Στη μούσα μου, την 815 BrokenPencils.
Η ξωτικιά
Η νύχτα σκέπαζε το οροπέδιο απλώνοντας παντού την σιγαλιά της. Το πεσμένο κούτσουρο του αρχαίου κορμού, σαθρό από τα χρόνια, το ανελέητο πυρπόλημα των ακτίνων του ήλιου, τους πάγους του χειμωνιάτικου χιονιού και το σφυροκόπημα της μανίας των καταιγίδων, χρησίμευε για κάθισμα στον άντρα. Από την θέση αυτή, κατά τις νύχτες που ο ύπνος δεν ερχόταν, μπορούσε να αγναντεύει τ' αστέρια επάνω στο στερέωμα και την γαλακτόχρωμη ζώνη του λευκού φωτός, που αγκάλιαζε τον θόλο απ' άκρη σ' άκρη. Ανάμεσα στις μυριάδες φώτα που τρεμόσβυναν, αυτός είχε διαλέξει το ένα, το ολόλαμπρο, το μοναχικό κι απόμερο από τ' άλλα – όπως μοναχικά είχε κι ο ίδιος επιλέξει να ζει στον κόσμο. Αυτού του άστρου την πορεία παρακολουθούσε με το βλέμμα, μέχρι να σβήσει στον ορθρινό ορίζοντα, που λεύκαζε στα μέρη της ανατολής. Μέχρι να μυρίσουν οι δροσοσταλίδες της αυγής και οι πνεύμονές του να γεμίσουν με τον αναζωογονητικό, ξηρό άνεμο του υψιπέδου, φερμένο από τα μακρινά δάση των ξωτικών.
Μετά από την σύντομη επίσκεψή της, η γυναίκα είχε και πάλι φύγει αφήνοντάς τον μόνο.
"Σύντομα θα σημάνει η ώρα των αλλαγών" τον είχε διαβεβαιώσει. "Πλησιάζει ο χρόνος, που η παρουσία σου θα γίνει απαραίτητη και πάλι. Προετοιμάσου!"
.*.*.*.
Οι δύο σύντροφοι ταξίδευαν γοργά. Είχαν κατορθώσει να διανύσουν σε χρόνο ελάχιστο αποστάσεις τεράστιες. Η προσπάθεια που κατέβαλαν, ιδίως αυτή του πληγωμένου δρακοκαβαλάρη, τους άφηνε εξαντλημένους, με κορμιά καταπονημένα από τον διαρκή καλπασμό πάνω στις σέλες και μάτια βαριά από την έλλειψη ύπνου. Μέσα σε λιγότερο από τέσσερις μέρες – χρόνο που ακόμα και ο ταχύτερος αγγελιαφόρος του Γκαλμπατόριξ δεν θα κατάφερνε, παρά μονάχα αν άλλαζε τακτικά ξεκούραστα άλογα – είχαν διασχίσει τους ερημότοπους προσπερνώντας το Χελγκράιντ από την ανατολική μεριά του, κρατώντας από το βουνό και τους επικίνδυνους ενοίκους του μεγάλη απόσταση ασφαλείας. Κατόπιν ξεχύθηκαν ευθεία προς τον βορρά καθυστερώντας μονάχα για να παρακάμψουν τις πηγές του Ραμρ, αποφεύγοντας τις γέφυρες που σίγουρα θα φυλάγονταν. Διέσχισαν κατά μήκος τον κάμπο και τα έρημα χωράφια δυτικά της Ουρου'μπαίην ακολουθώντας έπειτα την ροή του ποταμού μέχρι τους λόφους βόρεια της πρωτεύουσας. Όσο οι ώρες έσβηναν πίσω τους την απόσταση που διένυαν, οι χλωμές ανατολές διαδέχονταν τα πορφυρά ηλιοβασιλέματα και τα άστρα του διάπλατου στερεώματος τους νεφοσκέπαστους ουρανούς, τόσο η αποφασιστικότητα ατσάλωνε μέσα τους την προσπάθεια. Δεν ήταν μονάχα η ορμή την νιότης που τους παρέσερνε προς μια τρελή περιπέτεια με αμφίβολη εξέλιξη και αποτέλεσμα, ήταν η αίσθηση ότι πράττουν το σωστό σύμφωνα με κάθε κανόνα ηθικής τους. Ο Έραγκον ένιωθε πως όφειλε να σώσει την σημαντική – σημαντική γι' αυτόν; – γυναίκα, ο Μέρταγκ ότι έπρεπε να συντρέξει τον σύντροφό του δρακοκαβαλάρη με κάθε κόστος. Είχαν και οι δύο πίστη ακλόνητη στην αποστολή τους, δίχως να περνά από κανενός τον νου, ότι δεν ήταν παρά δύο ενθουσιώδεις νέοι που συνέπλεαν ανεπιφύλακτα σε μια επισφαλή ενέργεια, κινούμενοι από την ορμέμφυτη ανάγκη να αντισταθούν στις τυραννικές δυνάμεις κάποιου, που εδώ και πάνω από αιώνα διοικούσε καταδυναστεύοντας μια αυτοκρατορία, επιβάλλοντας τον νόμο του για ίδιο συμφέρον.
Στην φρενήρη πορεία τους είχαν φροντίσει να αποφύγουν κάθε χωριό και οικισμό, κάθε απομονωμένη φάρμα χωρικού που είχαν ξεκρίνει στην απόσταση, κάθε δρόμο αμαξιτό, όπου θα μπορούσαν να συναπαντήσουν εμπόρους που ταξίδευαν ή στρατιώτες. Δεν σταματούσαν παρά μονάχα για σύντομα διαλείμματα κάθε ημέρα, μόνο και μόνο για να ταΐσουν και να ποτίσουν τα άλογά τους, να επιτρέψουν στους γενναίους αυτούς συντρόφους την ελάχιστη ανάπαυση, ώστε να μην καταρρεύσουν. Ο δρακοκαβαλάρης, με δεύτερες σκέψεις του, είχε αποφύγει να πωλήσει τελικά το καστανόχρωμο άλογό του. Αποφασίζοντας ότι θα τους χρειαζόταν σαν βοηθητικό για το ταξίδι τους, είχαν φορτώσει όσα επιπρόσθετα βάρη μετέφεραν πάνω του ανακουφίζοντας τα δύο άλλα. Στις ολιγόωρες αυτές παύσεις, ενώ ο Μέρταγκ φρόντιζε για τα ζώα, ο Έραγκον καταγινόταν με την χρήση της μαγείας επάνω στο ίδιο του το κορμί επιχειρώντας να θεραπεύσει τα τραύματά του. Το διαρκές τράνταγμα του καλπασμού θα είχε σίγουρα επιδεινώσει την κατάσταση των ραϊσμένων του πλευρών, συντελώντας σε μια ολέθρια μετατόπισή τους, αν η μαγεία του δεν είχε βοηθήσει. Μόνος του αρχικά, κατόπιν και με την νοητική υποστήριξη της δράκαινας, ψιθύριζε συχνά-πυκνά τα ξόρκια της γιατρειάς αγγίζοντας το κορμί του στα σημεία εκείνα, που ο καλπασμός του αλόγου έκανε τον πόνο του εντονότερο έως αφόρητο. Πριν καταρρεύσει εξουθενωμένος πάνω στο παγωμένο χώμα, έλεγχε πάντα τις πληγές του κάτω από τα μπανταρίσματα, για να διαπιστώνει με ανακούφιση, ότι τουλάχιστον το αιμάτωμα γοργά υποχωρούσε. Ήλπιζε ότι όταν θα έφταναν στο τέρμα του προορισμού τους, αν και αισθανόταν αδύναμος ακόμα να επιτεθεί με το σπαθί σε μία μάχη σώμα με σώμα, θα ήταν τουλάχιστον ικανός να τεντώσει την χορδή του τόξου εξαπολύοντας από απόσταση τα βέλη.
Βλέποντάς τον ο Μέρταγκ να γέρνει εξαντλημένος, βιαζόταν να του προσφέρει φαγητό, να ανακουφίσει την δυσχέρειά του διπλώνοντας ένα ρούχο κάτω από το κεφάλι του σαν προσκεφάλι, να τυλίξει με μια ζεστή κουβέρτα το παγωμένο και άκαμπτο κορμί του. Ταυτόχρονα μέσα του γέμιζε θαυμασμό γι' αυτό το αγόρι, για την θέληση και αποφασιστικότητά του να σώσει την άγνωστη γυναίκα των ονείρων, που τον οδηγούσαν σε τέτοια μονοπάτια αυταπάρνησης. Ο δρακοκαβαλάρης, όχι μονάχα ρίσκαρε την ζωή του, την δική του και του δράκου του, με την πρόθεσή του να αντιμετωπίσει τους πάνοπλους φρουρούς του Γκαλμπατόριξ, αλλά παρέβλεπε μύριους επιπρόσθετους κινδύνους· όπως μια πιθανή του πλήρη εξουθένωση, αιχμαλωσία και στέρηση της ελευθερίας του στα χέρια της αυτοκρατορίας. Η πιθανότητα μιας δυσάρεστης έκβασης ήταν μεγάλη κι ο Μέρταγκ θα προτιμούσε να βάδιζαν τώρα τον σίγουρο δρόμο προς τους Βάρντεν. Μπορούσε όμως να τον κατανοήσει. Μήπως κι ο ίδιος δεν θα έκανε τα πάντα, αν ήταν να σώσει από κάποιον κίνδυνο την Ναζουάντα;
Από την άλλη ο Έραγκον απολαμβάνοντας την επιπρόσθετη φροντίδα, κοιτούσε μ' ευγνωμοσύνη τον απρόσμενο τούτον σύντροφό του. Δεν θα μπορούσε μέσα του να μην παραδεχτεί την άμετρη πίστη που ο Μέρταγκ έδειχνε σ' αυτόν, ούτε παρέλειπε να εκτιμήσει την αφιλοκερδή φιλία που του προσέφερε. Κατόπιν τα μάτια του χάνονταν στο κενό, το βλέμμα θόλωνε, ο νους αναζητούσε να ενωθεί μ' αυτόν της εκλεκτής του, που παρά την απόσταση που τους χώριζε, πετούσε πάντα πάνω τους εποπτεύοντας την πορεία τους, φυλάγοντάς τους. Μόλις τα άλογα ξεκουράζονταν έπαιρναν και πάλι βιαστικά τον δρόμο, με τον δρακοκαβαλάρη εξουθενωμένο να κοιμάται πάνω στην σέλα του και τον Μέρταγκ να οδηγεί όσο ταχύτερα γινόταν, για να εναλλάξουν βάρδιες αργότερα. Στις ολιγόλογες συζητήσεις που η διαρκής κίνηση και η κούραση τους επέτρεπαν, ο Έραγκον είχε επιμείνει, ότι μπορεί η χρήση της μαγείας να τον εξαντλούσε και ο ύπνος και το πρόχειρο φαγητό πάνω στην σέλα να βοηθούσαν στο ελάχιστο, έπρεπε όμως όλα να γίνονται έτσι. Μόνο μ' αυτόν τον τρόπο θα επιτύγχανε να βρίσκεται σε καλύτερη σωματική κατάσταση, όταν θα συναντούσαν την άμαξα και τους φρουρούς της φυλακισμένης· αν τελικά τους συναντούσαν.
Ο Μέρταγκ ήταν πιο αισιόδοξος σχετικά με τις προβλέψεις του. Πίστευε ακράδαντα στην ορθότητα των υπολογισμών του και στο ότι θα προλάβαιναν να πάρουν θέση στο κατάλληλο σημείο αρκετά πριν η άμαξα πλησιάσει στην Ουρου'μπαίην. Επιπροσθέτως δήλωνε, ότι θα τους έμενε επαρκής χρόνος για μια ολιγόωρη ξεκούραση. Πολλές φορές πίεζε τον δρακοκαβαλάρη να σταματήσουν, να μην επιτρέπει στον εαυτό του να εξωθείται στα άκρα των δυνάμεών του, όμως εκείνος είχε σθεναρά αρνηθεί. Όσο για την μαγεία που χρησιμοποιούσε, την ίδια ακριβώς με την οποία είχε φροντίσει τις πληγές του νεκρού του συντρόφου, ο Μέρταγκ δεν μπορούσε παρά να εύχεται μέσα του, να έχουν αυτή την φορά καλύτερο αποτέλεσμα οι προσπάθειές του προσφέροντας μία γρηγορότερη επούλωση. Τον ίδιο απασχολούσαν πιο πρακτικά ζητήματα, όπως το πόσοι θα ήσαν οι καβαλάρηδες που συνόδευαν την άμαξα. Αν θα προλάβαιναν επίσης με τα τόξα και τα βέλη τους, να εξουδετερώσουν ικανό αριθμό στρατιωτών από απόσταση. Μόλις οι άντρες του Γκαλμπατόριξ ορμούσαν στην αντεπίθεση, δεν ήξερε αν μόνος αυτός θα τα κατάφερνε να υπερνικήσει, μιας κι αντιλαμβανόταν, ότι ο πληγωμένος δρακοκαβαλάρης μικρή αρωγή μπορούσε να προσφέρει με το ξίφος. Δεν έπρεπε όμως να παραπονιέται. Είχαν μαζί τους σύμμαχο ισχυρό τον δράκο.
Η φύση μέσα στο καταχείμωνο δυσκόλευε το πέρασμά τους από τα έρημα τοπία, αν και θα έπρεπε να ευγνωμονούν το ότι βρίσκονταν ακόμα στα μέσα του χειμώνα. Αλλιώς τα χωράφια γύρω τους θα ήταν γεμάτα από αγρότες, οι δρόμοι διάσπαρτοι με καραβάνια εμπόρων και προσκυνητών, που θα βάδιζαν από και προς την Ντρας-Λεόνα. Από την ώρα που προσπέρασαν το γεωγραφικό της στίγμα, σε μια τεράστια από την πόλη απόσταση, το τελευταίο στρώμα χιονιού, που είχε πέσει κατά τις προηγούμενες ημέρες, άρχισε γύρω τους να λιώνει. Το έδαφος σταδιακά μετατρεπόταν σε έναν συνεχή λασπότοπο, που διέκοπταν μονάχα κατά τόπους παγωμένα, άσπρα μπαλώματα και κρύσταλλοι που έσταζαν από τους στρεβλωμένους θάμνους. Ένα κρύο ψιλόβροχο έπεφτε πάνω τους διαρκώς διαπερνώντας τα πανωφόρια τους, διεισδύοντας μέσα από δερμάτινα σακάκια και ρούχα μάλλινα, ξεπαγιάζοντάς τους μέχρι το κόκαλο. Τόσο ένιωθαν παγωμένοι, που στα βάθη του μυαλού τους ακόμα και η παραμικρή ανάμνηση από τις φλόγες της φωτιάς φάνταζε όνειρο μακρινό. Τα άλογα δεν βρίσκονταν σε καλύτερη από αυτούς κατάσταση. Το τρίχωμά τους ήταν βρώμικο, ξερά κομμάτια λάσπης έμεναν κολλημένα πάνω του και ο αφρός στέγνωνε στα μουσούδια τους σχηματίζοντας ρυάκια από υγρή βλέννα. Καθώς τα πέταλά τους χώνονταν στον βούρκο τινάζοντας τριγύρω τους λασπόνερα, τα ρουθούνια φρούμαζαν κι ένα γυάλινο στρώμα από ιδρώτα κόλλαγε στο πετσί τους. Μόνη παρηγοριά έμενε στους δύο συντρόφους, ότι συνθήκες ανάλογου καιρού θα αντιμετώπιζαν και οι στρατιώτες που συνόδευαν την άμαξα. Εκείνοι μάλιστα, αφού βρίσκονταν σε ακόμα βορειότερο σημείο απ' όσο οι ίδιοι, ίσως να δυσκολεύονταν και περισσότερο.
Παρ' όλες τις αντιξοότητες συνέχισαν με πείσμα και λίγο μετά το σούρουπο της τέταρτης ημέρας είχαν φτάσει στο σημείο που ο Μέρταγκ είχε διαλέξει για να στήσουν την ενέδρα τους στην άμαξα.
.*.*.*.
Στον Γκαλμπατόριξ δεν άρεσε να ταξιδεύει. Ο λόγος δεν ήταν τόσο ότι θα του έλειπαν οι βολές του παλατιού του, ούτε επειδή θα στερούνταν τις χίλιες μύριες προστασίες, με τις οποίες είχε ενισχύσει τα δώματα του κάστρου της Ουρου'μπαίην. Από την τελευταία φορά που είχε εγκαταλείψει την ασφάλεια των τειχών της πόλης του, για να επισκεφτεί αυτός ο ίδιος μία από τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, είχαν περάσει κοντά δέκα τόσα χρόνια. Σ' αυτή την περίπτωση όμως ο βασιλιάς αναγνώριζε, ότι η διαδρομή προς την Ντρας-Λεόνα πάνω στην σέλα του δράκου ήταν απαραίτητο να γίνει, χωρίς αυτή του η παραδοχή να σήμαινε, πως η μετακίνηση από το ενισχυμένο άντρο του ήταν κάτι που τον χαροποιούσε. Ίσως αν ήταν άλλη εποχή του χρόνου, η ιδέα ενός ταξιδιού να μην χαλούσε τόσο την διάθεσή του, μα ο χειμώνας που μαινόταν γύρω του χειροτέρευε την ψυχολογία του. Δεν ήταν εξ αιτίας του κρύου, του παγωμένου ανέμου και της βροχής η βαρυθυμία που ένοιωθε. Όπως όλα τα χειμωνιάτικα ταξίδια που αναγκάστηκε να κάνει στην ζωή του έτσι κι αυτό, του θύμιζε εκείνο το ταξίδι, το μακρινό πίσω στον χρόνο πάνω από τους πάγους του βορρά…
…το τελευταίο τους ταξίδι μαζί…
Έφερναν αναπάντεχα στην μνήμη του όλα αυτά που κάποτε είχε και, τόσο αναπάντεχα και αποτρόπαια, είχαν χαθεί για πάντα. Κάνοντας όμως την ανάγκη φιλοτιμία, ο βασιλιάς κάλεσε τον Σρούικαν να τον υπηρετήσει.
Όπως και κάθε άλλη φορά ο δράκος υποτάχτηκε, για να δεχτεί στις πλάτες του την δρακόσελα μαζί και τον βασιλιά με προορισμό την Ντρας-Λεόνα. Ακόμα κι αν δεν το επιθυμούσε, ο δράκος δεν θα ήταν σε θέση ποτέ του να αρνηθεί. Υπήρχε ισχυρή μαγεία, η οποία τον έδενε με τον Γκαλμπατόριξ και αυτή δεν ήταν η αγνή, πρωταρχική μαγεία που έδενε έναν δράκο με τον…
… Όχι! Ποτέ, μα ποτέ του δεν θα την έλεγε ξανά αυτή την λέξη…
Ο Σρούικαν αρνιόταν και να τον θυμηθεί, για να μπορεί, όχι να ζει, μα να επιβιώνει.
Έτσι κάποιο σούρουπο εγκατέλειψαν και οι δύο μαζί το δρακοστάσιο του πύργου της Ουρου'μπαίην, πετώντας πάνω από τα απογυμνωμένα χωράφια και τους έρημους λειμώνες νοτιοδυτικά της πρωτεύουσας, με κατεύθυνση την μεγάλη λίμνη που η απέραντη επιφάνειά της αντιφέγγιζε το φως των άστρων.
Ενώ γύρω τους λυσσομανούσε ο άνεμος και παγωμένα κύματα βροχής τους έλουζαν, ο δράκος ανοιγόκλεινε νωχελικά τα φτερά του, επιτρέποντας στα κρύα αυλάκια του νερού να κυλήσουν επάνω στις οψιδιανόχρωμες φολίδες του δροσίζοντας ανακουφιστικά τον πυρωμένο κόσμο της ψυχής του. Αν και ήταν υποχρεωμένος στην αναγκαστική συντροφιά του Γκαλμπατόριξ, τουλάχιστον θα φρόντιζε να ευχαριστιέται το πέταγμά του πάνω από λόφους και κοιλάδες.
Ενοχλημένος ο βασιλιάς από την συμπεριφορά του δράκου χρησιμοποίησε την μαγεία του για να ζεσταθεί και να αποφύγει τα κομματάκια υγρού πάγου, που τον χτυπούσαν καταπρόσωπο. "Δεν μπορείς να κουνήσεις τα φτερά σου γρηγορότερα;"
"Απολαμβάνω το ταξίδι μαζί σου, Γκαλμπατόριξ! Είναι κάτι που συμβαίνει τόσο σπάνια" ειρωνεύτηκε ο δράκος. Επάνω τους τα μολυβένια σύννεφα συγκρούστηκαν και κεραυνοί άστραψαν στο στερέωμα. Ο Σρούικαν μιμήθηκε τον βρυχηθμό τους ξεχύνοντας υγρή φωτιά προς τα ουράνια. Θα επέτρεπε στα στοιχεία της φύσης να τον προκαλέσουν;
"Εγώ πάλι, καθόλου!" διαμαρτυρήθηκε εκνευρισμένος ο Γκαλμπατόριξ. Αν οι χρονικές συνθήκες δεν τον βίαζαν, δεν θα είχε αποφασίσει να ταξιδέψει πετώντας καθισμένος στην σέλα του δράκου. Θα είχε προτιμήσει την άνεση της βασιλικής του άμαξας και την σιγουριά της οπλισμένης συνοδείας των φρουρών του. Στην προκειμένη περίπτωση όμως χρειαζόταν τον Σρούικαν να βρίσκεται κάπου κοντά του, για την περίπτωση που θα τον χρησιμοποιούσε για να υποτάξει την νεαρή δράκαινα. Με την ταχύτητα που ταξίδευαν όμως, μονάχα χρόνο δεν θα κέρδιζαν. "Πρέπει να φτάσουμε στην Ντρας-Λεόνα όσο πιο σύντομα μπορούμε. Έχουμε σοβαρές υποθέσεις να διεκπεραιώσουμε εκεί."
Ο δράκος συνέχισε να πετά αδιάφορος για την ενόχληση που ο ρυθμός του είχε προκαλέσει στον βασιλιά. Οι οικονομικές και όποιες άλλες υποθέσεις της πόλης της Ντρας-Λεόνα δεν αποτελούσαν γι αυτόν ούτε στο ελάχιστο σημαντική υπόθεση. Δεν έβλεπε τον λόγο να βιαστεί, αφού ο ίδιος ήταν απόλυτα ικανοποιημένος από την ταχύτητα του ταξιδιού τους. Ο κρύος, αναζωογονητικός άνεμος φυσούσε αντίθετα επιβραδύνοντας το πέταγμά του. Γιατί θα έπρεπε να κουράσει τα φτερά του αυξάνοντας ταχύτητα; Αν ήθελε ο Γκαλμπατόριξ να φτάσει γρηγορότερα, ας φρόντιζε να πετάξει μοναχός του, χωρίς την βοήθεια του Σρούικαν.
Ο μαύρος δράκος θα είχε συνεχίσει με τον ίδιο ρυθμό, απολαμβάνοντας τις στάλες της κρύας βροχής και τους παγοκρυστάλλους που επικάθονταν επάνω στις φολίδες του χαρίζοντάς τους επιπρόσθετη γυαλάδα. Θα είχε ακόμα διασκεδάσει και με τον εκνευρισμό του Γκαλμπατόριξ, αν με την άκρη του μυαλού του δεν είχε συλλάβει στιγμιαία την σκέψη εκείνου. Και η σκέψη αυτή ήγειρε μέσα του άκρατο θυμό, τον εξαγρίωσε. Έξαλλος και εκτός εαυτού άρχισε να βρυχάται απειλώντας τα σύννεφα τα ίδια και φτύνοντας την φωτιά του ενάντια στον άνεμο και στην καταιγίδα. Ο λόγος που ο καβαλάρης-με-μαγεία-δεμένος επισκεπτόταν την Ντρας-Λεόνα δεν ήταν οι ατασθαλίες του δύο-πόδια-στρογγυλά-αυτιά άρχοντά της, παρά το ζευγάρι της νεαρής δράκαινας και του εκλεκτού της. Ο Σρούικαν είχε αποφασίσει, ότι ποτέ δεν θα τους ανεχόταν να ζουν κάπου κοντά του.
Σαν έφτασαν στην Ντρας-Λεόνα, ο βασιλιάς ξαπόστειλε τον θυμωμένο δράκο του για να κυνηγήσει, δίνονταν όμως την εντολή, να μην ξεστρατίσει σε μακρινή απόσταση. Ο Σρούικαν ξεχύθηκε στα δάση της Ραχοκοκαλιάς, εκεί όπου σίγουρα θα σύχναζαν άφθονα τετράποδα θηράματα, για να τους σπάσει τους λαιμούς, να ξεσχίσει τις σάρκες τους, να γευτεί το ζεστό τους αίμα και να διασκεδάσει με την επιθανάτια αγωνία τους. Μήπως δεν ήταν πάντοτε ο θάνατος των άλλων, ιδίως των κατώτερων κι αδύναμων, που καταλάγιαζε την οργή του; Ταυτόχρονα ο Γκαλμπατόριξ εγκαταστάθηκε στο πολυτελέστερο μέγαρο της πόλης, αυτό που ο λόρδος της Ντρας-Λεόνα είχε παραχωρήσει, για να τακτοποιήσει τις δικές του υποθέσεις.
Το πρώτο που ζήτησε από τους σκλάβους του ο βασιλιάς να φέρουν, ήταν μία λεκάνη με νερό γεμάτη. Την τοποθέτησαν στην μέση του τραπεζιού μπροστά του και, μετά από το απότομο νεύμα του, βιάστηκαν να φύγουν αφήνοντάς τον μόνο. Ψάλλοντας το ξόρκι που του επέτρεπε να παρατηρεί ό,τι ήθελε, ο Γκαλμπατόριξ βάλθηκε να κατοπτεύει τις κινήσεις των υπηρετών του επάνω στην υγρή επιφάνεια. Καθ' όλες τις ημέρες της εκεί παραμονής του ο βασιλιάς, με χαρά του και ικανοποίηση μεγάλη, είδε ότι εκεί που οι Ρά'ζακ είχαν παντελώς αποτύχει, ο Μέρταγκ τα κατάφερε. Όχι μονάχα είχε προστατέψει δράκο και καβαλάρη από τις επίβουλες επιδιώξεις των Ρά'ζακ – μα την αλήθεια, επρόκειτο να πει δύο λογάκια σ' αυτούς τους ανυπάκουους υπηρέτες, όταν η υπόθεση που τον ενδιέφερε θα έφτανε σε αίσιο τέλος – επιπροσθέτως, είχε φροντίσει να γίνει απολύτως απαραίτητος στο νέο ζευγάρι. Μα ήταν άλλωστε φυσικό ότι θα επενέβαινε στην υπόθεση ο γιος του Μόρζαν. Έτσι φιλόδοξος που ήταν, ο Γκαλμπατόριξ το θεωρούσε παραπάνω από βέβαιο, πως ο Μέρταγκ θα φρόντιζε να αναλάβει προσωπικά την περίπτωση του νέου ζευγαριού, δράκου και καβαλάρη. Απ' ότι ο βασιλιάς μπορούσε να 'δει' μέσω της μαγείας του, ο νεαρός δρακοκαβαλάρης θα πρέπει να ακολουθούσε δίχως δισταγμό ό,τι ακριβώς ο Μέρταγκ πρότεινε. Παρά τις εντολές του όμως, το αγόρι του Μόρζαν δεν κατευθύνθηκε προς την Ντρας-Λεόνα, εκεί όπου τον περίμεναν, παρά προς τα βόρεια. Ο Γκαλμπατόριξ προβληματίστηκε. Τι ακριβώς σχεδίαζε να κάνει;
Παρατηρώντας όμως τον Μέρταγκ να ηγείται της μικρής ομάδας, ο Γκαλμπατόριξ χαμογέλασε ικανοποιημένος. "Έξυπνο παιδί! Φέρνει το ζευγάρι κατ' ευθείαν στην πρωτεύουσα." Ο γιος του Μόρζαν ήταν υπέρμετρα φιλόδοξος και ωφελιμιστής, σαν τον πατέρα του. Ο βασιλιάς σωστά είχε πράξει όταν τον έστελνε δίνοντάς του την εντολή, να αποκτήσει την εμπιστοσύνη του άλλου αγοριού. Ο Μέρταγκ ήταν το πιο κατάλληλο άτομο για να τα καταφέρει, αν και είχε παρακάμψει την Ντρας-Λεόνα. Στο μέλλον όμως έπρεπε κάποιος να του διδάξει, πώς να υπακούει εντολές. Ο Γκαλμπατόριξ είχε μύριους τρόπους να το πετύχει και όλη την διάθεση να δοκιμάσει.
Ταυτόχρονα ο Ίσκιος είχε ήδη ξεκινήσει την πορεία του ερχόμενος στην Ουρου'μπαίην από το Γκίλ'ιντ. Ο βασιλιάς πολύ επιθυμούσε να εξετάσει ο ίδιος την γυναίκα των ξωτικών, που τόσα πολλά είχε ακούσει για τις παράτολμες ενέργειες, που εκείνη είχε αναλάβει. Βιάστηκε λοιπόν να κλείσει τις άλλες υποθέσεις του στην Ντρας-Λεόνα, επισπεύδοντας την επάνοδό του στην πρωτεύουσα.
.*.*.*.
"Να 'τοι! Αυτοί πρέπει να είναι. Έρχονται!" Η ώρα δεν θα μπορούσε να είναι πιο ιδανική. Ο ήλιος δεν θα αργούσε να προβάλει πίσω από τους λόφους, τυφλώνοντας με το πρώτο φως του την συνοδεία των καβαλάρηδων. Οι δύο σύντροφοι είχαν διαλέξει από βραδύς σημείο κατάλληλο για την επίθεση, έχοντας την ανατολή πίσω τους.
Τα λόγια του Μέρταγκ έκαναν τον Έραγκον να πεταχτεί ολόρθος από το βαθούλωμα στην πλαγιά του λοφίσκου, μέσα στο οποίο είχε αναζητήσει και βρει έναν μικρό, ανεκτό χώρο για ξεκούραση. Κρύφτηκαν και οι δύο ανάμεσα στους ογκόλιθους της κορυφής, παρατηρώντας την συνοδεία που είχε παρουσιαστεί από την μακρινή καμπή του δρόμου, να έρχεται προς το μέρος τους μέσα στο πρωινό μισόφωτο. Η άμαξα, αν και βρισκόταν ακόμα σε απόσταση, έμοιαζε σιδερόφραχτη – σαν και αυτή του ονείρου – με δύο γεροδεμένα άλογα να σέρνουν το βάρος, που μοιραζόταν σε τέσσερις τροχούς. Μία έφιππη ομάδα από ένστολους καβαλάρηδες, πάνοπλους και ατσαλοφορεμένους, ήταν παραταγμένη γύρω από την άμαξα, ενώ ο αρχηγός τους βάδιζε μπροστά καβάλα στον κατάμαυρο επιβήτορά του.
"Αυτοί είναι σίγουρα" επανέλαβε ικανοποιημένος ο Μέρταγκ σφίγγοντας στην παλάμη του χεριού το τόξο του. "Ακριβώς στον χρόνο που υπολόγισα." Ένα χαμόγελο θριάμβου έλαμψε στα χείλη του. Μπορεί ο λόρδος Μπαρστ να ήταν τρανός τακτικιστής, ο ίδιος όμως είχε αποδειχθεί μαθητής εξαίρετος και τα μαθήματα πλάι του είχαν αποδώσει σε σύντομο διάστημα πλούσιους καρπούς.
Ο Έραγκον μέτρησε επτά καβαλάρηδες μαζί με τον προπορευόμενο αρχηγό τους κι έναν ακόμα ένοπλο τοξότη, καθισμένο πλάι στον οδηγό, το σύνολο εννέα άντρες. Εννέα οπλισμένοι φρουροί του Γκαλμπατόριξ, έμπειροι στην χρήση σπαθιών και ακοντίων και πάντα ετοιμοπόλεμοι. Χωρίς να θεωρούνται πολλοί, δεν τους έλεγε κανείς και λίγους. Εκείνοι είχαν ν' αντιτάξουν την δεξιότητά τους στην σκοποβολή καθώς και την βοήθεια ενός δράκου. Ο δρακοκαβαλάρης πίεσε ασυναίσθητα το χέρι επάνω στα σπασμένα του πλευρά, όπως του είχε τώρα τελευταία γίνει συνήθειο. Είχε ακόμα το στήθος του δεμένο με τον αυτοσχέδιο επίδεσμο του Μέρταγκ, με ικανοποίηση όμως διαπίστωσε, ότι ο πόνος που ένοιωσε ήταν διαχειρίσιμος. Η μαγεία, που είχε χρησιμοποιήσει όλες τις πρωτύτερες ημέρες, είχε αποτέλεσμα. "Σαφίρα, πλησιάζουν!"
"Το ξέρω, μικρούλη. Είμαι έτοιμη!"
Διαμέσου του δεσμού τους ο δρακοκαβαλάρης είδε το τοπίο από ψηλά. Διέκρινε την συνοδεία ανάμεσα στις πρωινές ομίχλες που σηκώνονταν από την κοίτη του ποταμού. Μέσα από τα δικά της μάτια η εικόνα φαινόταν πιο ξεκάθαρη. Ένιωσε μέσα του την ορμή της δράκαινας, την ετοιμότητά της να επιτεθεί, αλλά και την οργή της. "Όχι ακόμα, αγαπημένη. Θα συντονιστούμε μόλις πλησιάσουν. Όσοι περισσότεροι χαθούν από τα βέλη, τόσοι λιγότεροι θα μείνουν για μία κατά μέτωπο επίθεση. Μακάρι να καταφέρναμε να τους εξουδετερώσουμε όλους, χωρίς εσύ να χρειαστεί να φανερωθείς."
Η δράκαινα γρύλισε με θυμό μέσα στο μυαλό του. "Αλίμονο σε όσους τολμήσουν να σε πειράξουν. Θα τους ξεσχίσω με νύχι και με δόντι. Κανένας τους δεν θα επιζήσει, να καυχηθεί ότι με είδε."
Την προηγούμενη βραδιά, μόλις είχαν φτάσει στην μικρή σειρά των λοφίσκων βορειοδυτικά της Ουρου'μπαίην και πριν την καμπή του δημόσιου δρόμου, ο Μέρταγκ είχε φροντίσει να κρύψει τα άλογα στους πρόποδες ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση μίας συστάδας δέντρων. Αφού τα τάισε με άφθονη τροφή, τα πότισε και σκέπασε τις ράχες τους με τις κουβέρτες, τα άφησε να αναπαυθούν όσο ήθελαν. Αν όλα πήγαιναν καλά και το σχέδιο που είχαν καταστρώσει ευοδωνόταν, θα τα χρειάζονταν όσο γινόταν πιο ξεκούραστα και ικανά για να καλπάσουν σε μία ξέφρενη διαφυγή από επιζώντες στρατιώτες ή άλλους διώκτες. Κατόπιν ο Μέρταγκ είχε επιμείνει να κοιμηθεί κι ο Έραγκον, αναλαμβάνοντας ο ίδιος την φύλαξη της τελευταίας βάρδιας. Η ώρα που θα έφτανε η άμαξα – ο Μέρταγκ ορκιζόταν πως δεν υπήρχε καμία περίπτωση να έχει ήδη προλάβει να προσπεράσει – ήταν και στους δύο παντελώς άγνωστη. Ο νέος όμως δήλωνε, πως η συνήθεια των αντρών του Γκαλμπατόριξ να στρατοπεδεύουν για την νύχτα, ήτανε κάτι παραπάνω από σίγουρη. Η άμαξα θα είχε κάπου σταματήσει στο πλάι του δρόμου και με το πρώτο φως της αυγής, προτού ακόμα ο ήλιος βγει, θα συνέχιζε την πορεία της. Η μέρα που μόλις είχε σβήσει στον ορίζοντα της δύσης, δεν ήταν σίγουρα η τελευταία του ταξιδιού των στρατιωτών προς την πρωτεύουσα, ώστε να παραλείψουν την καθιερωμένη τους ξεκούραση. Τους χρειαζόταν τουλάχιστον μία ακόμα, μέχρι να φτάσουν στις γέφυρες του ποταμού, που οδηγούσαν προς την Ουρου'μπαίην. Μπορούσαν μάλιστα και οι δύο ν' αναπαυθούν μέχρι το χάραμα, ο Μέρταγκ όμως ορκίστηκε στον Έραγκον, ότι για χατίρι της αποστολής θα ξαγρυπνούσε. Εξουθενωμένος ο Έραγκον είχε πειστεί στα λόγια του και είχε βολευτεί στο κοίλωμα της πλαγιάς.
Μέσα στην νύχτα η Σαφίρα κατέβηκε από ψηλά κουρνιάζοντας στο πλάτωμα της κορυφής του λοφίσκου, ανάμεσα στους ογκόλιθους που είχε διαλέξει ο Μέρταγκ για μετερίζι. Σκουντώντας τον στον ώμο με το μουσούδι της του έδωσε να καταλάβει, ότι μπορούσε να κοιμηθεί κι αυτός για λίγες ώρες. Η ίδια θα τους πρόσεχε και αν η άμαξα φαινόταν μεσ' στην νύχτα, πάραυτα θα ειδοποιούσε. Η αδρεναλίνη όμως, που είχε ξεχυθεί στις φλέβες του νέου, παρά την κούρασή του καθόλου δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Η σκέψη του κόκκινου αυγού, από την στιγμή που είχαν πλησιάσει τόσο την πρωτεύουσα, δεν είχε φύγει στιγμή από το μυαλό του συνδαυλίζοντας την επιθυμία του. Η ύπαρξη του πολυπόθητου θησαυρού μέσα στην αντικάμαρα του βασιλικού διαμερίσματος τον ξεσήκωνε. Έρχονταν ώρες που είχε την εντύπωση, ότι το άλικο αυγό τον καλούσε. Η συνειδητοποίηση ότι ο ίδιος βρισκόταν τόσο κοντά στην Ουρου'μπαίην, φλόγιζε τον νου, την καρδιά και την λαχτάρα του. Έτσι αρνήθηκε στην παραίνεση της δράκαινας, στέλνοντας την ίδια ν' αναπαυθεί μέσα στο βαθούλωμα της πλαγιάς, πλάι στο πλευρό του δρακοκαβαλάρη. Κανένας δεν θα μπορούσε να προεικάσει τα αποτελέσματα του τολμηρού εγχειρήματος, είχε επιμείνει ο Μέρταγκ. Ίσως χρειάζονταν ξεκούραστα τα φτερά της σε μια απελπισμένη, τελική οδό διαφυγής για να δραπετεύσουν. Η δράκαινα συναίνεσε στα λόγια του και για τις επόμενες λίγες ώρες ξαπόστασε στο πλάι του εκλεκτού της. Προτού όμως το αστέρι της αυγής εμφανιστεί επάνω στο στερέωμα, πέταξε προς τον ουρανό και πάλι.
"Αυτοί είναι" επανέλαβε και ο Έραγκον ευχαριστημένος. Την νύχτα που πέρασε κουρνιασμένος μέσα στο βαθούλωμα του λοφίσκου, προστατευμένος από το απλωμένο πάνω του φτερό της Σαφίρα, η μυστηριώδης γυναίκα επανήλθε στο όνειρό του. Τα μάτια της ήταν σφαλισμένα κι η ανάσα της έβγαινε με κόπο από τα στήθη. Ο Έραγκον κατάλαβε ότι έδινε μάχη να κρατηθεί στην ζωή. Μέσα του όμως γνώριζε, ότι η γυναίκα παρέμενε απαγκιστρωμένη στην ελπίδα, που ο ίδιος με τις διαβεβαιώσεις του της είχε δημιουργήσει. Έτσι και τώρα ένιωσε σίγουρος, ότι η γυναίκα των ονείρων του βρισκόταν τόσο κοντά του, μέσα στην άμαξα που ολοένα πλησίαζε ανάμεσα από τις ομίχλες του ξημερώματος.
Ο Μέρταγκ άρπαξε την φαρέτρα με τα βέλη του, δίνοντας και στον δρακοκαβαλάρη την δικιά του. Η οχυρή θέση που είχε διαλέξει από την προηγούμενη φάνταζε ιδανική, για να αιφνιδιάσουν τους στρατιώτες επιτιθέμενοι από απόσταση. "Συνήθως οι καβαλάρηδες δεν είναι επιδέξιοι τοξευτές, μιας και από τα ινία τα χέρια τους τρέμουν. Αυτός πλάι στον οδηγό κρατάει τόξο, που σίγουρα θα χρησιμοποιήσει εναντίων μας. Να φροντίσουμε να εξουδετερωθεί άμεσα! Μπορεί τα βέλη του να είναι δύσκολο να μας βλάψουν στο σημείο που βρισκόμαστε, θα είναι όμως εμπόδιο για μας, όταν θελήσουμε να πλησιάσουμε. Όλοι οι άλλοι φέρουν σπαθιά και λόγχες ή ίσως κάποιον κεφαλοθραύστη. Όσο επιδέξια κι αν τα χειρίζονται, απ' την απόσταση αυτή δεν θα μας φτάσουν. Προσπάθησε να στοχεύσεις τους λαιμούς κάτω απ' τα κράνη. Επίσης, ανάμεσα στον σύνδεσμο του θώρακα με τον αρμό της μασχάλης υπάρχει δέρμα λεπτότερο, σημείο όπου κι εκεί είναι ευπρόσβλητοι." Οι έφιπποι άντρες του φάνηκαν πολλοί. Όσους περισσότερους υπερνικούσαν με τα βέλη από απόσταση αιφνιδιάζοντάς τους, τόσο λιγότερη δουλειά θα είχαν να κάνουν από κοντά με τα ξίφη στην μάχη που θα ακολουθούσε εκ του συστάδην.
Ο Έραγκον έγνεψε θετικά στις παραινέσεις παραξενεμένος από τις γνώσεις του συντρόφου του. Πώς ήξερε ο Μέρταγκ αυτές τις λεπτομέρειες για τον οπλισμό και τις πανοπλίες των στρατιωτών; Εκτός και αν ο ίδιος είχε υπηρετήσει τον στρατό της αυτοκρατορίας. Φαινόταν όμως πολύ νέος για κάτι τέτοιο και βέβαια, δεν ήταν τώρα η ώρα η κατάλληλη, να συζητούν παρόμοιες απορίες. Επιφυλάχθηκε να θέσει όποιες ερωτήσεις τον απασχολούσαν αργότερα.
Η άμαξα ολοένα πλησίαζε με σταθερή ταχύτητα. Το φως της χαραυγής καθάριζε σταδιακά την καταχνιά της νύχτας. Σε λίγο οι πρώτες ακτίνες του ήλιου θα έπεφταν πάνω στους άντρες, προσφέροντας στους ίδιους, από το οχυρό σημείο που βρισκόντουσαν ταμπουρωμένοι, τέλειο στόχο. Ο Μέρταγκ πέρασε ένα βέλος στην χορδή του τόξου του και με την άκρη του ματιού του είδε τον Έραγκον να μιμείται την κίνησή του. Το γερακίσιο βλέμμα του καρφώθηκε στον προπορευόμενο αρχηγό, στους δύο καβαλάρηδες που ακολουθούσαν εκατέρωθεν και λίγο πίσω του. Ακολουθούσε η άμαξα – την πορεία της οποίας έπρεπε πάραυτα να σταματήσουν – με δύο ακόμα καβαλάρηδες δεξιά κι αριστερά της, οι υπόλοιποι έπονταν. "Εν πρώτοις, εσύ τον οδηγό, εγώ τον τοξότη" είπε στον Έραγκον. "Μετά τον αρχηγό και την υπόλοιπη συνοδεία του."
Ο Μέρταγκ αναμέτρησε τον στόχο του διαλέγοντας το κατάλληλο σημείο για να τοξέψει. Θα του άρεσε να γκρεμίσει τον αρχηγό πρώτο-πρώτο από το άλογο, δεν είπε όμως τίποτε γι' αυτό στον δρακοκαβαλάρη. Συνήθως βλέποντας αυτόν που προπορεύεται – τον αρχηγό τους – να πέφτει, οι στρατιώτες δείλιαζαν μένοντας ακέφαλοι. Ο λόρδος Μπαρστ ήταν απόλυτος σ' αυτό. Ήταν κανόνας για την ψυχολογία των στρατιωτών. Όποιος κατάφερνε να πάρει τον αρχηγό με το πρώτο χτύπημα, μπορούσε ήδη να θεωρεί την μάχη κερδισμένη υπέρ του κατά το ήμισυ. Οι στόχοι όμως βρίσκονταν κάπως μακριά ακόμα, θα έπρεπε να περιμένει την πομπή να πλησιάσει περισσότερο. Αλλά, πράγμα παράξενο… Ο άντρας που προπορευόταν δεν ήταν αξιωματικός ή στρατιώτης. Στο στήθος του δεν έφερε το σήμα του Γκαλμπατόριξ και τα μαλλιά του χωρίς κράνος ανέμιζαν ελεύθερα στον πρωινό άνεμο. Ο Μέρταγκ έτριψε τα μάτια, να καθαρίσει το βλέμμα του. Ναι! Τώρα, όσο ο στόχος ερχόταν πιο κοντά, ήταν σίγουρος. Ο καβαλάρης του μαύρου επιβήτορα ήταν πολίτης. Να ήταν μάγος ίσως; Στην περίπτωση αυτή καλά θα έκανε να τον τοξεύσει άμεσα. Τα μαλλιά του άντρα ήσαν μακριά και έπεφταν λυτά στους ώμους. Το ψηλόλιγνο κορμί του σκέπαζε σκουρόχρωμος μανδύας, ίδιος με το χρώμα του αλόγου. Η βαθυκόκκινη απόχρωση της κόμης έστειλε μηνύματα κινδύνου στον νου του Μέρταγκ. Ο άντρας αυτός δεν του ήταν άγνωστος. Τον είχε δει, αν και από κάποια απόσταση, να περιφέρεται στους διαδρόμους και της αυλές του κάστρου της Ουρου'μπαίην. Τινάχτηκε πίσω ξαφνιασμένος με μάτια διάπλατα ανοιχτά κι αποτραβήχτηκε ακουμπώντας την ράχη στον ογκόλιθο, προσπαθώντας να καταλαγιάσει μέσα του την φρίκη. Πού είχαν μπλέξει;
"Τι συμβαίνει;" Ο Έραγκον κοίταξε με βλέμμα απορημένο μια προς τον δρόμο και την άμαξα, που ολοένα πλησίαζε προς το μέρος τους, μια προς τον σύντροφό του υποψιασμένος για την απότομη αλλαγή της συμπεριφοράς του.
"Ο καβαλάρης που προπορεύεται δεν είναι άνθρωπος" δήλωσε ο Μέρταγκ. "Είναι ένας Ίσκιος."
"Ένας… τι;" Το ερωτηματικό βλέμμα του Έραγκον πλανήθηκε για λίγο επάνω στον μαυροντυμένο καβαλάρη. Το παράξενο χρώμα των μαλλιών του εντυπωσίαζε, το όνομα όμως Ίσκιος, με το οποίο τον είχε κατονομάσει ο σύντροφός του, δεν έλεγε τίποτε στον ίδιο.
"Διακατέχεται από πνεύματα" εξήγησε κοντανασαίνοντας ο Μέρταγκ. "Πνεύματα φθονερά και καταχθόνια. Κανένας άνθρωπος ποτέ δεν έχει κατορθώσει να υπερνικήσει έναν Ίσκιο, μονάχα ξωτικά και δρακοκαβαλάρηδες, που…"
"Κι εσύ πώς ξέρεις τι είναι;" Καχυποψία γέμιζε τα μάτια του Έραγκον και πάλι, η φωνή του ακούστηκε επιθετική. Η άμαξα πλησίαζε σε απόσταση βολής και χρόνος δεν υπήρχε.
"Το ξέρω γιατί το έχω διαβάσει" αποκρίθηκε απότομα ο Μέρταγκ. Η εχθρότητα που διέκρινε στον τόνο του Έραγκον καθόλου δεν του άρεσε.
"Λοιπόν, Ίσκιος ή όχι, εγώ και η Σαφίρα μου είμαστε αποφασισμένοι να επιτεθούμε σ' αυτήν την άμαξα." Η φωνή του δρακοκαβαλάρη σοβάρεψε. Το βλέμμα του κάρφωσε τον άλλον ίσια στα μάτια. "Είτε προσφέρεις την βοήθειά σου, Μέρταγκ, είτε όχι."
Ο Μέρταγκ ανάσανε βαθιά νεύοντας συνοφρυωμένος. "Αν είναι έτσι, πρέπει να μάθεις τι υπάρχει σχετικά γραμμένο σε παλιά χειρόγραφα. Ένας Ίσκιος δεν γίνεται να σκοτωθεί, εκτός αν κάποιος σημαδέψει κατευθείαν την καρδιά του. Υποθέτω ότι κι ο ίδιος θα γνωρίζει αυτήν του την ατέλεια, έτσι θα έχει σίγουρα φροντίσει να λάβει τα σχετικά μέτρα."
"Συνήθως είμαι εύστοχος" σχολίασε ο Έραγκον χαϊδεύοντας με το δάχτυλο τα φτερά του βέλους. Την προηγούμενη, πριν κοιμηθεί, είχε δοκιμάσει να τεντώσει την χορδή του τόξου και με χαρά του είχε διαπιστώσει, ότι τα σπασμένα του πλευρά δεν προκαλούσαν τόσο πόνο, όσο φοβόταν. Θα τα κατάφερνε.
"Το ίδιο κι εγώ" μουρμούρισε ο Μέρταγκ, καθώς ταμπουρώθηκε και πάλι πίσω από τον ογκόλιθο πανέτοιμος.
Το πρώτο βέλος ξέφυγε από την χορδή του Μέρταγκ για να βρει τον Ίσκιο κατ' ευθείαν στον ώμο, που τον διαπέρασε. Το βέλος που τόξευσε ο Έραγκον εξοστρακίστηκε από την καρδιά που στόχευε, για να χαθεί ανάμεσα στις οπλές του άλογου. Προτού ακόμα καταλάβει η ομάδα τι συνέβαινε ο έμπειρος τοξότης, συνοδηγός της άμαξας, καρφώθηκε νεκρός στην ίδια του την θέση, προτού προλάβει να οπλίσει καν το τόξο. Ο οδηγός της άμαξας τράβηξε απότομα τα ινία τρομαγμένος, προσπαθώντας να σταματήσει την πορεία των αλόγων. Ο καβαλάρης στ' αριστερά του έπεφτε νεκρός στον δρόμο, τρυπημένος κατ' ευθείαν στον λαιμό και ένας ακόμα γκρεμίστηκε από το άλογό του πληγωμένος, για να συρθεί πίσω απ' την ασφάλεια της άμαξας. Σάλος δημιουργήθηκε ανάμεσα στους συντρόφους του, που τράβηξαν τα σπαθιά από τα θηκάρια φωνασκώντας, προσπαθώντας να διακρίνουν μέσα στο πρώτο φως του ήλιου που τους τύφλωνε την ενέδρα. Οι ψυχραιμότεροι οδήγησαν κι αυτοί τα άλογά τους πίσω από την άμαξα αφιππεύοντας, αναζητώντας γοργά προκάλυμμα από τον όγκο της, ενώ κι ο οδηγός της έπεφτε τρυπημένος από τα βέλη. Αιφνιδιασμένος ο Ίσκιος ύψωσε το γερό του χέρι επικαλούμενος τα πνεύματα, έτοιμος να εξαπολύσει την καταστροφική τους μαγεία.
Ο Έραγκον σπατάλησε ένα ακόμα βέλος στοχεύοντας την καρδιά του, όμως μάταια. "Δεν καταλαβαίνω, πώς…"
"Στόχευε στους λαιμούς!" του φώναξε ο Μέρταγκ καθώς σηκώθηκε ολόρθος εγκαταλείποντας την κάλυψη των ογκόλιθων. "Πες στην Σαφίρα να ετοιμάζεται!"
Πιο εύστοχος αυτή την φορά εξαπέλυσε με όλη του την δύναμη το βέλος, που χτύπησε τον Ίσκιο κατ' ευθείαν στο μέτωπο ανάμεσα στα μάτια, προλαμβάνοντας την καταστροφική παρέμβασή του. Ο μανδύας και τα ρούχα που φορούσε ο Ίσκιος χύθηκαν αδειανά επάνω στα καπούλια του αλόγου του, ενώ το σώμα που περιέκλειε τα πνεύματα εξαφανιζόταν ανάμεσα σε καπνούς. Ταραγμένο το ζώο από την μαύρη μαγεία, που αναπάντεχα βίωνε στις πλάτες του, σηκώθηκε στα πίσω πόδια χλιμιντρίζοντας τρομαγμένο, χτυπώντας τη γη με το καρφοπέταλο. Μετά στράφηκε αφηνιασμένο κατά τον κάμπο κι εξαφανίστηκε καλπάζοντας. Δύο ακόμα άλογα των αντρών της συνοδείας ακολούθησαν ξωπίσω του παρασυρμένα στην ξέφρενη πορεία. Οι στρατιώτες του Γκαλμπατόριξ πανικοβλήθηκαν βλέποντας τον Ίσκιο να εξαφανίζεται μέσα σε καπνούς μπροστά στα μάτια τους. Πάνω στην αναστάτωση που επικράτησε, ο ένας από τους πέντε που παρέμεναν ζωντανοί εγκατέλειψε την ασφάλεια της κάλυψής του εξαπολύοντας ανόητα το ακόντιο που κρατούσε προς την μεριά του λοφίσκου, χωρίς να στοχεύει κάπου συγκεκριμένα. Οι άλλοι συντάχτηκαν συγκροτημένα, πανέτοιμοι να αντιμετωπίσουν τους επιτιθέμενους.
Ο Μέρταγκ με το σπαθί στο χέρι κατρακύλησε τρέχοντας την χωμάτινη πλαγιά του λοφίσκου. "Έραγκον, στείλε την Σαφίρα, τώρα!" φώναξε προς τον σύντροφό του. Τα τόξα και τα βέλη ότι είχαν να προσφέρουν, το είχαν ήδη κάνει. Οι στρατιώτες έστεκαν ταμπουρωμένοι πίσω από την άμαξα. Είχε φτάσει η ώρα για να τους επιτεθούν με τα σπαθιά τους, προτού κάποιος από αυτούς αποφασίσει να αναλάβει τα ηνία της άμαξας και προσπαθήσουν να διαφύγουν. Αν είχε υπολογίσει σωστά ο Μέρταγκ, θα είχαν μείνει μονάχα πέντε αντίπαλοι ικανοί για να τον πολεμήσουν.
Ο Έραγκον ακολούθησε τον σύντροφό του κατεβαίνοντας και αυτός την πλευρά του λοφίσκου όσο πιο γρήγορα μπορούσε να τρέξει στην κατηφόρα. Στο χέρι κράδαινε το Ζάρ'ροκ, χωρίς να είναι απόλυτα βέβαιος, ότι θα μπορούσε να αντεπεξέλθει σε μία μάχη σώμα με σώμα, πρόσφατα πληγωμένος καθώς ήταν.
Βλέποντας ότι οι εχθροί, που είχαν διακόψει την πορεία τους και τερματίσει την ζωή των συντρόφων τους, ήσαν μονάχα δύο, οι στρατιώτες ξεθάρρεψαν και εμφανίστηκαν πίσω από την προκάλυψη της άμαξας με τα όπλα τους στο χέρι, πανέτοιμοι να τους τιμωρήσουν. Το ζαφειρένιο πλάσμα όμως που έπεσε σαν βολίδα καταπάνω τους ερχόμενο από τα ουράνια, τους έκανε να διασκορπιστούν αλλόφρονες προς όλες τις κατευθύνσεις, ξεχνώντας την εκδίκηση και φροντίζοντας να προστατέψει ο καθένας την ζωή του. Άντρες και άλογα συντρίφτηκαν κάτω από τα νύχια και τα σαγόνια της Σαφίρα, ενώ ο Μέρταγκ μαζί με τον καβαλάρη της αποτελείωσαν το αιματηρό έργο που η δράκαινα είχε αρχίσει.
"Μά'μορ*!"
Οι σιδερένιες κλειδωνιές της άμαξας άνοιξαν υπακούοντας στην μαγεία του δρακοκαβαλάρη. Οι χρυσαφιές ακτίνες του ήλιου όρμησαν στον κατάκλειστο, μικρό χώρο φωτίζοντας το σκοτεινό δάπεδο. Εκεί επάνω, στην σκληρή, βρώμικη επιφάνεια ήταν ανάσκελα πλαγιασμένο το λεπτό σώμα της γυναίκας. Ο Έραγκον βιάστηκε να σκαρφαλώσει στο εσωτερικό της άμαξας γονατίζοντας στο πλευρό της, παίρνοντας με προσοχή το όμορφο κεφάλι στην αγκαλιά του. Θηκαρώνοντας το σπαθί του, μ' ένα πήδημα ο Μέρταγκ ακολούθησε πίσω του. Η Σαφίρα έχωσε την άκρη από το μουσούδι της στο άνοιγμα μυρίζοντας. Η αγκαθωτή της γλώσσα κρέμασε έξω απ' τα σαγόνια γευόμενη την παράξενη μυρωδιά της γυναίκας. Ο Έραγκον ακούμπησε την παλάμη με την γκεντγουέι ιγκνάζια επάνω στο μέτωπο της αιχμάλωτης ψιθυρίζοντας τις λέξεις θεραπείας, όμως τα μάτια της παρέμειναν κλειστά και κοντή η ανάσα της.
"Τι όμορφη κοπέλα!" θαύμασε ο Μέρταγκ.
Εκείνη την στιγμή τα μακριά, μαύρα μαλλιά της γυναίκας κύλησαν ανάμεσα στα δάχτυλα του Έραγκον αποκαλύπτοντας το πλαϊνό μέρος του κεφαλιού της. Το ένα της αυτί πρόβαλε ολοκάθαρα ανάμεσα από τον εβένινο καταρράκτη. Και… τι παράξενο! Ενώ το λοβίο ήταν φυσιολογικό, η άνω άκρη του πτερυγίου εξείχε μυτερή δύο ίσως τρεις φορές περισσότερο από ένα κανονικό αυτί.
Ο Μέρταγκ άφησε ένα νευρικό επιφώνημα να του ξεφύγει μαζί με την ανάσα. "Ω, θεοί του πάνω κόσμου! Ένα ξωτικό!"
.*.*.*.
Οι δύο σύντροφοι με τα άλογά τους, την Σαφίρα και το πληγωμένο ξωτικό είχαν κρυφτεί βαθιά μέσα στην δασωμένη έκταση, δυτικά της πρωτεύουσας. Ολόκληρη την μέρα είχαν καλπάσει με ταχύτητα στους ερημότοπους, για να απομακρυνθούν από το σημείο της ενέδρας όσο μπορούσαν περισσότερο. Το αναίσθητο κορμί της ξωτικιάς το είχαν στερεώσει επάνω στο καστανόχρωμο άλογό τους, αφού είχε σταθεί αδύνατο να την επαναφέρουν στις αισθήσεις της. Με την βοήθεια της δράκαινας, που πέταγε ψηλά από πάνω τους εποπτεύοντας, είχαν σιγουρευτεί ότι η περιοχή ήταν τελείως ερημική, χωρίς κανένας από τους πιθανούς διώκτες να έχει εντοπίσει την μικρή τους ομάδα. Η ενέδρα επάνω στον δρόμο το ξημέρωμα θα είχε πιθανώς γίνει αντιληπτή μέχρι τώρα. Όλο και κάποιο τμήμα του στρατού θα είχε περάσει από εκεί, ν' ανακαλύψει τα κουφάρια ανθρώπων και ζώων διασκορπισμένα τριγύρω από την αδειανή άμαξα. Ή αν δεν ήταν στρατιώτες, κάποιοι ίσως έμποροι ή απλοί διαβάτες. Ακόμα και αν τα νέα δεν είχαν ακόμα ταξιδέψει μέχρι την Ουρου'μπαίην, οι δύο σύντροφοι δεν θα μπορούσαν να ρισκάρουν να μείνουν στο σημείο όπου είχαν καταφύγει για παραπάνω από λίγες ώρες. Ήταν όμως κατάκοποι, έπρεπε να ξεκουράσουν τα άλογα, να κοιμηθούν και κυρίως να περιποιηθούν τα τραύματα της αιχμάλωτης. Μαζεύτηκαν γύρω από την μικρή φωτιά της κατασκήνωσης κι ο Έραγκον βάλθηκε να αφαιρεί τα ρούχα της ξωτικιάς εξετάζοντας τις πληγές της. Ο Μέρταγκ έφερε πλάι του λίγο νερό, που πρωτύτερα είχε βράσει, μαζί με καθαρά κουρέλια για επιδέσμους.
"Θα δοκιμάσω να γιατρέψω τις πληγές της χρησιμοποιώντας την μαγεία μου" αποφάσισε ο δρακοκαβαλάρης. "Φρόντισε να έχεις πρόχειρο λίγο φαγητό, για την περίπτωση που εξαντληθώ τελείως."
Με αποστροφή τους οι δύο σύντροφοι ανακάλυπταν, ότι οι πληγές, που η βαναυσότητα των βασανιστών της είχε αφήσει επάνω στο σώμα της γυναίκας, ήσαν βαθιές, πάμπολλες και οι περισσότερες είχαν κακοφορμίσει. Δεν ήταν να απορεί κανείς, πως μέχρι τώρα δεν είχε ούτε στιγμή συνέλθει. Το πιθανότερο, ο κόπος τους να αποδεικνυόταν μάταιος, μιας και η ξωτικιά βρισκόταν πια στα πρόθυρα του θανάτου.
Ο Έραγκον δεν είχε δει ποτέ του ξωτικό. Ούτε κι ο Μέρταγκ είχε αντικρίσει ποτέ κάποιον από τους αθέατους κατοίκους των μακρινών δασών, αν και είχε ακουστά, ότι ανάμεσα στους Βάρντεν ενίοτε εμφανιζόταν κάποια πρεσβεία σταλμένη από την πρωτεύουσα του Ντου Γουελντενβάρντεν. Όσον χρόνο όμως ο ίδιος έζησε στο Φάρδεν Ντουρ, κανένα από τα μέλη της δεν είχε διασχίσει τις βαθιές, πέτρινες σήραγγες προς το Τροντζχάιμ. Μπορεί ο γιος του Μόρζαν να μην είχε αντικρίσει ποτέ του ξωτικό, είχε όμως ανακαλύψει στην βασιλική βιβλιοθήκη της Ουρου'μπαίην πολλές γκραβούρες, που αναπαριστούσαν αρχαίους δρακοκαβαλάρηδες. Είχε επίσης διαβάσει ανατομικά εγχειρίδια, που στις σπάνιες απεικονίσεις τους σημείωναν τις σωματικές διαφορές ανάμεσα σε ξωτικά και ανθρώπους. Εάν ο δρακοκαβαλάρης κατάφερνε επιτυχώς να χρησιμοποιήσει την μαγεία του, υπήρχε περίπτωση μεγάλη, οι πληγές της ξωτικιάς να γιατρευτούν. Ο Μέρταγκ παρέμεινε κοντά στον Έραγκον τροφοδοτώντας τον με όση τροφή είχαν, παρατηρώντας τις επίπονες προσπάθειές του, που κράτησαν ώρες. Στο τέλος του εγχειρήματος μπορεί οι μώλωπες και τα εγκαύματα, οι ανοιγμένες χαρακιές, που το μαστίγιο είχε αφήσει πάνω στην πλάτη της, να είχαν κλείσει, μπορεί μονάχα ρόδινες ουλές να παρέμεναν σημαδεύοντας το δέρμα της ωραίας ξωτικιάς, η ίδια όμως στιγμή δεν άνοιξε τα μάτια.
"Τι της συμβαίνει και δεν έχει ακόμα συνέλθει;" ρώτησε ο Μέρταγκ. "Αφού οι πληγές της φαίνονται γιατρεμένες."
Ο Έραγκον σφούγγισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του, ήπιε μία γενναία δόση νερού από το φλασκί του και έφαγε ένα κομμάτι μπαγιάτικο ψωμί, το τελευταίο που τους είχε απομείνει. "Ίσως τα ξωτικά δεν είναι σαν τους ανθρώπους" ψιθύρισε αποκαμωμένος. "Μπορεί η μαγεία μου να μην την επηρεάζει." Κάλυψε με την κουβέρτα του το σώμα της γυναίκας κι ο ίδιος πλάγιασε πλάι της ανασαίνοντας βαθιά την μυρωδιά της, μυρωδιά από πευκοβελόνες ανοιξιάτικου δάσους ανακατεμένες με το βρεγμένο χώμα μετά την καταιγίδα. Το κεφάλι της ήταν στραμμένο προς την μεριά του, τα γατίσια μάτια κλειστά πάνω στο γωνιώδες πρόσωπο και τα μισάνοιχτα χείλη της αναστάτωναν την καρδιά του.
"Αμφιβάλω" επιφυλάχθηκε ο Μέρταγκ. Από τα όσα είχε διαβάσει, οι διαφορές ανθρώπων-ξωτικών δεν ήσαν τόσες, που η μαγεία της γιατρειάς να μην έχει αποτέλεσμα επάνω τους. "Εξ άλλου οι βαθιές πληγές της δείχνουν να έχουν επουλωθεί."
Ο Έραγκον κούνησε το κεφάλι συμφωνώντας. "Ίσως απλά να της χρειάζεται περισσότερος ύπνος και ξεκούραση. Είδες σε τι κατάσταση ήταν τα τραύματά της από τα μαρτύρια… Ποια τέρατα μπόρεσαν να κάνουν κάτι τέτοιο σε μία γυναίκα;" Παρά την εξάντλησή του τα μάτια του αγρίεψαν, το βλέμμα σκοτείνιασε. Μέσα του μίσησε τους στρατιώτες του Γκαλμπατόριξ. Στιγμή δεν είχε μετανιώσει, που αυτός και η Σαφίρα του μαζί με τον Μέρταγκ τους είχαν όλους εξολοθρεύσει.
"Ο Ίσκιος μάλλον…"
"Αυτόν τον σκότωσες! Δεν είναι έτσι;" Ο δρακοκαβαλάρης ανακάθισε και στράφηκε απότομα προς τον Μέρταγκ.
Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. "Δεν το νομίζω." Το βέλος του είχε βρει τον Ίσκιο ίσια στο μέτωπο και όχι στην καρδιά, καθώς θα έπρεπε. Ακούμπησε το χέρι στον ώμο του Έραγκον καθησυχάζοντάς τον. "Πρέπει να κοιμηθείς. Η όλη προσπάθεια για την θεραπεία της ξωτικιάς σε έχει εξαντλήσει."
Ο δρακοκαβαλάρης ένευσε εξουθενωμένος. "Κι εσύ πρέπει να κοιμηθείς. Πόσο θα αντέξεις;"
"Πρέπει να εγκαταλείψουμε αυτό το μέρος πριν το ξημέρωμα" αποφάσισε ο Μέρταγκ. "Θα είναι κάτι παραπάνω από επικίνδυνο για μας, αν παρατείνουμε την παρουσία μας τόσο κοντά στην Ουρου'μπαίην για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αν όχι μέχρι τώρα, τότε σίγουρα αύριο η άμαξα και οι νεκροί θα ανακαλυφθούν." Βαθιά μέσα του ήλπιζε, ότι αφού πια η ξωτικιά ήταν ελεύθερη, ο δρακοκαβαλάρης θα αποφάσιζε ν' ακολουθήσει την πορεία που του είχε υποδείξει προς τους Βάρντεν. Τίποτε άλλο δεν τους κρατούσε πια στα εδάφη της αυτοκρατορίας. Από την σκέψη του πέρασε στιγμιαία η εικόνα του άλικου αυγού, που προσπάθησε και πάλι να απωθήσει. Καθ' όλη την διάρκεια της μέρας, στην ξέφρενη πορεία του φευγιού τους, η ίδια εικόνα συντρόφευε την σκέψη του· το ίδιο κάλεσμα μιλούσε στην καρδιά του.
"Μέχρι το χάραμα η ξωτικιά θα έχει συνέλθει" διαβεβαίωσε ο δρακοκαβαλάρης. "Αν βέβαια τα μαρτύρια δεν έχουν βλάψει ανεπανόρθωτα το μυαλό της."
"Αν ήταν έτσι, δεν θα είχε κατορθώσει να σου δείξει τον τρόπο που την μεταφέρουν και τον τόπο" παρατήρησε ο Μέρταγκ. "Δεν θα είχε καταφέρει να επικοινωνήσει καν μαζί σου." Σκέπασε το σώμα του δρακοκαβαλάρη με την δική του την κουβέρτα κι ο ίδιος τυλίχτηκε όσο καλύτερα μπορούσε μέσα στον μανδύα του στην απέναντι άκρη της φωτιάς κοντά στα άλογα, για να μοιράζεται την ζεστασιά τους. "Όπως και να έχει, εμείς θα φύγουμε προτού χαράξει. Αν εξακολουθεί να είναι αναίσθητη, θα στερεώσουμε ξανά το σώμα της πάνω στην σέλα του Κάντοκ. Κοιμήσου τώρα."
Ο Έραγκον έκλεισε τα μάτια. Μέσα στην εξάντλησή του είχε την πεποίθηση, ότι κάτι στα λόγια που ο Μέρταγκ είχε μόλις ξεστομίσει αποτελούσε τον τρόπο, να αναζητήσει την λύση για την αναισθησία της ξωτικιάς. Ο ύπνος τον αγκάλιασε κι αυτή την νύχτα τα όνειρα δεν ήρθαν να ταράξουν την ολιγόωρη ξεκούρασή του.
Ο Μέρταγκ άργησε να κοιμηθεί. Μέσα στα βάθη του μυαλού και της καρδιάς του ηχούσε το διαρκές κάλεσμα του άλικου αυγού του Γκαλμπατόριξ. Βρισκόταν τόσο κοντά στην Ουρου'μπαίην, για τελευταία ίσως φορά σε όλη την ζωή του… Η τελευταία του ευκαιρία χανόταν… Ίσως η άμαξα και οι νεκροί της δεν είχαν γίνει αντιληπτοί ακόμα… Ακόμα κι αν είχαν, αυτός… Με μυστικότητα, ίσως, αν τόλμαγε να περάσει μέσα από τα κρυφά περάσματα… ίσως και τα κατάφερνε να… Όχι! Αυτές του οι σκέψεις ήταν κίνδυνο γεμάτες. Τα αυγά των δράκων βρίσκονταν με μαγεία φυλαγμένα μέσα στα προσωπικά διαμερίσματα του Γκαλμπατόριξ και κάτω από την διαρκή επιτήρηση του ιδίου. Ο Μέρταγκ όφειλε να παραμείνει στην αποστολή που του εμπιστεύτηκε ο Άτζιχαντ. Έπρεπε να μεταφέρει στους Βάρντεν τις πληροφορίες, που εδώ και τόσους μήνες συνέλεγε. Ήταν ανάγκη να προειδοποιήσει για τον μεγάλο κίνδυνο που απειλούσε την ύπαρξή τους από τους διδύμους μάγους. Όφειλε να οδηγήσει στο Φάρδεν Ντουρ δράκο και καβαλάρη. Δεν έπρεπε να επιτρέπει στο μυαλό του παρόμοιες σκέψεις. Μα από την άλλη… Αυτός δεν ήταν ο γιος του Μόρζαν, που ο Γκαλμπατόριξ είχε εμπιστευθεί τα σχέδιά του για το μέλλον; Δεν ήταν αυτός που διάλεξε ο βασιλιάς, ώστε να τον επιφορτίσει με την αποστολή, να παραδώσει το νέο ζευγάρι δράκου και καβαλάρη; Τι είχε ζητήσει ο Γκαλμπατόριξ; Να παραμείνει στο πλευρό του αγοριού έχοντας πρώτα κερδίσει την πλήρη εμπιστοσύνη του. Μετά να τον παρασύρει στην Ντρας-Λεόνα, όπου, αφού πρώτα θα τον παρέδιδε στα βασιλικά χέρια, μετά ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι και ο δράκος του θα υποτασσόταν. Δεν του είχε ο βασιλιάς υποσχεθεί το κόκκινο αυγό σαν ανταμοιβή του; Ο Μέρταγκ στριφογύριζε για ώρα πολλή ακόμα. Δεν είχε το δικαίωμα να ριψοκινδυνεύσει την ζωή κι ελευθερία του Έραγκον και της Σαφίρα, για να αποκτήσει ο ίδιος το δικαίωμα να βρεθεί μαζί με το κόκκινο αυγό του δράκου. Το νεαρό ζευγάρι έπρεπε να οδηγηθεί με ασφάλεια κοντά στον Άτζιχαντ χάρη των Βάρντεν. Όταν ο ύπνος ήρθε τελικά να σταματήσει το μαρτύριό του, τα όνειρά του γέμισαν κόκκινες λάμψεις στο χρώμα της φωτιάς, που ανάμεσά τους σέρνονταν ποταμοί από μαρμάρινες, κάτασπρες φλέβες.
Όταν πλησίαζε το ξημέρωμα και ο Μέρταγκ ξύπνησε, η γυναίκα των ξωτικών δεν είχε συνέλθει ακόμα. Στα απομεινάρια της φωτιάς, που ακόμα θαμπόφεγγαν φωτίζοντας ένα γύρω την μικρή κατασκήνωση, είδε τον Έραγκον καθισμένο πλάι της, με την παλάμη του χεριού του ακουμπισμένη επάνω στο χλωμό της μέτωπο. Τα μάτια του δρακοκαβαλάρη ήσαν διάπλατα ανοιχτά και το καστανό της ίριδας είχε χαθεί πίσω από κατάλευκες ομίχλες.
"Έραγκον!" Ο Μέρταγκ τινάχτηκε ολόρθος, τρομαγμένος. Η Σαφίρα όμως βρισκόταν ήσυχα πλαγιασμένη στο άλλο άκρο της κατασκήνωσης. Κοιτούσε ήρεμα τον καβαλάρη της, δίχως να δείχνει ν' ανησυχεί για κάτι. Ο Μέρταγκ βάλθηκε να μαζεύει τα πράγματά τους τοποθετώντας τα ξανά στις θήκες που κρέμονταν από τις σέλες των αλόγων. Τα ζώα φαίνονταν ξεκούραστα και χορτάτα. Δεν είχαν λόγο ν' αργοπορήσουν το ξεκίνημα της πορείας τους.
Ο Έραγκον σηκώθηκε στρώνοντας πρόχειρα τα ρούχα και τα μαλλιά του με τις παλάμες των χεριών του. "Επικοινώνησα με την ξωτικιά!" δήλωσε, με τον τόνο της φωνή του να χρωματίζεται από έκδηλη ικανοποίηση. "Με πληροφόρησε, ότι ο Ίσκιος την πότισε με το φαρμάκι Σκίλνα Μπραχ, γι' αυτό τον λόγο δεν μπορεί να ανακτήσει τις αισθήσεις της. Φροντίζει, μένοντας σε κατάσταση αναισθησίας, να καθυστερεί τον θάνατό της, που σίγουρα θα έρθει χωρίς το αντίδοτο."
Ο Μέρταγκ τον κοίταξε παραξενεμένος. "Και ποιο είναι αυτό το αντίδοτο;"
"Η ξωτικιά είπε πως είναι το νέκταρ Τούνιβορ, από το μανιτάρι Φρικέι Άντλατ. Φυτρώνει μονάχα στις σπηλιές του δάσους των ξωτικών και στους βράχους ανάμεσα στις στοές του Φάρδεν Ντουρ, στα όρη Μπέορ."
Ακούγοντας αυτά τα λόγια τα μάτια του Μέρταγκ άστραψαν. Μετά από την συγκεκριμένη εξέλιξη και για να σώσει την ζωή της ξωτικιάς, ο δρακοκαβαλάρης θα ταξίδευε με την θέλησή του μέχρι το Φάρδεν Ντουρ. Ο ίδιος θα απέφευγε βέβαια να αποκαλύψει, ότι γνώριζε κάποια μονοπάτια, που ίσως οδηγούσαν μέσα στα βάθη των δασών των ξωτικών. Η είσοδος στα μαγεμένα δάση τους μπορεί να ήταν άλλωστε το ίδιο ριψοκίνδυνη για τον Έραγκον, όσο το αν τον οδηγούσε μέρα μεσημέρι στον κεντρικό δρόμο της Οουρου'μπαίην, με φανφάρες να παιανίζουν την εμφάνισή τους. Ο πρωταρχικός του στόχος παρέμενε να οδηγήσει στον Άτζιχαντ δράκο και καβαλάρη. Τώρα η ανάγκη της ξωτικιάς θα έπειθε τον Έραγκον ν' απευθυνθεί στους Βάρντεν. Δεν υπήρχε άλλη δικαιολογία καθυστέρησης, έπρεπε πάραυτα να κατευθυνθούν προς τους επαναστάτες.
…Δεν υπήρχε;… Κι αν… ίσως…
"Μπορώ να σε οδηγήσω στο Φάρδεν Ντουρ" δήλωσε αποφασιστικά ο Μέρταγκ προσπαθώντας να διώξει κάθε άλλη σκέψη και αμφιβολία. "Εκεί θα υπάρχει σίγουρα το αντίδοτο." Η εικόνα του κόκκινου αυγού επάνω στο βάθρο του, να φλέγεται από τις άλικες αντανακλάσεις που σκόρπαγε τριγύρω, επανήλθε εντονότερη γεμίζοντας τον νου. Η καρδιά του αποζητούσε με λαχτάρα αυτό το κάλεσμα.
…"Φύγε!... Ω, σε παρακαλώ… σε ικετεύω… μην με βάζεις σε παρόμοιους πειρασμούς… έχω την αποστολή μου… την Ναζουάντα που περιμένει!"…
Για να ξορκίσει τις παρεισφρύουσες σκέψεις, έχωσε απότομα το χέρι μέσα από το πουκάμισο αγγίζοντας το ξύλινο φυλαχτό, που κρεμόταν πάνω στο στήθος του. Το δικό της φυλαχτό! Είχε φτάσει η ώρα, να γυρίσει και πάλι κοντά σ' εκείνη. Ένιωσε την παρόρμηση για το αυγό ν' απομακρύνεται και την καρδιά του να γεμίζει με λαχτάρα για την Ναζουάντα. Σήκωσε στα μπράτσα του το ελαφρύ σώμα της ξωτικιάς και βάλθηκε να το στερεώνει πάνω στην σέλα του αλόγου, του καστανόχρωμου, που την είχε μεταφέρει και την προηγούμενη.
"Αλήθεια; Ξέρεις τον δρόμο να μας οδηγήσεις εκεί όπου υπάρχει το βάλσαμο;" Ο Έραγκον στεκόταν πίσω του, τα μάτια του γυάλιζαν.
"Τον ξέρω! Εκεί θα σας οδηγήσω."
Η Σαφίρα ανυψώθηκε στον αέρα και οι δύο νέοι ίππευσαν τα άλογά τους. Ο Μέρταγκ ανέλαβε να οδηγεί από τα ινία τον Κάντοκ με το αναίσθητο σώμα της γυναίκας πλαγιασμένο χαλαρά πάνω στην σέλα του.
"Ίσως να ήταν καλύτερα, αν δέναμε το σώμα της πάνω στην σέλα της Σαφίρα. Μπορεί το πέταγμα σε τέτοιο ύψος να την αναζωογονούσε."
"Ίσως να την αποτελείωνε πιο γρήγορα."
"Ίσως όμως, όχι!"
"Μπορούμε να το δοκιμάσουμε αργότερα."
Κίνησαν σιωπηλοί στην πορεία προς τον νότο, αντίθετα προς την κατεύθυνση που είχαν διανύσει καλπάζοντας ξέφρενα μόλις δύο μέρες πριν.
…Τόσο κοντά… Θεοί του πάνω και του κάτω κόσμου… πόσο κοντά βρισκόταν!... Τι άντρας ήταν αυτός, που ο φόβος τον απόδιωχνε δίχως να τολμήσει;… Που δεν δοκίμαζε καν, να ελευθερώσει τα δύο αυγά των δράκων;…
Ο Μέρταγκ τράβηξε απότομα τα ινία του αλόγου του σταματώντας. Πλάι του στάθηκε ήσυχα και το καστανόχρωμο με το κορμί της ξωτικιάς, που είχε μάθει πια ν' ακολουθεί τον οδηγό του. Μέσα στα βάθη της καρδιάς του ήξερε, ότι θα μετάνιωνε γι' αυτή του την απόφαση. Καταλάβαινε καλά, ότι αφού δεν είχε υπακούσει στην εντολή του Γκαλμπατόριξ, θα ήταν δύσκολο να γίνει και πάλι αποδεκτός κοντά του, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που ήταν πρώτα. Όχι μονάχα είχε αποφύγει να οδηγήσει σ' αυτόν το νέο ζευγάρι, είχε επίσης συνεργήσει στην ενέδρα και στον θάνατο στρατιωτών της αυτοκρατορίας… στην απελευθέρωση της ξωτικιάς. Όμως…
Μπορεί ο βασιλιάς να ήταν το πλέον επικίνδυνο άτομο, που ζούσε πάνω στην γη της Αλαγαισίας, πώς θα μπορούσε όμως να γνωρίζει, ότι ήταν αυτός, ο Μέρταγκ, που είχε βοηθήσει τον δρακοκαβαλάρη να αρπάξει μέσα από τα νύχια του Ίσκιου την αιχμάλωτη; Πώς θα μπορούσε ο βασιλιάς να ξέρει, ότι ο Μέρταγκ είχε συναντηθεί και ταξιδέψει με τον Έραγκον και την Σαφίρα; Οι δύο Ρά'ζακ ποτέ δεν τον είδαν να τους επιτίθεται, ούτε κι ο Ίσκιος· κι από τους στρατιώτες κανένας δεν είχε καταφέρει να επιζήσει. Κανείς δεν γνώριζε τι είχε κάνει. Δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί, ότι δοκιμάστηκε στην αποστολή που του ανέθεσαν, αλλά απέτυχε; Όμως τότε… η ανταμοιβή ποτέ δεν θα ερχόταν. Δεν θα την άξιζε. Ίσως βέβαια… αν θα κατόρθωνε να πείσει τον βασιλιά, ότι υπάρχουν πολλές ελπίδες, αν προσπαθούσε πάλι; Υπήρχε επίσης η πιθανότητα, ο Γκαλμπατόριξ να βρισκόταν ακόμα στην Ντρας-Λεόνα περιμένοντας. Τότε κι αυτός… Τελείωσε! Ο Μέρταγκ αποφάσισε πως θα τολμούσε. Θα φρόντιζε να προσαρμοστεί στην κάθε περίπτωση. Μεγάλο μπορεί να ήταν το τίμημα για την αποκοτιά του, μεγαλύτερο όμως το έπαθλο που θα κέρδιζε απ' αυτήν.
Συνειδητοποιώντας ότι η ομάδα πίσω του είχε σταθεί, ο Έραγκον πισωγύρισε. "Τι συμβαίνει; Γιατί σταθήκαμε;"
Ο Μέρταγκ οδήγησε τα άλογα στην άκρη του μονοπατιού που διέσχιζε το σύδενδρο κι αφίππευσε. "Άκουσέ με! Πρέπει να σου μιλήσω κι εσύ να προσπαθήσεις να με καταλάβεις. Ανέλαβα να σε οδηγήσω μέχρι το Φάρδεν Ντουρ και θα το κάνω… άμα μπορέσω. Πρέπει όμως πρώτα να φροντίσω μια σοβαρή μου υπόθεση, που δεν επιδέχεται αναβολή. Για να την τακτοποιήσω, θα χρειαστεί να ταξιδέψω ως την Ουρου'μπαίην."
Αποσβολωμένος απ' όσα άκουγε, ο Έραγκον αφίππευσε και εκείνος. "Τι είναι αυτά που μου λες;" Μέσα στον νου του η Σαφίρα βρυχήθηκε εφιστώντας την προσοχή του για άμεσο κίνδυνο.
Ο Μέρταγκ τον έπιασε από τους ώμους κοιτάζοντάς τον βαθιά μέσα στα μάτια. "Πριν λίγες μέρες με ρώτησες αν είμαι μαζί με τους επαναστάτες… κι εγώ το αρνήθηκα. Πρέπει να καταλάβεις, ότι δεν σκόπευα να σε γελάσω. Απλά δεν γνώριζα ακόμα τις διαθέσεις σου, ούτε τις πιθανές συμμαχίες που επρόκειτο να συνάψεις. Ποτέ δεν θα διακινδύνευα να αποκαλυφθεί η ιδιότητά μου." Σταμάτησε για λίγο να μιλά προσπαθώντας να διακρίνει μέσα στα μάτια του αγοριού τις απώτερες σκέψεις του. Ο Έραγκον παρέμενε άφωνος, έκπληκτος να τον κοιτά. "Η αλήθεια είναι, πως είμαι με τους Βάρντεν. Ο αρχηγός τους με έστειλε στην Ουρου'μπαίην, για να κατασκοπεύω για τους επαναστάτες."
Ακούγοντας αυτά τα τελευταία λόγια ο δρακοκαβαλάρης φάνηκε να θυμώνει, ίσως ακόμα και να μην πείθεται τόσο εύκολα. "Τώρα μου το λες αυτό; Δεν πέρασε από το μυαλό σου τόσες μέρες, ότι θα έπρεπε να ξέρω την αλήθεια;"
"Και τι θα άλλαζε αν γνώριζες;" Ο Μέρταγκ του έσφιξε τους ώμους. "Πρέπει να καταλάβεις, Έραγκον, είναι πολλά που διακυβεύονται, ζητήματα ζωής και θανάτου. Υπάρχουν πληροφορίες που μεταφέρω για τους Βάρντεν, πληροφορίες που θα έπρεπε να έχουν ήδη φτάσει στο κατάλληλο πρόσωπο. Αντί γι' αυτό έχω καθυστερήσει βοηθώντας εσένα να γλιτώσεις από τους εχθρούς σου και να ελευθερώσεις την ξωτικιά γυναίκα των ονείρων σου. Μπορείς, αν θες, να με κατηγορήσεις, ότι σου έκρυψα την αλήθεια, στιγμή μην αμφιβάλεις όμως για τις προθέσεις μου. Σου ορκίζομαι σε ότι ιερό πιστεύω, προσπάθησα να διατηρήσω την ελευθερία σου και θέλω να καυχώμαι, ότι το κατόρθωσα. Όσο μπορούσα σε βοήθησα όταν με χρειάστηκες, βοήθησέ με κι εσύ τώρα δείχνοντας κατανόηση, γιατί έχω την ανάγκη σου." Ο Μέρταγκ είδε το βλέμμα του δρακοκαβαλάρη να χάνεται και κατάλαβε ότι συνομιλούσε με τον δράκο. Η συνεννόησή τους δεν βάστηξε για πολύ.
"Η Σαφίρα κι εγώ αναγνωρίζουμε τα όσα έκανες για μας," είπε ο Έραγκον "δεν είμαστε αγνώμονες. Λίγος είναι ο καιρός που εγώ κι εκείνη περιδιαβαίνουμε τον κόσμο και ακόμα λιγότερα όσα γνωρίζουμε γι' αυτόν. Απόφασή μας όμως είναι να βοηθάμε, σαν δράκος και καβαλάρης, όσους έχουν την ανάγκη μας. Αν είναι όμως να κάνουμε το οτιδήποτε θα μπορούσε να θέσει τις ζωές μας σε κίνδυνο, θα πρέπει να μάθουμε για σένα περισσότερα. Ανέλαβες να μας οδηγήσεις, όπως ισχυρίζεσαι, στο Φάρδεν Ντουρ, εκεί όπου υπάρχει το αντίδοτο για το ξωτικό. Πες μας! Πού τελικά μας πηγαίνεις;"
Ο Μέρταγκ ένευσε και κατεβάζοντας τα δύο του χέρια βάλθηκε να λύνει τα λουριά του σάκου, που φύλαγε στερεωμένο πάνω στην σέλα. "Εδώ και κάποιες εποχές, οι Βάρντεν ζουν στο Φάρδεν Ντουρ, κρυμμένοι μέσα στην πόλη και τις στοές των νάνων, αποφεύγοντας έτσι το μίσος και την μανία του Γκαλμπατόριξ. Πολλές ήταν οι αιτίες που τους έκαναν να εγκαταλείψουν το βασίλειο της Σούρντα, όπου είχαν βρει καταφύγιο για χρόνια, αφορμή όμως στάθηκε μια απόπειρα φόνου." Ο Μέρταγκ στύλωσε το ατσάλινο βλέμμα του μέσα στα μάτια του δρακοκαβαλάρη. Ναι, αυτό θα μπορούσε να το πει, σίγουρος πως θα τον επηρεάσει. "Ο Γκαλμπατόριξ αποφάσισε να τσακίσει το ηθικό του αρχηγού των Βάρντεν, στέλνοντας δολοφόνους να βλάψουν, όχι τον ίδιο, μα το παιδί του. Δεκατριών χρονών κορίτσι!" Έκανε στα λόγια του μια παύση αφήνοντας τον δρακοκαβαλάρη να χωνέψει το γεγονός, κατόπιν συνέχισε. "Εκείνη βέβαια σώθηκε, μα ο Άτζιχαντ, ο πατέρας της και αρχηγός των Βάρντεν, αποφάσισε, πως για την ασφάλεια των επαναστατών, θα έπρεπε ν' αναζητήσουν αλλού άσυλο. Οι νάνοι του Φάρδεν Ντουρ τους δέχτηκαν κι εγώ αργότερα ταξίδεψα κοντά τους. Ο Άτζιχαντ με τίμησε με την εμπιστοσύνη του στέλνοντας εμένα στην Ουρου'μπαίην." Ο Μέρταγκ έβγαλε από τον σάκο το σημειωματάριο με όλες τις παρατηρήσεις που είχε γράψει κατά τους μήνες της παραμονής του στο κάστρο της πρωτεύουσας. Όλα όσα άκουσε, όλα όσα έμαθε και είδε, βρίσκονταν καταγεγραμμένα μέσα σ' αυτές τις σελίδες. "Τώρα εγώ θα γυρίσω πίσω στην πόλη, να ολοκληρώσω την αποστολή μου. Εκείνο που ζητώ από σένα είναι μονάχα να με περιμένεις κρυμμένος με ασφάλεια για μία μέρα ακόμα και μία νύχτα. Αν στο διάστημα αυτό δεν έχω γυρίσει, τότε να πάρεις άμεσα τον δρόμο που θα σου υποδείξω. Αν όλα πάνε κατ' ευχήν, θα είμαι εγώ αυτός που θα σε οδηγήσει μέχρι το τέλος της διαδρομής σου. Σου εμπιστεύομαι όλα όσα έμαθα τον χρόνο που κατασκόπευα για τους Βάρντεν. Τούτες οι σημειώσεις φρόντισε να παραδοθούν στα χέρια του ίδιου του αρχηγού τους. Να μην εμπιστευτείς άλλον κανένα, ιδίως τους δίδυμους μάγους που συνεργάζονται μαζί τους. Επείγει να ειδοποιηθεί ο Άτζιχαντ, ότι οι άνθρωποι που διάλεξε να προστατεύουνε τους Βάρντεν είναι προδότες. Κρυφά απ' αυτούς εργάζονται για το συμφέρον του Γκαλμπατόριξ. Πες του να φροντίσει να τους εξαφανίσει. Δεν είναι παρά φίδια, που φτύνουν το δηλητήριό τους στον κόρφο του, για να τον καταστρέψουν. Από αυτούς ο βασιλιάς μαθαίνει όλα τα σχέδια και τα μυστικά του."
Την ίδια εκείνη την στιγμή με έναν γδούπο η Σαφίρα προσγειώθηκε πίσω τους τρομάζοντας τα άλογα. Τέντωσε τον μακρύ λαιμό της μυρίζοντας τον Μέρταγκ, σαν να ήταν η πρώτη φορά που συγχρωτίζονταν μαζί του. "Μικρούλη, ρώτησέ τον, πώς γίνεται να γνωρίζει τόσες και τόσες λεπτομέρειες;"
"Η Σαφίρα, αλλά κι εγώ επίσης, θα θέλαμε να ξέρουμε ποιος πραγματικά είσαι, για να γνωρίζεις τις λεπτομέρειες που περιγράφεις."
Αν ο δρακοκαβαλάρης είχε εντυπωσιαστεί από τα λόγια του, δεν το έδειχνε. Αντίθετα, ένα βλέμμα καχυποψίας είχε απλωθεί στο πρόσωπό του. Ο Μέρταγκ ένοιωσε ταυτόχρονα την προσπάθεια του Έραγκον, να διεισδύσει στο μυαλό του, να εξετάσει με τον τρόπο αυτόν το αληθές των λόγων του, κάτι που άμεσα απέκρουσε απαγορεύοντάς το. "Δεν είμαι άλλος από αυτός που είπα. Το όνομά μου είναι Μέρταγκ, γιος του Τόρνακ. Πάνε δύο χρόνοι που έχασα τον πατέρα μου, η δε μητέρα πέθανε όταν ήμουν πολύ μικρός και ελάχιστα την θυμάμαι. Ο Άτζιχαντ και οι δικοί του είναι πια για μένα, όλη η οικογένεια που μου έχει απομείνει. Είμαι ορκισμένος στον σκοπό του και το έργο του. Πρέπει να μάθει αυτές τις πληροφορίες άμεσα κι εγώ να ολοκληρώσω την αποστολή μου."
Ο δρακοκαβαλάρης τον άρπαξε από το μανίκι τραβώντας τον κοντύτερα. "Πες μας ακόμα, πού έμαθες να προφυλάσσεις έτσι τον νου σου και ποια είναι η αποστολή σου;"
Ο Μέρταγκ ένευσε ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά και προς την Σαφίρα. "Το πρώτο το διδάχτηκα κοντά σ' έναν σπουδαίο δάσκαλο, στην Σούρντα. Όσο για την αποστολή μου…" Πήρε βαθιά ανάσα πριν απαντήσει. "Υπάρχουν ακόμα δύο αυγά των δράκων στην πρωτεύουσα. Στόχος μου είναι να προσπαθήσω να τα ελευθερώσω κλέβοντάς τα από τον Γκαλμπατόριξ, τουλάχιστον το ένα από αυτά. Το ξέρω, είναι επικίνδυνη αποστολή, όμως…"
Η Σαφίρα έτεινε τον μακρύ λαιμό της στα ύψη και βρυχήθηκε την χαρά της προς τα ουράνια. Ταυτόχρονα τα νύχια της έξυναν τη γη ξεριζώνοντας ρίζες, τα καρφιά της ουράς της κομμάτιαζαν κλαδιά και θάμνους. Η καρδιά του δρακοκαβαλάρη γέμισε με το βαθύ συναίσθημα και τον ενθουσιασμό της δράκαινας. Ο Μέρταγκ χρειάστηκε όλη την δύναμη των μπράτσων του και την πειθώ, για να συγκρατήσει και κατόπιν να ηρεμήσει τα άλογα, που από τον φόβο τους προσπάθησαν αιφνιδιασμένα να καλπάσουν μακριά.
"Αν πρόκειται για αυγά δράκων, κανείς και τίποτε δεν θα μας εμποδίσει να έρθουμε μαζί σου στην πρωτεύουσα" δήλωσε ο Έραγκον με ύφος αποφασισμένο. Μέσα στο στήθος του ξεχύθηκε ένα αίσθημα γαλήνης. "Δεν είμαστε πια μονάχοι, συντρόφισσα της ψυχής μου!"
"Έραγκον, όχι! Ορκίσου, πως μονάχα θα με περιμένεις για όσο χρόνο σου ζήτησα κρυμμένος στην ασφάλεια. Σαφίρα, σε εξορκίζω, θα πρέπει να τον κρατήσεις μακριά από κάθε κίνδυνο. Εκείνο που προέχει είναι να φτάσετε και οι δύο σώοι κοντά στους Βάρντεν. Ο Άτζιχαντ είναι άντρας τίμιος. Θα σας φερθεί με εντιμότητα και δικαιοσύνη. Άμα όμως πιαστείτε στις αρπάγες του βασιλιά, αιώνια σκλαβιά περιμένει και τους δυο σας, όσο για την Αλαγαισία... Θα συνεχίσει να υπάρχει σκεπασμένη από το σκοτάδι της μαγείας και τυραννίας του Γκαλμπατόριξ. Οι λαοί της θα ζούνε στερημένοι από την ελευθερία, την ισότητα και δικαιοσύνη, που οι Βάρντεν προτίθενται να φέρουν. Πιστέψτε με, εγώ έχω τον τρόπο να διαφύγω, αν κάτι δεν πάει όπως σχεδιάζω."
Ο δρακοκαβαλάρης φάνηκε να συζητά με την δράκαινα τις εναλλακτικές τους. Ο Μέρταγκ περίμενε να τελειώσουν την μεταξύ τους συνεννόηση. Κατόπιν ο Έραγκον στράφηκε προς αυτόν με ήρεμο ύφος.
"Μέχρι και αυτή την στιγμή, ότι μας έχεις συμβουλεύσει αποδείχτηκε σωστό. Θα ακολουθήσουμε τις παραινέσεις σου και θα σε περιμένουμε όπου μας υποδείξεις, κρυμμένοι στην ασφάλεια."
Ανακουφισμένος ο Μέρταγκ βάλθηκε να του περιγράφει την πορεία που έπρεπε ν' ακολουθήσουν. Τον έστειλε προς την λίμνη Τούντοστεν, προς τον ασφαλέστερο δρόμο απ' όπου θα μπορούσαν να περάσουν στα εδάφη της Σούρντα. Τον παρότρυνε να ψάξει στην Άμπερον για τον παλιό φίλο του Τόρνακ, τον Γκιέτβαλντ. Αυτός σαν αρχηγός καραβανιού, θα μπορούσε να τους οδηγήσει μέχρι το Φάρδεν Ντουρ, αν αναλάμβανε ακόμα αυτό το ταξίδι. Αλλιώς θα τον συμβούλευε, το πώς να βρει τον δρόμο. Για την περίπτωση που ο Γκιέτβαλντ είχε χαθεί ή ο δρακοκαβαλάρης δεν κατάφερνε να τον συναντήσει, ο Μέρταγκ σχεδίασε γι' αυτούς έναν πρόχειρο χάρτη επάνω στο χώμα κι ο Έραγκον μαζί με την Σαφίρα τον αποστήθισαν. Τον προέτρεψε επίσης να κρύβει την ύπαρξη της δράκαινας από όλους και να μην εμπιστεύεται κανέναν, παρά τον ίδιο τον Άτζιχαντ μονάχα.
Ανάμεσα από ένα άνοιγμα των πεύκων ο Μέρταγκ ανέβλεψε προς την ανατολή, στο σημείο που τα σύννεφα είχαν αρχίσει να ροδίζουν. Σε λίγο θα πρόβαλε από κει ο ήλιος. Υπήρχε ελάχιστος ακόμα χρόνος, μα θα προλάβαινε να γράψει μερικές αράδες για την Ναζουάντα. Ακούμπησε πάνω σε μια επίπεδη πέτρα το μικροσκοπικό δοχείο με το μελάνι και το δερμάτινο σημειωματάριο, χρησιμοποιώντας την επιφάνειά του για να στερεώσει το φύλλο του παπύρου. Δεν ήταν δύσκολο να βρει τα λόγια που θα της έγραφε. Ήταν, εδώ και καιρό, χαραγμένα βαθιά μέσα στην καρδιά του.
…"Ναζουάντα, κόρη γλυκιά…"…
Ο Έραγκον διακριτικά αποτραβήχτηκε συνομιλώντας μαζί με την Σαφίρα. Το γκρίζο άτι, ο Τόρνακ, κάρφωνε το πέταλο στη γη με αδημονία. Ο χρόνος τελείωνε…
Ο Μέρταγκ σφράγισε το γράμμα και το παρέδωσε μαζί με το σημειωματάριο στα χέρια του δρακοκαβαλάρη. "Φρόντισε οι πληροφορίες να παραδοθούν στον Άτζιχαντ άμεσα. Η γνώση για τους δίδυμους προδότες προέχει, καθώς είναι γι' αυτόν και για τους Βάρντεν ζήτημα ζωής και θανάτου. Παραλήπτης της επιστολής είναι η θυγατέρα του Άτζιχαντ, η Ναζουάντα. Μην την εμπιστευθείς σε κανέναν άλλο, παρά να την δώσεις μονάχα σ' αυτήν την ίδια."
Ο Έραγκον αποδέχτηκε το τετράδιο με ένα νεύμα, την δε επιστολή στριφογύρισε ανάμεσα στα δάχτυλά του εξετάζοντάς την. "Εσύ κι εκείνη… είσαστε…;"
Τα χείλη του Μέρταγκ σφίχτηκαν, το ατσάλινο βλέμμα άστραψε, το χέρι του ακούμπησε ασυναίσθητα στο στήθος, πάνω στο σημείο εκείνο που φορούσε κατάσαρκα το δωρισμένο φυλαχτό της. "Η Ναζουάντα είναι η πιο έντιμη και περήφανη κόρη που έχω γνωρίσει" παρατήρησε μονάχα, ενοχλημένος για την αδιακρισία του συντρόφου του.
Ο Έραγκον σιγούρεψε τις σημειώσεις μαζί με την επιστολή κρύβοντάς τα μέσα στο ρούχο του. "Μείνε ήσυχος, η Σαφίρα κι εγώ θα παραδώσουμε και τα δύο, όπως μας είπες." Η στιγμιαία ενόχληση του άλλου φάνηκε να του διαφεύγει.
Η στιγμή που θα χωρίζονταν είχε φτάσει και η συγκίνηση περίσσευε ανάμεσα στους δύο συντρόφους.
"Άσε να έρθω κι εγώ μαζί σου." Ο δρακοκαβαλάρης προσπάθησε μια τελευταία φορά, η φωνή του γεμάτη συναίσθημα. "Σίγουρα θα χρειαστείς την βοήθειά μου. Σε μια παράτολμη αποστολή όπως αυτή δύο είναι καλύτεροι από έναν. Επίσης, τα αυγά των δράκων είναι υπόθεση…"
Ο Μέρταγκ τον διέκοψε ανένδοτος. "Τρεις είναι οι λόγοι που δεν πρέπει να αποζητάς να μ' ακολουθήσεις. Ο πρώτος είναι να παραμείνεις ελεύθερος, να πολεμήσεις με τις δυνάμεις του καλού εναντίων του σκοταδισμού του Γκαλμπατόριξ. Αν σε σκλαβώσει η μαγεία του βασιλιά, τότε θα υποχρεωθείς να υπηρετείς μονάχα τα δικά του τα συμφέροντα. Ο δεύτερος λόγος, είναι να παραδώσεις στον Άτζιχαντ τις ζωτικές πληροφορίες που του στέλνω για τους προδότες και όχι μόνον. Καλοί άνθρωποι θυσιάστηκαν στην Ουρου'μπαίην για να αποκτηθούν αυτές οι γνώσεις." Τον κοίταξε στα μάτια γνωρίζοντας, ότι ο επόμενος λόγος που θα του έλεγε, θα ήταν ίσως γι' αυτόν κι ο κυριότερος. "Τρίτον, η ζωή της ξωτικιάς βρίσκεται πια στα δικά σου χέρια. Όσο αργείς να πας στο Φάρδεν Ντουρ, τόσο εκείνη κινδυνεύει. Μείνε κρυμμένος στην ασφάλεια. Όταν περάσει μία ημέρα και μια νύχτα και δεν έχω επιστρέψει, αυτό μονάχα δύο πράγματα θα μπορούσε να σημαίνει. Ή είμαι νεκρός, είτε αιχμάλωτος. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να φύγεις τάχιστα ακολουθώντας την πορεία που σου υπέδειξα."
.*.*.*.
"Μικρούλη…"
"Το ξέρω Σαφίρα! Λιγάκι ακόμα…"
"Ο χρόνος τελείωσε. Όσο παραμένουμε στο ίδιο σημείο, ο κίνδυνος για μας μεγαλώνει."
"Δεν θα μείνουμε ακόμα για πολύ."
"Ο ίδιος ο Μέρταγκ σου ζήτησε…"
"Το ξέρω!" Όχι δεν είχε θυμώσει μαζί της που επέμενε. Η εκλεκτή της καρδιάς του είχε απόλυτο δίκιο σε ότι κι αν έλεγε. Όμως… "Μονάχα για λίγες ακόμα ώρες."
Η προηγούμενη ημέρα είχε κυλήσει ήσυχη και τα σκοτάδια της νύχτας είχαν προ πολλού σβηστεί μέσα στο φως. Το στρογγυλό-μάτι-που-καίει είχε υψωθεί μισό άνοιγμα φτερού στο βάθος του ορίζοντα, αλλά τα δέντρα γύρω τους κάλυπταν το μέρος όπου είχαν φωλιάσει κάτω από την σκιά τους. Η Σαφίρα δάγκωσε εκνευρισμένη μια ρίζα, που εξείχε από το χώμα ενοχλώντας το πλευρό της. Η τρομερή απόληξη της ουράς της μαστίγωσε το δέντρο δημιουργώντας στον κορμό του χαρακιές. Προτού ακόμα φέξει το πρώτο φως της αυγής είχε σηκωθεί πετώντας σε αρκετό ύψος, εποπτεύοντας το γύρω τοπίο. Κανένας δεν φαινόταν να έρχεται προς την μεριά τους, ούτε και ο δύο-πόδια-στρογγυλά-αυτιά σύντροφος του εκλεκτού της. Οι ώρες που είχε αυτός ζητήσει να τον περιμένουν είχαν παρέλθει, όμως ο καβαλάρης της εννοούσε πεισματικά να παραμένει στον ίδιο τόπο.
"Έραγκον! Ο Μέρταγκ δεν πρόκειται να έρθει!" Ήταν η τελευταία φορά που η δράκαινα παρέμενε στα λόγια. Αν και τώρα ο εκλεκτός της δεν πειθόταν, είχε σκοπό να τον αρπάξει μέσα στα πόδια της, να σηκωθούν ψηλά στον αέρα και να πετάξει κάπου μακριά, μέχρι να είναι και οι δυο τους ασφαλείς. Θα εγκατέλειπαν τα άλογα, τα πράγματά τους και την δύο-πόδια-μυτερά-αυτιά, που με τόσον κόπο και θυσίες είχαν σώσει. "Σκέψου μονάχα τι σε συμβούλεψε ο δύο-πόδια-σύντροφός σου. Σκέψου, πως σου εμπιστεύθηκε την αποστολή του και όλα όσα επείγει να μεταφέρεις στους επαναστάτες. Σκέψου και τι ο ίδιος θα έκανε, αν ήταν στην δική σου θέση." Μέσα στον νου της η δράκαινα τον ένιωσε αργά-αργά να μεταστρέφεται. Η καρδιά του πονούσε απογοήτευση γεμάτη, εκείνη όμως βιαζόταν να τον πάρει μακριά από τα επικίνδυνα εδάφη. Η Σαφίρα είχε ένα ακόμα δυνατό επιχείρημα. "Σκέψου και την ζωή της ξωτικιάς. Εάν δεν φύγουμε αμέσως, όχι μονάχα κινδυνεύει, αλλά ίσως ακόμα να μην προλάβουμε να φύγουμε καθόλου, αν πέσουμε σε ενέδρα. Τα νεκρά σώματα των δύο-πόδια-φλόγα-στο-στήθος θα έχουν ήδη ανακαλυφθεί. Μπορεί μέχρι τώρα να υπήρξαμε τυχεροί, όμως η μοίρα γοργά αλλάζει."
"Είναι επίσης και τ' αυγά των δράκων…"
"Θα μας δοθούν άλλες ευκαιρίες."
Ο Έραγκον έλεγξε ακόμα μία φορά τον ζωτικό παλμό της ξωτικιάς, για να τον βρει αδύναμο όπως πάντα. "Έχεις δίκιο, Σαφίρα. Σε όλα όσα είπες, έχεις απόλυτο δίκιο."
Η δράκαινα τον χάιδεψε στα μαλλιά με το μουσούδι της. "Ο Μέρταγκ είναι ικανός και έξυπνος. Ξέρει καλά πώς να επιβιώνει. Μπορεί να μην κατάφερε να έρθει σ' ετούτη την συνάντησή μας, θα είναι όμως καλά."
"Αυτός δεν είναι καλός λόγος, να περιμένουμε για λίγο ακόμα; Μόνη σου είπες το πρωί, ότι κανένας δεν φαίνεται τριγύρω. Το κρησφύγετό μας είναι ακόμα για μας σίγουρο."
Η δράκαινα ένοιωσε την προηγούμενη μεταστροφή μέσα του, να παραλλάζει πάλι σε ελπίδα. Όχι, δεν θα επέτρεπε αυτό να γίνει. "Υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος, αν ο Μέρταγκ έχει συλληφθεί, ν' αναγκαστεί να ομολογήσει. Δεν θέλουμε να γίνει η αιτία, να έρθουν προς τα εδώ για μας οι στρατιώτες, ούτε και πια μπορούμε να τον εμπιστευόμαστε δίχως να γνωρίζουμε τι έχει μεσολαβήσει. Είδες τα τραύματα επάνω στο κορμί της ξωτικιάς και έχεις καταλάβει, τι είναι ικανοί οι υπηρέτες του Γκαλμπατόριξ να κάνουν. Ίσως ο Μέρταγκ να υποτάχτηκε."
Ο Έραγκον τινάχτηκε ενοχλημένος. "Όχι, ο Μέρταγκ ποτέ δεν θα υποτασσόταν. Θα προτιμούσε να…"
"Ακριβώς!" Η Σαφίρα ένοιωσε την καρδιά του εκλεκτού της να βουλιάζει μέσα στην θλίψη. "Ακόμα κι έτσι, αν…" η δράκαινα έπαυσε για μερικές στιγμές προσπαθώντας να βρει έναν καλύτερο τρόπο, να περάσει στον εκλεκτό της την ιδέα για το μοιραίο. "Ακόμα και αν τα μάτια του δεν βλέπουν πια το φως, τίποτε δεν μπορείς γι' αυτόν να κάνεις."
Πήραν και οι δύο περίλυποι τον μακρύ δρόμο προς τον νοτιά, ακολουθώντας την πορεία που ο Μέρταγκ είχε υποδείξει. Μέσα στις σκέψεις και τα βάθη της καρδιάς πενθούσαν. Πενθούσαν για τον πιστό σύντροφο, που γνώρισαν για λίγο και πια είχαν χάσει. Πενθούσαν για την μοίρα εκείνου που, ακόμα και αν ανάσαινε κάπου κάτω απ' τον ήλιο, δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι σίγουροι, αν ήταν πια ο ίδιος.
Σ/Σ: * Μά'μορ = Ξεκλείδωσε
Στα βιβλία ο Έραγκον χρησιμοποιεί μαγεία για να γιατρέψει την πληγή του Μπρομ και τα τραύματα της Άρυα. Στον ίδιο του τον εαυτό όμως το αποφεύγει, μάλιστα – αν θυμάμαι καλά – ούτε που περνά από το μυαλό του. Προτιμά να μένει πονεμένος με τα σπασμένα του πλευρά και τους μώλωπες από την κλωτσιά του Ρά'ζακ, αφήνοντας την γιατρειά στον χρόνο που ακολουθεί κατά την πορεία του προς το Γκίλ'ιντ. Ίσως να μην κατάφερνε να ενώσει τα οστά του – που αμφιβάλω – το να μην προσπαθήσει όμως καθόλου, μου φαίνεται κουτό εκ μέρους του (και εκ μέρους του συγγραφέα του βιβλίου). Πιθανών να αντιτάξει κάποιος, ότι ο Έραγκον είναι ακόμα άπειρος σε ζητήματα γιατρειάς. Σ' αυτή την ιστορία τον τοποθετώ να προσπαθεί μεν, να μην επιτυγχάνει θαύματα δε. Αν και θα μου άρεσε να περιγράψω μία από τις περίφημες ξιφομαχίες του με τον Μέρταγκ, προτίμησα μία ενδιάμεση κατάσταση αποθεραπείας, που του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει το τόξο, αλλά ακόμα του στερεί την μοναδική του δεξιοτεχνία στο σπαθί.
Όσο για τον Μέρταγκ, εκείνο που μπορώ να πω είναι, ότι άμα γεννηθεί κανείς φιλόδοξος, μεγάλοι είναι και οι πειρασμοί να επιλέγει χωρίς σύνεση και να ρίχνεται σε απερίσκεπτους κινδύνους. Σ' αυτήν την περίσταση το φυλαχτό της Ναζουάντα δεν τον βοήθησε και τόσο. Είναι βέβαια και το κόκκινο αυγό, που τον καλεί…
Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.
