουσας συμπληρώνοντας τις γνώσεις του. Αφού κανονίστηκαν όλα όσα άρμοζαν στον γόνο ενός ευγενή, άφησε τον νέο γενικά στην ησυχία του, χωρίς να δείχνει φανερά πως ασχολείται με το πρόσωπό του περισσότερο απ' όσο ασχολούνταν με τον όποιον άλλον αυλικό του. Όμως παρά το γεγονός αυτό, ο Μέρταγκ πάντοτε είχε την αίσθηση, ότι τα μαύρα μάτια του βασιλιά ήσαν διαρκώς στραμμένα πάνω του παρακολουθώντας συστηματικά την κάθε ημέρα της ζωής του.

.*.*.*.

Ο Μέρταγκ βούτηξε την άκρη του χηνόφτερου στο βαθύσκουρο μελάνι και προσεκτικά στράγγισε το περίσσευμα στα χείλη του μελανοδοχείου. Με την αργή, καλλιγραφική του γραφή βάλθηκε να χαράζει επιτήδεια τις λέξεις πάνω στον πάπυρο. Έξω ήταν σούρουπο κι αυτός βρισκόταν στα ιδιαίτερα δωμάτιά του καθισμένος μπροστά στο όμορφο γραφείο με τα σκαλισμένα λεοντοπόδαρα, που τα γαμψά τους νύχια χώνονταν στο παχύ χαλί που κάλυπτε τα πέτρινα πατώματα. Επίτηδες κρατώντας μακριά τις σκέψεις του από την Ναζουάντα και τους Βάρντεν, για λόγους ασφάλειας της αποστολής του, είχε βαλθεί να καταγράφει με επιμονή όλα όσα τον εντυπωσίαζαν από την νέα ζωή του στο παλάτι. Από τον πρώτο καιρό που ήρθε στην πρωτεύουσα, αποτύπωνε πάνω στο χαρτί τις εντυπώσεις του από το κάστρο της ακρόπολης, τις οχυρώσεις των τειχών, την αυλή και τους αυλικούς του Γκαλμπατόριξ. Με την πεποίθηση, ότι ίσως κάποτε αυτές οι πληροφορίες θα του χρειάζονταν περιέγραφε όλα όσα έβλεπε, μάθαινε ή άκουγε να λέγονται τριγύρω. Αποφεύγοντας να αναφέρει ονόματα, ή ό,τι άλλο θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ζωή κάποιου, συγκέντρωνε κεκαλυμμένα τις πληροφορίες που επαναλάμβαναν αυθόρμητα οι στρατιώτες και αξιωματικοί που συναντούσε στο πεδίο της εξάσκησης. Άλλες φορές ανακατευόταν ανάμεσα στους ευγενείς που τριγυρνούσαν στις βασιλικές αίθουσες παρακολουθώντας με προσοχή τις συζητήσεις και τα σχόλια τους.

Σκοπός του αρχικού σχεδιασμού του ήταν να βρίσκεται πάντοτε κοντά στον βασιλιά, αλλά, πέρα από τις πρώτες υποσχέσεις εκείνου και την πεποίθηση του Μέρταγκ, ότι συστηματικά παρακολουθούσε την εξέλιξη του νέου στην αυλή του, ο Γκαλμπατόριξ δεν φάνηκε να δείχνει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το άτομό του. Ίσως αιτία να ήταν η πολύχρονη ζωή του βασιλιά, που αιωνόβιος τώρα πια για τίποτε δεν βιαζόταν, παρά περίμενε κι εξέταζε την κατάλληλη στιγμή και ευκαιρία για όλα. Ο κόσμος φαινόταν να κινείται γύρω του πολύ πιο αργά απ' ότι ο Μέρταγκ είχε συνηθίσει. Κανένας όμως δεν έδειχνε να προβληματίζεται γι' αυτό το γεγονός, παρά όλοι, παρά τις εφήμερες ζωές του, έμοιαζαν ν' απολαμβάνουν την ραθυμία της αυλής του.

Οι μέρες κυλούσαν για τον Μέρταγκ πληθωρικά γεμάτες. Άλλοτε παρακολουθούσε τα ανώτερα μαθήματα των εκπαιδευτών του απορροφώντας γνώσεις και άλλοτε κατέβαινε στην αυλή, για να εξασκηθεί με το σπαθί του, ή το τόξο, παρέα με τους βασιλικούς φρουρούς. Ακόμα όμως δεν είχε κατορθώσει, όπως σκόπευε, να γίνει έμπιστος στο πλευρό του Γκαλμπατόριξ κι αυτό πολύ τον προβλημάτιζε.

Μία ακόμα ανησυχία του Μέρταγκ ήταν ότι, κατά τις εβδομάδες που είχε περάσει στην ακρόπολη, δεν είχε κατορθώσει να συναντήσει τον σύνδεσμο που οι Βάρντεν είχαν υποδείξει. Απ' όσα ο Άτζιχαντ του είχε πει, αυτός ο άντρας εργαζόταν στο παλάτι. Όσο όμως κι αν διακριτικά τον έψαξε, ο άνθρωπος απλά δεν υπήρχε. Ο Μέρταγκ ανησυχούσε για την τύχη του, δεν εμπιστευόταν όμως κανέναν τόσο, ώστε να ζητήσει γι' αυτόν πληροφορίες.

Εκτός από αυτόν, τον χαμένο πράκτορα, υπήρχαν και δύο ακόμα πρόσωπα εμπιστοσύνης του Άτζιχαντ, που ζούσαν στην Ουρου'μπαίην. Ο Μέρταγκ θέλησε να τους αναζητήσει ισχυριζόμενος στους φρουρούς της πύλης, ότι επιθυμούσε να γνωρίσει την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Σύντομα όμως διαπίστωσε, ότι οι επισκέψεις γι' αυτόν στην πόλη ήταν δυσχερείς, έως απαγορευμένες. Την πρώτη φορά που ζήτησε να τριγυρίσει στα μέρη έξω από την τειχισμένη ακρόπολη, η άδεια του δόθηκε κατόπιν διστακτικής συναίνεσης του βασιλιά και αφού πρώτα τον συνόδευσαν, για λόγους ασφαλείας, ένοπλα μέλη της φρουράς του. Την δεύτερη, που στην κυριολεξία δραπέτευσε κρυφά, διαπίστωσε ότι πράκτορες του Γκαλμπατόριξ τον πήραν το κατόπι ακολουθώντας τον όπου κι αν πήγε, προφανώς για να αναφέρουν αργότερα στον κύριό τους τις κινήσεις του. Έτσι περιορίστηκε απλά να δει τα αξιοθέατα, αφήνοντας την έρευνα σχετικά με τους συνδέσμους των Βάρντεν για κάποια άλλη, πιο πρόσφορη ευκαιρία στο μέλλον.

Συνέχιζε λοιπόν να περνά τις μέρες του στο κάστρο της ακρόπολης, αφομοιώνοντας όσα έπεφταν στην αντίληψή του από τους αυλικούς του βασιλιά για τις δυνάμεις της αυτοκρατορίας και για τα μυστικά των οχυρώσεων της πρωτεύουσας. Τα πλούτη και η πολυτέλεια που ξεδιπλώνονταν γύρω του διόλου τον επηρέαζαν. Αντίθετα, επέμενε στην μετρημένη ζωή που είχε ως τώρα συνηθίσει. Ρουφούσε όμως άπληστα τις γνώσεις που του μετέδιδαν οι δάσκαλοί του κι οι πλούσιες βιβλιοθήκες του παλατιού ήταν ο χώρος που συνήθως περνούσε τον ελεύθερο χρόνο του διαβάζοντας. Τα ιστορικά κείμενα που ανακάλυπτε γραμμένα σε παλιά χειρόγραφα τον ενδιέφεραν, αν και ενδόμυχα αμφέβαλε για την αξία τους, σαν πιθανά κατασκευάσματα του Γκαλμπατόριξ. Άλλες πάλι φορές η αλήθεια ήταν τόσο επιτήδεια κρυμμένη πίσω από λόγια αμφίσημα δοσμένα, που ξεδίπλωναν μπροστά του ιστορίες για αρχαίους δράκους, ξωτικά και καβαλάρηδες, ώστε αργούσε να κοιμηθεί τις νύχτες διαβάζοντάς τα.

Ο Μέρταγκ άφησε την πένα στην θήκη εναπόθεσης του γραφείου του και στερέωσε προσεκτικά ανοικτό τον πάπυρο, επιτρέποντας να στεγνώσει το μελάνι. Οι κρύες μέρες του χειμώνα είχαν περάσει και έξω μια μπουμπουκιασμένη άνοιξη σκόρπιζε τις γλυκές ευωδιές του μυρωδάτου κήπου στην ατμόσφαιρα. Τα τελευταία χρώματα του σούρουπου έσβηναν στο βαθυκύανο της δύσης πέρα στον ορίζοντα, καθώς η νύχτα βιαζόταν να σκεπάσει την πολύβουη πόλη. Η εσωτερική αυλή του παλατιού είχε ήδη φωτιστεί ανά τακτά διαστήματα με την λάμψη των πυρσών, που το φως τους τρεμόσβηνε στο φύσημα του ανέμου. Οι σκοποί της πρώτης νυχτερινής βάρδιας είχαν πάρει λίγο πριν τις θέσεις τους φυλάγοντας το κάστρο και η απόσταση έσβηνε τον κρότο από τις μπότες των ανδρών της περιπόλου πάνω στις πλάκες. Από το σημείο που βρίσκονταν τα διαμερίσματα του Μέρταγκ, μπορούσε να βλέπει ένα τμήμα των εξωτερικών τειχών της ακρόπολης. Απ' το παράθυρό του διέκρινε το μεταλλικό, θαμπό λαμπύρισμα του κράνους κάποιου που κινήθηκε ανάμεσα στις επάλξεις, το σκοτεινό περίγραμμα κάποιων άλλων που ακίνητοι φρουρούσαν, την φιγούρα ενός αξιωματικού που πηγαινοερχόταν ελέγχοντας τους άντρες, αν στέκονταν στις ορισμένες αποστάσεις στις σκοπιές τους.

Πέρα από τα τείχη απλωνόταν η μεγάλη πόλη, που λίγο-λίγο ησύχαζε καθώς το μούχρωμα του ουρανού την σκέπαζε. Ένα νυχτοπούλι έκρωξε δυνατά ζυγίζοντας το βάρος του στα φτερά του, πετώντας από τις ταράτσες του παλατιού προς τα κάτω. Ο διαπεραστικός ήχος της φωνής του έσκισε τη σιγαλιά καθώς γλιστρούσε πάνω απ' τα οχυρώματα της ακρόπολης προς τις πέρα συνοικίες της Ουρου'μπαίην. Η πόλη… Η λαχτάρα του νέου να ξεστρατίσει προς τα σοκάκια της ήταν μεγάλη. Θα ήθελε να μπορούσε να πετάξει κι αυτός ελεύθερος στις κάτω γειτονιές της. Να ανακατευτεί με τους μεροκαματιάρηδες, που γύριζαν τέτοια ώρα σπίτια τους μετά από την κοπιαστική δουλειά της μέρας, άγνωστος και αυτός ανάμεσα σε αγνώστους. Να γινόταν ν' αντάλλαζε δυο λόγια με όσους άλλους έκαναν πρωτύτερα μια στάση πίνοντας μια μπύρα στις ταβέρνες. Ήθελε να μπορούσε να ψάξει ανενόχλητος για τους ανθρώπους του Άτζιχαντ. Πολύς καιρός είχε κυλήσει από την άφιξή του και οι Βάρντεν δεν είχαν ακόμα νέα του. Όσο για εκείνη… την Ναζουάντα… σίγουρα κάθε που τον αναλογιζόταν, θ' ανησυχούσε και…

Έδιωξε βιαστικά την σκέψη της κοπέλας από τον νου του. Όσο λιγότερο επαναλάμβανε μέσα του ονόματα όπως Ναζουάντα, Άτζιχαντ και Βάρντεν, τόσο ήταν ασφαλέστερο για εκείνον και για όλους. Όμως η καρδιά του σχιζόταν μακριά της και η επιθυμία του γι' αυτήν ολοένα μεγάλωνε· πόσο μάλλον αφού απαγόρευε στον εαυτό του ν' αναθυμάται παρήγορα τις πιο ιδιαίτερες στιγμές τους. Με προσπάθεια μεγάλη τράβηξε τον νου του από τ' αμυγδαλωτά της μάτια, μα η λαχτάρα που ένιωθε μέσα του γι' αυτήν παρέμεινε να σφυροκοπάει την ψυχή του. Το μέρος γύρω του δεν τον χωρούσε και η ανάγκη να ξεχάσει την κοπέλα τον έκανε να εγκαταλείψει το δωμάτιο αναζητώντας την παρηγοριά στους κήπους.

Καθώς διέσχιζε την αυλή, δεύτερες σκέψεις τον έκαναν ν' αλλάξει γνώμη και τράβηξε κατά τους στάβλους. Νωρίτερα το ίδιο απόγευμα, ο προγυμναστής των αλόγων τον είχε ενημερώσει, ότι η εκγύμναση του πουλαριού του πήγαινε περίφημα. Η απόφαση να ελέγξει, αν οι σταβλίτες το φρόντιζαν όπως του άξιζε, μπήκε στον νου του. Όταν έφτασε εκεί όμως, άλλαξε και πάλι γνώμη. Το όμορφο αλογάκι ησύχαζε μέσα στο παχνί του, ξέχωρα απ' όλα τα άλλα κι ο Μέρταγκ δεν θέλησε να το ανησυχήσει. Στάθηκε λίγα λεπτά παράμερα παρατηρώντας το, καθησυχάζοντας μ' ένα του νεύμα τον σταβλίτη, που βλέποντάς τον τινάχτηκε ολόρθος, προτού στρέψει ξανά να φύγει με βήμα αργό. Τι κρίμα που ως τώρα δεν του είχε επιτραπεί να βγει στον κάμπο έξω από την πρωτεύουσα, να καλπάσει ελεύθερος παρέα με τον καινούριο του φίλο κόντρα στον άνεμο! Απ' ότι όμως οι σύντροφοί του στην εξάσκηση των όπλων του είχαν πει, τα καλοκαίρια ο μεγαλειότατος διοργάνωνε πολλά κυνήγια. Θα είχε λοιπόν τις ευκαιρίες του.

Τα βήματά του τον οδήγησαν τυχαία σε μία από τις πίσω αυλές του κάστρου, κοντά στους παλιούς, έρημους πια κοιτώνες της φρουράς, που εδώ και χρόνους δεν είχαν χρησιμοποιηθεί, παρά ενίοτε σαν αποθήκες. Κάποιοι είχαν βιαστεί να τον πληροφορήσουν, ότι στρατιώτες κι υπηρέτες απέφευγαν συστηματικά αυτό το μέρος θεωρώντας στοιχειωμένα τα παλιά κτίσματα. Ανά καιρούς ακούγονταν να έρχονται από κει κρότοι παράξενοι, αλλόκοτα μουρμουρητά κι ανθρώπινες στριγκλιές, που παρέσερνε ο άνεμος. Κατά τις μέρες τις παλιές, απ' όσο έλεγαν, τότε που ο βασιλιάς αποφάσιζε τακτικά ομαδικές εκκαθαρίσεις των εχθρών του, τα υπόγεια είχαν χρησιμοποιηθεί σαν χώροι βασανιστηρίων και κελιά κράτησης. Το μέρος ήταν ασύχναστο και απωθητικό συνάμα. Τα ερημωμένα, πέτρινα κτίσματα χώριζαν στενοί, αφώτιστοι διάδρομοι, που απάτητοι και απομονωμένοι γέμιζαν με σκουπίδια που παρέσερνε ο άνεμος.

Στο γεγονός ότι δεν είδε κοντά κάποια σκοπιά, ο Μέρταγκ έκρινε πως οι αποθήκες ήσαν άδειες, μιας και κανένας δύσμοιρος δεν φυλασσόταν τώρα πια εκεί φυλακισμένος. Ο τόπος αυτός, που απωθούσε κατά την διάρκεια της μέρας, πόσο μάλλον την νύχτα, έκανε την ήδη βαριά του διάθεση να ζητά να τον αποφύγει. Πάνω όμως που ετοιμαζόταν να στρέψει πίσω στη πολυσύχναστη αυλή, πρόσεξε μια ανθρώπινη σκιά να ξεκολλά από τον αρχαίο γωνιόλιθο και τρέχοντας γοργά να κρύβεται κάτω απ' την χαμηλή αψίδα μιας εισόδου. Την επόμενη στιγμή, το μουντό φως από ένα αναμμένο λαδοφάναρο σκορπίστηκε ένα γύρω, φωτίζοντας την αντρική φιγούρα που το κράταγε. Ο άγνωστος κοίταξε προσεκτικά προς όλες τις κατευθύνσεις και με βήμα αποφασιστικό εξαφανίστηκε μέσα στους παλιούς στρατώνες. Στο λίγο φως του φαναριού ο Μέρταγκ πρόλαβε να δει μια στάλα το παρουσιαστικό του, που φάνηκε γνωστό.

"Τροντ!" φώναξε τρέχοντας ξωπίσω του γεμάτος περιέργεια. "Τροντ Βέγκαρντσσον! Είσαι εσύ;" Ο νεαρός αξιωματικός ήταν γνωστός του. Πολλές ήταν οι φορές που διασταύρωσαν τα ξίφη στην αυλή της εξάσκησης και είχαν επίσης αναλωθεί σε μακρύωρες συζητήσεις σχετικά με το κυνήγι.

Ο άντρας κοντοστάθηκε και πισωγύρισε σκεπάζοντας το φανάρι που κρατούσε με την άκρη του μανδύα του. "Α, Μόρζανσσον!" Αν ο Τροντ είχε εκπλαγεί, που ξαφνικά τον έβλεπε εκεί, φρόντισε μια χαρά να μην το δείξει. "Με έπιασες στα πράσα" του είπε μόνο με ύφος εύθυμο. Ο νεαρός αξιωματικός περίμενε τον Μέρταγκ να πλησιάσει. " Μπορώ τουλάχιστον να ελπίζω, ότι δεν θα σου ξεφύγει τίποτε στον βασιλιά, ούτε σε άλλον κανέναν από τους ανωτέρους;" τον ρώτησε όταν ήρθε κοντά του, χρησιμοποιώντας σιγανή φωνή και συνωμοτικό ύφος. "Φεύγω μεθαύριο, βλέπεις, κι αυτή η νύχτα είναι η τελευταία μου ευκαιρία."

Ο Μέρταγκ τον κοίταξε κατάπληκτος. "Τελευταία… ευκαιρία;" Τι ακριβώς εννοούσε ο Τροντ μ' αυτό που έλεγε; Σαν να μην ήταν ήδη παράξενο το ότι τριγυρνούσε νυχτιάτικα στο ερημικό αυτό μέρος, ντυμένος κι έτοιμος για... πού αλήθεια;

"Δεν τα 'μαθες;" Ο ευδιάθετος τόνος του αξιωματικού δήλωνε ότι είχε ήδη καταναλώσει, λίαν επιεικώς, διπλάσια απ' την αναλογούσα μερίδα του κρασιού του. "Θα συνοδεύσω τους νεοσύλλεκτους στο Γκίλ'ιντ. Ο βασιλιάς μας αποφάσισε να διπλοενισχύσει εκεί τις φρουρές της πόλης. Πάντα φοβόταν κάποια επέμβαση των ξωτικών στα εδάφη μας. Κρίνει ότι πολύ χρόνο έχουν κάτσει ήσυχα μέσα στα δάση τους. Αν αληθεύει, ότι οι Βάρντεν κάτι μαγειρεύουν, ο μεγαλειότατος δεν θα ήθελε διπλά προβλήματα και μάλιστα το ένα απ' αυτά να συμβεί αιφνίδια στις πλάτες του.

Ακούγοντας ο Μέρταγκ την λέξη 'Βάρντεν' έδωσε προσοχή στα λεγόμενα του άλλου. Αχ, να βρισκόταν τρόπος να μεταφέρει στους επαναστάτες όσα τώρα άκουγε! "Τι σχέση έχει το ταξίδι σου στο Γκίλ'ιντ με την παρουσία σου στους έρημους στρατώνες;" ρώτησε προσεκτικά διαλέγοντας την ερώτηση.

Ο Τροντ τον κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν. "Μιας και με ανακάλυψες, έλα να σου δείξω. Ακολούθα όμως δίχως θόρυβο, αλλιώς από αύριο θ' ακούγονται και νέες ιστορίες για φαντάσματα." Ο αξιωματικός ακούμπησε το δάχτυλο στα χείλη ζητώντας την σιωπή του Μέρταγκ, κατόπιν σήκωσε το φανάρι του ψηλότερα και του έγνεψε να προχωρήσει πίσω του.

Βάδισαν παρέα σ' έναν στενό διάδρομο, που δεξιά του εκτεινόταν η μεγάλη κάμαρα, που κάποτε στέγασε τη φρουρά κι αριστερά η τραπεζαρία, που έτρωγαν οι άντρες. Η μυρωδιά από καυσόξυλα και βρασμένη λαχανόσουπα είχε ποτίσει τους τοίχους και τα ξύλινα πατώματα και ο συνδυασμός με την απλωμένη παντού σκόνη, προκαλούσε τσούξιμο στα ρουθούνια. Εκεί όπου ο διάδρομος τελείωνε, μια κατηφορική, στριφτή σκάλα ξετυλιγόταν και οι δύο νέοι κατέβηκαν πατώντας προσεκτικά τα γλιστερά, πέτρινα σκαλοπάτια. Το υπόγειο ήταν χωρισμένο σε μικροσκοπικά κελιά, φραγμένα με χαμηλές σιδεριές για εισόδους. Για να μπει κανείς σ' αυτούς τους χώρους έπρεπε να σκύψει, να συρθεί σχεδόν επάνω στο χωματένιο πάτωμα. Η προηγούμενη μυρωδιά καμένου, εδώ κάτω χειροτέρευε. Μια οσμή αίματος και σαπισμένης σάρκας, δυσωδία θανάτου κι αποσύνθεσης πλανιόταν ακόμα στον μπαγιάτικο αέρα. Ο Μέρταγκ φαντάστηκε την φρίκη και την απελπισία των ανθρώπων, που είχαν κάποτε ριχτεί εκεί μέσα, για να βασανιστούν ή να πεθάνουν. Τα άδεια κελιά ήσαν σφραγισμένα, στο κεντρικό μονάχα η σιδεριά ήταν τραβηγμένη προς τα έξω. Το ζοφερό άνοιγμα έχασκε σαν είσοδος του κάτω κόσμου.

"Εκεί μέσα!" Έδειξε ο Τροντ προς το άνοιγμα προτρέποντάς τον, φωτίζοντας με το φανάρι του το εσωτερικό του.

Ο Μέρταγκ τον κοίταξε κατάπληκτος και ταυτόχρονα υποψιασμένος. Αν ο Βέγκαρντσσον ήταν σταλμένος από εχθρούς, για να τον παρασύρει… Ο βασιλιάς είχε σε ένα πράγμα δίκιο απόλυτο! Στο να είναι διπλά και τρίδιπλα προσεκτικός για την ασφάλειά του Μέρταγκ. Ο Μόρζαν είχε πραγματικά πολλούς εχθρούς και κάποιοι ίσως κρατούσαν άσβεστη την δίψα για εκδίκηση. Έσκυψε προσεκτικά προς την τραβηγμένη σιδεριά και, φέρνοντας ασυναίσθητα το χέρι στη ζώνη, όπου είχε πάντα περασμένο το στιλέτο του, έριξε μια ματιά στο εσωτερικό του κελιού, πανέτοιμος να αμυνθεί, αν χρειαζόταν. Από τα χείλη του συντρόφου του αντήχησε ένα αυθάδικο γελάκι, ενώ ο χώρος μέσα τον εξέπληξε. Ήταν παράδοξα καθαρός, στρωμένος με χώμα καλά πατημένο και μεγαλύτερος απ' τους υπόλοιπους. Αν κάποιος έσκυβε να μπει, σίγουρα μετά θα κατάφερνε να σταθεί σχεδόν ολόρθος. Στον πίσω τοίχο διακρινόταν καθαρά ένα βαρύ, αψιδωτό θυρόφυλλο, σφραγισμένο με σιδερένια, χοντρή αμπάρα.

"Δεν πρόκειται για φυλακή" δήλωσε ο Τροντ μ' ένα θρασύ χαμόγελο στα χείλη. Η εντύπωση που προξενούσε ο χώρος στον νεότερο σύντροφό του, τον έκανε να σκεφτεί ότι είχε καταφέρει να εντυπωσιάσει τον γιο του Μόρζαν. Αν αναλάμβανε ο ίδιος να τον καθοδηγεί, ο μικρός θα ακολουθούσε τα βήματά του σαν το κουτάβι. Αργότερα, όταν η φιλία μαζί του σιγουρευόταν, μπορεί ο Μέρταγκ να έλεγε κάποιον καλό λόγο στον βασιλιά για το άτομό του. "Πρόκειται, φίλε μου, για την είσοδο – ή αν θες, την έξοδο – προς την ευδαιμονία" συνέχισε ικανοποιημένος. Στο παραξενεμένο βλέμμα που του έριξε ο μικρότερος, βάλθηκε να εξηγήσει. "Πίσω απ' αυτήν την πόρτα υπάρχει ένας στενός και χαμηλός διάδρομος, που οδηγεί έξω από τα τείχη της ακρόπολης. Μιας λοιπόν κι αύριο είναι η τελευταία μου νύχτα στην Ουρου'μπαίην και δεν προβλέπεται να επιστρέψω για καιρό, ευκαιρία είναι σήμερα για μια επίσκεψη στην κάτω πόλη."

Ο Τροντ έσκυψε περνώντας απ' το αψιδωτό άνοιγμα στον χώρο του υπόγειου κελιού και το φως του λαδοφάναρου που κρατούσε φώτισε και την τελευταία λεπτομέρεια του στενόχωρου μέρους. Ο Μέρταγκ βιάστηκε να τον ακολουθήσει. Η ιδέα, ότι υπήρχε κάποια ανέλεγκτη έξοδος από την ακρόπολη, που οδηγούσε προς την πόλη, του είχε εξάψει το ενδιαφέρον. Το ξύλο που έκλεινε την άλλη πόρτα δεν έδειχνε τόσο παλιό όσο το υπόλοιπο χτίσμα κι η σιδερένια αμπάρα φαινόταν καλά διατηρημένη.

"Κανείς δεν ξέρει πότε ανοίχτηκε η σήραγγα" είπε ο Τροντ στον Μέρταγκ. "Κάποιοι εικάζουν, πως ήταν δίοδος των φρουρών από και προς τα τείχη, κατά τις χιονισμένες μέρες των χειμώνων. Άλλοι λένε, ότι φυλακισμένα ξωτικά έσκαψαν βαθιά, με την ελπίδα να εύρουν την ελευθερία τους και τον δρόμο προς τα πυκνά τους δάση, αλλά οι δεσμοφύλακές τους, τους σταμάτησαν. Οι στρατιώτες πάλι κράτησαν την γνώση του τούνελ μυστική, για να μπορούν να μπαινοβγαίνουν όποτε ήθελαν." Ο Τροντ έριξε το φως του φανού του πάνω στην πόρτα φωτίζοντας την βαριά αμπάρα. Κατόπιν γύρισε και πάλι προς την μεριά του Μέρταγκ. "Ένα είναι πάντως σίγουρο. Αυτός που θα διαβεί αυτήν την είσοδο, βρίσκει εύκολα τον δρόμο του προς τις ταβέρνες και τα πορνεία της πρωτεύουσας" είπε. "Λίγοι γνωρίζουμε το γεγονός, μα μιας και μ' ανακάλυψες, καλύτερο το θεωρώ να μπάσω κι εσένα στην παρέα μας παίρνοντάς σε υπό την προστασία μου, παρά να σε αφήσω πίσω, να κάνεις και να λες μετά… διάφορα." Ο Τροντ φώτισε το πρόσωπο του Μέρταγκ με τον φανό του. Τα μάτια του αξιωματικού έλαμπαν και τα χείλη είχαν συσπαστεί σ' ένα υπεροπτικό χαμόγελο. Προφανώς εκείνο που εννοούσε ήταν, πως αν ο Μέρταγκ έβγαινε κρυφά μαζί του έξω, μετά θα ήταν τόσο ένοχος, όσο κι ο ίδιος. Ακόμα κι αν περνούσε απ' το μυαλό του, ποτέ δεν θα τολμούσε να τον καταδώσει. Ιδίως αν η συντροφιά του κι οι εμπειρίες που μοιράζονταν, γινόταν απαραίτητες στον γιο του Μόρζαν. "Αν έρθεις τώρα δα μαζί μου, γνωρίζω ένα μέρος, που έχει καλό κρασί και κάτι κορίτσια…" Ο Τροντ φίλησε τα ενωμένα δάχτυλά του, κατόπιν άνοιξε την παλάμη, όπως θα άνοιγε στο φως ένα μπουμπούκι τριαντάφυλλου. "Έλα μαζί και δεν θα χάσεις. Το μόνο εμπόδιο ανάμεσα σ' εμάς και την χαρά μας, ο μόνος κόπος αν θες, είναι το σήκωμα αυτής εδώ της αμπάρας. Αν και βεβαίως θα… 'κοπιάσουμε' κι αργότερα, αλλά είναι γλυκός αυτός ο κόπος."

Ο αξιωματικός γέλασε με το ευφυολόγημά του και κάρφωσε την ξιπασμένη του ματιά στο πρόσωπο του νέου. Σαν δεν είδε άμεση ανταπόκριση από την μεριά του, ακούμπησε το λαδοφάναρο στο χωματένιο πάτωμα και βιάστηκε να σηκώσει την αμπάρα στερεώνοντάς την μετά ορθή στον δίπλα τοίχο. Αν ο γιος του Μόρζαν έβλεπε τον δρόμο ανοιχτό μπροστά του, σίγουρα θα συναινούσε. Μόλις απελευθερώθηκε απ' την αμπάρα, ο Τροντ καταπιάστηκε με το βαρύ θυρόφυλλο, τραβώντας με όλη του την δύναμη να το ανοίξει. Σε κάμποσες στιγμές, το τρίξιμο από τους σκουριασμένους μεντεσέδες αντήχησε στο υπόγειο σαν τσιριχτή κραυγή κι η πόρτα αργά υποχώρησε. Μπροστά τους εμφανίστηκε ένας σπηλαιώδης διάδρομος, που η σκοτεινιά του χανόταν σε ανυπολόγιστα βάθη. Ο αέρας μύριζε υπόνομο, οι τοίχοι ήσαν βρεγμένοι από την υγρασία κι ένα ρυπαρό υγρό λίμναζε στο δάπεδο.

"Δεν είναι τόσο το μάκρος, όσο φαίνεται. Φαντάσου μοναχά την ανταπόδοση του κόπου σου. Αψιά, χρυσαφένια μπύρα και δυο χείλη φιλήδονα! Γυμνά στήθη και…" Ο Τροντ έκανε την χαρακτηριστική κίνηση με τα χέρια του, που υπονοούσε γυναικείο σώμα. Μετά πήρε ξανά στο χέρι το φανάρι του, στράφηκε προς τον Μέρταγκ και του έκλεισε το μάτι περιμένοντας.

Ο Μέρταγκ στάθηκε για λίγο αμίλητος ζυγιάζοντας την μοναδική ετούτη ευκαιρία. Ο νους του έπαιρνε πυρετώδεις στροφές, μα δεν έκρινε πως έπρεπε ν' αποφασίσει βιαστικά. Η νυχτερινή τούτη συνάντηση έμοιαζε τελείως τυχαία. Ποιος θα μπορούσε να το φανταστεί, ότι θα έβγαινε για περίπατο στην πίσω, ερημική αυλή του παλιού στρατώνα; "Ίσως μονάχα κάποιος που σε παρακολουθούσε επί τούτου…" απάντησε μια φωνή μέσα του. Ο Μέρταγκ ποτέ δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να εμπιστευθεί απόλυτα κανέναν. Μπορεί ο Βέγκαρντσσον να ήταν αυτό ακριβώς που έδειχνε. Ένας φιλήδονος, που έρεπε στις απολαύσεις του ποτού και του αγοραίου έρωτα. Κάποιος που ασύδοτα διασκέδαζε την ζωή του και τίποτε περισσότερο. Ίσως όμως να ήταν πράκτορας του Γκαλμπατόριξ βαλμένος να τον παρακολουθεί, αν ίσως ο βασιλιάς υποπτευόταν κάτι εις βάρος του. Μπορεί αυτός να ήταν και ο λόγος, που είχε βαλθεί τόσο πρόθυμα να τον παρασύρει. Από την άλλη, έπρεπε να παραδεχτεί, η ευκαιρία ήταν μοναδικά δοσμένη. Αν θα κατάφερνε κάποια στιγμή να βγει μονάχος, χωρίς συνοδεία απ' την ακρόπολη, θα ήταν εύκολο μετά ν' αναζητήσει τον σύνδεσμο των Βάρντεν κάπου εκεί στην πόλη. Δεν άξιζε πράγματι να το ρισκάρει;

"Προχώρα πρώτος" υπέδειξε με αποφασισμένο ύφος. "Σ' ακολουθώ ευχαρίστως, όπου με οδηγήσεις." Ο Μέρταγκ χαμογέλασε και τα μάτια του λαμπύρισαν στο αμυδρό φως. Επιτέλους, είχε βρεθεί ένας τρόπος, ν' αρχίσει ανενόχλητος την έρευνά του.

.*.*.*.

Το κορίτσι κάθισε στο κρεβάτι και βάλθηκε να κατεβάζει μία-μία τις κάλτσες της ξεδιπλώνοντάς τες με λεπτές, επιτήδειες κινήσεις. Τα μακριά, καλλίγραμμα πόδια της αποκαλύφθηκαν γυμνά μέχρι πιο πάνω από τα γόνατα· το απαλό της δέρμα γυάλισε στο αμυδρό φως του κεριού. Πρωτύτερα είχε φροντίσει να λύσει τελείως τον μπούστο της και, καθώς τώρα έσκυβε ν' αποτελειώσει το έργο με τις κάλτσες, τα πλούσια στήθη της κυμάτιζαν ανάμεσα από τις χαλαρές δίπλες της μπλούζας της. Το κρεβάτι έτριζε με την κάθε της κίνηση, σημάδι ίσως των πολλών ανομολόγητων πράξεων που είχαν λάβει χώρα πάνω του. Τις κάλτσες ακολούθησε η μακριά της φούστα, κατόπιν και η χαλαρή της μπλούζα και η κοπέλα απόμεινε μονάχα μ' ένα λεπτό, κοντό μεσοφόρι, που δεν έκρυβε ούτως ή άλλως πολλά πράγματα. Ξάπλωσε άνετα στα μαξιλάρια της και χάιδεψε επιδεικτικά τις λεπτές καμπύλες της μέσης και των γοφών της. Κατόπιν στύλωσε το γαλανό της βλέμμα πάνω του και χαμογέλασε ξεδιάντροπα.

Δεν έδειχνε να την προβληματίζει στο ελάχιστο, το ότι βρισκόταν με έναν τελείως άγνωστο στο ίδιο δωμάτιο και επιδείκνυε την γύμνια της μπροστά του. Τεντώθηκε πάνω στο στρώμα καμπυλώνοντας την μέση και αναστέναξε με προσποιητή επιθυμία. Κατόπιν χτύπησε μαλακά την παλάμη πάνω στα σεντόνια, στην θέση πλάι της και ναζιάρικα τον ζήτησε κοντά της. "Λοιπόν, δεν θα έρθεις στο κρεβάτι;" Τα βλέφαρά της πετάρισαν μερικές φορές και φούσκωσε τα χείλη σουφρώνοντάς τα σκερτσόζικα σε μια γκριμάτσα, που σίγουρα πίστευε ότι την έδειχνε χαριτωμένη, ελκυστική ίσως. "Δεν είναι ότι βιαζόμαστε, αλλά η νύχτα προχωρά γοργά."

Ο Μέρταγκ ακούμπησε την πλάτη στην αμπαρωμένη πόρτα και σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος. Ήδη από τον δρόμο, ο Τροντ τον είχε προειδοποιήσει για την ελευθέρια συμπεριφορά της κοπέλας. Ποτέ του όμως δεν θα μπορούσε να πιστέψει την τόση ευκολία της να δοθεί σε κάποιον, αν δεν την έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια. Εκείνος είχε αλλιώς στον νου του τις γυναίκες του αγοραίου έρωτα. Τις φανταζόταν πάντοτε σαν τα εξαθλιωμένα θύματα θρασύδειλων ανδρών, που κάτω από τον φόβο της επιβολής βίας όσων τις εκμεταλλεύονταν, υπέκυπταν εξαναγκαστικά στην ακόλαστη ηδυπάθεια κάποιων άλλων. Τούτη εδώ, και τώρα πάνω στο κρεβάτι της και λίγο πριν στην κοινή αίθουσα του κάτω ορόφου, φαινόταν ολοπρόθυμη να τον αποδεχτεί με πλείστη ευκολία. Τα καμώματά της εξέπεμπαν σιγουριά γι' αυτό που έκανε και ολοφάνερη εμπειρία· ούτε ντροπές και δάκρυα τύψεων, ούτε ο παραμικρός στεναγμός λύπης ή μετάνοιας για την ελεεινή κατάστασή της. Εκτός κι αν είχε διδαχθεί πώς να καμώνεται την φιλήδονη με τόσο επιτήδειο τρόπο, κρύβοντας τα αληθινά της συναισθήματα με περισσή μαεστρία.

Ο νέος απέμεινε ασάλευτος να την κοιτά. Θα ήταν ψέμα αν ισχυριζόταν, ότι η γυμνή, ηδυπαθής σάρκα δεν είχε αρχίσει να τον επηρεάζει, όμως τα όμορφα, αμυγδαλωτά μάτια της Ναζουάντα βρίσκονταν πάντοτε μέσα στην σκέψη του κι η επιθυμία του γι' αγάπη ήταν ολότελα διαφορετική, από την προσφερόμενη.

Σαν είδε η κοπέλα πως έμενε ασάλευτος κοντά στην κλεισμένη πόρτα, μη έχοντας τολμήσει ούτε βήμα πιο μέσα στο δωμάτιο, μισοσηκώθηκε χαμογελώντας του ενθαρρυντικά. Οι πρότερες κινήσεις της δεν ήσαν άλλο, παρά απλή βολιδοσκόπηση, να δει τι εντύπωση του είχε προκαλέσει. Ο μεγαλύτερος φίλος που τον συνόδευε είχε προλάβει να την προειδοποιήσει, πως ίσως ο νεαρός να ήταν άπειρος στα ζητήματα του έρωτα. Της είχε ζητήσει να τον φροντίσει. Σηκώθηκε λοιπόν αργά και τον πλησίασε με λικνιστικές κινήσεις, απλώνοντας τα δυο της χέρια κι αγγίζοντάς τον απαλά στο στήθος. "Δεν είναι κακό, αν χρειάζεσαι λίγη ενθάρρυνση. Πάντα συμβαίνει στην αρχή…" Τα δάχτυλά της στριφογύρισαν επιδέξια τα δερμάτινα κορδόνια του γιλέκου του και βάλθηκε να λύνει το πιο πάνω. "Αν θέλεις, μπορώ να σβήσω το κερί" ψιθύρισε κοντά στο αυτί του. "Στους περισσότερους όμως αρέσει να βλέπουν."

Με μια μαλακή κίνηση για να μην την πονέσει, ο Μέρταγκ έπιασε τους δύο καρπούς των χεριών της και τα κατέβασε αποφασιστικά. Κατόπιν έβγαλε ένα νόμισμα από την θήκη της ζώνης του και το κράτησε μπροστά στο πρόσωπό της. "Αυτό εδώ είναι όλο δικό σου, αν πέσεις μόνη στο κρεβάτι σου και καμωθείς ότι κοιμήθηκες μαζί μου" της είπε. "Όσο για μένα, έχω μια επείγουσα δουλειά στην πόλη, που δεν παίρνει αναβολή. Πρόσεξε όμως! Δεν πρέπει να εγκαταλείψεις το δωμάτιο ούτε στιγμή κι αν κάποιος έρθει και χτυπήσει ζητώντας με, δεν θα ανοίξεις! Θα ισχυριστείς ότι είμαστε απασχολημένοι. Όταν γυρίσω, θα έχεις ένα ακόμα νόμισμα για δώρο."

Το κορίτσι εξεπλάγη απ' τα λεγόμενά του. Κάτι σαν και τούτο ποτέ δεν της είχε ξανατύχει. Οι άντρες που έρχονταν σ' αυτήν, για ν' αγοράσουν την συντροφιά της, φρόντιζαν τις επείγουσες δουλειές τους, να τις τακτοποιούν κάποια άλλη ώρα. Σαν καλή επαγγελματίας που ήταν όμως, δεν άφησε διόλου να φανεί η έκπληξή της. Στο κάτω-κάτω, τι την έμελε εκείνη, αν αυτός ήταν παράξενος; Υπήρξαν άλλοι, που είχαν ζητήσει ανά καιρούς πολύ χειρότερα. Ποτέ της δεν θα αρνιόταν ένα πρόσθετο κέρδος και μάλιστα άκοπα. Πόσο μάλλον, αν ήταν ολόκληρο δικό της, χωρίς να χρειάζεται να το μοιραστεί με το 'σπίτι'. Χαμογελώντας του πλατιά δέχτηκε το νόμισμα και, αφού βιάστηκε να το εξαφανίσει σε μια κρυμμένη τσέπη στο φουστάνι της, ξάπλωσε και πάλι στο κρεβάτι. "Ίσως… όταν γυρίσεις" του είπε με τόνο μειλίχιο. Την ώρα που κουκουλωνόταν με τα σκεπάσματα για να ξεκλέψει λιγάκι ύπνο όσο αυτός θα έλειπε, τον είδε να διασχίζει το δωμάτιο με αποφασιστικό βήμα, να μισανοίγει το παραθύρι και, με σίγουρες κινήσεις, να εξαφανίζεται από το άνοιγμα κατεβαίνοντας προς τον δρόμο.

Ο Μέρταγκ βάδιζε με βήμα γοργό πάνω στο νοτισμένο απ' την νυχτερινή υγρασία πλακόστρωτο. Παρά το ότι δεν ήταν κατάλληλα ντυμένος για έξοδο – αφού νωρίτερα είχε εγκαταλείψει τα δωμάτιά του μοναχά για μια βόλτα μέχρι τους κήπους – αρχικά είχε κρίνει, πως το πουκάμισο και το γιλέκο που φορούσε αρκούσαν, μιας και η βραδιά ήταν ζεστή. Καθώς όμως η νύχτα προχωρούσε, ένα ψυχρό ρεύμα αέρα ξεπήδαγε ανάμεσα από τα στενά της πόλης κάνοντάς τον ν' ανατριχιάζει. Μια πυκνή πάχνη κατέβαινε από ψηλά καλύπτοντας τα λίγα φανάρια που ακόμα έκαιγαν στα κεντρικότερα σημεία. Η πόλη λίγο-λίγο ερήμωνε από διαβάτες. Οι ιδιοκτήτες των τελευταίων ανοιχτών καταστημάτων κρεμούσαν βιαστικά τα ξύλινα πορτόφυλλα πάνω από τις βιτρίνες τους κι εξαφανίζονταν στο εσωτερικό τους. Από κάπου μακρύτερα ακούγονταν οι μπότες των ανδρών της νυχτερινής περιπόλου, να κροτούν πλησιάζοντας. Ο νέος βιάστηκε να τους αποφύγει.

Περπατούσε ελέγχοντας τακτικά την κίνηση γύρω του. Δεν κατάλαβε κάποιον να τον ακολουθεί, προτίμησε όμως να κατευθυνθεί προς μέρη απόμερα, όπου θα του ήταν ευκολότερο ν' αντιληφθεί την όποια παρουσία πίσω του. Η αμφιβολία, για το αν η νυχτερινή του απρόσμενη συνάντηση με τον αξιωματικό του Γκαλμπατόριξ ήταν τυχαία ή μη, συνέχιζε να υποβόσκει μέσα του. Μπορεί να είχε πληρώσει για την σιωπή της πόρνης, τίποτε όμως και κανείς δεν θα μπορούσε να εγγυηθεί την εχεμύθειά της. Αν η κοπέλα είχε βιαστεί να ενημερώσει τον σύντροφό του για το φευγιό του, μπορεί ο Βέγκαρντσσον να τον είχε πάρει ήδη το κατόπι. Ο Μέρταγκ έδιωξε αυτή την αμφιβολία αποφασίζοντας να είναι αισιόδοξος. Ο Τροντ θα πρέπει να ήταν πολύ απασχολημένος τώρα. Πριν να κλειστούν με το κορίτσι στο δωμάτιο, είχε προλάβει να τον δει να εξαφανίζεται σε μια από τις κάμαρες στο τέλος του διαδρόμου, με δύο μάλιστα γυναίκες αγκαλιά. Νωρίτερα είχε φροντίσει να καταναλώσει ποσότητα μπύρας τέτοια, που θα ήταν ικανή να ζαλίσει και τον πιο γερό πότη. Το μεθύσι και οι κοπέλες θα κρατούσαν για πολλές ακόμα ώρες τον Τροντ αφοσιωμένο σε άλλου είδους δραστηριότητες. Εκτός κι αν είχε καμωθεί τον μεθυσμένο… Όχι! "Αισιοδοξία!" τόνισε στον εαυτό του ο Μέρταγκ. "Αισιοδοξία και θάρρος!" Ακόμα κι αν η συνάντηση με τον αξιωματικό ήταν προκαθορισμένη, η ώρα να ερευνήσει για τον σύνδεσμο των Βάρντεν είχε φτάσει. Θα πρόσεχε αν κάποιος τον ακολουθεί κι ακόμα και τότε θα τα κατάφερνε να του ξεφύγει. Η νύχτα είχε ήδη πέσει για τα καλά και δεν ήθελε να καθυστερεί άλλο την αναζήτησή του.

Από πληροφορίες του Άτζιχαντ, αλλά και τα βιβλία που είχε διαβάσει στις βιβλιοθήκες του κάστρου, γνώριζε μέσες άκρες σχετικά με τις συνοικίες της πόλης. Τράβηξε λοιπόν κατά την γειτονιά των εργατών προς τα περίχωρα. Από το σημείο που βρισκόταν το πορνείο – κάπου στα όρια της συνοικίας των εμπόρων με των βιοτεχνών – η απόσταση ήταν μάλλον κοντινή. Ήξερε ότι ο σύνδεσμός του διατηρούσε ένα μικρό εργαστήρι μπαλώματος υποδημάτων στο εσωτερικό κάποιας αυλής, όπου βρισκόταν και το σπίτι του. Ο Άτζιχαντ είχε πει, πως θα αναγνώριζε το συγκρότημα από τον ψηλό, ασβεστωμένο τοίχο που το περίζωνε και την ξεβαμμένη από τα χρόνια δίφυλλη πόρτα με τις ενσωματωμένες σιδεριές στις κάσες και τα σκουριασμένα σιδερόκαρφα. Πάνω απ' την αψίδα της εισόδου κρεμόταν μια γαλάζια πινακίδα μ' ένα πραγματικό, δερμάτινο παπούτσι καρφωμένο πάνω της.

Ο Μέρταγκ δεν άργησε να βρει το μέρος. Παρά την προχωρημένη ώρα, το ένα μόνο πορτόφυλλο ήταν κλειστό, το άλλο απλά γερμένο, αφήνοντας ανάμεσά τους να χάσκει το άνοιγμα μιας πλατιάς χαραμάδας. Ο νέος έσπρωξε κι άνοιξε. Διάβηκε αναστατωμένος το κατώφλι, κοιτάζοντας τριγύρω του προσεκτικά την χωματένια αυλή. Ένα τραπέζι χάρβαλο και μερικά σκαμνιά με τρία πόδια ήσαν στημένα στην μιαν άκρη. Πλάι τους ο σκοτεινός όγκος από σπασμένα έπιπλα, κάθε είδους πεταμένα υλικά, κατεδαφίσματα κι άλλη σαβούρα γέμιζε τον περισσότερο χώρο. Μοναχικές κάμαρες φαίνονταν χτισμένες ολοτρίγυρα του εσωτερικού της αυλής, μερικές κατασκότεινες, άλλες αμυδρά φωτισμένες από αναμμένα λυχνάρια, που άφηναν το μουντό τους φως να ξεφεύγει απ' τα παράθυρα. Το σύνολο των κτισμάτων είχε το σχήμα ενός παραλληλόγραμμου με κοντά ποδάρια, που έλειπε η κάτω πλατιά πλευρά του. Μια μυρωδιά από καμένα ξύλα και σκουπίδια γέμιζε τον αέρα.

Ο Μέρταγκ γνώριζε, ότι ο σύνδεσμος των Βάρντεν απασχολούσε δύο από τα κεντρικά δωμάτια. Διέσχισε προσεκτικά κατά πλάτος την αυλή και χτύπησε συνθηματικά την αντικριστή κλεισμένη θύρα, τρεις συνεχόμενες φορές δυνατά και κατόπιν δύο ακόμα σιγανότερα. Περίμενε για λίγο κι ύστερα ξαναχτύπησε. Απάντηση δεν δόθηκε καμία. Το ίδιο συνθηματικό χτύπημα στην διπλανή κάμαρα, απέδωσε παρόμοιο αποτέλεσμα. Ο Μέρταγκ έσπρωξε με δύναμη την πόρτα χρησιμοποιώντας το πλευρό του και τον ώμο, για να διαπιστώσει ότι ήταν ξεκλείδωτη. Η πόρτα σύρθηκε λίγο προς τα μέσα, έτριξε πάνω στους μεντεσέδες και υποχώρησε δύσκολα. Το εσωτερικό της έχασκε σκοτεινό και έρημο.

"Τον παπουτσή ψάχνεις;"

Η φωνή τον έκανε να γυρίσει απότομα αλαφιασμένος. Παρά την μεγάλη προσοχή του, απορροφημένος στον σκοπό του, δεν είχε καταφέρει ν' αντιληφθεί πως κάποιος στεκόταν πίσω του. Ένα λαδολύχναρο πλησίασε στο πρόσωπό του θαμπώνοντας το βλέμμα του, κάνοντάς τον να μισοκλείσει τα βλέφαρα, καθώς τραβήχτηκε γοργά προς τα πίσω μπαίνοντας περισσότερο στο εσωτερικό της κάμαρας. Ασυναίσθητα έφερε το χέρι στη ζώνη του, όπου είχε περασμένο πάντα ένα στιλέτο. Το λαδολύχναρο κατέβηκε μια στάλα, ώστε στον μικρό κύκλο φωτός κατάφερε να ξεκρίνει το ρυτιδιασμένο πρόσωπο του γέρου που το κράταγε. Το ξεδοντιάρικο στόμα, που λίγο πριν είχε μιλήσει, παρέμενε ανοιγμένο χάσκοντας, το χνώτο του βρώμαγε κρασίλα.

Ο Μέρταγκ ανάσανε αργά ανακουφισμένος. Για μια στιγμή νόμισε, ότι, παρά την προσπάθειά του να κινηθεί απαρατήρητος, ο Τροντ ή άλλος πράκτορας του Γκαλμπατόριξ είχε καταφέρει να τον ακολουθήσει κρυμμένος στις σκιές των δρόμων. "Δεν μένει πια εδώ;" Ρώτησε τον γέροντα με σιγανή φωνή κοιτάζοντας προσεκτικά γύρω του. Στο λιγοστό φως που σκόρπιζε το λυχνάρι, η κάμαρα φαινόταν ολότελα αδειανή.

"Ούτε εδώ, ούτε αλλού πουθενά" αποκρίθηκε ο γέρος. "Όσο κι αν ψάξεις, δεν πρόκειται να τόνε βρεις, αφού τον πήρανε οι στρατιώτες."

"Οι… στρατιώτες;"

"Ναι, σου λέω, οι στρατιώτες! Και ήταν μέρα μεσημέρι. Πάει καιρός τώρα."

"Και από τότε, δεν ξαναγύρισε; Ούτε μάθατε κάτι γι' αυτόν; Δεν έχει οικογένεια, φίλους, συγγενείς;"

Ο γέρος τον έκοψε από την κορφή έως τα νύχια. "Ξένος πρέπει να 'σαι, του λόγου σου. Αν ήσουν ντόπιος, θα 'ξερες, πως όποιον πάρουν οι στρατιώτες δεν ματαγυρνά ποτές."

Εκείνο που ο Μέρταγκ ήξερε καλά, ήταν πως του είχε χρειαστεί πολύς χρόνος, για να δοθεί μια ευκαιρία, να βγει ασυνόδευτος απ' το παλάτι. Τώρα δεν θα άφηνε την ευκαιρία αυτή για έρευνα να πάει χαμένη, μόνο και μόνο επειδή ο γέρος ισχυριζόταν έτσι. Παραμερίζοντάς τον από μπροστά του, αφού του έκλεινε την έξοδο, βγήκε απ' την κάμαρα κοιτάζοντας προς τα φωτισμένα παραθύρια της αυλής. "Μπορεί εσύ να μην γνωρίζεις για την τύχη του, κάποιος άλλος όμως ίσως να ξέρει, ή να έχει ακούσει κάτι."

Ο γέρος έκανε στην άκρη με θιγμένη αξιοπρέπεια. "Καλά, αφού σου λέω, δεν με πιστεύεις; Τράβα και ρώτα τότες." Κίνησε μάλιστα πρώτος με το ασταθές του βήμα παραπατώντας εδώ κι εκεί και βάλθηκε να φωνάζει ονόματα κρούοντας τις ξένες θύρες. Το λάδι στο λυχνάρι του τσιτσίρισε πετώντας τριγύρω σπίθες και λίγο έλειψε να χυθεί· το φως τρεμόπαιξε σκορπίζοντας σκιές. Κάποιοι δεν μπήκαν καν στον κόπο ν' αποκριθούν στο ενοχλητικό, νυχτερινό κάλεσμα, λίγα όμως πρόσωπα εμφανίστηκαν δειλά μπρος στα κατώφλια. "Εβγάτε, γειτόνοι!" ρέκαξε ο γέρος τρέμοντας. "Κάποιος ρωτά, μην ξέρετε κάτι για τον παπουτσή. Εμπρός, εμπρός, εδώ είναι. Απαντάτε του κι εσείς, ν' ακούσει!"

Ο Μέρταγκ παραμέρισε αποφασιστικά τον γέρο – που μάλλον τρόμαζε τους συνοίκούς του στην αυλή, παρά βοηθούσε – και βάλθηκε να θέτει τις ερωτήσεις ο ίδιος. Το αποτέλεσμα ήταν μηδενικό. Κανείς δεν είχε δει, ούτε είχε ακούσει. Ακόμα κι όταν εγκατέλειψε την αυλή δοκιμάζοντας την τύχη του στα γύρω οικήματα, τίποτε περισσότερο δεν έγινε δυνατό να προστεθεί στις γνώσεις του. Κάποιοι του φέρθηκαν ψυχρά ή ακόμα κι εχθρικά, γιατί τους ξύπνησε. Κάποιοι άλλοι έδωσαν την εντύπωση, πως γνώριζαν κάτι μεν, φοβούνταν όμως να μιλήσουν. Οι πάντες απέφυγαν να πουν παραπάνω από δυο λέξεις για κάποιον άνθρωπο που είχε ζήσει όλη του την ζωή κοντά τους, μπαλώνοντας τα φτωχικά υποδήματά τους· για κάποιον που μοιραζόταν μαζί τους μια καλημέρα, ένα χαμόγελο και την κοινή τους φτώχεια.

.*.*.*.

Το αγόρι που άνοιξε την πόρτα δεν πρέπει να ήταν παραπάνω από δώδεκα χρόνων. Τα μαλλιά του ήσαν ανάκατα και το πουκάμισο ανοιχτό στο στήθος. Στο χέρι του κρατούσε ένα κουζινομάχαιρο απειλητικά στραμμένο καταπάνω του. Ήταν ολοφάνερο ότι λίγες στιγμές πιο πριν κοιμόταν και τα δυνατά χτυπήματα της πόρτας το είχαν ξυπνήσει. Ήταν επίσης φανερό, ότι σκόπευε να υπερασπιστεί την μητέρα του, που πρόβαλε ξωπίσω του, σκεπασμένη πρόχειρα μ' ένα σάλι ριγμένο επάνω από την νυχτικιά της, σφίγγοντας σπασμωδικά ένα μωρό στα χέρια. Ο Μέρταγκ πρόσεξε ένα μικτότερο αγόρι να κρύβεται με φόβο πίσω από την γυναίκα γραπώνοντας με αγωνία την άκρη του ρούχου της. Η παρουσία του στο σπίτι τους μέσα στην βαθιά νύχτα τους είχε τρομάξει.

"Με συγχωρείτε που σας ενόχλησα τέτοια προχωρημένη ώρα" δικαιολογήθηκε ευγενικά θέλοντας να τους καθησυχάσει και καμώθηκε ότι δεν πρόσεξε την απειλή του μαχαιριού στο χέρι του μικρού. Αστεία απειλή, που έτσι κι αλλιώς μπορούσε εύκολα να αποτρέψει. "Είμαι περαστικός από την πόλη και θα ήθελα να συναντήσω τον Γιόρντ Όντβαρσσον."

Στο αγόρι δεν φάνηκε ν' αρέσει, το ότι η απειλητική στάση που επεδείκνυε δεν συνέβαλε στο ελάχιστο στον εκφοβισμό του αγνώστου. Τον έκοψε με το μάτι του με άμετρη προσοχή, έσφιξε τα χείλη θυμωμένος κι απάντησε με αναίδεια. "Θα ήθελες ε; Λοιπόν, πολύ λυπάμαι, αλλά δεν πρόκειται να τον συναντήσεις."

Ο Μέρταγκ δεν πτοήθηκε από την άρνηση. "Ίσως δεν έγινα σαφής" τόνισε. "Έχω σοβαρές δοσοληψίες με τον Όντβαρσσον και αύριο πολύ νωρίς θα φύγω. Είναι αδήριτη η ανάγκη μου να…"

"Ο πατέρας μου είναι νεκρός" τον έκοψε απότομα το αγόρι και έκανε μια ενστικτώδη κίνηση, να του κλείσει την πόρτα κατάμουτρα.

Ο Μέρταγκ τον εμπόδισε τοποθετώντας σβέλτα το πόδι του ανάμεσα στο άνοιγμα και το θυρόφυλλο. Απογοητευμένος, γιατί τα χειρότερα που είχε φανταστεί για την τύχη των πρακτόρων των Βάρντεν επαληθεύονταν κι ενοχλημένος με τον υπέρμετρο φόβο που είχε αντιμετωπίσει νωρίτερα στην γειτονιά του παπουτσή, είχε διανύσει μέσα στην νύχτα μία τεράστια απόσταση μέχρι τις παρυφές τις πόλης, όπου και οι συνοικίες των φτωχότερων εργατικών τάξεων. Άοπλος σχεδόν, εκτός απ' το εγχειρίδιο στην ζώνη του, είχε αποφύγει τους πολλούς κινδύνους που έκρυβε η νύχτα, φροντίζοντας μάλλον να περνά απαρατήρητος από περιπόλους στρατιωτών, συμμορίες παρανόμων και μοναχικούς μαχαιροβγάλτες, παρά ν' αμύνεται. Δεν σκόπευε να φύγει τόσο εύκολα απ' αυτό το σπίτι, τουλάχιστον όχι δίχως εξηγήσεις.

Η γυναίκα εμπιστεύθηκε το μικρό της στην αγκαλιά του άλλου παιδιού, σπρώχνοντας και τα δύο στα ενδότερα του σπιτιού. Κατόπιν τυλίχτηκε σφιχτότερα στο σάλι της και πλησίασε. "Ο άντρας μου χάθηκε σ' ένα ατύχημα" είπε στον Μέρταγκ με τόνο απότομο. "Κι εμείς δεν ξέρουμε τίποτε περισσότερο για τις δουλειές του. Πήγαινε σε παρακαλώ, κύριε, γιατί είναι αργά και τα παιδιά τρομάζουν."

Σαν άκουσε την μητέρα του να χρησιμοποιεί με τόση ευκολία την λέξη 'τρόμος', το μεγαλύτερο αγόρι ξέσπασε. "Οι στρατιώτες του βασιλιά ήταν το ατύχημα" ξεφώνησε στα μούτρα του Μέρταγκ. "Κι εγώ, τίποτε δεν φοβάμαι!"

Ο Μέρταγκ είδε το αγόρι με συμπάθεια. Τον καταλάβαινε πολύ καλά. Καταλάβαινε και την άμετρη οργή που έκρυβε μέσα του, οργή, που κάπως έπρεπε να εκδηλωθεί και ίσως δεν θα αργούσε ο καιρός που θα ξεσπούσε. Άπλωσε το χέρι και το ακούμπησε στον ώμο του παιδιού, σε μια φιλική χειρονομία. "Λυπάμαι πολύ, φίλε μου, που αναμοχλεύω την πικρία σας," του είπε "αλλά όσα περισσότερα γνωρίζω, τόσο πιο εύκολη θα γίνει η δουλειά μου."

Το αγόρι κοίταξε καχύποπτα το χέρι του άγνωστου πάνω του και μ' ένα ενοχλημένο, αποτρεπτικό ανασήκωμα του ώμου τον ανάγκασε να το τραβήξει. "Στρατιώτες, ναι" έφτυσε σχεδόν την λέξη. "Ήρθαν μια νύχτα, τέτοια ώρα όπως εσύ, και τον επήρανε μαζί τους." Η στριγκή, γεμάτη απέχθεια φωνή του, του έγδαρε τον λαιμό. Μέσα του σιγόβραζε ο θυμός. Το πύρινο βλέμμα του συνέχισε να καρφώνει τον ξένο ίσια στα μάτια, το χέρι έσφιξε δυνατότερα την λαβή του μαχαιριού του.

Τα λόγια που ξέφυγαν από το στόμα του μεγαλύτερου παιδιού της, φάνηκαν στην γυναίκα περισσότερα απ' όσα η ίδια επιθυμούσε ν' ακουστούν. Θεώρησε πρέπον να επέμβει. Έπιασε απαλά τα μπράτσα του με τα δυο της χέρια και μαλακά τον τράβηξε πιο μέσα. Βγήκε μπροστά κι αντιμετώπισε τον ξένο γεμάτη περηφάνια. "Αν είσαι από… 'κείνους', φεύγα!" είπε στον Μέρταγκ, η φωνή της αγριεμένη, εχθρότητα γεμάτη. "Ούτε ο γιος μου, ούτε κανένας άλλος από μας θέλει να έχει μαζί τους κάποια σχέση." Δεν πήγαινε πολύς καιρός, που οι σπιούνοι του παλατιού είχαν σταματήσει να παρακολουθούν την ίδια και το σπιτικό της. Το μόνο που επιζητούσε μέσα στις δυσκολίες της ζωής της, ήταν η ηρεμία. Ας την αφήνανε πια ήσυχη, να μεγαλώσει μονάχη τα παιδιά της. "Πληρώσαμε ακριβά το τίμημα της… φιλίας τους" πρόσθεσε με ελάχιστα πιο ήπιο τόνο, που όμως έκρυβε έναν βαθύτατο πόνο μέσα του.

Ο Μέρταγκ δάγκωσε τα χείλη. Στην καρδιά του περίσσεψε η θλίψη, θυμίζοντάς του τις μέρες που ακολούθησαν τον χαμό του Τόρνακ. Όταν η οδύνη κι η μοναξιά ξεκλείδωσαν την αραχνιασμένη κρύπτη που μέσα της φρουρούσε το παρελθόν του, απελευθερώνοντας αποτρόπαιες σκιές που απειλούσαν να εξοντώσουν την ύπαρξή του. Έκλινε το κεφάλι γεμάτος σεβασμό μπροστά στην γυναίκα. "Επιτρέψτε μου να σας εκφράσω τα βαθύτατα συλλυπητήριά μου για την μεγάλη σας απώλεια" της είπε όσο πιο ευγενικά μπορούσε. "Έχετε τον λόγο μου, πως ποτέ δεν θα ενοχλήσω ξανά εσάς και την οικογένειά σας." Έστρεψε αποφασιστικά και κίνησε να φύγει. Καταλάβαινε πολύ καλά, πώς τίποτε άλλο δεν θα μπορούσε να πάρει απ' αυτούς τους ανθρώπους. Ο πόνος της γυναίκας τον είχε συγκλονίσει.

"Ούτε τ' όνομά σου δεν τόλμησες να πεις" φώναξε το αγόρι πάντα εριστικό πίσω απ' τις πλάτες της μάνας του. Ο μόνιμος θυμός του δεν έμοιαζε στιγμή να τον εγκαταλείπει.

"Ούτε και θα το μάθετε ποτέ" αποκρίθηκε ήρεμα ο Μέρταγκ πάνω απ' τον ώμο του. "Σημασία καμία δεν έχει για σας, ούτε ποιος είμαι, ούτε και η δουλειά που είχα με τον πατέρα σας." Όσα πιο λίγα γνώριζαν, τόσο λιγότερο κινδύνευαν κι εκείνοι απ' αυτόν κι αυτός ο ίδιος απ' τις γνώσεις τους.

Μόλις η πόρτα έκλεισε, το αγόρι χίμηξε στο παραθύρι μισανοίγοντας το ξύλινο παντζούρι και βάλθηκε να παρατηρεί μέσα από την στενή χαραμάδα τον ξένο που ξεμάκραινε. Τον είδε να κοντοστέκεται διστακτικός κάποιες στιγμές στην δίοδο που χώριζε το κηπάριο του σπιτιού τους από τον χωματένιο δρόμο. Πρόσεξε πως στράφηκε προς τα πίσω, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά κατά το σπίτι, κατόπιν γύρισε απότομα και τράβηξε αποφασιστικά τον ανηφορικό λασπόδρομο.

"Δεν θα πλαγιάσεις;" Ρώτησε η μητέρα πίσω του σφίγγοντας το σάλι στα πλευρά της. "Κάνει και κρύο…" Η απρόσμενη επίσκεψη του αγνώστου μέσα στην νύχτα τους είχε αναστατώσει. Ο ύπνος δύσκολα θα ξαναρχόταν.

"Θέλω να σιγουρέψω πρώτα, ότι ο ξένος έφυγε" αποκρίθηκε το αγόρι. "Σύρε εσύ να πέσεις με τ' άλλα τα παιδιά. Θα 'ρθω κι εγώ σε λίγο."

Το σκοτάδι της νύχτας κατάπινε γοργά την φιγούρα του αγνώστου, που χανόταν λίγο-λίγο από τα μάτια του. Σαν εκείνος είχε κοντοσταθεί στην άκρια του κήπου τους και μισογυρίσει κοιτώντας προς το σπίτι, του είχε φανεί αρκετά μικρός ακόμα, για να αποτελεί γι' αυτούς κάποιον κίνδυνο θανάσιμο. Η απόσταση τον έδειχνε πολύ πιο νέο, απ' όσο αρχικά του φάνηκε την ώρα που μιλούσαν. Το αγόρι σκέφτηκε, ότι η ηλικία του δεν θα πρέπει να ήταν και πολύ μεγαλύτερη απ' την δική του. Τουλάχιστον όχι απ' την ηλικία που το αγόρι πίστευε πως τώρα πια διεκδικούσε σαν ο άντρας και προστάτης της οικογένειάς του.

Τώρα, όσο η απόσταση που χώριζε το σπίτι από τον άγνωστο μεγάλωνε, τόσο ο ξένος φαινόταν περισσότερο ακίνδυνος, ίσως ακόμα κι εντελώς αθώος. Ούτε στρατιώτης ήταν, ούτε εργάτης, σαν τον πατέρα του. Με τίποτε δεν έμοιαζε παλατιανός χαφιές – αυτοί όλοι είχαν το αλεπουδίσιο βλέμμα να στραφταλάει στο μάτι τους κι ο λόγος τους ήτανε πάντοτε αλήτικος, γεμάτος απειλή και νταηλίκι. Ο ξένος είχε πάνω του κάτι το ευγενικό. Μήπως λιγάκι πριν δεν απευθύνθηκε στην μάνα του με τρόπο που κανείς ποτέ δεν της είχε μιλήσει; Τι φόβο θα είχαν η μάνα και τα μικρά, από κάποιον που φερόταν μ' ευπρέπεια όπως αυτός; Μπορεί τούτος ο άγνωστος να ήταν ευγενικόπουλο, φερμένο από μέρη μακρινά, από εκεί που κατοικούσαν οι φίλοι του πατέρα του. Γι' αυτό, ίσως, δεν τόλμησε να εμφανιστεί την μέρα, μην κινδυνεύσει, παρά προτίμησε να κινηθεί για σιγουριά μεσ' στα σκοτάδια παρέα με τους ίσκιους. Και τώρα έφευγε! Ούτε θα τον ξανάβλεπε ποτέ, να… μάθει, αφού το υποσχέθηκε, πως ποτέ ξανά δεν θα ενοχλούσε.

Το αγόρι έσφιξε δυνατά το χέρι στο σιδερένιο μάνταλο, τόσο που ένιωσε τα κόκαλά του να συνθλίβονται πάνω στο μέταλλο. Σε λίγο ο άγνωστος θα είχε χαθεί για πάντα. Κι αν ήταν πράγματι από….'κείνους;

Ο Μέρταγκ ανέβαινε βιαστικός την ανηφοριά του χωματόδρομου, με τις μπότες του να γλιστρούν στις λάσπες. Παρά τους κόπους και τις ελπίδες του, αυτήν την νύχτα τίποτε δεν είχε κατορθώσει. Οι χειρότεροί του φόβοι αποδεικνύονταν αληθινοί, το ίδιο κι οι υποψίες των Βάρντεν. Πώς θα εύρισκε τώρα τρόπο να μεταδίδει τις πληροφορίες που συγκέντρωνε;

"Στάσου!"

Η ξαφνική φωνή που ακούστηκε πίσω του, τον έκανε να στραφεί απότομα αιφνιδιασμένος. Είδε το αγόρι να τρέχει με την ψυχή στο στόμα, γλιστρώντας εδώ κι εκεί πάνω στις λάσπες του χωματόδρομου με τα γυμνά του πόδια, προσπαθώντας να τον φτάσει.

"Περίμενε, μην φεύγεις!" Το αγόρι πλησίασε λαχανιασμένο, απλώνοντας το χέρι προς την μεριά του για να τον συγκρατήσει. Αμέσως όμως στήθηκε περήφανα στο ύψος του, στάθηκε μπρος του και πήρε πρώτα μερικές βαθιές ανάσες. Έπειτα κάρφωσε πάνω του την ματιά του, κοιτάζοντάς τον βαθιά στα μάτια. "Οι στρατιώτες ήρθανε νύχτα και σήκωσαν τον πατέρα απ' το κρεβάτι δέρνοντάς τον. Τον κατηγόρησαν πως ήτανε κατάσκοπος των Βάρντεν. Μετά τον αλυσόδεσαν, τον πήρανε μαζί τους κι έφυγαν. Η μάνα έκλαιγε πολύ…"

Ο Μέρταγκ κοίταξε το αγόρι, μα δεν μίλησε. Όλη η προηγούμενη εχθρότητα που είχε επιδείξει έμοιαζε να έχει πια χαθεί, σαν πάγος που είχε λιώσει. Φαινόταν έτοιμο να μιλήσει κι ο Μέρταγκ περίμενε, χωρίς να επιχειρήσει να το ενθαρρύνει. Ο καθένας θα διέβλεπε πάνω σ' αυτό το παιδί τα ίχνη κάποιας επιφυλακτικότητας κι ο Μέρταγκ αυτό το επικροτούσε. Το αγόρι δεν είχε πια κανέναν να το προστατεύει. Μονάχος έπρεπε να φροντίζει τον εαυτό του. Όφειλε να είναι προσεκτικός. Κι ο ίδιος ο Μέρταγκ γνώριζε καλά από τέτοιες καταστάσεις.

"Η μάνα μ' έστελνε καθημερ'να στις φυλακές, μήπως και μάθω νέα του πατέρα. Έλεγε πως, επειδή ήμουνα μικρός, δεν θα κινδύνευα κι εγώ να με συλλάβουν." Οι ώμοι του παιδιού έπεσαν μια στάλα, ο τόνος της φωνής του χαμήλωσε για λίγο. Πάλι όμως ίσιωσε το μικρό του ανάστημα κι αντιμετώπισε τον συνομιλητή με θάρρος. "Εγώ όμως δεν φοβόμουν, μάρτυρές μου οι θεοί. Ποτέ μου δεν φοβήθηκα. Πήγαινα κάθε μέρα και ρωτούσα… κι ας με χτυπούσαν."

Ο Μέρταγκ κοίταξε το αγόρι με συμπάθεια. "Σε χτύπησαν οι στρατιώτες;"

Ο μικρός γέλασε άγρια, ανυποταγή γεμάτος. "Αμέ! Εμένα που με βλέπεις, μου μελανιάσαν τα καλάμια απ' τις κλωτσιές τους. Μου μαύρισαν το μάτι… Μα διόλου μ' έμελε, σου λέω. Η μάνα όμως τρόμαξε – έτσι είν' οι γυναίκες, τρομάζουν εύκολα – δεν μ' άφησε να πάω ξανά." Το κεφάλι του παιδιού έγειρε μπροστά κι απόμεινε για λίγο να κοιτά τα γυμνά, λασπωμένα του ποδάρια. Οι αναμνήσεις του ξυλοδαρμού του ίσως τον έπνιγαν, μπορεί και να τον παίδευε η αγωνία της μάνας. Μετά ζωήρεψε και πάλι. "Καιρό αργότερα εμφανίστηκε στο σπίτι ένας λακές του παλατιού. Είπε στην μάνα, ότι ο πατέρας πέθανε κι αυτή είναι πια χήρα. Να μην τον περιμένει άλλο."

Ο Μέρταγκ άπλωσε το χέρι και ανακάτεψε τα ήδη μπερδεμένα μαλλιά του παιδιού σ' ένα απότομο χάδι. "Είσαι θαρραλέος" τον παίνεσε. "Άξιος γιος γενναίου πατέρα."

Τα χείλη του αγοριού έσπασαν σ' ένα μικρό χαμόγελο. Τα μάτια του φωτίστηκαν μια στάλα απ' τα εγκωμιαστικά λόγια του αγνώστου. "Πες μου, ξένε, είσαι κι εσύ ένας… από 'κείνους;" ρώτησε.

Ο Μέρταγκ ανάσανε βαθιά κοιτάζοντας το αγόρι. Κατάλαβε πολύ καλά, ότι αναφερόταν στους επαναστάτες, όμως παρέμενε κι ο ίδιος επιφυλακτικός απέναντί του. Δεν ήθελε να μοιραστεί καμία πληροφορία, που θα μπορούσε ν' αποβεί μοιραία γι' αυτό το πλάσμα, ακόμα ίσως και για τον ίδιον. Περιορίστηκε μονάχα ν' ανασηκώσει σιωπηλός τους ώμους.

Ακόμα κι αν δεν έλαβε την απόκριση που ήλπιζε, το αγόρι φάνηκε να ξεθαρρεύει. "Σκοπεύω να τους αναζητήσω" εκμυστηρεύτηκε. "Αν δεν ήταν τα μικρά κι η μάνα, θα είχα ήδη φύγει για να τους βρω. Αν ξέρεις λοιπόν πού είναι… πες το και σ' εμένα."

Ο Μέρταγκ κράτησε το γενναίο αγόρι και απ' τους δύο του ώμους. Πολύ θα ήθελε να του εμπιστευθεί τον τόπο που ήταν το κρησφύγετο των Βάρντεν· να στείλει μέσω αυτού τις πληροφορίες του επίσης. Ίσως αν το αγόρι ήταν λιγάκι μεγαλύτερο, να το έκανε. Σκέφτηκε όμως την τύχη του μικρού, την διπλή απώλεια της μάνας του. Τον κίνδυνο που σίγουρα θ' αντιμετώπιζε κι ο ίδιος, αν το αγόρι έπεφτε στα λάθος χέρια. Την εμπιστευτική του αποστολή, που ίσως αποτύγχανε από λάθος επιλογές, για λάθος λόγους. Ένευσε την άρνησή του αποφασιστικά. Θα εύρισκε αργότερα τον τρόπο, να στείλει τις πληροφορίες του στους Βάρντεν, χωρίς να γίνει η αιτία, να κινδυνεύσει οποιοσδήποτε αθώος. "Άκουσε," είπε σοβαρά στο αγόρι. "Ούτε ποιος είμαι, ούτε από πού έρχομαι έχει κάποια σημασία. Για σένα τώρα πιο σημαντικό πρέπει να είναι η οικογένειά σου. Η μητέρα και τα μικρά αδέλφια σου στηρίζονται σ' εσένα. Άμα τους εγκατέλειπες, θα έμεναν μονάχοι κι απροστάτευτοι. Η γνώμη μου είναι, πως καλύτερα θα έκανες να έμενες τώρα κοντά τους, να τους φροντίζεις. Τούτη την συμβουλή σου δίνω, αν θέλεις άκουσέ την. Γνώριζε επίσης, πως κι 'εκείνοι', στους οποίους αναφέρεσαι, ποτέ δεν θα ζητούσαν κάτι περισσότερο από σένα."

Το αγόρι αναλογίστηκε σκεφτικό όσα είχε ακούσει. Ο ξένος είχε δίκιο σε κάτι. Η μητέρα και τ' αδέλφια του πράγματι τον χρειάζονταν. Αυτός άλλωστε ήταν τώρα πια ο άντρας του σπιτιού, το στήριγμά τους. Όμως, όπως και να το κάνεις, παρά την μεγάλη του απώλεια, ένιωθε να υπάρχει κάποια κρυφή γοητεία στην ιδέα της επανάστασης. Το να αναζητήσει μια μέρα τους επαναστάτες και να ενταχθεί στις τάξεις τους, ήταν σκοπός του. Κοίταξε τον άγνωστο με μάτια γεμάτα ολοφάνερη ζήλια. Δεν θα έβγαινε ποτέ από το μυαλό του, ότι ο ξένος τούτος ήταν κάποιος που τους ανήκε.

"Ίσως να κάνω όπως μου λες" του είπε. "Ίσως και όχι." Κατόπιν έστρεψε απότομα κατηφορίζοντας και πάλι προς το σπίτι του.

Ο Μέρταγκ χαμογέλασε κι απόμεινε για λίγο ακόμα να το παρατηρεί, μέχρι που το αγόρι χάθηκε ανάμεσα στους ίσκιους μέσα στην γούβα που απλωνόταν η φτωχική συνοικία. Μπορεί η αναζήτηση της αποψινής νύχτας να είχε αποδειχθεί άκαρπη. Μπορεί να είχε αποτύχει στον σκοπό του με τους συνδέσμους των Βάρντεν. Μπορεί να μην γνώριζε, πώς θα επιτύγχανε την αποστολή του. Ο σπόρος όμως της επανάστασης, όσο κι αν ο βασιλιάς κι οι άνθρωποί του προσπαθούσαν να τον ξεριζώσουν, είχε σπαρθεί. Από δω και μπρος θα βλάσταινε, μέχρι ν' ανθίσει και πάλι το δέντρο της ελευθερίας.

Αργότερα στο δωμάτιό του, ξημέρωμα πια, αναλογίστηκε την πιθανότητα να υπάρχουν ανάμεσα στους Βάρντεν κατάσκοποι του Γκαλμπατόριξ. Επανεξέτασε όλες τις προοπτικές του. Αναθεώρησε κάποιες αρχικές του γνώμες και αποφάσεις. Τέλος κατέληξε, ότι ήταν απαραίτητο, να προσπαθήσει να ερευνήσει το γεγονός. Αν αποκτούσε την άμετρη εμπιστοσύνη του βασιλιά, μια τέτοια γνώση δεν θα ήταν δύσκολο να περιέλθει στην κατοχή του. Αισιοδοξούσε, ότι θα κατάφερνε να βρει τον τρόπο, να στείλει τις πληροφορίες του στους Βάρντεν. Διατηρούσε ακόμα την ακλόνητη πεποίθηση, ότι παραμένοντας στο παλάτι και διαπρέποντας σε γνώσεις και πολεμικές ικανότητες, σύντομα ο βασιλιάς θα τον καλούσε κοντά του, εμπιστευόμενος σ' αυτόν τα μυστικά του.

Την ίδια ώρα που αυτές οι τελευταίες σκέψεις του νέου γέμιζαν την καρδιά του με ελπίδες, προσδοκίες κι αισιόδοξη ενατένιση προς το μέλλον, μία λαμπρή ανατολή προμήνυε μια καινούρια μέρα γεμάτη φως.


Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.