Στη μούσα μου, την 815 BrokenPencils.


Η αναζήτηση του ονείρου

Ο ήλιος είχε ήδη πάρει την καθοδική πορεία του στον ορίζοντα ρίχνοντας πλαγιαστά τις χρυσαφιές του ακτίνες. Παρά το καταχείμωνο ένιωθε το πρόσωπό του ζεσταμένο. Τόσο, που το μοναχικό δάκρυ που είχε λίγο πριν κυλήσει πάνω στο μάγουλό του φωλιάζοντας στην γωνία των χειλιών του ήδη στέγνωνε, αφήνοντάς πίσω του μια γεύση αλμύρας. Πρόσεξε τις σκιές των ογκόλιθων να μακραίνουν πάνω στην έρημη πεδιάδα, ενώ ένα υγρό ρεύμα, που σηκωνόταν από την γη, θόλωνε την απόσταση. Ο δρακοκαβαλάρης ήταν θλιμμένος. Καθόταν εδώ και ώρα στην πλευρά του λόφου από αμμόλιθο πλάι στο μικρό άνοιγμα της σπηλιάς, που τους παρείχε καταφύγιο τις τελευταίες μέρες, ατενίζοντας με μάτια αδειανά τον ορίζοντα. Στα βάθη της καρδιάς του ο πόνος αναμιγνυόταν με την λύπη, την αγωνία, την απόγνωση. Ο σύντροφός του, ο μοναδικός φίλος που του είχε απομείνει από την παλιά του τη ζωή, ο οδηγός και δάσκαλός του, εκείνος που του δίδαξε καλά πώς να επιβιώνει, ο τελευταίος από τους αρχαίους ελεύθερους δρακοκαβαλάρηδες ήταν νεκρός. Νεκρός και ήδη θαμμένος μέσα στον πέτρινο τάφο του, τις πλευρές του οποίου είχε ο ίδιος με μαγεία ανυψώσει, πάνω στην επίπεδη κορυφή του λοφίσκου.

" Ενθάδε κείται ο Μπρομ, που ήταν δρακοκαβαλάρης και σαν πατέρας για μένα.

Είθε το όνομά του να μείνει δοξασμένο στους αιώνες."

Αυτή η επιγραφή, με μαγεία σκαλισμένη επάνω στον ψαμμίτη, ήταν το τελευταίο που σημάδευε το πέρασμα του γέροντα παραμυθά από τούτον τον κόσμο. Το τελευταίο δώρο προς αυτόν του νεαρού συντρόφου του, που το μόνο που του απόμενε πια ήταν να θρηνήσει τον χαμό του. Σαν τον παραμυθά του χωριού κάποτε τον γνώρισε, είχε όμως αποδειχθεί πως ήταν πολλά ακόμα περισσότερα.

Ο δρακοκαβαλάρης στέναξε βαρύθυμος. Ο Μπρομ είχε τελικά υποκύψει στον θανατηφόρο τραυματισμό που προκάλεσε ο Ρά'ζακ με το κοφτερό μαχαίρι του, τραυματισμό που προοριζόταν για τον ίδιο. Η δράκαινα, παρά την αρχική άρνησή της, συναίνεσε τελικά στο να μοιραστεί μαζί του την συγκεκριμένη εικόνα. Μέσα από τις αναμνήσεις της και τα δικά της μάτια κατάφερε να δει ο δρακοκαβαλάρης ότι συνέβαινε στον σύντροφό του, την ώρα που ο ίδιος βρισκόταν αναίσθητος και δεμένος πάνω στο χώμα. Ο Μπρομ είχε σώσει την δική του την ζωή, κάτι για το οποίο όφειλε να του είναι ευγνώμων. Αν ο γέροντας δεν είχε πεταχτεί απότομα μπροστά του βάζοντας το κορμί του ασπίδα, η λάμα θα είχε χωθεί βαθιά μέσα του και τώρα θα ήταν αυτός θαμμένος στην κορυφή του λόφου κάτω από τον ψαμμόλιθο. Δεν τόλμαγε καν να αναρωτηθεί, τι θα είχε απογίνει η Σαφίρα. Ο Μπρομ τους είχε σώσει κι ο δρακοκαβαλάρης όση προσπάθεια και να κατέβαλε μετά, όσο κι αν είχε ενώσει την μαγεία του μ' αυτή του δράκου, το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να επουλώσει επιφανειακά την βαθιά πληγή, χωρίς να κατορθώσει να γιατρέψει το εσωτερικό της. Οι γνώσεις του για τις θεραπείες δεν είχαν σταθεί αρκετές, ούτε, ίσως, οι δυνάμεις του. Να έφταιγε άραγε το χτύπημα των Ρά'ζακ κι ο πόνος απ' τα σπασμένα του πλευρά, που τον αποδυνάμωνε; Ήταν ίσως το χυμένο του το αίμα, που είχε μαζευτεί ένας βαθύς, σκουρόχρωμος λεκές κάτω απ' το δέρμα, η αιτία της ανημπόριας; Ο δρακοκαβαλάρης πολύ αμφέβαλε.

"Έχουμε τόσα πολλά να μάθουμε ακόμα!"

Παρά το ότι η δράκαινα δεν βρισκόταν κάπου κοντά του κι η οπτική επαφή μαζί της είχε από ώρα χαθεί, η φωνή της ακούστηκε καθαρά μέσα στον νου του, προκαλώντας του ένα αίσθημα φτωχικής παρηγοριάς για την μεγάλη του απώλεια. Η γαλάζια δράκαινα είχε πετάξει μακριά του αμέσως μετά την ταφή αναζητώντας την τροφή της.

"Σαφίρα! Ο σύντροφος, φίλος μας και προστάτης χάθηκε για πάντα απ' την ζωή μας. Ποιος μένει να μας διδάξει όσα χρειάζονται;" Ο δρακοκαβαλάρης στέναξε βαθιά προσπαθώντας να βγάλει από μέσα του την θλίψη, ενέργεια που του προκάλεσε δυνατό πόνο στο στήθος κάνοντάς τον να μορφάσει.

"Ίσως εσύ κι εγώ πετάξουμε μέχρι την γη των ξωτικών" αντήχησε αισιόδοξη η φωνή της δράκαινας στον νου του. "Ακόμα κι αν αρνηθούνε αρχικά να μας δεχτούν, μπορώ πάντα να τους αναγκάσω με τα σαγόνια και τα νύχια μου."

Ακούγοντας τα παραπάνω λόγια ο δρακοκαβαλάρης θα είχε γελάσει με την ορμή της λατρευτής του, αν η έγνοια για μια πιθανή επανάληψη του πόνου του δεν τον είχε συγκρατήσει. "Προτάσσοντας τα νύχια και τα δόντια, δεν θα έλεγα πως είναι και ο καλύτερος ο τρόπος, να πιάνεις νέους φίλους." Εξέτασε με το βλέμμα τον ουράνιο θόλο. Ω, πόσο πολύ αποζητούσε την παρουσία της! Πόσο την χρειαζότανε κοντά του! Πού ήταν η όμορφή του; Θα αργούσε άραγε πολύ ακόμα; Καταλάβαινε βέβαια, ότι η δράκαινα χρειαζόταν την τροφή της κι έτσι προσπάθησε να μην φανεί η αγωνία του μέσα από την επαφή τους. Η μαγεία που χρησιμοποίησαν κι οι δύο νωρίτερα το πρωί, για να κηδέψουνε τον Μπρομ σε τάφο μοναδικό και απάτητο, ήταν μεγάλη. Τους είχε σίγουρα αφήσει και τους δύο εξαντλημένους και με μεγάλη ανάγκη για τροφή· τουλάχιστον τον ίδιο. "Ο Μπρομ δεν είχε και μεγάλη εμπιστοσύνη στα ξωτικά" παρατήρησε στην δράκαινα. "Έλεγε, ότι έχουν εξαφανιστεί στα δάση τους, φροντίζοντας μονάχα για τους εαυτούς τους. Δεν βλέπω πως θα γινόταν να τους φτάσουμε, ούτε και τρόπο να τους πείσουμε να μας διδάξουν."

"Ε, τότε θ' ανακαλύψουμε όσα χρειαζόμαστε, εγώ κι εσύ, μονάχοι." Η δράκαινα ήταν πάντα αισιόδοξη. Ποιο άλλο πλάσμα μπορούσε να παραβληθεί μ' αυτήν σε δύναμη, ταχύτητα, μεγαλοπρέπεια; "Φρόντισε να αναλάβεις και πάλι τις δυνάμεις σου εσύ, μικρούλη, και μην ανησυχείς για τίποτε άλλο. Το ξέρω ότι ο Μπρομ σήμαινε για σένα το τελευταίο απ' όλα όσα άφησες πίσω σου, όμως πάει πια. Χάθηκε κι αυτός, μαζί με όλο το παρελθόν σου. Δεν ανήκεις πια στο Κάρβαχωλ, είσαι ο δρακοκαβαλάρης ο δικός μου." Παρά τον αυτάρεσκο και κτητικό τόνο της φωνής της, καταλάβαινε μέσα από τον δεσμό που τους ένωνε την πικρία του εκλεκτού της. Αποφάσισε λοιπόν να τον παρηγορήσει, μα και ταυτόχρονα να κεντρίσει το ενδιαφέρον του για μια μεγάλη ποικιλία από ενδιαφέρουσες καταστάσεις, που θα βίωναν μαζί στην νέα ζωή τους. "Φυσικό είναι να μην μπορείς να ξεχάσεις αυτούς που έχασες. Μπορείς όμως πάντοτε να τους τιμάς, ταυτόχρονα και να οδεύεις προς ένα καινούριο μέλλον."

"Ο Μπρομ δεν ήταν ο τελευταίος, Σαφίρα. Υπάρχει πάντα ο Ρόρ…"

"Έραγκον!"

Η φωνή που τον έκανε να στρέψει απότομα, είχε σαν αποτέλεσμα έναν καινούριο, βίαιο πόνο στα πλευρά του. Ο νέος αυτός απρόσμενος σύντροφος, που τόσο ξαφνικά είχε προβάλει στην ζωή τους, επέστρεφε από το κυνήγι. Αρκετές ώρες πριν είχε αναλάβει να συλλέξει νερό και φαγητό και για τους δύο. Τώρα σκαρφάλωνε γοργά την πλαγιά του λόφου κρατώντας δύο σκοτωμένους λαγούς στα χέρια. Έφτασε λαχανιάζοντας μέχρι την άλλη πλευρά της μικρής εισόδου της σπηλιάς κι άφησε τα θηράματα να πέσουν πάνω στο χώμα. Βάζοντας το ένα χέρι αντήλιο πάνω απ' τα μάτια του, βάλθηκε να παρατηρεί τον ουρανό ένα γύρω. Λίγες στιγμές μετά, ανακουφισμένος ίσως που δεν είδε να τους απειλεί κάποιος ιπτάμενος κίνδυνος, ανάσανε βαθιά, κάθισε καταγής τραβώντας τα θηράματα κοντά του και βάλθηκε να γδέρνει τους δύο λαγούς. Ο δρακοκαβαλάρης σκέφτηκε ότι, αν ήθελαν να μαγειρέψουν τους λαγούς, θα έπρεπε κάποιος ν' ανάψει μία φωτιά πρώτα. Ο ίδιος όμως ένοιωθε ανήμπορος, πλήρως εξουθενωμένος να κάνει κάτι τέτοιο. Θα έπρεπε προς το παρόν να βασιστεί σ' αυτόν τον αναπάντεχο σωτήρα και αρωγό του, για όλα όσα έπρεπε να γίνουν.

"Είναι κάπου κοντά ο δράκος σου;" τον ρώτησε ο σύντροφός του, δίχως να σηκώσει τα μάτια απ' την δουλειά του. Τα χέρια του δούλευαν γοργά με ικανές, επιδέξιες κινήσεις. Είχε τελειώσει ήδη το καθάρισμα του ενός λαγού κι έπιανε τον δεύτερο.

"Όχι τόσο κοντά" αποκρίθηκε δύσθυμος ο δρακοκαβαλάρης.

"Θα γυρίσει όμως σύντομα;"

"Δεν ξέρω."

Θα πρέπει να μοιράζονταν την ίδια έγνοια. Ο ήλιος έδυε δημιουργώντας γύρω τους σκιές και το σκοτάδι σύντομα θα ερχόταν. Καλύτερα να άναβαν τη φωτιά, να μαγειρέψουν στο εσωτερικό της σπηλιάς. Έτσι ούτε ο καπνός, ούτε το φως απ' την εστία θα φαινόταν. Κανείς τους δεν θα μπορούσε να ήταν σίγουρος, ότι ο αποτρόπαιος εχθρός δεν θα εφορμούσε και πάλι καταπάνω τους από τα ύψη. Αν η δράκαινά του ήταν κοντά, θα τους προστάτευε.

"Εσύ πώς νοιώθεις;" Ρώτησε πάλι ο σύντροφός του με φωνή που έκρυβε μέσα της βαθύ συναίσθημα. Τα μάτια του ήσαν χαμηλωμένα πάνω στην δουλειά του και το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου του κρυβόταν από τα άτακτα, σκουρόχρωμα μαλλιά του.

"Ο πόνος είναι δυνατός όταν κινούμαι" αποκρίθηκε ο δρακοκαβαλάρης. "Μα… ο εσωτερικός μου ο πόνος είναι χειρότερος."

Ο άλλος σταμάτησε προς στιγμή αυτό που έκανε, ρίχνοντας προς το μέρος του ένα βλέμμα γεμάτο ανησυχία. "Θα συνέλθεις όμως;"

"Πρέπει!"

Οι δύο λαγοί είχαν καθαριστεί κι ετοιμαστεί περασμένοι στην αυτοσχέδια, λειασμένη σούβλα, καμωμένη από μια βέργα λεπτή, κομμένη από το στρεβλό κλαδί ενός θάμνου. "Ξέρεις… δεν είναι ότι θέλω να σε πιέσω. Καταλαβαίνω πώς θα πρέπει να αισθάνεσαι και ότι είσαι πληγωμένος, όμως… Όσο πιο γρήγορα αφήσουμε αυτό το μέρος, τόσο πιο ασφαλές θα είναι και για τους δυο μας. Οι Ρά'ζακ ίσως να αποφύγουν να μας κυνηγήσουν για λίγες μέρες, μιας κι είμαι σίγουρος, τους έχω πληγώσει με τα βέλη· τον έναν περισσότερο. Όμως το σίγουρο είναι πως θα μας κυνηγήσουν. Από την άλλη, χρειάζεσαι φαγητό, να δυναμώσεις. Κι εδώ γύρω το κυνήγι είναι λιγοστό, θα έλεγα, σπανίζει. Πρώτη φορά μου πήρε τόσον χρόνο να πιάσω δυο λαγούς, που πάνω τους έχουν τόσο λίγο κρέας."

Ο δρακοκαβαλάρης είδε τον σύντροφό του να σηκώνεται από την πρότερή του θέση, να καθαρίζει μ' ένα πανί τα χέρια και να καταγίνεται με το άναμμα της φωτιάς. Λυπόταν που σε τίποτε δεν μπορούσε να βοηθήσει, μα εξ αιτίας της σωματικής και ψυχικής του κατάστασης αδυνατούσε. Αργότερα η σούβλα με τα θηράματα ήταν στημένη πάνω από τα κάρβουνα κι η μυρωδιά του λίπους έσταζε στην θράκα κάνοντας το στόμα του να υγραίνεται. Πεινούσε πολύ και η μαγεία που είχε χρησιμοποιήσει το πρωί, καθώς και τα αποτρόπαια γεγονότα των τελευταίων ημερών τον είχαν εξαντλήσει. Φεύγοντας ξαφνικά με τον Μπρομ από την Ντρας-Λεόνα, είχε σταθεί αδύνατο να ανανεώσουν τις προμήθειές τους. Το λίγο ψωμί, που του είχε προμηθεύσει ο νέος του σύντροφος, ελάχιστα είχε καλύψει την ανάγκη του για φαγητό. Ο δρακοκαβαλάρης σηκώθηκε με κόπο πλησιάζοντας την φωτιά. Δεν του είχε διαφύγει, ότι ήταν ο μόνος από τους δύο, που εδώ και ώρες είχε φάει έστω και λίγο. Ο σύντροφός του είχε παραχωρήσει ευγενικά σ' αυτόν την τελευταία του μερίδα.

Παρά τον πόνο για τον χαμό του Μπρομ, μέσα του ένιωσε ευγνωμοσύνη γι' αυτόν τον άγνωστο. Τον είχε σώσει απ' την επίθεση και την αιχμαλωσία των Ρά'ζακ. Είχε καταφέρει να διώξει τα τέρατα και είχε ελευθερώσει την Σαφίρα του από τα δεσμά της. Από την ώρα που συναντήθηκαν μέχρι και τώρα, είχε κάνει για τον ίδιο και τον Μπρομ όλα όσα αυτός αδυνατούσε στην ανήμπορη κατάστασή του. Κάθισε πλάι στην φωτιά αντικριστά απ' τον άλλον. Το φαγητό τους κόντευε να ψηθεί κι ένοιωσε με ανακούφιση μέσα στα βάθη του μυαλού του την Σαφίρα να γυρίζει χορτασμένη. "Μέρταγκ, θα φύγουμε αύριο το πρωί μόλις χαράξει". Ο σύντροφός του καταγινόταν τώρα με την φροντίδα των αλόγων. Στράφηκε και τον κοίταξε προσεκτικά στα μάτια.

"Μπορείς να ιππεύσεις;"

"Όχι, μα αν μείνω άλλο εδώ άπραγος, θα τρελαθώ. Διαλέγω λοιπόν να ιππεύσω."

Ο Μέρταγκ ανασήκωσε τους ώμους, τελείωσε την δουλειά του με τα άλογα, τράβηξε το κυνήγι από την σούβλα και βάλθηκε να τεμαχίζει το ψημένο κρέας σε μερίδες. "Μπορείς να φας όσο χρειάζεσαι, θα πρότεινα όμως να φυλάξουμε ένα μέρος για τον δρόμο. Κανείς μας δεν ξέρει, αν θα βρούμε άλλο κυνήγι στην έρημη πεδιάδα, όσο για το να γυρίσουμε πίσω στην Ντρας-Λεόνα, είναι τελείως απαγορευμένο."

Ο δρακοκαβαλάρης δέχτηκε την γαβάθα με το ψητό κι αρχίνησε να τρώει. Παρά την λύπη που λίμναζε στην ψυχή του, η βουλιμιά του ήταν μεγάλη. Δύσκολα έβαλε κάτι στην άκρη για αργότερα. "Ίσως δεχόταν η Σαφίρα να βοηθήσει στο κυνήγι" αντιπρότεινε. "Θα μπορούσε να πετάξει σε αρκετή απόσταση, να κουβαλήσει κάποιο θήραμα για μας."

Ο άλλος γέλασε. "Δύσκολο να ζητήσεις κάτι τέτοιο από έναν δράκο" σχολίασε. "Βέβαια, εσύ είσαι ο δρακοκαβαλάρης της και ξέρεις καλύτερα."

Έμειναν και οι δυο τους σιωπηλοί για ώρα συνδαυλίζοντας πότε-πότε την φωτιά, κοιτάζοντας τις φλόγες που χόρευαν στο βραδινό ρεύμα του ανέμου, που εισχωρούσε στον χώρο της σπηλιάς από το μικρό άνοιγμα. Είχε περάσει πια το σούρουπο, όταν η δράκαινα επέστρεψε. Βολεύτηκε στην μία άκρη, όσο μακρύτερα από τα άλογα μπορούσε και βάλθηκε να γλύφει τα σουβλερά της νύχια.

"Χαίρομαι που είσαι και πάλι κοντά μου, Σαφίρα."

"Θα πρέπει να χαίρεσαι, μικρούλη. Μην έχεις ανησυχία όμως, κανένας κίνδυνος, σερνάμενος ή ιπτάμενος, δεν υπάρχει ένα γύρω."

"Αυτή θα είναι η τελευταία μας νύχτα σ' αυτό το μέρος. Αύριο το ξημέρωμα αναχωρούμε."

"Δεν έχει νόημα το να παραμένουμε εδώ, εκτός αν χρειάζεσαι να αναλάβεις περισσότερες δυνάμεις."

"Θα είμαι εντάξει."

Ο δρακοκαβαλάρης απομακρύνθηκε από την φωτιά και πλησίασε με βήματα τρεμάμενα το μέρος που είχε παρατήσει την σέλα με τα υπάρχοντά του όταν πρωτοήρθαν. Διάλεξε το μακρόστενο πακέτο, που περιείχε τυλιγμένο το σπαθί που ο Μπρομ είχε προμηθεύσει και το ξεδίπλωσε. Περιεργάστηκε για λίγο την ιριδίζουσα λεπίδα, το σκοτεινό σύμβολο του προηγούμενου κατόχου της, το μεγάλο σαν δάκρυ ρουμπίνι, που στόλιζε την λαβή, την δεμένη με ασημόσυρμα. Παρά το κακό όνομα της λεπίδας και του άντρα που την έφερε, ήταν σπαθί κατάλληλο για δρακοκαβαλάρη. Αποφασιστικά το πέρασε στην ζώνη του. Δρακοκαβαλάρης ήταν πια ο ίδιος κι αφού ο Μπρομ του εμπιστεύτηκε τούτο το σπαθί, τότε θα το φορούσε πάντα, χωρίς να νοιάζεται για την πρωτύτερή του φήμη. Κατόπιν πλησίασε την δράκαινά του, βολεύτηκε πλάι στο πλευρό της κι αυτή τον μισοσκέπασε με το ένα της φτερό δημιουργώντας γι' αυτόν μια ασφαλή φωλιά, αφήνοντας μακριά του το σκοτάδι και το κρύο της Γεναριάτικης νύχτας. Κανένας από τους δυο τους δεν πρόσεξε τον σύντροφό τους, που με σκοτεινιασμένο βλέμμα παρακολουθούσε προσεκτικά την λεπίδα του σπαθιού, από την στιγμή που αυτή αποκαλύφθηκε.

.*.*.*.

Ο Μέρταγκ απορούσε με το όνομα του δρακοκαβαλάρη, του κλέφτη του αυγού του Γκαλμπατόριξ. Πού είχε βρει ένα όνομα όπως αυτό το χωριατόπουλο από τον βορρά; Ποιος του το είχε δώσει; Δεν θα μπορούσε να βρεθεί όνομα πιο ταιριαστό σύμφωνα με την σημερινή του ιδιότητα. Από τα βιβλία ιστορίας, που είχε διαβάσει στην πρωτεύουσα, γνώριζε πως ο πρώτος κατά την τάξη των δρακοκαβαλάρηδων ονομαζόταν Έραγκον. Επρόκειτο για ένα ξωτικό, που είχε ενωθεί με τον άσπρο δράκο του Μπιντ'Ντάουμ. Το ζευγάρι είχαν υπάρξει οι πρώτοι του είδους κι εκείνοι που σταμάτησαν την φονική καταστροφή των δύο γενών τους. Τώρα, ο πρώτος δρακοκαβαλάρης που εμφανιζόταν και πάλι μετά από την εξαφάνιση των δράκων, του συστηνόταν σαν Έραγκον επίσης. Ο Μέρταγκ υποψιαζόταν, πως δεν επρόκειτο για σύμπτωση. Το πιθανότερο, να μην ήταν καν 'Έραγκον' το αληθινό όνομα του αγοριού, αλλά είχε διαλέξει να αυτοαποκαλείται έτσι, αφότου το αυγό του δράκου εκκολάφθηκε για εκείνον. Μήπως αυτός δεν ήταν και ο λόγος που, μόλις του συστήθηκε, απέφυγε να πει το πλήρες όνομά του παραλείποντας αυτό του πατέρα του; Ίσως ακόμα και να μην ήταν τίποτε απ' όσα άλλα διατεινόταν· ένα αγόρι που λίγους μήνες πριν το μοναδικό που γνώριζε ήταν η δουλειά του στην οικογενειακή φάρμα. Τα χέρια του βέβαια ήταν τραχιά, το δέρμα σκασμένο στις κλειδώσεις, με κάποια σημάδια που ίσως είχαν αφήσει τα εργαλεία της δουλειάς, ίσως και όχι. Το δούλεμα του ξίφους άφηνε επίσης κάλους στο εσωτερικό της παλάμης. Όσο ανθεκτικό να ήταν το δέρμα από τα γάντια των ξιφομάχων, παρόμοια κοψίματα σημάδευαν τα χέρια και τα μπράτσα τους. Ο Μέρταγκ γνώριζε καλά απ' αυτές τις καταστάσεις.

Από την άλλη, ούτε ο Μέρταγκ του είχε συστηθεί κανονικά. Μα φυσικά ποτέ δεν θα ομολογούσε σε κάποιον άγνωστο, ότι ήταν γιος του Μόρζαν. Μπορούσε όμως να χρησιμοποιήσει, όπως τόσα χρόνια έκανε, το όνομα του Τόρνακ. Σαν είχε δει τον δράκο όμως, κάτι βαθιά μέσα του τον συγκράτησε. Κάτι επίσης μέσα του έλεγε πως, παρά το θλιβερό γεγονός ότι ο γέροντας σύντροφος του δρακοκαβαλάρη πέθανε, ίσως αν είχε ζήσει, να μην τον αποδέχονταν κοντά τους. Η μοίρα του, αφού πρώτα στράβωσε στις επιδιώξεις του, να παραδώσει έναν κλέφτη μαζί με τον θησαυρό του πίσω στον Γκαλμπατόριξ, μ' αυτόν τον θάνατο του είχε ξαφνικά χαμογελάσει. Ο δρακοκαβαλάρης ήταν μονάχος και πληγωμένος, ανήμπορος να φροντίσει τον εαυτό του, ούτε και τ' άλογά του. Ο δράκος μπορούσε ίσως να τον πάρει πάνω στις πλάτες του και να πετάξουν μακριά, κάτι τέτοιο όμως δεν έδειχνε να βρίσκεται στα άμεσά σχέδιά τους. Η πληγή που ο Ρά'ζακ του είχε δημιουργήσει μέσα στο στήθος χρειαζόταν ξεκούραση. Χρειαζόταν κάποιον άλλον να κυνηγά γι' αυτόν· να ετοιμάζει την τροφή, ν' ανάβει την φωτιά αφού μαζέψει ξύλα· να καθαρίζει τα σερβίτσια τους, να μαζεύει το νερό, να φροντίζει τα δύο του άλογα. Ο Μέρταγκ είχε αποδεχθεί πρόθυμα αυτόν τον ρόλο.

Έπειτα ήταν και το σπαθί. Η ιριδίζουσα λεπίδα με το ρουμπίνι στην λαβή της, που τόσο απρόσμενα είχε παρουσιάσει ο δρακοκαβαλάρης και τόσο επίμονα είχε ζωστεί στην μέση. Ο Μέρταγκ γνώριζε καλά ετούτο το σπαθί. Οι αναμνήσεις από αυτό δύσκολα θα χάνονταν, αν χάνονταν ποτέ. Είχε ξοδέψει ώρες ατελείωτες μόνο και μόνο να προφυλάξει βαθιά στον νου του το μυστικό αυτής της λεπίδας, σε μέρος που θα έμενε καλά θαμμένο από την παρατήρηση κάποιου τρίτου. "Για πες μου," είχε ρωτήσει τον δρακοκαβαλάρη, το πρωινό που αποχωρούσαν από το καταφύγιο του λόφου "ο Μπρομ ο δικός σου, ήταν ο γνωστός ο Μπρομ;" Το όνομα αυτό του είχε γίνει άμεσα γνωστό στην Ουρου'μπαίην. Άλλο τίποτε δεν χρειαζόταν να ρωτήσει. "Αυτός ήταν" είχε βιαστεί ν' αποκριθεί ο δρακοκαβαλάρης, για να χαθεί και πάλι στην σιωπή του.

Πάμπολλες ήταν οι φορές που ο Μέρταγκ έπιανε το αγόρι να μένει αμίλητο, με βλέμμα χαμένο στο πουθενά, σαν χαζεμένος. Όσο όμως οι μέρες ζώντας πλάι του κυλούσαν, είχε καταλάβει ότι κάτι τέτοιες ώρες συνομιλούσε με τον δράκο. Ο Μέρταγκ ζήλεψε. Το κόκκινο αυγό που του είχε υποσχεθεί ο Γκαλμπατόριξ, η ανταμοιβή για την υπηρεσία του, τον καλούσε. Όμως οι καταστάσεις είχαν εξελιχθεί διαφορετικά απ' ότι σχεδίαζε. Αφού ο θησαυρός κι ο κλέφτης δεν ήταν άλλοι από τον πρώτο δράκο και καβαλάρη του, που εμφανίστηκαν στην γη της Αλαγαισίας εδώ και έναν αιώνα, τότε το να τους επιστρέψει στον βασιλιά ήταν εκτός συζήτησης. Βία δεν θα γινόταν να χρησιμοποιήσει κατά του καβαλάρη εξ αιτίας του δράκου, ούτε και ήθελε. Όσο για το να τον επηρεάσει, να τον παρασύρει μετά μαζί του πίσω στην πρωτεύουσα, ούτε λόγος. Ο Μέρταγκ καταλάβαινε καλά, πως η δύναμη που απέρρεε από το ζευγάρι ήταν τέτοια, που θα γίνονταν επικίνδυνοι αν έπεφταν στα λάθος χέρια. Όφειλε να ξεχάσει το κόκκινο αυγό, που τόσο έντονα είχε νοιώσει την ανάγκη του. Το καθήκον – αν μία φορά πρώτα, τώρα επιτακτικότερα – τον καλούσε να βιαστεί, να οδηγήσει δράκο και καβαλάρη κοντά στον Άτζιχαντ …και την Ναζουάντα… μαζί με όσες άλλες πληροφορίες κατείχε. Πληροφορίες, που μπροστά στα γεγονότα που ζούσε τις τελευταίες μέρες, δεν ήταν τίποτε συγκρινόμενα. Προς το παρόν όμως είχε ακολουθήσει τις οδηγίες του Γκαλμπατόριξ. Είχε φροντίσει να παραμείνει μαζί με τον δρακοκαβαλάρη και τον δράκο του έχοντας γίνει ο απαραίτητος σύντροφός του, έχοντας αποκτήσει – αν και το αγόρι ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικό – μέρος της εμπιστοσύνης του.

Ο δρακοκαβαλάρης φερόταν σαν χαμένος μετά τον θάνατο του γέρου συντρόφου του. Μπορεί να είχε αποφασίσει να απομακρυνθούν από την Ντρας-Λεόνα, εξ αιτίας του κινδύνου να τους κυνηγήσουν και πάλι οι Ρά'ζακ, το πιθανότερο όμως ήταν ότι η πορεία τους ήταν τυχαία, δίχως προγραμματισμένο προορισμό. Ο Μέρταγκ ακολουθούσε και περίμενε. Δεν θα ερχόταν η στιγμή, που ο δρακοκαβαλάρης θα μοιραζόταν τις σκέψεις και διαθέσεις του; Τα σχέδιά του για το μέλλον;

Η στιγμή αυτή δεν άργησε να έρθει. Καθισμένοι μπροστά στην φωτιά της μικρής τους κατασκήνωσης το τρίτο βράδυ από τότε που εγκατέλειψαν τον λόφο και αφού είχαν αποσώσει ότι υπόλοιπο είχε βρεθεί από τα υπολείμματα του τελευταίου κυνηγιού μέσα στα σακούλια τους, αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν την πραγματική τους κατάσταση.

"Αν εξακολουθήσουμε την πορεία προς την οποία κατευθυνόμαστε, σε μερικές μέρες θα φτάσουμε κοντά στην λίμνη Τούντοστεν" είπε ο Μέρταγκ βολιδοσκοπώντας προσεκτικά τις διαθέσεις του άλλου. Από το ύφος που ο δρακοκαβαλάρης τον κοίταξε, ο νέος κατάλαβε, ότι το όνομα 'Τούντοστεν' του ήταν παντελώς άγνωστο. "Προς τα ανατολικά της λίμνης υπάρχουν μεγάλα δάση με πλήθος κυνήγι." Έπαψε για λίγο να μιλά αναμένοντας τις πιθανές παρατηρήσεις του άλλου, που όμως ποτέ δεν ήρθαν. Ο Έραγκον είχε το ίδιο εκείνο χαμένο βλέμμα που έπαιρνε συχνά, πιθανών συνδιαλεγόταν με τον δράκο. "Η γη της Σούρντα βρίσκεται κοντά από το σημείο εκείνο," συνέχισε διερευνητικά ο Μέρταγκ "για την περίπτωση βέβαια που σκοπεύεις να κατευθυνθείς προς τα εκεί." Για πρώτη φορά εδώ και ώρα ο δρακοκαβαλάρης του έδωσε σημασία. Έστρεψε προς το μέρος του και κάρφωσε τα μάτια του μέσα στα δικά του.

"Θέλω να είμαι ειλικρινής μαζί σου" είπε. "Η Σαφίρα επιμένει, ότι θα πρέπει να μιλήσουμε, να μοιραστούμε τις αμφιβολίες και τις σκέψεις μας."

Ο Έραγκον έφερε ασυναίσθητα το χέρι πάνω στα πονεμένα του πλευρά και πίεσε την πληγή του ελαφρά, πάνω από τα μπανταρίσματα της σχισμένης κουβέρτας που ο Μέρταγκ είχε διπλώσει γύρω από τον κορμό του. Την κίνηση αυτή την έκανε συχνά ελέγχοντας ίσως τον πόνο που του προξενούσε. Και πάλι μόρφασε όπως πάντα, όμως ο Μέρταγκ είχε ήδη παρατηρήσει, ότι ολοένα γινόταν και πιο άνετος με τις κινήσεις. Τα σπασμένα του πλευρά θα χρειάζονταν τον χρόνο τους να γιατρευτούν, το ίδιο και το αιμάτωμα. Εκτός κι αν οι δρακοκαβαλάρηδες ανάρρωναν πιο γρήγορα από τους κοινούς ανθρώπους. Ίσως ακόμα να είχε χρησιμοποιήσει επάνω του την ίδια μαγεία, που είχε δοκιμάσει και στον νεκρό σύντροφό του. Ο Μέρταγκ όμως δεν είχε παρατηρήσει κάτι τέτοιο. Έγνεψε καταφατικά στον Έραγκον περιμένοντας.

"Η αλήθεια είναι, ότι δεν έχω αποφασίσει ακόμα τι θα κάνω. Η Σαφίρα πρότεινε να ταξιδέψουμε στα ξωτικά, όμως δεν ξέρουμε πού θα τα βρούμε. Εγώ όμως είμαι σίγουρος, ο Μπρομ δεν είχε υπόψη του τέτοια πορεία."

Ο Μέρταγκ τον παρατήρησε σκεπτικός. Θα ήταν εύκολο να τον οδηγήσει πέρα απ' το Γκίλ'ιντ, όπου όπως γνώριζε ήταν το κοντινότερο σημείο της αυτοκρατορίας στα αιώνια δάση των ξωτικών. Ο Γκαλμπατόριξ μάζευε εκεί στρατό, φοβούμενος ίσως μια από μέρους τους επίθεση. Ο λόρδος Μπαρστ του είχε αποκαλύψει πάνω στον χάρτη κάποιες εισόδους προς τα μεγάλα δάση. Τα μονοπάτια όμως ήταν επισφαλή, κατά τα λεγόμενα του λόρδου. Υπήρχε μία παράξενη μαγεία που τα προφύλαγε και που οι μάγοι της αυτοκρατορίας δεν είχαν ποτέ κατορθώσει να εξουδετερώσουν. Ίσως αν ποτέ ο βασιλιάς αποφάσιζε να επιτεθεί, μπορεί ο ίδιος να γνώριζε μεθόδους για να την αναιρέσει. Ο λόρδος του Γκίλ'ιντ αυτό είχε υπαινιχθεί. Ο Γκαλμπατόριξ όμως δεν έδειχνε μέχρι στιγμής διαθέσεις τέτοιες, παρά μάζευε στρατό περίσσιο για προστασία των δικών του εδαφών και συμφερόντων. Ο Μέρταγκ είχε ακούσει από ηλικιωμένους αυλικούς του, ότι ο βασιλιάς δεν συνήθιζε να εγκαταλείπει την ασφάλεια του κάστρου της Ουρου'μπαίην. Δεν το είχε κάνει εδώ και περίπου εκατό χρόνια. Οι περιστάσεις όμως γοργά άλλαζαν, όπως είχε διαπιστώσει ο Μέρταγκ. Ο βασιλιάς ο ίδιος τον έστειλε να προσκολληθεί στον νεαρό δρακοκαβαλάρη, με την εντολή να του τον παραδώσει στην Ντρας-Λεόνα. Αν ο βασιλιάς έμπαινε στον κόπο να ταξιδέψει μέχρι εκεί, αυτό ένα θα μπορούσε να σημαίνει. Ο Γκαλμπατόριξ ετοιμαζόταν να κατατροπώσει τους τελευταίους εχθρούς του, πριν βάλει μπροστά τα σχέδιά του για το καινούριο πρόσωπο της Αλαγαισίας, που του είχε περιγράψει. Ένας ακόμα δρακοκαβαλάρης του ήταν απαραίτητος. Αυτό τουλάχιστον συμπέραινε ο Μέρταγκ απ' τις κινήσεις και τα λεγόμενά του. Αυτό όμως σήμαινε…

Η σκέψη του Γκαλμπατόριξ να πετά πάνω στον δράκο του οδηγώντας τους Ρά'ζακ, μαζί να τους αναζητήσουν, έφερε ανατριχίλα στην ραχοκοκαλιά του Μέρταγκ. Ο βασιλιάς θα πρέπει να είχε ήδη μάθει για την αποτυχία εκείνων. Θα υπέθετε – και με το δίκιο του – ότι αφού ο Μέρταγκ δεν είχε μέχρι ώρας δώσει σημεία ζωής, τότε σίγουρα θα βρισκόταν εδώ που πράγματι βρισκόταν· πλάι δηλαδή στον δρακοκαβαλάρη. Θα καθυστερούσε ο βασιλιάς στην Ντρας-Λεόνα περιμένοντας τον Μέρταγκ; Ίσως ο Γκαλμπατόριξ και ο Σρούικαν αποφάσιζαν να επισπεύσουν την αιχμαλωσία του νέου ζευγαριού. Αυτή η ανατροπή των γεγονότων έχρηζε άμεσες αποφάσεις από την μεριά του. Από την πρώτη ώρα που είδε τον γαλάζιο δράκο και κατάλαβε τον δεσμό που τον έδενε με το αγόρι, ο Μέρταγκ αποφάσισε να παρακούσει τις εντολές του Γκαλμπατόριξ. Αν κάποιοι αποκτούσαν τον όποιον έλεγχο επάνω στο ζευγάρι, αυτοί θα πρέπει να ήταν ο Άτζιχαντ και οι Βάρντεν, κανένας άλλος.

Ο Μέρταγκ στύλωσε τα μάτια του μέσα σ' αυτά του Έραγκον. "Ο σύντροφός σου δεν υπάρχει πια να σε καθοδηγήσει. Μόνος σου πρέπει να αποφασίσεις. Εγώ εκείνο που μπορώ να σου πω, είναι ότι θα σε ακολουθήσω όπου και όσο με χρειάζεσαι."

Ο Έραγκον ένευσε θετικά. "Εκτιμούμε την βοήθεια που μας προσέφερες και εξακολουθείς ακόμα να προσφέρεις. Δεν θέλουμε όμως να γίνουμε η αιτία να κινδυνεύσεις από τους Ρά'ζακ."

Ένα απότομο, τραχύ γέλιο ξέφυγε του Μέρταγκ. "Υπάρχουν κίνδυνοι πολύ χειρότεροι από τους Ρά'ζακ" είπε. "Όσο για μένα, μην ανησυχείς. Έχω μάθει από νωρίς, να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου."

Ο Έραγκον έριξε τα μάτια του στη γη κι απόμεινε και πάλι αμίλητος σκαλίζοντας άμορφα σχέδια με το δάχτυλο στο χώμα. Ήταν ολοφάνερο πως βρισκόταν σε αμηχανία. Ίσως ποτέ ως τώρα δεν είχε χρειαστεί να πάρει αποφάσεις τόσο σοβαρές, όσο αυτές που θα διαμόρφωναν το μέλλον του. Βλέποντάς τον έτσι, ο Μέρταγκ αποφάσισε να επηρεάσει τα πράγματα προς το δικό του το συμφέρον.

"Υπάρχουν, ξέρεις, οι επαναστάτες… τους αποκαλούν Βάρντεν. Αν το αποφάσιζες, από τα εδάφη της Σούρντα θα μπορούσαμε να…"

"Είσαι δικός τους;"

Η απότομη ερώτηση του δρακοκαβαλάρη έκοψε την φράση του στην μέση. Το κεφάλι του Έραγκον τινάχτηκε στο άκουσμα του ονόματος των Βάρντεν και οι ίριδες των ματιών του άστραψαν από τις αντανακλάσεις τις φωτιάς. Σύρθηκε λίγο προς τα πίσω, μακρύτερά του, σαν να τον είχε δαγκώσει φίδι. Ο Μέρταγκ μετάνιωσε που βιάστηκε να ξανοιχθεί. Ήταν ολοφάνερο ότι τον είχε τρομάξει.

"Δεν είπα κάτι τέτοιο." Ποτέ δεν θα παραδεχόταν ότι ανήκει στους επαναστάτες, ιδίως τώρα που δεν γνώριζε ακόμα τις διαθέσεις και τα σχέδια του δρακοκαβαλάρη. Με τίποτε δεν θα ρίσκαρε, να αποκαλυφθεί αυτή η ιδιότητά του.

Ο Έραγκον χαλάρωσε. Το κεφάλι του έπεσε πάλι βαρύ πάνω στο στήθος. "Με συγχωρείς" ψιθύρισε. "Δεν σκόπευα να σε προσβάλλω. Απ' όσο είχα καταλάβει όμως, ο Μπρομ είχε σκοπό να μας κρατήσει το ίδιο μακριά από τα ξωτικά, όσο και από τους Βάρντεν. Έλεγε πως θα είναι για μας το ίδιο επικίνδυνοι."

"Δεν με προσέβαλες" τόνισε ο Μέρταγκ. "Πρέπει όμως να γνωρίζεις, ότι θα χρειαστείς κάποιους συμμάχους. Όσο πιο σύντομα αποφασίσεις, τόσο καλύτερα. Βρισκόμαστε στις ερημιές κυνηγημένοι. Το νερό είναι σπάνιο, ακόμα σπανιότερο το κυνήγι. Δεν είναι ότι θα έχουμε πρόβλημα να επιβιώσουμε, όμως σύντομα η παρουσία μας θα γίνει γνωστή σε περισσότερους απ' όσους πρέπει. Νομίζω ότι θα πρέπει να κάνεις μια αρχή με τις αποφάσεις του, έστω χαράζοντας μία πιθανή πορεία. Εκτός…" Ο Μέρταγκ πλησίασε το πρόσωπό του κοντύτερα στον Έραγκον αναγκάζοντάς τον να σηκώσει επάνω του τα μάτια.

"Εκτός… τι;"

"Εκτός αν μέσα στις σκέψεις σου βρίσκεται η πιθανότητα να ενταχθείς στις δυνάμεις της αυτοκρατορίας, δηλώνοντας πίστη και υποταγή στον βασιλιά" είπε με σιγανή φωνή συνεχίζοντας να τον κοιτάζει με βλέμμα ανεξιχνίαστο. Τι θα μπορούσε να κάνει ο ίδιος σ' αυτήν την περίπτωση; Αν ο νέος δρακοκαβαλάρης και ο δράκος του αποφάσιζαν έτσι; Ευτυχώς η αμφιβολία δεν κράτησε πολύ.

"Υποταγή στον βασιλιά;" Τα μάτια του Έραγκον γέμισαν φρίκη. Η Σαφίρα από την άλλη μεριά της κατασκήνωσης βρυχήθηκε μέσα στην νύχτα. "Όχι, όχι! Υποταγή στον βασιλιά, ποτέ! Τι σε έκανε να υποθέσεις κάτι τέτοιο;" Τώρα τον κοίταζε με μάτια γεμάτα καχυποψία.

"Τίποτε" αποκρίθηκε ο Μέρταγκ προσπαθώντας να κρύψει την ανακούφιση που χύθηκε πάνω του σαν βάλσαμο. "Δεν βλέπω όμως να υπάρχουν άλλοι δρόμοι εναλλακτικοί για σένα. Από την μία η αυτοκρατορία, από την άλλη τα ξωτικά ή οι Βάρντεν. Διάλεξε!"

Η σιωπή απλώθηκε και πάλι ανάμεσά τους, εκτός από τα περιστασιακά γουργουρίσματα της Σαφίρα. Τα σύννεφα σχίστηκαν πάνω τους αποκαλύπτοντας ένα πλαγιασμένο μισοφέγγαρο, που υποδήλωνε την κακοκαιρία που μάλλον θα ακολουθούσε κατά τις ερχόμενες μέρες. Ο Μέρταγκ μετάνιωνε για την βιασύνη του να τον επηρεάσει. Αν κάτι γνώριζε καλά ο Γκαλμπατόριξ, εκτός απ' την μαγεία, ήταν η πολιτική. Για πάνω από εκατό χρόνους είχε εντρυφήσει στους τρόπους άσκησής της. Όταν τον είχε συμβουλεύσει να προσκολληθεί κοντά του κερδίζοντας πρώτα την εμπιστοσύνη του, ήξερε καλύτερα από τον καθένα. Ο χρόνος όμως πίεζε. Αν κάποιοι τους επιτίθονταν – συμπεριλαμβανομένου του βασιλιά – ο Έραγκον ήταν ακόμα αδύναμος, τελείως ανίκανος να χρησιμοποιήσει την ξεχωριστή του λεπίδα. Ο ίδιος σκόπευε να τον υπερασπιστεί μέχρις εσχάτων. Μετά όμως τι; Ο δρακοκαβαλάρης και ο δράκος ήσαν απαραίτητοι για την συνολική έκβαση του πολέμου. Ήταν αναγκαίο να πειστούν, να προσχωρήσουν στο στρατόπεδο των Βάρντεν. Ο Μέρταγκ όμως αποφάσισε να αφήσει προς στιγμήν αυτό το θέμα. Θ' ακολουθούσε από κοντά την πορεία τους, θα βοηθούσε, θα ήλπιζε.

"Μου είναι δύσκολο ν' αποφασίσω βιαστικά" αποκρίθηκε τελικά ο Έραγκον. "Μπορώ μόνο να κάνω την αρχή πωλώντας το ένα από τα δύο άλογά μου. Δεν βλέπω το γιατί να καθυστερούμε οδηγώντας το και να καταναλώνουμε παραπάνω πόρους απ' όσο χρειάζεται για το ταξίδι μας."

Ο Μέρταγκ ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. "Αν έτσι νομίζεις… Στο πρώτο χωριό που θα βρεθεί μπροστά μας, θα είναι εύκολο να βρεις αγοραστή. Είναι και τα δύο τους γεροδεμένα και από καλή ράτσα. Αλήθεια, ποιο απ' τα δύο σκοπεύεις να πουλήσεις;"

Ο Έραγκον στράφηκε προς την μεριά που είχαν πεδικλωμένα τα άλογα για την νύχτα. "Το καστανό, τον Κάντοκ" αποκρίθηκε χαϊδεύοντας το άλογο με το βλέμμα.

"Γιατί όχι τον Σνόουφαϊρ;"

"Ο Μπρομ είχε υποσχεθεί να τον προσέχει. Τώρα που δεν βρίσκεται πια εδώ, πρόκειται να το κάνω εγώ εκ μέρους του."

"Είναι πανέμορφο άλογο" παραδέχτηκε ο Μέρταγκ εννοώντας τον Σνόουφαϊρ. Ο νέος δρόμος που είχε στραφεί η συζήτηση ήταν επιθυμητός. Θα έσπαγε το δυσάρεστο κλίμα που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους πριν από λίγο.

"Και το δικό σου είναι πανέμορφο" είπε ο Έραγκον. "Άλογα σαν τον Τόρνακ δύσκολα συναντά κανείς στις μέρες μας."

Ο Μέρταγκ χαμογέλασε ευχαριστημένος για τα παινέματα του δρακοκαβαλάρη. "Μου το χαρίσανε από πουλάρι και είναι ειδικά εκπαιδευμένο για το πεδίο μάχης. Φέρει το όνομα εκείνου που με έμαθε να πολεμάω."

"Θα πρέπει να είναι πολύ περήφανο άλογο λοιπόν" χαμογέλασε κι ο Έραγκον.

"Θα πρέπει," συμφώνησε κι ο Μέρταγκ "μιας κι έχει το όνομα του αγαπημένου μου πατέρα." Τα λόγια του ξέφυγαν χωρίς να το καταλάβει, ήταν όμως πια αργά. Άθελά του είχε αποκαλύψει ένα από τα μυστικά του στον δρακοκαβαλάρη. Στο μέλλον θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός. Ήδη τα μάτια του Έραγκον γυάλιζαν παρατηρώντας τον.

"Πού βρίσκεται τώρα;" τον ρώτησε γεμάτος περιέργεια.

"Έχει πεθάνει."

"Λυπάμαι…" αποκρίθηκε ο δρακοκαβαλάρης μελαγχολώντας και πάλι. Το σύντομο διάλειμμα με χαμόγελα και την ευχάριστη συζήτηση των αλόγων είχε χαθεί. Βρισκότανε και πάλι αντιμέτωπος με τα μεγάλα προβλήματα που όφειλε να λύσει.

"Πήγαινε να ξεκουραστείς" πρότεινε ο Μέρταγκ. "Θα φυλάξω εγώ σκοπιά την νύχτα."

"Φύλαξες κι εχθές" μουρμούρισε ο Έραγκον δυσαρεστημένος. "Κάποια στιγμή πρέπει κι εσύ να κοιμηθείς, να ξεκουράζεσαι. Κάνεις τόσα για μας…"

Ο Μέρταγκ σηκώθηκε και μάζεψε τις άδειες γαβάθες του φαγητού για να τις καθαρίσει. Καθώς προσπέρασε κατευθυνόμενος προς το μέρος των αλόγων, άπλωσε το χέρι ζουλώντας του ελαφρά τον ώμο. "Μην σε προβληματίζει αυτό, αντέχω."

Είδε και πάλι τον δρακοκαβαλάρη να απλώνει την κουβέρτα του και να πλαγιάζει στο πλευρό της δράκαινας, όπως συνήθιζαν. Εκείνη να σκεπάζει το σώμα του με το φτερό της, όπως έκανε κάθε νύχτα και να ακουμπά το μουσούδι της στην γη κοντά στο κεφάλι του. Ο Μέρταγκ έριξε μια τελευταία ματιά στα άλογα, κατόπιν πλησίασε την φωτιά και κάθισε οκλαδόν κοντά στην θράκα τοποθετώντας την γυμνή λεπίδα του σπαθιού στα πόδια του. Πάνω του μολυβένια σύννεφα πύκνωναν ξανά σκεπάζοντας τον θόλο του ουρανού, κρύβοντας το χλωμό, πλαγιασμένο μισοφέγγαρο. Το βλέμμα του μαγνητίστηκε από τις φλόγες της φωτιάς, που παιχνίδιζαν χορεύοντας ανάμεσα στα μισοκαμένα χαμόκλαδα, σκορπίζοντας κόκκινες ανταύγειες πάνω στις πέτρες. Ένα κύμα από σπινθήρες παρασύρθηκε ταξιδεύοντας προς τα πάνω, ανταμώνοντας με τον άνεμο που φυσούσε στην πεδιάδα. Το κύμα της ζέστης που αναδυόταν από την θράκα, του θύμισε την μικρή, θερμή αντικάμαρα του βασιλιά. Οι λάμψεις τις φωτιάς την στιλπνή επιφάνεια του άλικου αυγού. Ένιωσε μέσα στα βάθη της καρδιάς του την λαχτάρα να ξαναβρεθεί κοντά του, ν' αναζητήσει και πάλι τον υπέροχο αυτόν θησαυρό του Γκαλμπατόριξ. Τον υπεσχημένο σ' αυτόν θησαυρό από τον βασιλιά τον ίδιο, που τώρα πια είχε χαθεί για πάντα.

.*.*.*.

Τα όνειρά του το τελευταίο διάστημα ήσαν πανομοιότυπα. Αρχικά κάποιες καταστάσεις που είχε ζήσει και φιγούρες ατόμων από το Κάρβαχωλ μπλέκονταν με μια μυστήρια αναζήτηση στο Τιρμ. Υπήρχαν πάντοτε εκεί οι Ρά'ζακ, πότε να τον κυνηγούν σε δρόμους πολυσύχναστους μισοκρυμμένοι ανάμεσα στα άλλα πρόσωπα, πότε να σκοτώνουν παλιούς του γνώριμους έναν-έναν. Υπήρχε γύρω του φωτιά, μάχη σώμα με σώμα και αίμα χυμένο· φωνές θυμού και ικεσίας, που πότε συμπλέκονταν πότε ξεχώριζαν ανάμεσα στην διαρκή βοή που χτύπαγε τ' αυτιά του. Και τέλος πάντοτε ακολουθούσε… εκείνη… η μελαχρινή γυναίκα των ονείρων, που τα πράσινα μάτια της βασίλευαν στο φως.

…είναι και τώρα πλαγιασμένη κάπου μέσα στο σκοτάδι… το μόνο που διακρίνει είναι το φως των ματιών της… τα βλέφαρα κλείνουν… σφαλίζουν … τα μακριά ματόκλαδα σφραγίζουν έξω τους τον κόσμο… από το χέρι με τα λεπτά δάχτυλα κυλά ένα υγρό… μέσα του ξέρει πως είναι αίμα…

Ο δρακοκαβαλάρης τινάχτηκε από το αγκομαχητό του στην μέση της νύχτας. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα, ενώ μια κραυγή διαμαρτυρίας ξέφυγε από το άνοιγμα των χειλιών του. Η μορφή της γυναίκας ήταν τόσο έντονη, που νόμισε πως την έβλεπε ολοζώντανη μπροστά του.

…δεν έχει απομείνει πολλή ζωή ακόμα σ' αυτό το σώμα… οι δυνάμεις της ολοένα εξασθενίζουν… το τέλος είναι κοντά…

"Ησύχασε, μικρούλη!" Η δράκαινα έψαυσε με το μουσούδι της τα ανάκατα μαλλιά του. "Ένα όνειρο ήταν μόνο."

"Όχι, Σαφίρα, δεν ήταν όνειρο." Ο δρακοκαβαλάρης ανακάθισε απότομα μπλεγμένος ανάμεσα στις κουβέρτες του. Το φτερό της δράκαινας τραβήχτηκε από πάνω του αποκαλύπτοντας τον έξω κόσμο. Η παγωνιά της νύχτας τον τύλιξε και τα σύννεφα που σκέπαζαν τον θόλου του ουρανού βάρυναν πάνω του. "Δεν ξέρω πώς μπορεί να το γνωρίζω, είναι όμως η αλήθεια. Αυτή η γυναίκα κάπου υπάρχει. Το μαρτύριό της είναι μεγάλο κι ο θάνατος την πλησιάζει. Νομίζω, την έχει ήδη αγγίξει."

"Έραγκον, είσαι καλά;"

Η γεμάτη ανησυχία φωνή του Μέρταγκ τον ξανάφερε στο κέντρο του μικρού τους κόσμου της κατασκήνωσης. Ο σύντροφός του στεκόταν ολόρθος πλάι στην Σαφίρα με το σπαθί πανέτοιμο στο χέρι. Ο δρακοκαβαλάρης του έγνεψε να ησυχάσει.

"Φταίει μήπως ο πόνος απ' την πληγή σου;" Ο Μέρταγκ θηκάρωσε την λεπίδα του και κάθισε ανακούρκουδα μπροστά του.

"Ήταν… δεν ξέρω. Η Σαφίρα νομίζει πως είναι όνειρο, εγώ όμως ξέρω πως είναι η πραγματικότητα. Βλέπω το ίδιο πρόσωπο κάθε φορά που κλείνω τα μάτια. Πάει καιρός που μου συμβαίνει."

"Πρόκειται για κάποιον που γνωρίζεις;"

Ο δρακοκαβαλάρης έγνεψε πως όχι. "Είναι ένα πρόσωπο τελείως άγνωστο σ' εμένα. Χωρίς να ξέρω κάτι άλλο, είμαι σίγουρος ότι αυτή είναι πολύ σημαντική."

"Αυτή;"

"Είναι κάποια γυναίκα" παραδέχτηκε ο Έραγκον κοκκινίζοντας. "Βρίσκεται κάπου φυλακισμένη και είμαι απόλυτα σίγουρος, ότι κινδυνεύει η ζωή της. Πρέπει κάτι να κάνω, να την σώσω."

Ο Μέρταγκ κάθισε στο χώμα πλάι του. "Έχεις μήπως δει το πού την έχουν;"

Ο Έραγκον κίνησε αρνητικά το κεφάλι. Στα μάτια του χύθηκε η θλίψη. Την γυναικεία μορφή περιέζωνε πάντα σκοτάδι. Μονάχα την ίδια μπορούσε να δει, τίποτε άλλο απ' όσα την περικύκλωναν. "Ξέρω μονάχα πως υποφέρει. Υπάρχουν πάνω της πληγές και χάνει αίμα. Το πρόσωπό της έρχεται στα όνειρα μου για μια στιγμή, ύστερα χάνεται." Έτριψε τα μάτια με τις άκρες των δαχτύλων. "Συνήθως άμεσα ξυπνάω. Τόσο με επηρεάζει."

"Αν δεν γνωρίζεις σε ποια φυλακή βρίσκεται, δύσκολο είναι να επιχειρήσεις να την σώσεις."

Ο δρακοκαβαλάρης ανασήκωσε απελπισμένος τους ώμους. "Ίσως… αν ξανακοιμηθώ μπορέσω να δω κάτι περισσότερο. Το σημερνό όνειρο ήταν πολύ έντονο, πιο πολύ από όλες τις άλλες φορές."

"Κοιμήσου λοιπόν και πάλι." Ο Μέρταγκ σηκώθηκε και στράφηκε προς το σημείο που διατηρούσε την φωτιά, έτοιμος να φυλάξει φρουρός ξανά στην κατασκήνωση.

"Μέρταγκ!" Η φωνή του Έραγκον τον έκανε να πισωγυρίσει. "Η Σαφίρα λέει, μπορείς κι εσύ να κοιμηθείς μέχρι να φέξει. Θα μας φυλάξει εκείνη."

Ο Μέρταγκ υποκλίθηκε ευγενικά στον δράκο. "Σ' ευχαριστώ, Σαφίρα. Αν και μπορώ να αντέξω, η ανάπαυση, έστω και ολιγόωρη, δεν παύει να είναι μια ανακούφιση." Κατόπιν άπλωσε τις κουβέρτες του πλάι στην φωτιά, πλάγιασε πάνω τους κι αμέσως κοιμήθηκε.

"Πέσε κι εσύ ξανά, μικρούλη. Ίσως το όνειρο με την σημαντική γυναίκα επανέλθει."

"Αυτό σκοπεύω να κάνω, φως των ματιών μου."

Η χαραυγή βρήκε τον δρακοκαβαλάρη ξυπνητό και με διάθεση ενθουσιώδη.

"Μέρταγκ, ξύπνα Μέρταγκ!"

"Μμμ;"

"Ξέρω πώς να αναζητήσω την γυναίκα του ονείρου μου. Ξέρω!"

Ο Μέρταγκ ανακάθισε τρίβοντας τα μάτια του. "Ονειρεύτηκες σε ποια φυλακή βρίσκεται;"

"Δεν βρίσκεται πια σε φυλακή. Μην με ρωτάς πώς το γνωρίζω, δεν ξέρω το πώς. Όμως το ξέρω! Την μεταφέρουν μέσα σε μια σιδερόφραχτη άμαξα."

Ο Μέρταγκ σηκώθηκε παραξενεμένος κι άρχισε να διπλώνει τις κουβέρτες του. Κατά την ώρα που κοιμόταν η φωτιά, χωρίς να υπάρχει κανείς να την ανατροφοδοτεί, είχε σβήσει. Μονάχα λίγα κάρβουνα κάπνιζαν ανάμεσα στις πέτρες. Ο Έραγκον τον άρπαξε απ' το μανίκι τραβολογώντας τον.

"Άκουσέ με, πρέπει να με ακούσεις! Είναι σημαντικό."

Ο Μέρταγκ κάθισε ξανά μπροστά στην σβησμένη εστία πάνω στο πάκο από τις διπλωμένες του κουβέρτες. Μετά από πολλή σκέψη την προηγούμενη νύχτα που φύλαγε σκοπός, είχε αποφασίσει να προσαρμοστεί στις διαθέσεις του δρακοκαβαλάρη, όσο παράξενες κι αν ήσαν. Μονάχα έτσι θα αποκτούσε την πλήρη, την απόλυτη εμπιστοσύνη του. Τώρα τα μάτια του Έραγκον έλαμπαν. Οι κινήσει του ήταν νευρικές και τα μάγουλά του είχαν κοκκινίσει. Με τις απότομες κινήσεις του υπήρχε ο φόβος να μετακινήσει τα σπασμένα του πλευρά, κάτι που καθόλου δεν χρειαζόταν. Ήταν ήδη τυχερός που δεν έβηχε αίμα. "Κάθισε πλάι μου λοιπόν και πες μου." Ο Μέρταγκ δίπλωσε τα δύο του χέρια πάνω στα πόδια και ανάσανε ρυθμικά ηρεμώντας, έτοιμος ν' ακούσει.

Ο Έραγκον βολεύτηκε πλάι του. "Κάποια στιγμή εχθές την νύχτα το όνειρο ξανάρθε. Αυτή όμως την φορά ήμουν προετοιμασμένος, δεν με εξέπληξε. Πρώτα είδα το πρόσωπό της. Τα μάτια της ήταν κλειστά κι έδειχνε να μην έχει τις αισθήσεις. Όμως δεν έμεινα απλός παρατηρητής όπως άλλοτε. Της μίλησα! Της είπα το όνομά μου και ότι μπορούσε να μ' εμπιστεύεται. Τόνισα ότι σκόπευα να την βοηθήσω. Η εικόνα του προσώπου της τρεμόσβηνε διαρκώς, κόντευα να την χάσω ανάμεσα σε άλλα ονειρικά γεγονότα. Όμως συγκεντρώθηκα και επέμενα. Συνέχισα να μιλώ στην γυναίκα πάλι και πάλι επαναλαμβάνοντας τα ίδια καθησυχαστικά λόγια, τις ίδιες υποσχέσεις. Τέλος την είδα να ανοίγει τα δύο ματόφυλλα και ένα πράσινο, ζωηρό βλέμμα να στυλώνεται κατ' ευθείαν πάνω μου. Την ρώτησα να μου πει, πού βρίσκεται, όμως η γυναίκα απόμεινε σιωπηλή, να με κοιτάζει. Μπορεί να μην μου μιλούσε, να μην είπε το οτιδήποτε, ήξερα όμως ότι την μεταφέρουν μέσα σε μια άμαξα. Τότε συνέβη και το πλέον παράξενο. Είδα μέσα από τα δικά της μάτια! Ένιωσα το σώμα της να σέρνεται πάνω σε μια μαύρη, σκληρή επιφάνεια προσπαθώντας να φτάσει ψηλά, ν' ανέβει και να γαντζωθεί από κάπου. Το επόμενο που αντίκρισα ήταν ένα τοπίο ιδωμένο μέσα από ένα μικρό, σιδερόφρακτο παράθυρο. Μπορούσα να καταλάβω, ότι εκείνη είχε βρει αυτόν τον τρόπο, για να μου δείξει το σημείο που την κρατούν φυλακισμένη. Σιγουρεύτηκα ότι την έχουν σε μια άμαξα, που την στιγμή εκείνη βρισκόταν σε κίνηση. Είδα ότι οπλισμένοι καβαλάρηδες την συνοδεύουν. Δεν ξέρω πόσοι, όμως στο στήθος φέρουν το σύμβολο από μια συστρεμμένη φλόγα, το σήμα του Γκαλμπατόριξ. Κινούνται σε πορεία παράλληλη μ' έναν μεγάλο ποταμό, που κατεβάζει όγκους υδάτων. Όλα όσα μπόρεσα να δω τριγύρω, είναι ερημικά τοπία. Κάπου μακριά στο βάθος χανόταν ένα ψηλό, μοναχικό βουνό με την κορυφή του κρυμμένη στις ομίχλες. Κάποια σειρά από λόφους πλησίαζε το ποτάμι. Δεν είναι όμως η Ραχοκοκαλιά, θα αναγνώριζα το μέρος." Ο Έραγκον έπαψε για λίγο να μιλά και βάλθηκε να τρίβει με αμηχανία το στήθος του επάνω από τα μπανταρισμένα του πλευρά. "Παρ' ότι 'είδα', πώς θα μπορέσω τώρα ν' ανακαλύψω αυτό το μέρος; Ιδίως αν αυτή διαρκώς κινείται;"

Ο Μέρταγκ σάλεψε πλάι του γεμάτος ενδιαφέρον. "Ίσως μπορούσες να σχεδιάσεις πάνω στο χώμα την εικόνα που είδες" πρότεινε. Ο ίδιος είχε διαβάσει και αντιγράψει τόσους πολλούς χάρτες της Αλαγαισίας, όχι μονάχα κατά την διάρκεια της μαθητείας του πλάι στον λόρδο Μπαρστ, αλλά και πιο πριν, με τους άλλους δασκάλους του.

Ο Έραγκον ανασήκωσε θλιμμένα τους ώμους. "Μπορώ να δοκιμάσω, αλλά σε τι θα μας χρησίμευε κάτι τέτοιο;"

Ο Μέρταγκ γέλασε αυθόρμητα. "Γνωρίζω πολύ καλά την γεωγραφία της Αλαγαισίας, σε βεβαιώ. Ίσως μπορέσω να καταλάβω ποιο μέρος είναι από τον χάρτη που θα σχεδιάσεις. Φαντάσου ότι ίπτασαι κάπου ψηλά, όπως θα ήταν αν θα πετούσες στην πλάτη της Σαφίρα. Φαντάσου πως βλέπεις την εν λόγω εικόνα απ' αυτό το ύψος."

Ο δρακοκαβαλάρης τον κοίταξε αρχικά απορημένος, κατόπιν τα μάτια του φωτίστηκαν. "Σαφίρα, έχεις δει την ίδια εικόνα όπως κι εγώ μέσα από τις αναμνήσεις μου. Βοήθησέ με!" Έσπασε με το χέρι του ένα μικρό κομμάτι από τα κλαδιά των θάμνων, που είχαν σωρεύσει την προηγούμενη για την τροφοδότηση της φωτιάς. Κατόπιν ίσιωσε το χώμα με την παλάμη κι αρχίνησε να σχεδιάζει. "Εδώ είναι το μακρινό βουνό… και οι λόφοι που πλησιάζουν το ποτάμι… να και ο όγκος του νερού, που κυλά αφρισμένο… εδώ υπάρχει μία καμπή του ποταμού…" Τελείωσε το έργο του σημειώνοντας την πιθανή θέση της άμαξας με μία κουκίδα. Τραβήχτηκε λίγο μακρύτερα ελέγχοντας το έργο του.

"Καλή προσπάθεια, μικρούλη!" Τουλάχιστον η Σαφίρα έμοιαζε ευχαριστημένη από το αποτύπωμα της εικόνας.

"Αυτά είναι που είδα. Άλλο δεν μπορώ καλύτερα."

Ο Μέρταγκ έσκυψε πάνω από το χώμα εξετάζοντας το κακότεχνο σχέδιο. Από τον νου του περνούσαν με θαυμαστή ταχύτητα σημεία του χάρτη της Αλαγαισίας. Ποταμός τόσο φαρδύς, όπως τον περιέγραφε ο δρακοκαβαλάρης, δεν πρέπει να ήταν άλλος από τον Ραμρ. Στην κοίτη του έρεαν τόνοι και τόνοι υδάτων. Ο νέος φαντάστηκε το μακρινό βουνό και την λοφοσειρά που πλησίαζε το ποτάμι πάνω στον χάρτη. "Θα πρέπει να πρόκειται για τον ποταμό Ραμρ, Έραγκον" είπε με μια ελάχιστη αμφιβολία να χρωματίζει την φωνή του. "Αυτό το ψηλό βουνό που είδες στο βάθος…" έδειξε με το δάχτυλο πάνω στο χώμα, "πρέπει να είναι το όρος Μάρνα. Η καμπή του ποταμού που σχεδίασες είναι η μικρή, η βορειότερη του Ραμρ· πιο κάτω υπάρχει άλλη μια, τεράστια. Κρίνοντας και απ' αυτήν την λοφοσειρά, που πλησιάζει το ποτάμι, η άμαξα πρέπει να βρίσκεται νότια του Γκίλ'ιντ, χωρίς όμως να έχουν φτάσει ακόμα στην διασταύρωση του παραπόταμου του Μπούλλριτζ."

Με μάτια που γυάλιζαν από την έξαψη, ο Έραγκον πρόσθεσε ένα ακόμα σημάδι πάνω στον χάρτη. "Ήταν ξημέρωμα η ώρα που είδα την ονειρική αυτή εικόνα. Όμως, είμαι σίγουρος γι' αυτό, ο ήλιος θα πρόβαλε από τούτο το σημείο πίσω απ' τους λόφους. Άρα η άμαξα κινείται από βορρά προς νότο."

Ασυναίσθητα ο Μέρταγκ έστρεψε το βλέμμα προς τον δίσκο του ήλιου, που είχε ήδη αστράψει πυρπολώντας την ανατολή κι ανέβαινε γοργά προς το στερέωμα. "Ένας παραπάνω λόγος να είναι σωστή η υπόθεσή μου. Να δες εδώ!" Πρώτα με το δάχτυλό του, κατόπιν μ' ένα μικρό κομμάτι πέτρας καλυτέρεψε τον σχηματισμό των λόφων. Περιέλαβε και άλλες θέσεις, όπως τις θυμόταν από τους χάρτες του λόρδου Μπαρστ. "Εδώ είναι το Γκίλ'ιντ, νότια της λίμνης Άιζενσταρ και δυτικά του ποταμού. Το ψηλό βουνό, που έχεις σχεδιάσει στο βάθος, είναι σίγουρα το όρος Μάρνα. Το επίσημο όνομα αυτής εδώ της λοφοσειράς είναι 'τα υψίπεδα του αυτοκράτορα'. Βλέπεις αυτόν εδώ που ξεχωρίζει από τους άλλους πλησιάζοντας προς τον ποταμό; Η κοινή του ονομασία είναι 'βουνό του ερημίτη'. Δεν γνωρίζω το γιατί ο κόσμος το αποκαλεί έτσι, αυτό όμως το όνομα έχει επικρατήσει." Ο Μέρταγκ συνέχισε να σχεδιάζει. "Να! Εδώ βρίσκεται το Μπούλλριτζ. Στο σημείο αυτό ο Ραμρ παίρνει την μεγάλη του καμπή προς τον νότο, για να γυρίσει μετά και πάλι προς τον βορρά ακολουθώντας τα βουνά βορειοανατολικά της Ουρου'μπαίην. Εδώ, στο σημείο αυτό, βρίσκεται η πρωτεύουσα." Αποτελείωσε το σχέδιό του χαράζοντας ένα Χ πάνω στο χώμα στο σημείο που καταλάμβανε η μητρόπολη.

Ο Έραγκον έτριψε το πηγούνι του σκεπτικός. "Πώς μπορείς να είσαι τόσο σίγουρος;"

Ο Μέρταγκ ανασήκωσε τους ώμους. "Αν το σχέδιό σου ανταποκρίνεται στην πραγματική εικόνα που είδες, τότε δεν υπάρχει αμφιβολία, έχουμε βρει περίπου την περιοχή όπου η άμαξα κινείται."

"Αν έχουν ξεκινήσει από το Γκίλ'ιντ, τότε ο προορισμός τους κάπως δύσκολο να είναι το Μπούλλριτζ" είπε σκεπτικός ο δρακοκαβαλάρης. "Λες να την μεταφέρουν στην Ουρου'μπαίην;"

"Το πιο πιθανό. Δεν υπάρχει άλλη μεγάλη πόλη στην πορεία τους."

"Πόσο απέχουν άραγε από κει;" Αναρωτήθηκε ο Έραγκον.

"Εξαρτάται από την ταχύτητα με την οποία κινούνται" αποκρίθηκε ο Μέρταγκ. "Από τις στάσεις που πιθανώς να κάνουν, επίσης. Μία άμαξα όμως δεν μπορεί να κινηθεί και πολύ γρήγορα, όχι τουλάχιστον με την ταχύτητα που μπορούν οι καβαλάρηδες με ξεκούραστα άλογα." Ο λόρδος Μπαρστ τον είχε βεβαιώσει, ότι μία ομάδα εκπαιδευμένων πεζοπόρων του στρατού χρειαζόταν γύρω στις δύο εβδομάδες να φτάσει από την Ουρου'μπαίην ως το Γκίλ'ιντ, στρατοπεδεύοντας την κάθε νύχτα και κάνοντας τις ορισμένες στάσεις ανάπαυσης κατά την διάρκεια της μέρας. Ένας μοναχικός αγγελιαφόρος καβαλάρης, αν άλλαζε άλογα σε τακτικούς σταθμούς χωρίς διόλου ανάπαυση, θα μπορούσε να καλύψει την απόσταση ίσως σε τρεις με τέσσερις ημέρες.

"Κι εμείς πόσο απέχουμε από την Ουρου'μπαίην;" Τα μάτια του Έραγκον ήσαν διάπλατα ανοικτά και κοίταζε τον Μέρταγκ γεμάτος ελπίδα. Ο σύντροφός του γνώριζε τόσα πολλά για τις τοποθεσίες της χώρας, σαν να μην είχε κάνει τίποτε άλλο στην ζωή του από την ώρα που γεννήθηκε, παρά να ταξιδεύει. Ίσως να είχε να δώσει μιαν απάντηση σ' αυτή του την ερώτηση, όπως και σ' όλα τα άλλα.

"Ο Μέρταγκ είναι πολλά περισσότερα, απ' ότι μας έχει παρουσιαστεί" σχολίασε η Σαφίρα. "Πρόσεχέ τον, μικρούλη."

"Μείνε ήσυχη, αγαπημένη της καρδιάς μου. Προσέχω."

"Πάνω κάτω όσο απέχουνε κι αυτοί από την πρωτεύουσα" αποκρίθηκε ο Μέρταγκ. "Θα έλεγα περί την μία εβδομάδα, ίσως λιγότερο, αν τρέξουμε τα άλογα." Γύρισε προς το μέρος του Έραγκον και στύλωσε τα μάτια του πάνω στο πρόσωπό του με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. "Το ζήτημα είναι, αν είσαι σε θέση να καλπάσεις δίχως ξεκούραση. Η πληγή σου είναι σχετικά πρόσφατη. Ίσως δεν πρέπει να…"

"Θα κάνω ότι χρειαστεί για να σωθεί αυτή η γυναίκα" τον έκοψε απότομα ο Έραγκον. Το φλογερό του βλέμμα καρφώθηκε πάνω στον σύντροφό του δίχως μια στάλα δισταγμού ή αμφιβολίας. "Εσύ όμως είσαι σίγουρος, ότι θέλεις ακόμα να ρισκάρεις μαζί μου σ' αυτή την περιπέτεια;"

Ο Μέρταγκ ένευσε ήρεμος θετικά. "Θα σε ακολουθήσω όπου κι αν πας. Στο έχω πει άλλωστε."

Ο δρακοκαβαλάρης χαμογέλασε ευχαριστημένος. "Το εκτιμώ βαθύτατα. Αναγνωρίζω, ότι πολλά είναι αυτά που είμαι ακόμα ανίκανος να κάνω. Πιστεύω όμως, ότι σύντομα θα βρίσκομαι σε καλύτερη σωματική κατάσταση απ' ότι τώρα. Έχει ήδη περάσει ολόκληρη εβδομάδα από… τότε."

"Έχεις, φαντάζομαι, αντισταθμίσεις τους κινδύνους του να βρεθείς μαζί με τον δράκο σου τόσο κοντά στην Ουρου'μπαίην" ρώτησε ο Μέρταγκ προσεκτικά. Από τους πρόχειρους υπολογισμούς που είχε κάνει την προηγούμενη νύχτα, δεν τους χρειάζονταν παραπάνω από δέκα μέρες να πλησιάσουν τα δάση ανατολικά του Φύρνοστ από το σημείο που τώρα βρίσκονταν. Μόλις θα πέρναγαν στην Σούρντα, θα ήταν εύκολο να απευθυνθεί σε κάποιον μάγο ζητώντας την βοήθειά του. Ο Άτζιχαντ έπρεπε να μάθει για τον μεγάλο κίνδυνο που τον απειλούσε. Αντιθέτως ο δρακοκαβαλάρης φαινόταν έτοιμος να ρισκάρει την ζωή και την ελευθερία του για κάποια άγνωστη. Ο Μέρταγκ θα τον ακολουθούσε έτσι κι αλλιώς, κάτι που σήμαινε, εκτός από κίνδυνο, μεγάλη καθυστέρηση.

…Αχ, Ναζουάντα!...

Είχε αποφασίσει όμως πως δεν υπήρχε καμία περίπτωση να τον αφήσει μονάχο. Ο δρακοκαβαλάρης τον κοιτούσε με μάτια γεμάτα ελπίδα. Το αγόρι είχε πάρει την πρώτη και μεγάλη του απόφαση, που ίσως να σημάδευε το μέλλον του, μα τώρα έδειχνε σαν να περίμενε απ' αυτόν ν' αποφασίσει για όλα τα υπόλοιπα. Ο Μέρταγκ σκέφτηκε να μην του χαλάσει το χατίρι.

"Αφού λοιπόν είσαι τόσο αποφασισμένος να ρισκάρεις τα πάντα για την ελευθερία αυτής της γυναίκας, ας καταστρώσουμε τότε ένα σχέδιο πριν αρχίσουμε και πάλι να κινούμαστε προς την νέα κατεύθυνση" του πρότεινε. Αρχίνισε να σχεδιάζει πάνω στο χώμα την συνέχεια του χάρτη, συμπεριλαμβάνοντας και το πιθανό σημείο που εκείνοι βρίσκονταν. Κατόπιν καταπιάστηκε με κάποιους αυτοσχέδιους υπολογισμούς των αποστάσεων. Σημείωσε πιθανά σημεία συναπαντήματός τους με την άμαξα και κατάλληλα σημεία ενέδρας. "Πρέπει να κινηθούμε τάχιστα με τα άλογα αποφεύγοντας κάθε κατοικημένη περιοχή. Θα πρέπει όμως ο ένας από μας να μπει μεταμφιεσμένος στον πρώτο οικισμό που θα συναντήσουμε για αγορά εφοδίων. Πρόχειρο φαγητό, που θα μπορούμε να τρώμε ταξιδεύοντας πάνω στην σέλα. Δεν θα μας μένει χρόνος να κατασκηνώνουμε τις νύχτες. Μπορούμε να κοιμόμαστε εκ περιτροπής πάνω στα άλογα κι ο ένας να οδηγεί τον άλλο." Τα μάτια του στράφηκαν προς την δράκαινα, που καθισμένη στην απέναντι μεριά της κατασκήνωσης παρακολουθούσε τις συζητήσεις τους με άγρυπνο βλέμμα. "Σου συνιστώ όμως, να πεις στην Σαφίρα, να πετά όσο ψηλότερα μπορεί. Δεν πρέπει ν' αναγνωριστεί από το έδαφος."

Ο Έραγκον ένευσε ασυγκράτητος. "Όλα θα γίνουν, μονάχα να βιαστούμε… να προλάβουμε προτού η γυναίκα οδηγηθεί στην Ουρου'μπαίην."

"Απομνημόνευσε πρώτα τον χάρτη" συνέστησε ο Μέρταγκ αρχίζοντας να γεμίζει με τα πράγματά του τους δερμάτινους σάκους της σέλας του. "Αν τόσο βιάζεσαι, δεν θα υπάρξει άλλη ευκαιρία να τον επαναλάβω."

Συμμάζεψαν την κατασκήνωση σε σύντομο χρόνο, ασφαλίζοντας τα πράγματά τους στις σέλες των αλόγων. Η Σαφίρα πήδησε ψηλά δίνοντας ώθηση στα πίσω της πόδια. Κατευθύνθηκε προς τα ουράνια με τόση ταχύτητα, που σε λιγάκι χάθηκε σχεδόν από τα μάτια τους. Στο ύψος που πετούσε, κάποιος παρατηρητής από την γη θα νόμιζε πως πρόκειται για έναν αετό ίσως και τίποτε περισσότερο.

"Καλόν άνεμο στα φτερά σου, αγαπημένη της καρδιάς μου" ευχήθηκε ο Έραγκον.

"Καλό δρόμο και σ' εσένα, μικρούλη. Θα σε προσέχω από εδώ ψηλά, όπου κι αν είσαι."

Ξεκίνησαν με γοργό τροχασμό την πορεία τους, τόσο, όσο οι πληγές στο στήθος του δρακοκαβαλάρη επέτρεπαν. Ο δρόμος απλώθηκε ανοιχτός μπροστά τους καλώντας τους στην νέα αυτή μεγάλη τους περιπέτεια, που οδηγούσε τα βήματά τους στο άγνωστο που τους περίμενε.


Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.