Στη μούσα μου, την 815 BrokenPencils, που μου έχει λείψει υπέρμετρα.


Βρίσκοντας το πενταπόσταγμα της ζωής

Η παντελής μοναξιά που βίωνε τώρα, τον έκανε να θυμάται καταστάσεις του παρελθόντος, που μπερδεύονταν μεταξύ τους…

…Θυμόταν την ορφάνια, που βίωσε σαν μικρό παιδί… την μοναξιά του… τον φόβο για το μέλλον… ακόμα και, πολλές φορές, τον τρόμο…

…Θυμόταν το απομονωμένο κάστρο… χτισμένο από πέτρα του βουνού σκουρόχρωμη… αρχαίο φυλάκιο των δρακοκαβαλάρηδων… κι αυτός μονάχος ανάμεσα σε ξένους… αποστερημένος από συντροφιά και οικογένεια…

…Δεν θα μπορούσε να ξεχάσει την κλαγγή των όπλων, που αντηχούσε διαρκώς στα αυτιά του… η δική του μοναδική δεξιότητα στο σπαθί ήταν που θα τον ξεχώριζε απ' όλους τους υπόλοιπους…

…Χρόνους αργότερα, θυμόταν, την συνάντηση με την γυναίκα στην Άμπερον… συνάντηση, που είχε για πάντα αλλάξει το μέλλον και την ζωή του…

…Η ώρα του όμως κόντευε ξανά… Ο χρόνος που θα επέστρεφε στον κόσμο σίμωνε…

…Έτσι είχε πει εκείνη… κι αυτός την εμπιστεύθηκε… Εκείνη! ...όπου ταξίδευε ακολουθώντας πάντοτε τις αλλαγές των καιρών…

…Ο κόσμος σύντομα επρόκειτο να αλλάξει!

.*.*.*.

Τελείως άγρυπνος και δίχως ξεκούραση ο Έραγκον είχε διανύσει τόπους χαμένους ανάμεσα στις ερημιές. Είχε διασχίσει δύσβατες λόχμες, όπου η πυκνή βλάστηση δυσκόλευε την πορεία των αλόγων. Κατά τη νύχτα κίτρινα μάτια τον παρακολουθούσαν ακίνητα ανάμεσα από τους θάμνους, ενώ στο φως της μέρας τα μικρότερα αγρίμια, που φώλιαζαν εκεί, τινάζονταν τρομαγμένα με την αιφνίδια παρουσία του. Είχε ακολουθήσει τις βραχώδεις εκτάσεις του νότου, όπου τα πέταλα των αλόγων κροτούσαν επάνω σε διάσπαρτα κομμάτια πέτρας, σπασμένα και τριμμένα, λες, από το γιγάντιο σφυρί ενός αρχαίου θεού. Η γη γύρω του έδειχνε χέρσα κι άγονη, ερημωμένη σαν να μην είχε κατοικηθεί από ανθρώπους ποτέ πιο πριν.

Καμία καταδίωξη από άντρες της αυτοκρατορίας δεν είχε διακόψει την πορεία τους μέχρι στιγμής. Ούτε ο Έραγκον αντιλήφθηκε κάτι, ούτε και η Σαφίρα, που πετούσε ψηλά από πάνω του, είχε ειδοποιήσει για κάποιον επερχόμενο κίνδυνο. Περιορίζοντας στο απαραίτητο ελάχιστο τις ώρες της ανάπαυσης από το πέταγμά της, η δράκαινα είχε συντρέξει τον εκλεκτό της, πάντοτε συνδεδεμένη νοητικά μαζί του. Ο δρακοκαβαλάρης της βιαζόταν να απομακρυνθεί όσο ταχύτερα γινόταν από την πρωτεύουσα κι εκείνη μαζί του συμφωνούσε. Όχι βέβαια για τον λόγο που έκαιγε την δική του την καρδιά – να φτάσει μια ώρα αρχύτερα στην Σούρντα και στο Φάρδεν Ντουρ για την σωτηρία της ξωτικιάς – όσο για το να βρεθούν και οι δύο μακριά από τα εδάφη της αυτοκρατορίας, αναζητώντας μεγαλύτερη ασφάλεια.

Ο Έραγκον μετέφερε το αναίσθητο σώμα της γυναίκας στερεωμένο επάνω στο καστανόχρωμο άλογό του. Ο Κάντοκ είτε βάδιζε, είτε τρόχαζε υπάκουα δίπλα του, ενώ ο ίδιος τον οδηγούσε κρατώντας τον χαλινό του, ιππεύοντας πάντα τον Σνοουφάιρ. Από την τελευταία φορά που με επιτυχία επικοινώνησαν με την ξωτικιά, δεν είχε δοκιμάσει ξανά να έρθει σε κάποια επαφή μαζί της. Η δράκαινα είχε προτείνει, να δέσουν το αναίσθητο σώμα στην δική της σέλα, για να απαλλαγεί ο καβαλάρης της από τον πρόσθετο μπελά. Ίσως ακόμα και τον πιθανό κίνδυνο που θα διέτρεχε από κάποια απρόσμενη συνάντησή του με στρατιώτες. Ο ίδιος θα μπορούσε να περάσει ανεμπόδιστος τον όποιον έλεγχο, όχι όμως και η γυναίκα. Το χαλαρό κορμί της πλαγιασμένο επάνω στη σέλα ήταν έτσι κι αλλιώς αιτία καχυποψίας, πόσο μάλλον αν κάποιοι ανακάλυπταν ότι επρόκειτο για ξωτικιά. Ο Έραγκον στάθηκε θετικός με την πρόταση της Σαφίρα. Μη θέλοντας όμως να κουράσει με το επιπρόσθετο βάρος τα φτερά της, είχε δηλώσει ότι μπορούσαν αργότερα να στερεώσουν την ξωτικιά στη σέλα της, όταν θα αντιλαμβάνονταν κίνδυνο κάπου κοντά τους. Ο τόπος που ταξίδευαν φαινόταν έρημος, η παρουσία τους περνούσε απαρατήρητη και προείχε το να απομακρυνθούν από την πόλη το ταχύτερο. Στην κατοπινή πορεία τους θα συναντούσαν σίγουρα ανθρώπινους οικισμούς και τότε η Σαφίρα θα βοηθούσε.

Η δράκαινα είχε αποδεχτεί τους ισχυρισμούς του και είχε πετάξει ψηλά, σε αρκετή απόσταση μπροστά τους, ελέγχοντας από αυτά τα ύψη την πορεία τους. Με την ανοιχτή διανοητική τους σύνδεση, η Σαφίρα αντιλαμβανόταν καθαρά την ανάγκη του Έραγκον, να έχει την ξωτικιά κάπου κοντά του. Όχι μονάχα για να ελέγχει τις ζωτικές της λειτουργίες, αλλά και για να βρίσκεται μαζί της. Ο εκλεκτός της ήταν ανίκανος να κρύψει από την ίδια, ότι του άρεσε να κοιτά το χλωμό πρόσωπο της γυναίκας. Για κάποιον λόγο, που ούτε ο ίδιος θα μπορούσε να εξηγήσει στον εαυτό του, του ήταν ευχάριστο να παρατηρεί τις βαριές σκιές που σχηματίζονταν επάνω στα κλειστά της ματόφυλλα. Τον ικανοποιούσε να ανασαίνει την μυρωδιά από βρεγμένο χώμα και ανθισμένο πεύκο, που απέπνεε το κορμί της και τα μαύρα, λυτά της μαλλιά, που χύνονταν σαν μεταξένιοι καταρράκτες στους ώμους της. Η δράκαινα αδυνατούσε να καταλάβει το γιατί ένα τόσο λεπτεπίλεπτο πλάσμα, κάποια δίχως τις δικές της λαμπερές φολίδες, χωρίς τα αστραποβόλα κέρατα και τα τρομερά, γαμψά της νύχια, μπορούσε να τραβήξει την προσοχή του εκλεκτού της. Πετούσε όμως ελέγχοντας ευσυνείδητα από απόσταση το κάθε τι που θα μπορούσε να αποτελέσει γι' αυτόν κίνδυνο. Όταν κουραζόταν προσγειωνόταν κουρνιάζοντας πάνω στη γη, αναμένοντας τον εκλεκτό της.

Μ' αυτόν τον τρόπο ο Έραγκον και η Σαφίρα ταξίδεψαν για μέρες και νύχτες κάνοντας στάσεις ελάχιστες, εκείνη για να ξεκουράζει τα φτερά της κι αυτός τα άλογά του.

Ο Έραγκον πενθούσε. Η καρδιά και το μυαλό του ήσαν γεμάτα μαύρες σκέψεις, που ταίριαζαν απόλυτα με την ερημία που ξεδιπλωνόταν γύρω του. Θεωρώντας νεκρό τον σύντροφό του, είτε αιχμάλωτο – που σήμαινε, ότι σύντομα θα ήταν νεκρός – ο δρακοκαβαλάρης ακολουθούσε την πορεία, που ο Μέρταγκ είχε υποδείξει. Ιππεύοντας τον Σνοουφάιρ και οδηγώντας πλάι του τον Κάντοκ, απ' ότι υπολόγιζε, θα έπρεπε τώρα πια να έχουν προσπεράσει το Χελγκράιντ από απόσταση τόσο μεγάλη, που ούτε καν ξεχώριζαν οι ομιχλώδεις κορυφές του στο βάθος του ορίζοντα. Οι ώρες μιας παγωμένης νύχτας είχαν παρέλθει, το φως της αυγής όμως, που με λαχτάρα πρόσμενε, δεν έλεγε να φέξει. Οι σκοτεινές ώρες είχαν κυλήσει δύσκολα επάνω στην σέλα, παρ' όλα αυτά ο Έραγκον είχε αρνηθεί στην παραίνεση της δράκαινας να σταματήσουν. Τώρα ανάμενε τον ήλιο να προβάλει, για να φωτίσει λίγο τον κόσμο γύρω του, να τον ζεστάνει. Γοργά απογοητεύτηκε. Από τα αξημέρωτα σκοτάδια μολυβένια σύννεφα είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται πάνω από την απέραντη, κατάξερη πεδιάδα που διέσχιζε. Δίχως ν' αφήσουν να φανεί ίχνος από το φως της μέρας, είχαν καλύψει ολάκερο τον θόλο του ουρανού απ' άκρη σ' άκρη. Αν κάπου υπήρχε ο ήλιος, τότε αυτός είχε κρυφτεί για τα καλά πίσω από μια σωρεία γκριζόμαυρων, πυκνών στρωμάτων δίχως μορφή και σχήμα. Σκοτεινό και τρομακτικό στη θέα το μελανόχρωμο κάλυμμα του ουρανού δεν είχε επιτρέψει ούτε καν ελάχιστες σταγόνες χρυσαφένιου φωτός να διαχέονται στην περίμετρο. Ούτε ένα μικρό, φωτεινό ξέφτι δεν πρόκαμε να προβάλει ανάμεσα από την μαυρίλα.

Η βαριά, θαμπόγκριζη ατμόσφαιρα αντανακλούσε τον ψυχισμό του Έραγκον στον έξω κόσμο. Η καρδιά του δρακοκαβαλάρη ήταν γεμάτη συναισθήματα απώλειας και τον νου του καταδυνάστευαν ιδέες για την κακιά του τύχη. Κατά το τελευταίο διάστημα είχε απολέσει αγαπημένους συγγενείς και φίλους έχοντας χάσει τα πάντα. Η αρχή είχε γίνει με τον βασανισμό και φόνο του θείου Γκάρροου από τους Ρά'ζακ και την καταστροφή απ' αυτούς του σπιτιού της φάρμας τους στο Κάρβαχωλ. Μετά είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει τον Ρόραν, που μαζί είχαν μεγαλώσει σαν αδέλφια. Ο Έραγκον το είχε σκάσει προτού ακόμα κηδευτεί ο θείος του, κάτι που ο Ρόραν σίγουρα δεν θα του συγχωρούσε τόσο εύκολα. Ούτε κι ο ίδιος θα συχώραγε ποτέ τον εαυτό του, παρά την μεγάλη ανάγκη που τον πίεζε. Κατόπιν είχε ακολουθήσει η σειρά του Μπρομ. Ο γερο-παραμυθάς, ο φίλος του, ο στερνός απ' τους ελεύθερους δρακοκαβαλάρηδες, ο δάσκαλός του, είχε κι αυτός χαθεί θυσιάζοντας τον εαυτό του για να σωθεί ο ίδιος. Και τώρα ο Μέρταγκ… Στην προσπάθειά του να ελευθερώσει τα αυγά των δράκων δεν τα είχε καταφέρει, ώστε να επιστρέψει. Όπως έδειχναν τα πράγματα, όλοι όσοι έρχονταν κοντά του, με όσους είχε την παραμικρή επαφή, ήσαν καταδικασμένοι με κάποιον τρόπο.

Ο Έραγκον κοίταξε ψηλά περιμένοντας στάλες βροχής να πέσουν στο πρόσωπό του. Στο βάθος του ορίζοντα το απότομο χτύπημα της αστραπής έσχισε τον ουράνιο θόλο στα δύο, ο ήχος της βροντής ακολούθησε αμέσως μετά. Με τόσα μολυβένια σύννεφα από πάνω του, θα περίμενε κανείς να έχει ήδη ξεσπάσει καταιγίδα. Η σκοτεινιά του κόσμου όμως ίσως να οφειλόταν σ' αιτία άλλη. Απ' ότι έδειχνε, παρά τις συχνές πτώσεις των κεραυνών, είχε καιρό πολύ να βρέξει επάνω στην πεδιάδα. Το χώμα θα παρέμενε για πολύ ακόμα κατάξερο.

Με την άκρη του μυαλού και τις μουδιασμένες του αισθήσεις αντελήφθη την Σαφίρα να εφορμά κάθετα προς τα κάτω. Η δράκαινα είχε εδώ και ώρα προσπαθήσει να επικοινωνήσει μαζί του παρασύροντάς τον έξω από αυτή την μελαγχολική διάθεση. Γυρνούσε τώρα βιαστικά πίσω στη γη, κάτι που ανάγκασε τον Έραγκον να εγκαταλείψει στιγμιαία τις προηγούμενες, δυσάρεστες σκέψεις. Η καρδιά του γέμισε αγωνία και ταραχή. "Συμβαίνει κάτι, Σαφίρα;" Καμία από τις προηγούμενες ημέρες η σύντροφός του δεν είχε συμπεριφερθεί με τέτοιον τρόπο. Μέσα από την ένωσή τους, ο Έραγκον ένιωσε το βάρος της οργής της.

"Αρκεί!" Η Σαφίρα γυρνούσε θυμωμένη. "Για τα εγκλήματα των Ρά'ζακ δεν φταίει καμία δική σου κακή τύχη. Ούτε και είσαι εσύ υπεύθυνος για τη ριψοκίνδυνη απόφαση του Μέρταγκ, να επιστρέψει στην Ουρου'μπαίην!" Με έναν γδούπο που έκανε την γη να τρέμει, η Σαφίρα προσγειώθηκε μπροστά του σε μικρή απόσταση από τα άλογα, κάνοντας τον Σνοουφάιρ να σηκωθεί στα πίσω πόδια χλιμιντρίζοντας. Ο Κάντοκ τίναξε με φόρα το καπίστρι προσπαθώντας να ελευθερωθεί.

"Σαφίρα! Τα άλογα… η ξωτικιά…" Ο Έραγκον συγκράτησε την ορμή του Σνοουφάιρ με δυσκολία χαϊδεύοντας το πλάι του λαιμού του, καθησυχάζοντάς τον με γλυκόλογα στο αυτί του. Στιγμή δεν είχε περάσει από το μυαλό του, ότι η δική του κακή διάθεση μοιραία επηρέαζε και την σύντροφο της ψυχής του.

Η δράκαινα πλησίασε αργά με βαριά βήματα. Τα γαμψά της νύχια ξεκοίλιαζαν την ξεραμένη γη, μικρά κομμάτια πέτρας πετάγονταν ολόγυρά της και κουρνιαχτός ανασηκώθηκε βαραίνοντας πιότερο την ήδη ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. "Ο Μπρομ θυσίασε την ζωή του για να σε σώσει." Το σχιστό, ζαφειρένιο μάτι της με το διπλό βλέφαρο ανοιγόκλεισε απότομα, για να καρφωθεί κατόπιν ίσια επάνω του. "Μην φέρνεις προσβολή στην μνήμη του κάνοντας παρόμοιες σκέψεις. Όσο για τον Μέρταγκ, ο ίδιος διαβεβαίωνε, ότι υπάρχει τρόπος διαφυγής του από την πρωτεύουσα. Να μην προκαλείς την τύχη του πενθώντας τον, χωρίς να γνωρίζεις τίποτε από ότι του συνέβη."

"Ήταν δικό μας χρέος, Σαφίρα, το να φροντίσουμε να ελευθερωθούν τα αυγά. Όχι του Μέρταγκ. Οφείλαμε να τον έχουμε συντρέξει."

Η δράκαινα τέντωσε τον μακρύ λαιμό της και, προς δυσφορία των αλόγων, πλησίασε τη μουσούδα της κοντά του. Τα ρουθούνια της ανοιγόκλεισαν μυρίζοντάς τον, το ζεστό της χνώτο ανακάτεψε τα ήδη αναστατωμένα μαλλιά του. "Σύνεση, μικρούλη! Όπως σου έχω ξαναπεί, θα υπάρξουν πολύ καλύτερες ευκαιρίες. Όταν θα είμαστε και οι δύο δυνατότεροι, εσύ κι εγώ θα ταξιδέψουμε και πάλι στην Ουρου'μπαίην, όχι κρυμμένοι την φορά αυτή. Θα έχουμε δυο λογάκια να συζητήσουμε με τον σφετεριστή, τον αυγοσπάστη και τον κλεμμένο, μαύρο δράκο του. Τώρα εκείνο που προέχει είναι να απομακρυνθούμε όσο γίνεται πιο γρήγορα από τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Θα σώσουμε την ζωή της ξωτικιάς, αφού την θεωρείς τόσο σημαντική για σένα. Θα τιμήσουμε και την συνεισφορά του Μέρταγκ, με το να μεταδώσουμε τις πληροφορίες που μας εμπιστεύτηκε στους επαναστάτες."

"Σωστά είναι όλα όσα ισχυρίζεσαι, Σαφίρα, όμως…"

"Σαν άνθρωπος των Βάρντεν, ο Μέρταγκ έπραξε σωστά να μείνει πιστός στην αποστολή που του είχαν αναθέσει. Αυτό τον τιμά διπλά και τρίδιπλα, σαν φίλο, σαν σύντροφό μας και σαν επαναστάτη. Οι αμφιβολίες σου τον μειώνουν."

Ο Έραγκον αναγκάστηκε να παραδεχτεί, ότι η δράκαινα σωστά μιλούσε. Παρά τα ενθαρρυντικά της λόγια όμως και την συναισθηματική εγγύτητά τους, η καρδιά του παρέμενε βαριά. Όταν θα γίνονταν και οι δύο πιο δυνατοί, κάπου στο μέλλον, θα φρόντιζε να επιστρέψει στην Ουρου'μπαίην. Θα απελευθέρωναν τα αυγά, θα αναζητούσε να μάθει και για την τύχη του Μέρταγκ. Πώς όμως θα κατάφερνε να γίνει δυνατότερος, όταν οι γνώσεις του ήταν τόσο λίγες; Ο Μπρομ, ο δάσκαλός του, είχε χαθεί. Αν είχε ο γέροντας επιζήσει, θα φρόντιζε να τον διδάξει περισσότερα. Τώρα; Ποιος έμενε να τον διδάξει;

Η Σαφίρα απαίτησε από τον καβαλάρη της να αφιππεύσει κι εκείνος εξουθενωμένος ανταποκρίθηκε. Κατέβασε και το σώμα της ξωτικιάς και πεδίκλωσε τα άλογα. Η δράκαινα κουλουριάστηκε τριγύρω του παρηγορώντας τον με την παρουσία και συντροφιά της. Είχαν ταξιδέψει ασταμάτητα σχεδόν για τρεις ημέρες από την ώρα που εγκατέλειψαν το δάσος νότια της Ουρου'μπαίην. Ο καβαλάρης της χρειαζόταν ύπνο και ξεκούραση. Όσο κι αν λαχταρούσε να φτάσει μια ώρα αρχύτερα στο Φάρδεν Ντουρ, όσο και αν επιθυμούσε την σωτηρία της ξωτικιάς, δεν έπρεπε να υπερβάλει στην φρενήρη του πορεία. Είχε να φάει περισσότερο από μια μέρα και το νερό του τελείωνε κι αυτό. Ας πλάγιαζε να κοιμηθεί λίγο τουλάχιστον, ν' αφήσει να ξεκουραστούν και τα άλογά του. Η ίδια αρνιόταν να πετάξει περισσότερο.

Θέλοντας και μη ο Έραγκον συναίνεσε. Βόλεψε πρώτα το κορμί της ξωτικιάς πάνω σε μία κουβέρτα που άπλωσε στο χέρσο χώμα, αφού πρώτα απομάκρυνε όσες μικρές και μεγαλύτερες πέτρες μπορούσε. Την σκέπασε, άπλωσε το χέρι τολμώντας να χαϊδέψει απαλά τα εβένινα μαλλιά της, ανάσανε αχόρταγα το άρωμά της, κατόπιν έγειρε κι ο ίδιος πλάι της. Η Σαφίρα κουλουριάστηκε τριγύρω τους ακουμπώντας το μουσούδι της στη γη ανάμεσό τους, σκεπάζοντάς τους με το ανοιγμένο της φτερό. Η μέρα γύρω του σκοτείνιασε περισσότερο και ο Έραγκον κλείστηκε στα βάθη του μυαλού του, εκεί που η αγαπημένη του νου και της καρδιάς του στάλαζε γι' αυτόν μικρά ρυάκια ελπίδας.

.*.*.*.

Ο Έραγκον κοιμήθηκε αρκετές ώρες εξαντλημένος από το ταξίδι και νανουρισμένος από τον βόμβο της ανάσας της Σαφίρα. Αν ο ήλιος είχε φανεί την μέρα εκείνη, θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ξύπνησε κατά το σούρουπο. Ξετρυπώνοντας κάτω από το φτερό της Σαφίρα διαπίστωσε ότι γύρω του θαμπόφεγγε ακόμα λίγο φως, που του επέτρεψε να σελώσει και πάλι τα άλογα, να στερεώσει πάνω στον Κάντοκ το σώμα της ξωτικιάς και να ξαναρχίσει την πορεία του.

"Φοβάμαι μήπως χαθούμε, αγαπημένη της καρδιάς μου. Προς ποια κατεύθυνση είναι ο νοτιάς;" Χωρίς ήλιο να τον οδηγεί, ο Έραγκον αισθάνθηκε αποπροσανατολισμένος.

Η Σαφίρα έδωσε ώθηση στα πίσω της πόδια και τινάχτηκε στον αέρα ξεδιπλώνοντας τα φτερά της. "Μην ανησυχείς γι' αυτό, μικρούλη. Οι ογκόλιθοι στο βάθος του ορίζοντα ορίζουν την κατεύθυνση που ακολουθούμε." Είχε προσέξει το ίδιο πρωινό τους πέτρινους όγκους που πρόβαλαν σαν μοναχικές, γιγάντιες φιγούρες πάνω στην πεδιάδα. Τώρα, ένα γύρω απ' αυτούς κοντά στα ριζά τους, διέκρινε συγκεντρωμένα μικρά φώτα, που έμοιαζαν σαν σύνολο από άστρα καθώς τρεμόσβηναν στην καταχνιά της νύχτας που γοργά ερχόταν. "Θα είναι κάποιος οικισμός, μάλλον" μοιράστηκε την εικόνα με τον καβαλάρη της. "Ή ίσως στρατοκόποι, μπορεί και στρατιώτες, που έχουν στρατοπεδεύσει" προειδοποίησε ανήσυχη.

"Μην σε απασχολεί αυτό, γλυκιά μου. Δεν πρόκειται να έχουμε πλησιάσει μέχρι εκεί ως το ξημέρωμα." Ο Έραγκον παρότρυνε τον Σνοουφάιρ και το άλογο ανταποκρίθηκε με έναν ζωηρό τροχασμό. Τα πέταλά του κροτάλισαν τινάζοντας χώμα και μικρά κομματάκια πέτρας. Ο Κάντοκ ακολούθησε, με το σώμα της ξωτικιάς να τινάζεται χαλαρά δεμένο επάνω στην σέλα.

Ταξίδεψαν για αρκετές ώρες ακόμα και αργά την νύχτα στάθηκαν και πάλι. Τα φώτα στο ορίζοντα είχαν πια σβηστεί και η Σαφίρα, με το οξύ της μάτι διέκρινε ανθρώπινα κτίσματα σκορπισμένα στα ριζά και στις πλαγιές των βράχων. Επρόκειτο για οικισμούς και ήσαν δύο, σε κοντινή απόσταση ο ένας από τον άλλο. Η δράκαινα προειδοποίησε, ότι δεν θα ήταν συνετό να πλησιάσουν περισσότερο μέσα στο σκοτάδι. Καλύτερα θα ήταν να ξεκουράζονταν και πάλι, να περιμένουν το πρώτο φως προτού αποφασίσουν. Έτσι και έκαναν.

Το ερχόμενο πρωί έπειτα από μία ολιγόϋπνη νύχτα, που το μεγαλύτερο μέρος της το είχε περάσει εξετάζοντας με προσοχή το πρόσωπο της γυναίκας κι αγρικώντας την ανάσα της, ο Έραγκον στερέωσε την ξωτικιά πάνω στην σέλα της Σαφίρα. Την ώρα που έσφιγγε τους δερμάτινους ιμάντες και έδενε τους κόμπους, ένιωθε τις άκρες των δαχτύλων του μουδιασμένες. Την νύχτα είχε αποφύγει να ανάψει μια φωτιά από τον φόβο της εγγύτητας άλλων ανθρώπων. Παρά το ότι μοιράστηκαν την θερμότητα που εξέπεμπε το σώμα της δράκαινας, ένιωθε τώρα ολόκληρο το κορμί του παγωμένο.

"Να προσέχεις μικρούλη." Η Σαφίρα έτριψε τον ώμο του τρυφερά με το μουσούδι της, πριν να πετάξει ψηλά μεταφέροντας και την πληγωμένη ξωτικιά μαζί της.

"Θα προσέχω, αγαπημένη μου Σαφίρα." Ο Έραγκον μετέφερε όλα τα υπάρχοντά του στον Κάντοκ θέλοντας να ξεκουράσει τον Σνοουφάιρ. Ήπιε με οικονομία μερικές γουλιές νερό και με μεγάλη του ανησυχία διαπίστωσε, ότι ελάχιστο ακόμα απόμενε στο φλασκί του. Το γιδοτόμαρο, μέσα στο οποίο μετέφερε την μεγαλύτερη ποσότητα, ήταν ήδη από την προηγούμενη άδειο. Όλες οι προμήθειες σε τρόφιμα είχαν τελειώσει και η προσπάθειά του να αναζητήσει λίγη υγρασία, που ίσως κατακαθόταν μέσα στις πέτρινες λακκούβες, είχε αποδειχτεί τελείως μάταιη. Παρά την παγωνιά της νύχτας, ο κόσμος ήταν κατάξερος τριγύρω του. Ίσως θα χρειαζόταν να πλησιάσει τους οικισμούς των ανθρώπων αναζητώντας ν' ανανεώσει τις προμήθειές του. Ο Έραγκον αναθάρρησε. Ο Μπρομ είχε κάποια νομίσματα μικρής αξίας φυλαγμένα και ο Μέρταγκ του είχε γενναιόδωρα αφήσει, όσα είχαν απομείνει στο πουγκί του· κι αυτά δεν ήσαν λίγα.

Τα ίδια πυκνά σύννεφα με την προηγούμενη σκέπαζαν πάνω του τον θόλο του ουρανού. Παρόμοια μολυβένιο φως ξεχυνόταν στην ατμόσφαιρα. Σαν γιγάντια μπαλώματα στην χέρσα γη, είδε στο βάθος το φαιόμαυρο χρώμα από ακαλλιέργητα χωράφια. Διέκρινε και κάποιον μοναχικό αγρότη της περιοχής, να μεταφέρει στις πλάτες του δεμάτια από ξύλα. Τα σπίτια ξεχώριζαν από τον σκουρόχρωμο γρανίτη, που γύρω του ήσαν χτισμένα, με τους ασβεστωμένους τοίχους και τις οροφές φτιαγμένες από άχυρο. Πυκνές τολύπες μαύρου καπνού υψώνονταν από κάποιες καμινάδες, σημάδι ότι η χειμωνιάτικη ημέρα είχε αρχίσει για τους αγρότες. Ένας αμαξιτός δρόμος χάραζε στην μέση τα χωράφια οδηγώντας προς τους οικισμούς. Κάποιο κάρο που έσερναν ζεμένα βόδια κινούταν ήδη αργά απ' το χωριό προς τον βορρά.

"Κίνδυνος!" προειδοποίησε η Σαφίρα. "Στρατιώτες!"

"Χρειάζομαι προμήθειες, Σαφίρα." Ήταν ο κύριος λόγος, που ο Έραγκον είχε στερεώσει την ξωτικιά επάνω στην δική της σέλα. Από το ύψος που πετούσε, η δράκαινα είχε άπλετη θέα σε ολάκερη την πεδιάδα, ενώ από το έδαφος δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να την διακρίνει. Ακόμα και αν οι αγρότες προβληματίζονταν για την απρόσμενη παρουσία του, ακόμα κι αν οι στρατιώτες αποφάσιζαν να τον ελέγξουν απορημένοι, μιας και δεν βάδιζε πάνω στον δρόμο, αλλά είχε προτιμήσει τις ερημιές, μονάχος του θα μπορούσε να βρει μια δικαιολογία. Η παρουσία της ξωτικιάς όμως, σίγουρα θα του δημιουργούσε μπελάδες.

"Είναι μεγάλη η ομάδα, πεζοί και καβαλάρηδες. Απομακρύνσου!"

Τόσο έντονη που ήταν η επιταγή της, τον επηρέασε. Για ν' αποφύγει τις κατοικημένες περιοχές, έστρεψε το άλογο για μια φορά ακόμα προς τους άγριους ερημότοπους. Ας ήταν, κάπου πιο κάτω θα εύρισκε εφόδια, να συνεχίσει τον δρόμο του. Μπορεί ο ίδιος να μην είχε ακόμα διακρίνει τους στρατιώτες, η Σαφίρα του όμως είχε δίκιο. Προείχε η ασφάλεια της πορείας τους. Οι οικισμοί χάνονταν στο βάθος πίσω τους, όμως ο αμαξιτός δρόμος συνέχιζε προτού η ευθεία του σβηστεί απ' το μάτι στην απόσταση. Πιο κάτω διέκρινε και άλλους οικισμούς, κι άλλους ανθρώπους. Μπορεί να ήταν μοναχικοί διαβάτες ή έμποροι, οι ίδιοι ή ίσως άλλοι έφιπποι στρατιώτες, που κάλπαζαν κινούμενοι απ' τον βορρά στον νότο. Ξανά δεν διακινδύνευσε να πλησιάσει.

Η δράκαινα αναγνώριζε την χαμένη ευκαιρία του καβαλάρη της, να προμηθευτεί τα αναγκαία που χρειαζόταν. Η πείνα που θέριζε το στομάχι του δεν ήταν δυνατόν να περάσει απαρατήρητη και από τις δικές της τις αισθήσεις. Η παρουσία και άλλων ομάδων στρατιωτών δεν του άφησε κανένα περιθώριο, να πλησιάσει κάποιον από τους οικισμούς που διακρίνονταν σε απόσταση. Ο Έραγκον όμως την διαβεβαίωσε ότι είναι καλά, ότι αντέχει. Η αποφασιστικότητα μέσα του ατσάλωνε και την δική της θέληση. Πάνω απ' όλα έπρεπε να συνεχίζουν προχωρώντας σύμφωνα με το σχέδιό τους. Το σμίξιμο με τους επαναστάτες και η σωτηρία της ξωτικιάς προηγούνταν. Σίγουρα θα βρισκόταν κάποια ευκαιρία ανεφοδιασμού παρακάτω.

Ο Έραγκον στράφηκε ανατολικότερα, οδηγώντας τα άλογα σ' ένα τοπίο που θύμιζε περισσότερο την έρημη στέπα του βορρά, που είχαν διασχίσει μαζί με τον Μπρομ, αφού είχαν αφήσει πίσω τους την κοιλάδα Πάλανκαρ. Μαζί με το αίσθημα της πείνας, άρχισε λίγο-λίγο να τον βασανίζει και η δίψα. Η πεδιάδα συνέχιζε να είναι το ίδιο κατάξερη όπως και πριν. Το χώμα, που ξεσήκωναν περνώντας τα πέταλα των αλόγων, του έπνιγε την ανάσα. Ο Έραγκον δεν απέφυγε να συγκρίνει το περιβάλλον με τον εαυτό του. Η περιοχή αυτή χρειαζόταν τόσο πολύ το νερό, όσο και ο ίδιος. Οι κοίτες από το πλήθος μικρά ρυάκια που κάποτε την διέσχιζαν ήταν θεόξερες και η λάσπη του πυθμένα είχε σκάσει με ακανόνιστες γραμμές σε χοντρά, πετρωμένα κομμάτια.

Η δράκαινα καταλάβαινε πολύ καθαρά τις ανάγκες του εκλεκτού της, παρά την προσπάθειά του να αποκρύψει την δίψα και την πείνα του. "Μπορούμε να σταματήσουμε, μικρούλη. Να ξεφορτώσουμε από την σέλα μου το ξωτικό και να παραμείνεις εσύ μαζί της. Αν δεν κινείσαι, οι ανάγκες σου για τροφή και νερό θα είναι μικρότερες. Εγώ μπορώ να πετάξω σε μεγάλη απόσταση, να βρω κυνήγι και να στο φέρω."

"Όχι, Σαφίρα. Η κάθε καθυστέρηση μπορεί να αποβεί μοιραία για την γυναίκα." Καθώς οι ώρες περνούσαν και ο δρόμος τους οδηγούσε νοτιότερα, ο αέρας γύρω του άρχιζε σταδιακά ν' αλλάζει. Όλη του την ζωή ως τώρα την είχε περάσει δουλεύοντας το χώμα στην φάρμα του Κάρβαχωλ. Οι αλλαγές του ανέμου, οι μυρωδιές που έσερνε μαζί του, όσο ανεπαίσθητες και αν ήσαν, αποκάλυπταν στα μάτια ενός αγροτόπαιδου τις καιρικές συνθήκες. Είχε πια καθαρά αντιληφθεί, ότι η ατμόσφαιρα από κατάξερη που ήταν πριν μετατρεπόταν σε πιο δροσερή.

Ολόκληρη η μέρα είχε σχεδόν περάσει με μία και μοναδική ολιγόλεπτη στάση, να ταϊστούν τα άλογα, που δέχτηκαν ανόρεχτα τις σακούλες με τους ξερούς σπόρους των δημητριακών, σίγουρα διψασμένα και τα ίδια όσο κι αυτός. Ο Έραγκον τα χάιδεψε στους λαιμούς και τα πλευρά τους ψιθυρίζοντας γλυκόλογα στο καθένα. Τα κατάστεγνα μουσούδια τους γύριζαν όλο ελπίδα προς την μεριά του προσμένοντας το πολυπόθητο πότισμα, που δεν ερχόταν.

Λιγάκι πριν το σούρουπο, η Σαφίρα ήταν η πρώτη που τους είδε. Κατόπιν τους διέκρινε κι ο Έραγκον. Μία σειρά από πέντε δασωμένους λόφους, που στέκονταν σαν ακίνητοι, καμπουριασμένοι γίγαντες τυλιγμένοι στην άχλη του απογεύματος, ξεχώριζε καθαρά στο βάθος της πεδιάδας. Σίγουρα θα υπήρχε νερό και άφθονο κυνήγι ανάμεσα στις δασωμένες τους πλαγιές. Άξιζε τον κόπο να κατευθύνουν την πορεία τους σ' αυτό το μέρος. Ο Έραγκον βίασε τα άλογα να καλπάσουν, οδηγώντας προς τα εκεί την ομάδα. Προτού χαθεί το τελευταίο φως ξεχώρισε τα ερείπια ενός πύργου στον κεντρικό από τους πέντε λόφους και έναν παλιό δρόμο λιθόστρωτο να οδηγεί στην κορυφή του.

"Υπάρχει κάποιος κάτοικος εδώ. Βλέπω ένα φως που κινείται μέσα στον πύργο" προειδοποίησε η Σαφίρα πάντα καχύποπτη. Από το ύψος που πετούσε μπορούσε καθαρά να διακρίνει ανάμεσα από τα ερείπια. "Ίσως θα ήταν καλύτερα, μικρούλη, να κρατηθούμε μακριά απ' αυτό το μέρος." Εκτός από τα γκρεμίσματα των χρόνων υπήρχαν στενά, αψιδωτά ανοίγματα στα πλαϊνά του ερειπωμένου πύργου, καμωμένα από την κατασκευή του. Μέσα σε κάποιο απ' αυτά είχε διακρίνει το πενιχρό φως να κινείται. Το ένστικτό της προειδοποιούσε για κίνδυνο και η στοιχειωμένη ατμόσφαιρα που περιέβαλε την περιοχή καθόλου δεν της άρεσε.

"Είμαι εξουθενωμένος, φως των ματιών μου" παραπονέθηκε ο Έραγκον. "Χρειάζομαι νερό και φαγητό. Πρέπει να ελέγξω επίσης την κατάσταση της ξωτικιάς." Ο Έραγκον δεν θα άντεχε άλλη μια κρύα νύχτα νηστικός και διψασμένος επάνω στο παγωμένο χώμα της πεδιάδας. Έπρεπε ν' αναπληρώσει τα εφόδια που ξοδεύτηκαν, αν ήθελε να συνεχίσει το ταξίδι του. Η ξωτικογυναίκα ήταν δεμένη στην σέλα της Σαφίρα καθ' όλη την διάρκεια της μέρας. Ακόμα και αν δεν πέθαινε από το φαρμάκι, ίσως χανόταν από το κρύο και την κακοπέραση. Θα το διακινδύνευε να ζητήσει βοήθεια από τους όποιους κατοίκους ζούσαν ανάμεσα στα ερείπια. "Σαφίρα, μείνε εσύ μακριά, μέχρι να ελέγξω αυτό το μέρος και τους κατοίκους του. Σαν είμαι σίγουρος, πως δεν υπάρχει κίνδυνος, θα σε καλέσω."

"Αν κάποιος απ' αυτούς τολμήσει ακόμα και να σκεφτεί να σε βλάψει, μικρούλη, θα έχει ν' αντιμετωπίσει την οργή μου. Θα εφορμήσω κάθετα και θα τους κομματιάσω όλους."

Παρά την κούραση και τη θλίψη του, ο Έραγκον δεν μπόρεσε να αποφύγει να μην χαμογελάσει με τα λόγια της. "Μείνε ήσυχη, αγαπημένη. Κανείς δεν πρόκειται να με πειράξει." Παραβλέποντας την υπερβολή της, του άρεσε να νοιώθει έτσι προστατευμένος. "Ίσως ακόμα να μην χρειαστεί να προσγειωθείς εδώ καθόλου. Μείνε ακόμα λίγο στον αέρα, όσο εγώ θα κανονίζω για τα εφόδια. Κατόπιν θα σε συναντήσω όσο μακρύτερα από δω γίνεται, να συνεχίσουμε τον δρόμο μας." Η ανάγκη του για ένα ζεστό πιάτο φαγητό κι ένα κρεβάτι δεν θα υπερίσχυε της ανάγκης του να φύγει μια ώρα γρηγορότερα προς την Σούρντα.

Ο αρχαίος λιθόστρωτος δρόμος οδήγησε τον Έραγκον μέχρι την κορυφή του λόφου, όπου πάνω της δέσποζε ο ερειπωμένος πύργος. Το όλο κατασκεύασμα ήταν χτισμένο από πελεκημένη πέτρα, ψηλό σαν ένας κορμός δέντρου που τα κλαδιά του χάνονταν στο σκοτάδι. Σε τίποτε δεν του θύμιζε κάποιο ανθρώπινο κατασκεύασμα, απ' όσα τουλάχιστον είχε δει ως τώρα. Η βάση ήταν φαρδύτερη από την μισογκρεμισμένη κορυφή και στηριγμένη με πολλά δοκάρια. Γύρω στα δεκαπέντε μέτρα πάνω από το κεφάλι του ο πύργος στένευε απότομα και ακανόνιστα, με μέρη του να έχουν καταρρεύσει και αναρίθμητα κομμάτια πέτρας να καλύπτουν το έδαφος τριγύρω. Υπήρχε μία μονάχα αψιδωτή είσοδος που έχασκε ανοιχτή, με την αρχαία, σιδερένια καταρρακτή να έχει αχρηστευθεί πεταμένη στο ένα πλάι.

Ο Έραγκον έλυσε τις σέλες των αλόγων αφήνοντάς τα ελεύθερα να βοσκήσουν. Γύρω από τον πύργο φύτρωνε ικανή ποσότητα χαμηλής βλάστησης, που ίσως κάλυπτε πρόσκαιρα την άμεση ανάγκη τους για νερό. Θα φρόντιζε γι' αυτά αργότερα. Κατόπιν διάβηκε τα γκρεμίσματα με προσοχή. "Είναι κανείς εδώ;" Φώναξε δυνατά, την ώρα που διέσχιζε την είσοδο. Ένα μουντό φως θαμπόφεγγε στο βάθος και μια μουρμουριστή φωνή έφτασε μέχρι τα αυτιά του.

"Ποιος είναι αυτός που με ρωτά;"

Το φως τρεμόπαιξε μια στάλα οδηγώντας τον στο εσωτερικό του πύργου. Πίσω από μια ξύλινη, ετοιμόρροπη κατασκευή, μια σκάλα που κάποτε οδηγούσε σε πιο ψηλά επίπεδα, φανερώθηκε το τεράστιο, στρογγυλό δωμάτιο του ισογείου. Υπήρχε μια σβηστή εστία τζακιού ακριβώς στην απέναντι μεριά της εισόδου, φορτωμένη όμως με κούτσουρα κι ετοιμασμένη με προσανάμματα. Ένα στενό κρεβάτι με ανάκατα στρωσίδια είχε τοποθετηθεί πολύ κοντά στο τζάκι, ώστε να δέχεται την ζεστασιά του. Ένας μπόγος από ρούχα παρέμενε αφημένος στο σκέπασμα της ξύλινης κασέλας και πάνω του τεντωνόταν νωχελικά ένας γάτος. Το στενόμακρο τραπέζι τεραστίων διαστάσεων στο κέντρο της κάμαρας, συμπλήρωνε την επίπλωση. Δύο πάγκοι μακρόστενοι και δίχως ράχη ήσαν στημένοι στις δυο μακρύτερες πλευρές του. Επάνω του το τραπέζι ήταν φορτωμένο με κάθε λογής ετερόκλιτα αντικείμενα· χάλκινα τσουκάλια και φιαλίδια φτιαγμένα από γυαλί· λαγήνια και κανάτια από πηλό ψημένο· μια αρμαθιά από σιδερένια κλειδιά όλων των σχημάτων και μεγεθών· ζωάκια σκαλισμένα σε υλικό που έμοιαζε με άσπρο ξύλο· πάπυροι τυλιγμένοι σε ρολά και περγαμηνές τεντωμένες επάνω σε τελάρα. Ένας μικρός σωρός από καρότα και φρέσκα, πράσινα μπιζέλια απόμενε μισοκαθαρισμένος μέσα σε μια λεκάνη πλάι στο τσουκάλι. Πίσω από το τραπέζι στεκόταν ένα γέρος άντρας με μακριά, λευκή γενειάδα, που οι τριμμένες ρόμπες του είχαν πια χάσει το πρωταρχικό τους χρώμα. Στο τρεμάμενο χέρι του βαστούσε ένα λυχνάρι αναμμένο, που σκόρπιζε τριγύρω το χλωμό του φως.

Ο Έραγκον στάθηκε σαστισμένος. "Ένας διαβάτης, που χάθηκε στις ερημιές και τώρα αναζητάει λίγα εφόδια, ίσως και καταφύγιο για μερικές ώρες."

"Νόμιζα αρχικά, ότι αναζητούσες απαντήσεις." Ο γέροντας πλησίασε σηκώνοντας πιότερο το λυχνάρι του, να φέξει. Εξέτασε για λίγο σιωπηλός το πρόσωπο του νέου, κατόπιν του έγνεψε να πλησιάσει. "Αν βοηθήσεις στο καθάρισμα," και του έδειξε το μικρό λοφίσκο τα μπιζέλια "θα έχεις σίγουρα ένα πιάτο φαγητό, νερό όσο χρειάζεσαι και κατόπιν μια κούπα με ζεστό ποτό της μέντας. Είμαι ο Τένγκα, γιος του Ίνγκβαρ" του συστήθηκε.

Ο Έραγκον έκανε μερικά βήματα πιο μέσα ξεθαρρεύοντας με την πρόσκληση, αλλά και την μοναχική παρουσία του γέρου. Με τις αισθήσεις του δεν αντιλαμβανόταν άλλο άτομο τριγύρω. Η θέα των λαχανικών έκανε το στόμα του να υγραίνεται από την πείνα και η υπόσχεση για το ζεστό ποτό της μέντας δεν τον άφησε αδιάφορο. Αντίθετα με προηγούμενες σκέψεις του, αποφάσισε να μείνει για λίγο. Εξέτασε καλύτερα τον γέροντα, που είχε απομείνει σιωπηλός, να τον κοιτάζει αναμένοντας. Το ένα του μάτι γυάλιζε στο φως του λυχναριού γεμάτο περιέργεια και εξυπνάδα, το άλλο του φάνηκε θολό και τσιμπλιασμένο. "Είμαι ο…"

"Να μην του πεις!" Η Σαφίρα αλαφιασμένη διέκοψε το λόγο του καβαλάρη της. Δίχως να σκεφτεί ότι κινδύνευε από τον βασιλιά, ο Έραγκον ήταν έτοιμος να αποκαλύψει το όνομά του.

"Ένας γέροντας ερημίτης είναι μονάχα, Σαφίρα" σχολίασε ο Έραγκον ενοχλημένος. "Εδώ που ζει στις ερημιές, πώς είναι δυνατόν να γνωρίζει ότι με καταζητεί η αυτοκρατορία;"

"Να μην του πεις" επέμενε η δράκαινα. "Δώσ' του ένα ψεύτικο για όνομά σου."

"Είμαι ο Μπέργκαν, γιος του Γκάρροου" συνέχισε ο Έραγκον μη θέλοντας να της χαλάσει το χατίρι. Του έδωσε το όνομα κάποιου άλλου για δικό του, κράτησε όμως για πατρώνυμο αυτό του θείου του. Ίσως έτσι το ψέμα του γινόταν πιο μικρό. Μέσα του ένιωσε ντροπή, που είχε κοροϊδέψει έναν γέρο· που, έστω και για λίγο, απαρνήθηκε τον πραγματικό εαυτό του.

Ο γέροντας έγνεψε γεμάτος αδημονία. "Εμπρός λοιπόν, το τσουκάλι περιμένει να γεμίσει."

Ο Έραγκον χαμογέλασε και στρώθηκε στην δουλειά. Η μυρωδιά από τα φρεσκοκομμένα, πράσινα μπιζέλια του χτύπησε τη μύτη προκαλώντας του ευχάριστες αναμνήσεις από την παιδική ηλικία του. Κάπου πίσω από τα ερείπια του πύργου θα υπήρχε σίγουρα ένας καλλιεργημένος λαχανόκηπος.

Ο γέρος διέσχισε την κάμαρα σέρνοντας τα ποδάρια του επάνω στα χαραγμένα, πέτρινα πατώματα, κλωτσώντας ταυτόχρονα πιο πέρα ένα μικρό γατί, που βρέθηκε στον δρόμο του. Κατέβασε από ένα ράφι δυο κούπες για νερό και δυο γαβάθες με κουτάλια. Μετά βάλθηκε να αραδιάζει τα αντικείμενα επάνω στο τραπέζι. Γέμισε με νερό από την στάμνα την μία κούπα και την προσέφερε. Μια ακόμα γάτα πήδησε επάνω στο τραπέζι και βάλθηκε να μυρίζει τις άκρες του χεριού του Έραγκον. Τα δάχτυλά του είχαν ήδη έντονα πρασινίσει καθαρίζοντας τα μπιζέλια. Ο δρακοκαβαλάρης δέχτηκε μ' ευγνωμοσύνη το νερό και άδειασε την κούπα στον διψασμένο του λαιμό. Το απότομο τίναγμα και τρίψιμο που ένιωσε στα παντελόνια του προκλήθηκε από ένα δεύτερο μικρό γατί, που, αφού ξετρύπωσε κάτω από το τραπέζι, βάλθηκε ξεθαρρεμένο να ξύνει τα νύχια του στις μπότες του. Με το πόδι του ο Έραγκον απαλά το έσπρωξε πέρα.

Ο ερημίτης παρουσίασε ακόμα ένα χοντρό καρβέλι ψωμιού μέσα από ένα σκεπασμένο πανέρι και με τη δύναμη των χεριών του έσπασε από αυτό δύο μεγάλα κομμάτια. Κατόπιν άρπαξε το γεμάτο πια τσουκάλι και το μετέφερε ως την εστία. Το κρέμασε από τον γάντζο ψηλά πάνω από την σβησμένη πυροστιά και γύρισε με τα σερνάμενά του βήματα πίσω στο τραπέζι. Βολεύτηκε στη θέση του στον πάγκο και κοίταξε με μάτια γεμάτα περιέργεια τον Έραγκον. "Πάνω που πρόκειται να βρω την απάντηση, εμφανίστηκες εσύ" του είπε διφορούμενα.

"Ποια απάντηση;" Ρώτησε ο Έραγκον απορημένος.

"Μα… την απάντηση στην ερώτηση" αποκρίθηκε ο Τένγκα, σα να ήταν το απλούστερο πράγμα στον κόσμο αυτό που έλεγε κι ο συνομιλητής του ο πιο χαζός του βασιλείου.

Ο νέος τον κοίταξε κατάπληκτος. "Και ποια είναι η ερώτηση;"

"Α, αυτό θα το ξέρω, μόλις ανακαλύψω την απάντηση." Με ένα αδιάφορο ανασήκωμα των ώμων ο γέροντας άλλαξε την συζήτηση. "Ας μαγειρέψουμε, να φάμε."

"Μήπως θα πρέπει να ανάψουμε πρώτα την φωτιά;" Ο Έραγκον άρχισε να διαισθάνεται, ότι ο οικοδεσπότης του ίσως ήταν λιγάκι σαλεμένος.

"Α, ναι. Το ξέχασα!"

Με μία απλή κίνηση του χεριού του Τένγκα μια χρυσοκίτρινη φλόγα έλαμψε στο τζάκι ανάβοντας τα συσσωρευμένα κούτσουρα, που αρχίνισαν να τρίζουν. Μια ευχάριστη μυρωδιά καμένου ξύλου γέμισε το δωμάτιο, καθώς η κάπνα ανέβαινε προς τα γκρεμίσματα της κορυφής πολλά μέτρα πάνω από τα κεφάλια τους.

Ο Έραγκον τρόμαξε. "Σαφίρα! Ο γέρος αυτός δεν είναι ένας απλός ερημίτης, όπως φαίνεται. Μόλις τώρα άναψε την φωτιά, χωρίς να χρησιμοποιήσει κάποιο ξόρκι." Ο Τένγκα δεν είχε χρειαστεί να μιλήσει στην αρχαία γλώσσα, παρά είχε κάνει τα μαγικά του από μέσα του ρισκάροντας – σύμφωνα με όσα του είχε πει ο Μπρομ – να χάσει την ζωή του. Κι αυτό μονάχα για ν' ανάψει μία φωτιά;

"Στο είπα, ότι δεν έπρεπε να έχεις καν πλησιάσει." Μέσα από τον δεσμό τους ένιωσε την κατάπληξη και ανησυχία του εκλεκτού της. "Φάε και πιες όσο χρειάζεσαι και κατόπιν φύγε το γρηγορότερο από εκεί μέσα."

"Ο πύργος αυτός δεν μοιάζει με έργο ανθρώπου" σχολίασε ο Έραγκον σε μια προσπάθεια να κρύψει την κατάπληξή του. Τώρα μονάχα πρόσεχε, ότι μαζί με τα ετερόκλιτα άλλα πράγματα που ήσαν αραδιασμένα επάνω στο τραπέζι, υπήρχαν και πάμπολλοι τόμοι δερματόδετων βιβλίων τεραστίων διαστάσεων, που τον εξέπληξαν. Ποτέ του δεν είχε ξαναδεί βιβλία τέτοιου μεγέθους, ούτε στο Κάρβαχωλ στην μικρή συλλογή του Μπρομ, ούτε και στην μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του Τζόουντ. Ακόμα και στο φρούριο του Τιρμ, εκεί όπου γινόταν η καταγραφή της κίνησης των εμπορευμάτων, δεν χρησιμοποιούσαν παρόμοιους τόμους. Πολύ θα ήθελε να ρωτήσει τον Τένγκα σχετικά, όμως δίστασε. Η προηγούμενη γάτα, αφού σουλατσάρισε για λίγο στο τραπέζι, ήρθε και κάθισε επάνω σε ένα από τα βιβλία τινάζοντας τα μυτερά αυτιά της. Κατόπιν βάλθηκε να γλύφει την μακριά, πυκνή και ριγωτή της γούνα.

"Το βρήκες" γέλασε κοροϊδευτικά ο Τένγκα. "Δεν είναι σίγουρα έργο ανθρώπων. Τα παμπόνηρα ξωτικά τον έχτισαν κάποτε, προτού ακόμα οι αρχαίοι δρακοκαβαλάρηδες χαθούν από προσώπου γης. Το όνομά του είναι Εντούρ Ιθίντρα και είχε χρησιμοποιηθεί σαν προκεχωρημένο φυλάκιο των ξωτικών."

Η γάτα είχε σταματήσει το γλείψιμό της και τώρα απόμενε ακίνητη σαν άγαλμα να τον παρατηρεί με τα κατακίτρινα, στο χρώμα του κεχριμπαριού, μάτια της. Ο Έραγκον ένιωσε άβολα. "Έχεις πολλές γάτες, για κάποιον που ζει μονάχος" παρατήρησε. Δεν γνώριζε σίγουρα, ότι ο Τένγκα κατοικούσε μόνος, υπέθετε όμως πως έτσι ήταν, αφού δεν είχε αντιληφθεί εκεί κοντά άλλη παρουσία. Όπως και να είχε, ήταν καλή η ευκαιρία για να το μάθει.

"Μου χρησιμεύουν για να πιάνουν τους ποντικούς, που αρέσκονται να τρώνε τα παλιά χειρόγραφα" είπε ο γέρος. Μετά, σαν να θυμήθηκε κάτι σημαντικό, πετάχτηκε ολόρθος. "Ας φάμε!" Μοίρασε στις γαβάθες το φαΐ και έδωσε στον Έραγκον ένα ξύλινο κουτάλι. Για λίγη ώρα βάλθηκαν να τρώνε σιωπηλοί, με μόνο ήχο το τριζοβόλημα της φωτιάς και κάποιο περιστασιακό νιαούρισμα να σπάζει την ησυχία ανάμεσά τους.

Ο Έραγκον ρίχτηκε με όρεξη μεγάλη στο φαγητό του. Γρήγορα η γαβάθα του άδειασε και ο Τένγκα του την ξαναγέμισε γενναιόδωρα, το ίδιο και την κούπα με το νερό του. Το κομμάτι του ψωμιού ήταν σκληρό, φτιαγμένο από κριθάρι, κατάλληλο όμως να πληρώσει την πείνα του νέου. Ο γέρος αρχικά είχε μιλήσει λίγο, μόλις όμως τελείωσε το φαγητό του και γέμισε την πίπα του καπνό, ξεκίνησε να συζητά επί παντός επιστητού. Ο Έραγκον τον άκουγε αρχικά με προσοχή σκουπίζοντας την γαβάθα του με το τελευταίο κομμάτι του ψωμιού του. Μπορεί ο γέρος να του είχε φανεί μισότρελος, εξ αιτίας κάποιων ακατανόητων και αποσπασματικών φράσεων, που πέταγε ανάμεσα στις λογικές κουβέντες του, όμως ο δρακοκαβαλάρης όφειλε να παραδεχτεί, ότι φαινόταν να κατέχει πλείστες όσες γνώσεις σχετικές με την μαγεία και όχι μόνο.

"Θα πρέπει ίσως να βρίσκομαι κοντά σου, μικρούλη" παρενέβη η Σαφίρα στο μυαλό του. "Αν ο γέρος μπορεί να χρησιμοποιήσει χωρίς λόγια την μαγεία, ίσως να είναι για σένα επικίνδυνος."

"Όχι, Σαφίρα! Δεν θέλω να ρισκάρουμε με το να παρουσιαστείς μπροστά του. Ίσως να είναι ακόμα πιο ισχυρός μάγος απ' όσο νομίζουμε. Καλύτερα να μην γνωρίζει τίποτε για την ύπαρξή σου. Νομίζω πως μπορώ να αποσπάσω την προσοχή του σε άλλα θέματα και δεν πιστεύω πως κινδυνεύω. Είναι γέρος και ζει μονάχος. Σίγουρα νοιώθει την ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον μετά από τόσο καιρό που έχει να δει άνθρωπο. Οι γάτες που μένουν μαζί του, δεν φαίνονται να ανταποκρίνονται στην όποια ανάγκη του για συζήτηση."

Ο Τένγκα κέρασε το τσάι της μέντας χωρίς να πάψει να μιλάει ασταμάτητα, όχι πάντοτε για θέματα λογικά. Ο Έραγκον λίγο-λίγο αφαιρέθηκε να σιγοπίνει από την κούπα του, δίχως να νοιάζεται να ακούει όλα όσα ξεστόμιζε ο ομοτράπεζός του. Στην άκρη του μυαλού του ένιωσε τα άλογά του χορτασμένα. Εκτός από το δροσερό χορτάρι, εκεί κοντά ανακάλυψαν την γούρνα του νερού και ήπιαν ικανοποιώντας την δίψα τους. Το σκοτάδι είχε καλύψει τον κόσμο, μα η Σαφίρα του πετούσε ακόμα κάτω από τα βαριά σύννεφα, κάνοντας κύκλους φορτωμένη με το σώμα της ξωτικιάς. Ανάμεσα από τα μικρά, πένθιμα κουρέλια που ξέσχιζε ο άνεμος από τα νέφη, έλαμψε λίγο φως των άστρων που τρεμόσβηναν. Η κούραση, το μπόλικο φαΐ και το ζεστό τσάι νάρκωναν τις αισθήσεις του, αυτό όμως δεν έπρεπε να επιτρέψει να συμβαίνει. Για λίγο θα ξεκουραζόταν, θα ζήταγε εφόδια από τον Τένγκα και θα συνέχιζε την πορεία του.

Η προσοχή του δρακοκαβαλάρη σταδιακά επέστρεψε σε ότι υπήρχε γύρω του. Δύο γάτες έστησαν καυγά χουνιάζοντας και γρατζουνίζοντας η μία την άλλη για αδιευκρίνιστη αιτία. Ένα ποντίκι διάβηκε βιαστικό πίσω από την κασέλα, τραβώντας την προσοχή του γάτου που χουζούρευε πάνω στον μπόγο με τα ρούχα. Τα ξύλα έτριξαν και πάλι και κάποιο κούτσουρο κατακρημνίστηκε μέσα στις πυρωμένες στάχτες, σκορπίζοντας στο δωμάτιο λάμψεις. Μία απ' αυτές ανακλάστηκε από την σειρά τα φιαλίδια, που, φτιαγμένα από χρωματιστό γυαλί, αράχνιαζαν αραδιασμένα κατά σειρά μεγέθους επάνω στο τραπέζι. Τα μάτια του Έραγκον εστίασαν πάνω τους, το ενδιαφέρον του αναζωπυρώθηκε ξανά. Σε άλλα φιαλίδια το περιεχόμενο έμοιαζε υγρό ή ίσως παχύρρευστο. Σε άλλα φαινόταν να είναι στέρεο, σε μορφή σπόρων ή ρινισμάτων. Υπήρχαν ακόμα και φιαλίδια σχεδόν κενά, με ένα ελάχιστο ίζημα να κατακάθεται στον πυθμένα του γυαλιού. Την επόμενη στιγμή που ο γέρος έκανε μία παύση στην λογοδιάρροια για να πιει από την κούπα του, ο Έραγκον βρήκε την ευκαιρία να ρωτήσει. "Τι περιέχουν τα φιαλίδια αυτά;" Ήταν σχεδόν σίγουρος, πως θα άκουγε κάποια καινούρια ασυναρτησία περί ερωτήσεων και απαντήσεων, σχετική με παλαιότερες αναζητήσεις του γέροντα μάγου-ερημίτη.

Ο Τένγκα χτύπησε ένα από τα μεγάλα φιαλίδια ελαφρά με το στόμιο της πίπας του. "Α, αυτά είναι εκχυλίσματα από τα βότανά μου, που μάζευα νεώτερος, όταν περιδιάβαινα, χρόνους πριν, τα δάση των ξωτικών."

Ο Έραγκον τον κοίταξε κατάπληκτος. Για να περιδιαβαίνει τα δάση των ξωτικών, ο Τένγκα θα πρέπει να ήταν πολλούς χρόνους γεροντότερος απ' όσο φαινόταν. Ποια ήταν η ηλικία του άραγε; "Γνωρίζεις και από βότανα;"

Ο γέρος αποκρίθηκε ανασηκώνοντας απλά τους ώμους, έτοιμος να χαθεί και πάλι σε μια από τις ακατάσχετες λογοδιάρροιές του. "Ποιος δεν γνωρίζει;"

"Τότε θα ξέρεις να μου πεις για τα αντίδοτα δηλητηρίων. Αν ήθελες να με φωτίσεις με τις γνώσεις σου, θα ήμουνα ευγνώμων."

Ο Τένγκα στράβωσε τα χείλη δυσαρεστημένος. Είχε προσφέρει σ' αυτόν τον ξένο την φιλοξενία και την τροφή του κι εκείνος όφειλε σαν αντάλλαγμα ν' ακούει τις δικές του διηγήσεις και όχι να ορίζει αυτός το θέμα της συζήτησής τους. Δάγκωσε το στόμιο της πίπας του εκνευρισμένος. "Ίσως μπορώ," του είπε διφορούμενα "ίσως και όχι."

"Μου έχουν πει," συνέχισε ο Έραγκον ακάθεκτος "ότι υπάρχει ένα φοβερό φαρμάκι, για το οποίο δεν υπάρχει κανένα αντίδοτο."

Ο Τένγκα γέλασε αδειάζοντας τις στάχτες της πίπας του μέσα στην χρησιμοποιημένη του γαβάθα. "Τι ανόητη σκέψη! Όλοι γνωρίζουν, πως σίγουρα υπάρχει το κατάλληλο αντίδοτο για κάθε δηλητήριο. Η φύση η ίδια έχει γι' αυτό προνοήσει."

"Υπάρχει το Σκίλνα Μπραχ, δίχως αντίδοτο" επέμενε ο Έραγκον.

Ο Τένγκα παράτησε την άδεια πίπα επάνω στο αρχαίο ξύλο του τραπεζιού του, σταυρώνοντας μπροστά τα χέρια του. Κοίταξε τον συνομιλητή του με βλέμμα που έλεγε, ότι ίσως ήταν ο πιο αδαής άνθρωπος στον κόσμου. "Το Σκίλνα Μπραχ έχει μονάχα ένα αντίδοτο. Το νέκταρ που πήρε το όνομα του ξωτικού που το ανακάλυψε, του Τούνιβορ. Βγαίνει από το μανιτάρι Φρικέι Άντλατ , που φυτρώνει μονάχα σε δύο μέρη: είτε στο Ντου Γουελντενβάρντεν, είτε στο Φάρδεν Ντουρ."

"Πώς το γνωρίζεις;" Ο Έραγκον απόμεινε να χάσκει με ανοιχτό το στόμα. Αυτός ο γέρος μπορεί να ήταν πράγματι μισότρελος, γνώριζε όμως πάμπολλα τόσα πράγματα. Ποιος ξέρει τι περιείχαν γραμμένο οι τεράστιοι αυτοί τόμοι των βιβλίων του.

"Τυχαίνει να έχω φυλαγμένη μία μικρή ποσότητα από το νέκταρ," κοκορεύτηκε ο γέρος "γι' αυτό το ξέρω."

Τα μάτια του Έραγκον άνοιξαν διάπλατα. "Σαφίρα!"

"Μικρούλη, πρόσεχε!" Η δράκαινα ένιωσε αυτοστιγμεί την ανάγκη του καβαλάρη της να εμπιστευθεί τον γέροντα ερημίτη. Η λαχτάρα του να σώσει την ξωτικιά, ίσως μπορούσε να αποβεί μοιραία για τον ίδιο. Πώς ήταν δυνατόν να θελήσει να εμπιστευθεί έναν άγνωστό του γέρο και μάλιστα μισότρελο;

"Είναι ευκαιρία για μας, Σαφίρα, δεν το βλέπεις; Ίσως να μην προλάβουμε να φτάσουμε στο Φάρδεν Ντουρ εγκαίρως. Αν ο Τένγκα κατέχει πράγματι ποσότητα του γιατρικού, τότε η ζωή της ξωτικιάς είναι σωσμένη." Ο Έραγκον ένιωσε τον ενθουσιασμό να αναβλύζει μέσα του σαν το νερό πηγής καθάριας. Παρ' όλα αυτά συγκράτησε την ορμή του και στράφηκε ψύχραιμος προς τον ερημίτη. "Αν, όπως διατείνεσαι, κατέχεις μια ποσότητα του νέκταρ, τότε μπορείς, φαντάζομαι, να σώσεις μια ζωή που κινδυνεύει."

Ο γέρος κινήθηκε ενοχλημένος. Τούτος ο μουσαφίρης, όχι μονάχα διέκοπτε αδιάντροπα τον λόγο του οικοδεσπότη, συνέχιζε ανενόχλητος να κατευθύνει την συζήτηση σε αντικείμενα ξένα προς το κύριο θέμα. Με νευρικές κινήσεις βάλθηκε πάλι να γεμίζει με νέο καπνό την πίπα του. "Δεν ξέρω… αν ίσως η απάντηση στην ερώτησή μου…"

Ο Έραγκον άδραξε απότομα το χέρι του ερημίτη, δίχως να πολυσκεφτεί τις άγνωστες δυνάμεις της μαγείας του, που ίσως καιροφυλακτούσαν για την καταστροφή του. "Σ' αυτό μου το ταξίδι δεν είμαι μόνος" του είπε. "Με συνοδεύει μια γυναίκα, που οι εχθροί της την φαρμάκωσαν μ' αυτό το δηλητήριο. Αυτός είναι και ο λόγος, που κατευθύνομαι όσο πιο γρήγορα μπορώ στο Φάρδεν Ντουρ. Φοβάμαι όμως, ότι ο χρόνος που της μένει είναι λίγος. Η ζωή κυλάει από μέσα της γοργά και θα σβηστεί προτού ακόμα φτάσω. Αν πράγματι έχεις το αντίδοτο στην συλλογή σου, τότε…"

"Το έχω το αντίδοτο στην συλλογή μου!" Ο Τένγκα τραβήχτηκε απότομα από την λαβή του νέου. "Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι θα μοιραστώ τέτοιο πολύτιμο και σπάνιο απόκτημα με κάποιον ξένο."

Το μάτι του γέρου άστραψε από θυμό, η γλώσσα του άρχισε να μπερδεύεται ψελλίζοντας, έτοιμος να βουτηχτεί και πάλι σε μια από τις ακαταλόγιστες συζητήσεις για τις αναζητήσεις του. Ο Έραγκον κατάλαβε την διαύγεια μέσα του να σβήνει ξανά.

"Μα, σε παρακαλώ," τον εκλιπάρησε "σε ικετεύω! Χωρίς την βοήθεια την δική σου, η ζωή της συντρόφου μου πρόκειται να χαθεί."

Ο Τένγκα ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. "Και τι με μέλει εμένα κάτι τέτοιο;"

Ο δρακοκαβαλάρης ένωσε τις παλάμες του μπροστά στο στήθος σε ικεσία. "Θα σου αναπληρώσω εγώ ο ίδιος τα εφόδια του νέκταρ μόλις μπορέσω. Αφού, έτσι κι αλλιώς, ο τελικός προορισμός μου είναι να φτάσω στο Φάρδεν Ντουρ των νάνων. Σου ορκίζομαι, θα επιστρέψω αμέσως πίσω, για να στο φέρω."

Για ελάχιστες στιγμές ο Τένγκα φάνηκε να το σκέφτεται, αμέσως όμως έγνεψε αρνητικά αποφασισμένος. "Καμία περίπτωση δεν υπάρχει, να μοιραστώ το σπάνιο γιατρικό μου" δήλωσε τελείως απρόθυμος.

"Αρχίζω να θυμώνω!" Η φωνή της Σαφίρα χτύπησε τον νου του Έραγκον σαν το σφυρί στο αμόνι. Η ίδια είχε συμβουλέψει τον εκλεκτό της, να μην εμπιστευθεί τον ερημίτη. Να τακτοποιήσει τις άμεσες ανάγκες του και τάχιστα να φύγει. Νερό και μπόλικο κυνήγι θα εύρισκαν σίγουρα ανάμεσα στις πλαγιές των δασωμένων λόφων, καλά εφόδια γι' αυτούς ώστε να συνεχίσουν την πορεία τους. Μιας όμως και ο Έραγκον είχε ξανοιχτεί στον γέρο, μιας και αυτός κατείχε το γιατρικό… "Για τι άλλο είναι χρήσιμο ένα φάρμακο, παρά για να σώζει τις ζωές των δίποδων;" αναρωτήθηκε η δράκαινα. "Αφού αυτός εδώ το έχει, τότε οφείλει να το δώσει στην ξωτικιά. Γιατί αρνείται;"

Ο δρακοκαβαλάρης αισθάνθηκε την ανάγκη της δράκαινας να επιβάλει την θέλησή της. Η Σαφίρα του είχε αρχίσει να κατεβαίνει εφορμώντας κάθετα προς τα ερείπια της κορυφής του πύργου. "Σαφίρα… όχι!" Σηκώθηκε από το κάθισμά του πλησιάζοντας την άλλη μεριά του τραπεζιού, όπου καθόταν ο γέρος. "Αφού σου υπόσχομαι να αναπληρώσω το απόθεμά σου" έκανε μία προσπάθεια τελευταία. "Μία ζωή βρίσκεται ακουμπισμένη στα δικά σου χέρια. Γιατί δεν θέλεις να βοηθήσεις;"

Ο Τένγκα δεν φάνηκε να τρομάζει, ούτε να συγκινείται από τα λόγια του. Συνέχισε να γεμίζει την πίπα του πιέζοντας τον καπνό με τον αντίχειρά του. "Δεν με έχεις πείσει, πως θα κρατήσεις την υπόσχεσή σου. Θα πάρεις το πολύτιμο γιατρικό μου και ούτε θα γυρίσεις πίσω ξανά ποτέ σου. Έτσι έκανε και… εκείνη…"

"Έρχομαι, μικρούλη! Εγώ μπορώ να τον πείσω, να δώσει στην ξωτικιά το γιατρικό του, απειλώντας τον με νύχι και με δόντι."

Ένας γδούπος δυνατός ακούστηκε πολλά μέτρα πάνω από τα κεφάλια τους. Η Σαφίρα προσγειώθηκε στην κορυφή του πύργου γαντζώνοντας τα νυχοπόδαρά της στα μισοσαπισμένα του δοκάρια. Κομμάτια από χαλάσματα έπεσαν μέσα στο δωμάτιο, καθώς η δράκαινα βρυχήθηκε θυμωμένη την οργή της, γκρεμίζοντας κι άλλο με τα δυνατά σαγόνια της την ήδη κατεστραμμένη κορυφή.

Στον βουητό που επακολούθησε τα ουρλιάσματά της, ο Τένγκα φάνηκε να τρομάζει. Σκέπασε το κεφάλι του με τα χέρια και, προσπαθώντας να προστατέψει τον εαυτό του, χώθηκε κάτω από το τραπέζι. Τα μουγκρητά του δράκου έσεισαν κι άλλο τα αγκωνάρια. Κομμάτια από σοβάδες και σκλήθρες ξύλων κατρακύλησαν στους τοίχους, ενώ από την εξωτερική μεριά ογκόλιθοι σωριάζονταν στη γη. Οι γάτες σκορπίστηκαν τρομοκρατημένες για να κρυφτούν.

"Εκεί απάνω κουρνιασμένο… είναι αυτό, που νομίζω ότι είναι;" Ρώτησε ο γέρος με μάτια γουρλωμένα από τον φόβο και την κατάπληξη.

Ήταν σειρά του Έραγκον να ανασηκώσει αδιάφορα τους ώμους. "Πολύ φοβάμαι, πως ναι!" Ένα χαμόγελο έστρεψε πάνω τις γωνίες των χειλιών του. Ήταν ακαταμάχητη στην πειθώ η σύντροφός του. "Φτάνει, Σαφίρα! Έχεις τρομοκρατήσει αρκετά τον γέρο. Έτσι που κάνεις, θα καταστρέψεις όλον τον πύργο. Ίσως να σπάσει το φιαλίδιο με το νέκταρ απ' τα δοκάρια που πέφτουν και τους σοβάδες."

"Πες του να πάψει! Πες του να πάψει!" Τρελός από φόβο ο Τένγκα έψαυσε πάνω του στην επιφάνεια του ξύλου, άδραξε με τα χέρια του τον έναν μεγάλο τόμο σωριάζοντάς τον και αυτόν κάτω από το τραπέζι. "Μην καταστρέψει το σπιτικό μου!"

"Γιατί δεν της το λες ο ίδιος;" Ο Έραγκον ένιωσε τον θυμό της δράκαινας να καταλαγιάζει. Με την ελπίδα ότι ο ερημίτης δεν σκόπευε να χρησιμοποιήσει κάποιο άγνωστο, θανατηφόρο είδος μαγείας, ζήτησε από την σύντροφο της ζωής και του νου του, "Σαφίρα, φέρε την ξωτικιά σ' εμάς."

"Να του… ζητήσω…" Ο Τένγκα έβγαλε το κεφάλι προσεκτικά κάτω από το τραπέζι κοιτάζοντας προς τα ύψη. Κομμάτια σκόνης αιωρούνταν πλήθος στον αέρα γύρω τους και η φωτιά μέσα στο τζάκι είχε μισοσβηστεί. Το πήλινο λυχνάρι του είχε σπάσει και το φως μέσα στο δωμάτιο χαμηλώσει. Παρ' όλα αυτά ο γέρος τόλμησε να βγει από την κρυψώνα του με ευκολία δυσανάλογη των χρόνων που μετρούσε και σήκωσε ψηλά τα χέρια. "Ω, εσύ! Πλάσμα πανάγριο και ισχυρό, κατέβα κάτω στην αυλή μου και άσε με να θαυμάσω από κοντά την τρομερή επιθετικότητα και την μοναδική λαμπρότητα της μορφής σου!"

"Έτσι μπράβο!" Η δράκαινα έρεπε πάντα προς τον αυτοθαυμασμό και ποτέ δεν θα γινόταν απρόσβλητη στην κολακεία. Τα γεμάτα τρόμο, αλλά και θαυμασμό, λόγια του γέρου γέμισαν ικανοποίηση την καρδιά της. Με ένα γερό πήδημα στον αέρα ξεγάντζωσε τα νύχια της από τα υπολείμματα των δοκαριών της οροφής και μ' ένα γδούπο προσγειώθηκε στα ριζά του πύργου.

Ο γέρος βιάστηκε να βγει να προϋπαντήσει τον απρόσμενο μουσαφίρη. "Μεγάλε δράκε και υπέροχε θηρευτή των αιθέρων, πάψε, παρακαλώ, να καταστρέφεις το σπιτικό μου."

Οι προηγούμενοι, δυνατοί βρυχηθμοί της Σαφίρα είχαν εξελιχθεί σε ένα διαρκές, υπόκωφο μούγκρισμα. Τέντωσε τον λαιμό της προς την μεριά του Τένγκα μυρίζοντας προσεκτικά τον γέρο ερημίτη. Ο Έραγκον βιάστηκε να λύσει και να κατεβάσει το σώμα της ξωτικιάς από την σέλα.

Ο γέροντας είχε απομείνει άλαλος να κοιτάζει το τρομερό πλάσμα που προσγειώθηκε στην αυλή του, κατόπιν υποκλίθηκε μπροστά στον δράκο και έγνεψε στον νέο να μεταφέρει το σώμα της αναίσθητης γυναίκας μέσα στο κυκλικό δωμάτιο. Η προηγούμενη, παντελής απροθυμία του μεταστρεφόταν γοργά σε θετική πρόθεση συνεργασίας.

Ο Έραγκον απίθωσε προσεκτικά την ξωτικογυναίκα επάνω στα ανάκατα στρωσίδια του κρεβατιού. Ο παλμός της ήταν ανεπαίσθητος και δεν ένιωθε την ανάσα της καθόλου. Το στήθος της δεν ανασηκωνόταν στο ελάχιστο. Είδε τον ερημίτη να εξετάζει την ανατομία του προσώπου της γυναίκας με βλέμμα βλοσυρό.

"Είναι ένα ξωτικό" δήλωσε τέλος με σοβαρό ύφος ο Τένγκα. "Αυτή είναι ξωτικό κι εσύ δρακοκαβαλάρης." Περιέφερε εξεταστικά τα μάτια πάνω του, αναζητώντας ίσως το σημάδι που σφράγιζε την ένωσή του με τον δράκο. Ο Έραγκον ούτε αποδέχτηκε, ούτε αρνήθηκε τα λεγόμενά του. Ο ερημίτης στράφηκε προς το τζάκι τροφοδοτώντας και πάλι την φωτιά με νέα ξύλα. "Ένα ξωτικό… και ένας δρακοκαβαλάρης… Χμμ…" Τέλος ίσιωσε το κορμί του και στάθηκε μπροστά στον νέο. "Θα κρατήσεις τον λόγο σου, ότι θα αναπληρώσεις το γρηγορότερο δυνατόν το γιατρικό μου;"

"Σου ορκίζομαι στην τιμή μου " αποκρίθηκε ο Έραγκον. Αισθάνθηκε την ικανοποίηση της Σαφίρα να πλημμυρίζει και τον ίδιο, καθώς η κουρασμένη δράκαινα αναζήτησε να κουρνιάσει και πάλι στα δοκάρια της μισογκρεμισμένης κορυφής του πύργου, ανάμεσα στα χαλάσματα. "Η ξωτικιά θα σωθεί, φως των ματιών μου. Ο Τένγκα θα αναλάβει την γιατρειά της." Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό ένιωσε το μαύρο συναίσθημα της απώλειας να σηκώνεται από την ψυχή του και το στήθος του να φουσκώνει σαν μια πηγή, που ανάβλυζε ελπίδα.

.*.*.*.

Ο γέρος ερημίτης ορκιζόταν, πως έκανε γι' αυτήν ό,τι περνούσε από το χέρι του. Η ποσότητα του νέκταρ Τούνιβορ που είχε στην κατοχή του ήταν πράγματι μικρή και στην καρδιά του Έραγκον προστέθηκε μία νέα αγωνία. Θα ήταν αρκετό το αντίδοτο που είχε δοθεί στην ξωτικιά, ώστε να καταπολεμήσει το φαρμάκι, που έρεε μαζί με το αίμα μέσα στις φλέβες της; Ο Τένγκα ισχυριζόταν ότι το νέκταρ έπρεπε να χορηγείται σε μικρές, ημερήσιες δώσεις από το στόμα. Στάλαζε με προσοχή ανάμεσα στα χείλη της ξωτικιάς μικρές-μικρές σταγόνες. Ο Έραγκον ανησυχούσε αν οι ελάχιστες σταλαγματιές θα έμπαιναν στον οργανισμό της, αφού η γυναίκα είχε παραμείνει τελείως αναίσθητη για μέρες. Το γεγονός ότι δεν είχε ακόμα ανακτήσει τις αισθήσεις της, ούτε καν αντιδράσει, δεν τον ενθάρρυνε. Ακόμα και η αναπνοή της δεν είχε επανέλθει, παρά το στήθος της παρέμενε φαινομενικά ακίνητο όπως και πριν. Ο ερημίτης βέβαια επέμενε, πως η μαγεία που χρησιμοποιούσε εξασφάλιζε ότι η ξωτικά θα άρχιζε σιγά-σιγά να αναλαμβάνει. Παρ' όλα αυτά, φρόντισε να αυξήσει σταδιακά την δόση του αντιδότου.

Μιας και όπως εξελίχθηκε η κατάσταση ο καβαλάρης της θα αναγκαζόταν να παραμείνει για κάποιες μέρες στον μισοερειπωμένο πύργο μέχρι η δύο-πόδια-μυτερά-αυτιά να αναλάβει, η Σαφίρα είχε βαλθεί να ελέγχει πετώντας το γύρω τοπίο. Πολλές φορές κατά την διάρκεια της μέρας, αλλά ακόμα και τις νύχτες, είχε απογειωθεί από τα δοκάρια του Εντούρ Ιθίντρα, για να απλώσει διάπλατα τις μεμβράνες των φτερών της πάνω από την πεδιάδα. Πετούσε σε όλο και μακρινότερες αποστάσεις, σε ύψος όπου ακόμα και αν κάποιος την έβλεπε από το έδαφος, δεν θα κατάφερνε να αναγνωρίσει το μοναδικό της είδος. Περιφερόταν ελέγχοντας για πιθανούς κινδύνους στρατιωτών ή την παρουσία άλλων στρατοκόπων, κατόπιν επέστρεφε ησυχασμένη κοντά στον εκλεκτό της. Όσο ψηλότερα κι αν πέταξε, όσο μακρύτερα κι αν πήγε, η πεδιάδα παρέμενε πάντοτε ερημική και απομονωμένη. Κίνδυνος για τον καβαλάρη της δεν διαφαινόταν.

Όλες τις πρώτες ώρες από την έναρξη της θεραπείας, ο Έραγκον τις πέρασε πλάι στην ξωτικιά. Δίχως ξεκούραση και ύπνο παρατηρούσε κάθε στιγμή το πρόσωπο και το κορμί της αναζητώντας με αγωνία και το παραμικρότερο ίχνος αντίδρασης. Ο Τένγκα δεν έδειχνε να ενοχλείται από την διαρκή του παρουσία, περισσότερο απ' όσο θα τον ενοχλούσε κάποια από τις γάτες του. Πότε περιφερόταν πάνω και κάτω στο στρογγυλό δωμάτιο με σερνάμενα ποδάρια αναμασώντας τις αλλοπρόσαλλες κουβέντες του, πότε ξεχνιόταν να διαβάζει κάποιον από τους ογκώδεις τόμους των βιβλίων του. Μια-μια οι γάτες πήδησαν επάνω στο κρεβάτι μυρίζοντας εξεταστικά το νέο σώμα, που είχε καταλάβει τα παλιά στρωσίδια. Κατόπιν κάποιες από αυτές βολεύτηκαν τριγύρω από τα πόδια της ξωτικογυναίκας χουζουρεύοντας, μέχρι να αποφασίσει να τις διώξει κλοτσηδόν το αφεντικό τους.

Όταν έφτασε το ξημέρωμα της δεύτερης ημέρας από τότε που εγκαταστάθηκαν στον πύργο, ο Έραγκον σηκώθηκε πιασμένος από την ακινησία και αναζήτησε τον καθαρό, ψυχρό αέρα της υπαίθρου. Τεντώθηκε, χασμουρήθηκε και έτριψε τα νυσταγμένα του μάτια. Στρίβοντας προς την πίσω μεριά του πύργου ανακάλυψε την γούρνα του νερού και με μεγάλη του ανακούφιση βύθισε το κεφάλι του στον κουβά. Ένιωσε κάπως αναζωογονημένος από την επαφή με το κρύο νερό και αναζήτησε με τη ματιά τα δύο άλογά του. Τα ζώα έβοσκαν ήσυχα στις παρυφές του δάσους λίγο πιο κάτω από την κορυφή του λόφου ακολουθώντας την πρασινάδα της γης και τα τρυφερότερα φύλλα των θάμνων. Ο Έραγκον τεντώθηκε ξανά. Από την κορυφή του πύργου η Σαφίρα του τον παρακολουθούσε. "Πηγαίνω στο δάσος για κυνήγι, φως των ματιών μου" είπε στην δράκαινα. "Έχε τον νου σου στην ξωτικιά."

Δεν του πήρε και πολύ να τσακώσει δυο λαγούς στις πρόχειρες παγίδες που βάλθηκε να στήνει. Άδολα από την παρουσία κυνηγών τα ζώα – προφανώς ο Τένγκα ήταν πολύ γέρος και πολύ βραδυκίνητος για παρόμοιες ασχολίες – πιάστηκαν εύκολα. Ο Έραγκον έγδαρε και ετοίμασε τα δύο θηράματα, κατόπιν γύρισε όσο πιο γρήγορα μπορούσε πίσω στον πύργο. "Βρήκα τον τρόπο να εμπλουτίσουμε το μενού με κάτι περισσότερο από τα μπιζέλια" ανακοίνωσε ικανοποιημένος στην Σαφίρα. Η δράκαινα είχε αποτολμήσει την προηγούμενη μια μακρινή εξόρμηση, κυνηγώντας για τον εαυτό της νόστιμα θηράματα, χορταίνοντας την πείνα της.

"Όσο εσύ θα ασχολείσαι με το μαγείρεμα και την δύο-πόδια-μυτερά-αυτιά, εγώ θα βγω για την συνηθισμένη μου περιπολία" αποκρίθηκε η δράκαινα και άνοιξε τα φτερά της πετώντας ψηλά, πάνω από τα χαλάσματα της κορυφής του πύργου.

Κάθε φορά που προσγειωνόταν και απογειωνόταν από εκεί, κομμάτια πέτρας και ξύλινα δοκάρια κατέρρεαν στον περίβολο. Οι τοίχοι σείονταν επικίνδυνα και νέοι σοβάδες κατακρημνίζονταν μαζί με τις σκλήθρες στο κυκλικό δωμάτιο. Ο Τένγκα δυσανασχετούσε. Ο Έραγκον καταλάβαινε, ότι αυτός και η ξωτικογυναίκα είχαν απρόσμενα καταλάβει τον ζωτικό του χώρο. Το επιπρόσθετο φαγητό ίσως να ήταν μονάχα μικρή ανταπόδοση για την σκοτούρα που προκαλούσαν.

Ο Έραγκον βρήκε την ξωτικιά στην ίδια κατάσταση που την είχε αφήσει. Χρησιμοποιώντας ένα λεπτό, μικρό κοχλιάριο ο Τένγκα στάλαζε ανάμεσα από τα μισάνοιχτά της χείλη την ημερήσια δόση του φαρμάκου. Ταυτόχρονα σιγομουρμούριζε ψέλνοντας άγνωστες για τον νέο μαγείες. Μη θέλοντας να διακόψει, ο δρακοκαβαλάρης τεμάχισε το ένα θήραμα ρίχνοντας μαζί με νερό το κρέας του στο τσουκάλι, κατόπιν το τοποθέτησε πάνω στην πυροστιά να βράσει. Το άλλο το κρέμασε να καπνιστεί από τον γάντζο. Σύντομα ο χώρος γέμισε από την γαργαλιστική μυρωδιά του κρέατος.

Ο Τένγκα, παρατώντας την θεραπεία, σήκωσε το κεφάλι και οσφράνθηκε τον αέρα. Ένα γρύλισμα ικανοποίησης ξέφυγε από τον λαιμό του και σηκώθηκε πλησιάζοντας την φωτιά να ελέγξει. "Καιρός ήταν να κάνεις και κάτι χρήσιμο" είπε με τόνο αυστηρό στον Έραγκον. "Αρκεί που έχω στερηθεί μ' εσάς εδώ όλη την βολή μου, γέρος άνθρωπος… χωρίς το κρεβάτι μου…"

Αυτό ήταν κάτι που ο Έραγκον είχε σκεφτεί καθ' όλες τις ώρες της προηγούμενης νύχτας. Από τη μία δεν ήθελε να κεντρίζει την δυσφορία ενός τόσο ασταθούς ατόμου, με το να βρίσκονται διαρκώς μέσα στα πόδια του. Από την άλλη, θα προτιμούσε να βολέψει την ξωτικιά σε κάποιο καλύτερο σημείο. Βάλθηκε να ελέγχει την ξύλινη κατασκευή της εισόδου, που κάποτε οδηγούσε σε υψηλότερα επίπεδα του πύργου. Η σκάλα ήταν σε μεριές-μεριές χαρβαλωμένη. Μπορούσε όμως να στερεωθεί, ώστε να την χρησιμοποιήσει κάποιος. Ο Έραγκον άρχισε να κουβαλά κλαδιά από τα δέντρα του κοντινού δάσους, τα οποία έκοβε χρησιμοποιώντας την κόψη του σπαθιού του. Κατόπιν βάλθηκε να τα δένει επάνω στην σκάλα με σχοινί από στριμμένα αγριόχορτα και κληματσίδες, στερεώνοντας έτσι και την παλιά κατασκευή. Ο Τένγκα τον παρατηρούσε με τα ζωηρά του μάτια σιγανομουρμουρίζοντας όπως συνήθως. Οι γάτες, αφού πρωτύτερα μύρισαν εντατικά τα ξύλα, αποφάσισαν, ότι πιο ξεκούραστο ήτανε γι' αυτές να μην μετέχουν. Ίσως ακόμα και πιο ασφαλές, αφού διαπίστωσαν ότι μια απότομη μετατόπιση των βαρύτερων κλαδιών, μπορούσε να μαγκώσει ουρές και να συνθλίψει τις πατούσες.

Με μία μόνο ανάπαυλα για το μεσημεριανό του φαγητό, ο Έραγκον δούλεψε ακατάπαυστα για όλη την υπόλοιπη ημέρα. Προτού ακόμα χρειαστεί ν' ανάψουν τα λυχνάρια, η κατασκευή που θα του επέτρεπε να εποπτεύσει τα υψηλότερα επίπεδα ήταν έτοιμη.

"Λίγη δουλειά ακόμα και σήμερα το βράδυ θα μπορέσεις να χρησιμοποιήσεις και πάλι το κρεβάτι σου" είπε ο Έραγκον στον ερημίτη, που ικανοποιημένος ξεκοκάλιζε ένα κομμάτι κρέας. "Δεν πρόκειται να μείνω περισσότερο, ούτε και θέλω να σου γίνομαι βάρος. Μονάχα μέχρι να συνεφέρει η γυναίκα. Σκοπεύω να την μεταφέρω απόψε στους απάνω χώρους."

"Έτσι κι αλλιώς το νέκταρ Τούνιβορ τελείωσε" δήλωσε ο γέρος. "Τελείωσε κι εμένα η δουλειά μου με το ξωτικό. Μπορώ από δω και πέρα να επιστρέψω στις μελέτες μου." Σκούπισε τα λερωμένα δάχτυλά του πάνω στην γούνα του γατιού, που με τα μάτια στυλωμένα πάνω του εδώ και ώρα, μάταια ανάμενε το μερτικό του. "Εύχομαι μόνο να μην λησμονήσεις την υπόσχεσή σου. Το νέκτραρ Τούνιβορ ήταν το ακριβότερο από τα αγαθά μου. Θα μου λείψει."

"Σου έχω δώσει τον λόγο μου" αποκρίθηκε ο Έραγκον. "Δεν το ξεχνώ."

Ο χώρος που ετοίμασε για την ξωτικιά ήταν ένα μικρό δωμάτιο ένα επίπεδο πιο πάνω από αυτόν του ισογείου. Αποτελείτο από ένα γεροφτιαγμένο, πέτρινο ημικύκλιο, που διαμόρφωναν οι εξωτερικοί ογκόλιθοι της κατασκευής και στερέωναν χοντρά δοκάρια, σίγουρα τοποθετημένα ανάμεσα στις πέτρες. Προστατευμένο από τα χαλάσματα της οροφής, διέθετε ακόμα και ένα μακρόστενο άνοιγμα στον αρχαίο τοίχο, που έβλεπε στην άπλετη πεδιάδα. Μέσα απ' αυτό εισερχόταν αρκετό φως και καθαρός αέρας, ότι η ξωτικογυναίκα χρειαζόταν, μέχρι να συνέλθει και να αναλάβει πλήρως τις δυνάμεις της. Ο Έραγκον ήταν σίγουρος, ότι ο μικρός αυτός χώρος κατά τη διάρκεια της μέρας θα γέμιζε με φως του ήλιου. Διακρινόταν ακόμα κι ένα κομμάτι έναστρου ουρανού της νύχτας, όταν τα σύννεφα αραίωσαν. Την μία από τις κουβέρτες που κουβάλαγε μαζί του, ο Έραγκον την γέμισε με μαζεμένα φύλλα ξερά, πεσμένα τριγύρω από τα δέντρα της δασώδους περιοχής. Όταν τελείωσε αυτό το απλό, αυτοσχέδιο στρώμα, επάνω του δίπλωσε την άλλη του κουβέρτα, ώστε να καταστήσει την επιφάνεια που η γυναίκα θα πλάγιαζε πιο μαλακή. Αναγκαστικά τα στρωσίδια θα απλώνονταν στο γυμνό, ξύλινο δάπεδο, όμως η φωτιά του ισόγειου τζακιού έσπρωχνε προς τα επάνω θερμό αέρα. Η αναίσθητη ξωτικιά δεν υπήρχε καμία περίπτωση να κρυώνει. Ο Έραγκον θα σκέπαζε το σώμα της με την χοντρή κάπα που του δώρισε ο Μέρταγκ πριν χωριστούν. Ο ίδιος θα πλάγιαζε στο πλευρό της, να την προσέχει.

Με προσοχή μεγάλη μετέφερε το αναίσθητο σώμα από το κρεβάτι του ισογείου μέχρι το αυτοσχέδιο στρώμα του μικρού χώρου του πάνω ορόφου. Σε κάθε του βήμα η ξύλινη σκάλα έτριζε και κλυδωνιζόταν επικίνδυνα, ο δρακοκαβαλάρης όμως ήταν αρκετά σίγουρος για τα στερεώματα που είχε κάνει. Πατούσε στα πιο γερά σημεία χωρίς να βιάζεται και σκόπευε να ενισχύσει τα στερεώματα την επαύριον. Απίθωσε την ξωτικιά στο στρώμα, τύλιξε το κορμί της με την κάπα και κάθισε πλάι στο προσκέφαλό της. Προηγουμένως είχε φροντίσει να φωτίσει τον χώρο με έναν μικρό πυρσό, που είχε στερεώσει πρόχειρα ανάμεσα στα αγκωνάρια του πέτρινου τοίχου.

Ο Τένγκα είχε δίκιο στους ισχυρισμούς του. Όσο αυτός καταγινόταν με τις κατασκευές του, η κατάσταση της ξωτικιάς είχε καλυτερεύσει. Το πρόσωπό της παρέμενε χλωμό και σφαλιστά τα μάτια, όμως το στήθος ανεβοκατέβαζε μια απαλή και ρυθμική ανάσα. Έδειχνε να κοιμάται έναν ύπνο βαθύ, που δεν διέκοπταν όνειρα ή εφιάλτες. Οι δυνατοί χτύποι της καρδιάς του Έραγκον τον ειδοποίησαν, ότι η εγγύτητά του με την γυναίκα αρχίνιζε και πάλι να επιδρά στον ψυχισμό του. Οι λεπτομέρειες του ήρεμου προσώπου της τον ξεσήκωναν. Τα υπερβολικά γωνιώδη χαρακτηριστικά της, που σε γυναίκα των ανθρώπων θα τον είχαν αφήσει παντελώς αδιάφορο, πάνω σ' εκείνη, νόμιζε, πως άγγιζαν την τελειότητα. Τα μακριά της ματόκλαδα σκίαζαν τα κλεισμένα βλέφαρα και τα μισάνοιχτα, καλοσχηματισμένα της χείλη επιδρούσαν στις αισθήσεις του. Ένοιωθε μέσα του ένα βαθύ συναίσθημα να αναδεύεται, να φουσκώνει και να θεριεύει πνίγοντας την καρδιά του, επηρεάζοντάς τον τόσο, όσο ποτέ ως τώρα. Η επιθυμία να κρατήσει μέσα στα χέρια του τα μακριά της δάχτυλα, τώρα απλωμένα επάνω στα σκεπάσματα, ήταν τόση, που μονάχα η ευπρέπειά του αντιτασσόταν σε μια τέτοια πράξη, μη θεωρώντας πρέπον να την εγγίζει χωρίς την γνώση και την θέλησή της. Το χλωμό χρώμα των παρειών της τον έκανε ν' ανησυχεί, παρά τις διαβεβαιώσεις του Τένγκα ότι η ξωτικιά θα συνερχόταν. Οι χτύποι της καρδιάς του δυνάμωναν κάθε που περνούσε σαν ιδέα από τον νου του, ότι μπορεί και να την χάσει. Αν η δόση του αντίδοτου δεν ήταν αρκετή, αν η ζωή της αφανιζόταν κι αυτή περνούσε στο κενό; Περισσότερο όμως απ' όλα τον επηρέαζε το άρωμα που ανάδιδε το σώμα της. Η μυρωδιά βρεμένου χώματος και πεύκων ανθισμένων μιλούσαν κατ' ευθείαν στο κορμί του, κάνοντάς τον να ντρέπεται για την επίδρασή τους πάνω του.

Πλάγιασε πλάι της επάνω στην σκληρή, ψυχρή επιφάνεια του δαπέδου ακουμπώντας με τα ακροδάχτυλα τον πλούσιο καταρράκτη των μαύρων μαλλιών της, που κατρακυλούσαν κάτω από το στρώμα και σέρνονταν κοντά στο πρόσωπό του. Την σκέψη ότι θα ερχόταν σύντομα ο καιρός που έπρεπε να χωριστούν, μιας κι εκείνη θα επέστρεφε στα πυκνά δάση των δικών της, την έδιωξε γοργά από το μυαλό του. Δεν ήταν καθόλου σίγουρος, ότι θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μια τέτοια απομάκρυνση. Βαθιά μέσα στον νου του καταλάβαινε, ότι μια ανάγκη παράξενη, πρωτόγνωρη και μαγική είχε αγκαλιάσει την καρδιά του. Ανάγκη, που ύφαινε επάνω του, χωρίς κι ο ίδιος ακόμα να το ξέρει, τα περίτεχνα νήματα του νεανικού έρωτά του.

.*.*.*.

Η ξωτικιά συνήλθε την ερχόμενη νύχτα. Από το άνοιγμα του παραθύρου φαινόταν ένα κομμάτι ουρανού και τα άστρα που τρεμόσβηναν επάνω στο στερέωμα σκορπίζοντας στη γη το χλωμό τους φως. Ο Έραγκον είχε γείρει πάνω από το σώμα της γυναίκας παρατηρώντας στο φως του μικρού πυρσού το στήθος της που ανεβοκατέβαινε ρυθμικά, όταν τα χείλη της εξέβαλλαν μια απότομη ανάσα. Τα μακριά ματόκλαδα τρεμόπαιξαν, για να ανοίξουν αμέσως μετά. Το καταπράσινο βλέμμα της καρφώθηκε ζωηρό κατευθείαν μέσα στο δικό του προκαλώντας ανατριχίλα στην ραχοκοκαλιά του.

Ο Έραγκον βιάστηκε να την καθησυχάσει. "Ησύχασε!" της χαμογέλασε πλέοντας σε πελάγη ευτυχίας για την αιφνίδια εξέλιξη. "Είσαι ελεύθερη και γερή! Το νέκταρ Τούνιβορ, που μου παράγγειλες, σου έχει δοθεί." Είδε την γυναίκα να προσπαθεί να ανασηκωθεί στο στρώμα, μα οι δυνάμεις της δεν ήταν τόσες ώστε να το κατορθώσει. Προσπάθησε να την στηρίξει ο ίδιος, όμως εκείνη τινάχτηκε μακρύτερα αποφεύγοντας το άγγιγμά του. Ο Έραγκον ανησύχησε. "Ηρέμησε, μην ζορίζεις ακόμα τον εαυτό σου. Είσαι πολύ αδύναμη." Η ξωτικογυναίκα παρέμεινε ακίνητη να τον κοιτά εξεταστικά κι ο ίδιος κατάλαβε, ότι θα έπρεπε να επιδιώξει να παρουσιάσει τον εαυτό του με πιο πρέποντα τρόπο. Τραβήχτηκε μακρύτερα, έφερε το δεξί του χέρι πάνω στο στήθος και έκλινε ελαφρά το πάνω μέρος του κορμιού του, κίνηση που του φάνηκε αρκετά ευγενική. "Είμαι ο Έραγκον," της συστήθηκε "δρακοκαβαλάρης της Σαφίρα. Μαζί με τον δράκο μου σε σώσαμε από τον Ίσκιο και από τους στρατιώτες του Γκαλμπατόριξ. Σκοπεύαμε να σε μεταφέρουμε στο Φάρδεν Ντουρ, όπου οι νάνοι θα σου χορηγούσαν το αντίδοτο του δηλητηρίου. Όμως, καθώς ταξιδεύαμε προς τα εκεί, βρέθηκε στο δρόμο μας αυτός ο ερειπωμένος πύργος των ξωτικών, όπου ζητήσαμε εφόδια και καταφύγιο για μια νύχτα. Ο ερημίτης που κατοικεί εδώ τυχαίνει να γνωρίζει από βότανα και μαγεία. Είχε στην κατοχή του το νέκταρ και σε γιάτρεψε."

Ακούγοντας τα λόγια του η ξωτικιά φάνηκε να ησύχασε μια στάλα. Τα πράσινά της μάτια έκλεισαν πάλι, ίσως κουρασμένα από το φως, η ανάσα της ημέρεψε. Στον Έραγκον φάνηκε περισσότερο αδύναμη από πριν, εύθραυστη σχεδόν για κάποια που ζούσε στις συνθήκες ενός τόσο σκληρού κόσμου. Η ανάμνηση των πληγών που έφερε στο σώμα όταν την βρήκε, αποτέλεσμα της κακομεταχείρισής της από τους στρατιώτες ή τον Ίσκιο, στιγμή δεν είχαν φύγει από την σκέψη του. Είχε μισήσει ολόψυχα τα κτήνη, που είχαν συμβάλλει στον βασανισμό της και δεν μετάνιωνε για τον σκληρό τους θάνατο. Παρ' όλα αυτά, μέσα στην αδυναμία της του φάνηκε ακόμα ομορφότερη. "Κοιμήσου," της ψιθύρισε "βρίσκομαι εδώ να σε φυλάγω από κάθε τι κακό."

Σαν η γυναίκα δεν του αποκρίθηκε, παρά έμεινε ακίνητη με σφαλιστά τα μάτια, ο Έραγκον έκρινε, ότι είχαν ξανανοίξει γι' αυτήν οι αγκάλες του ύπνου. Κάθισε πλάι της ακόμα μια φορά ανασαίνοντας βαθιά την μυρωδιά της, αφήνοντας ελεύθερη την καρδιά του να αγαλλιάζει με την σωτηρία της.

"Θέλω κι εγώ να δω την ξωτικογυναίκα" απαίτησε η Σαφίρα αφυπνισμένη από την ψυχική αναστάτωση του εκλεκτού της.

"Κοιμάται πάλι, ομορφιά μου." Ο Έραγκον έστειλε προς το άλλο του μισό την εικόνα της κοιμισμένης ξωτικιάς. "Αύριο, σαν πάλι θα ξυπνήσει, θα κανονίσω να την συναντήσεις. Ω! Είναι όμορφη πολύ, έτσι όπως ησυχάζει."

"Διαβεβαίωσέ την, όταν ξυπνήσει, πως τίποτε και κανένας δεν πρόκειται πια να την βλάψει. Έχει εμάς να την φρουρούμε, στον ύπνο και στον ξύπνιο της" διαβεβαίωσε η Σαφίρα. "Πες της ακόμα, ότι εκδικήθηκα εκείνους που την έβλαψαν με νύχι και με δόντι. Οι σάρκες των νεκρών τους σαπίζουν αφημένες πάνω στην κρύα γη" κόμπασε η δράκαινα.

"Όλα θα της τα πω, μονάχα να συνέλθει." Η αγωνία βάραινε και πάλι στην καρδιά του Έραγκον. Μπορεί η ξωτικιά να άνοιξε τα μάτια της, είχε όμως σπασμωδικά αποτραβηχτεί για να αποφύγει το άγγιγμά του. Θα συνερχόταν άραγε ποτέ τελείως;

"Όλα θα πάνε καλά, μικρούλη."

Μετά από την προηγούμενη επαφή με την γυναίκα, ο ύπνος δεν υπήρχε περίπτωση να έλθει. Πέρασαν κι άλλες ώρες, πότε μετρώντας τα άστρα που αποκαλύπτονταν ανάμεσα απ' τα σύννεφα, πότε εξετάζοντας ξανά τις λεπτομέρειες από το πρόσωπό της. Ο Έραγκον καταλάβαινε καλά, ότι τώρα που η γυναίκα είχε συνέλθει, η εγγύτητα που είχε ζήσει πλάι της κατά τις ώρες του ταξιδιού τους επρόκειτο να σταματήσει. Πώς θα γινόταν να παραμένει κοντά της και να πλαγιάζει πλάι της τις ώρες που αυτή κοιμόταν; Πώς θα μπορούσε ξανά να μυρίσει τα μαλλιά ή να μεταφέρει μέσα στα μπράτσα του το κορμί της;

Η ξωτικιά ξύπνησε και πάλι στην μέση της νύχτας. Προσπάθησε να του μιλήσει, μα η φωνή της ξέφυγε τραχιά σβήνοντας στα βάθη του λαιμού της. Ο Έραγκον προσέφερε μια κούπα με νερό βοηθώντας την να πίνει. Την φορά αυτή τον αποδέχτηκε. Ελάχιστες γουλιές μονάχα, κατόπιν πλάγιασε και πάλι ανήμπορη στο στρώμα. Τα μάτια της όμως παρέμειναν ανοιχτά, στραμμένα πάνω του.

"Το όνομά μου είναι Άρυα." Ο μελωδικός της ψίθυρος ίσα που έφτασε στα αυτιά του. Τα μάτια της γυάλιζαν στο φως της δάδας. "Πού βρίσκομαι;"

Με στοργικές κινήσεις ο Έραγκον την σκέπασε με την κάπα του ξανά. "Πολύ νοτιότερα της Ουρου'μπαίην, στην μέση μιας άγονης και έρημης πεδιάδας. Το όνομα του πύργου είναι Εντούρ Ιθίντρα και ο ερημίτης που τον κατοικεί και σε βοήθησε ονομάζεται Τένγκα." Νωρίτερα, που ο Έραγκον είχε κατέβει στο ισόγειο δωμάτιο για να προμηθευτεί νερό και φαγητό για την ξωτικιά, κουρασμένος ο γέροντας κοιμόταν του καλού καιρού επάνω στο κρεβάτι του, κοντά στο τζάκι. Δεν είχε καταλάβει το παραμικρό για την ανάνηψη της ξωτικιάς και ούτε υπήρχε περίπτωση να ακούει τα λεγόμενά τους τώρα. Ο χώρος που την τοποθέτησε παρείχε αρκετή απομόνωση, ώστε να διαφυλάξει την ιδωτικότητά της. Δύο από τις γάτες τον ακολούθησαν καθώς ανέβαινε και πάλι, αλλά ο Έραγκον τις έδιωξε, να μην ενοχλούν. Σίγουρο ήταν, ότι αυτές αργότερα θα επέμεναν. "Κατευθυνόμαστε στο Φάρδεν Ντουρ, όπως σου είπα και νωρίτερα. Η κρίσιμη κατάστασή σου όμως, μας ανάγκασε να αναζητήσουμε καταφύγιο εδώ. Δεν πρέπει να βρισκόμαστε πολύ μακριά από τα εδάφη της Σούρντα."

Η ξωτικιά ζήτησε δύο ακόμα γουλιές νερό. "Στο Φάρδεν Ντουρ…" επανέλαβε τα λόγια του, πριν η φωνή της σβήσει. Κατόπιν η πράσινη ματιά της ζωήρεψε. "Ο δράκος;"

Ο Έραγκον της χαμογέλασε βάζοντας μέσα στα χέρια της την γαβάθα με τα βρασμένα μπιζέλια, μέσα στην οποία είχε προηγουμένως τρίψει μικρές μπουκιές ψωμί. "Ονομάζεται Σαφίρα και είναι θηλυκό του είδους. Επιθυμία της είναι να σε συναντήσει, μόλις μπορέσεις."

Από τα ψηλότερα δοκάρια της κορυφής του πύργου ακούστηκε το ηχηρό γουργούρισμα της δράκαινας. Η Σαφίρα έτεινε προς τα κάτω τον μακρύ λαιμό της και το πετάρισμα των φτερών της ξεσήκωσε σύννεφα σκόνης και σοβάδες, που κατακρημνίστηκαν ευθεία προς τα κάτω. Η απόσταση όμως που την χώριζε από τον καβαλάρη της και το ξωτικό ήταν μεγάλη, ο χώρος που αυτοί βρίσκονταν προστατευμένος. Παρ' όλο που δεν μπορούσε να τους δει, έκανε αισθητή την παρουσία της χτυπώντας με δύναμη την ουρά της στους ογκόλιθους που διαμόρφωναν τον τοίχο.

Ρίχνοντας μόνο ένα βλέμμα προς τα επάνω, η ξωτικιά δέχτηκε από τα χέρια του Έραγκον την γαβάθα και το κουτάλι. Κατάφερε να φέρει μέχρι το στόμα της δύο μόνο μπουκιές κι αυτές μασώντας τες για ώρα. Κατόπιν άφησε στο πλάι της το φαγητό.

"Σ' ευχαριστώ για όλα, Σούρ'τουγκαλ. Διεμήνυσε, παρακαλώ, στον δράκο σου, ότι θα είναι τιμή μου και χαρά μεγάλη το να την συναντήσω το συντομότερο δυνατόν. Είθε τα άστρα να σας προσέχουν."

Η ευγενική φωνή της ξωτικογυναίκας ήταν δυνατότερη τώρα, πιο σίγουρη. Στ' αυτιά του Έραγκον ακούστηκε σαν μελωδία γλυκού τραγουδιού, τραγουδισμένη από τα ομορφότερα χείλη. Η άγνωστή του όμως λέξη τον παραξένεψε. "Σουρ'τουγκαλ;"

Η ξωτικιά άφησε λίγο την ματιά της να πλανηθεί επάνω του. "Ναι, Σούρ'τουγκαλ. Σημαίνει στην αρχαία γλώσσα, την γλώσσα μου, την ιδιότητά σου σαν δρακοκαβαλάρης. Σούρ'τουγκαλ και Σκουλμπλάκα… ο δράκος." Κατόπιν έστρεψε τα μελαγχολικά της μάτια προς το κομμάτι του ουρανού, που φαινόταν έξω από το μακρόστενο παράθυρο. "Θα σε παρακαλούσα να έσβηνες το φως του πυρσού" του ζήτησε. "Είναι πολύς ο χρόνος που έχω περάσει περιορισμένη μέσα σε πέτρινους τοίχους και πολύ έχω επιθυμήσει να δω το φως των άστρων."

Ο Έραγκον βιάστηκε να ανταποκριθεί στην επιθυμία της. Στα σκοτεινά, μονάχα με το φως των αστεριών να λούζει το αδύναμο πρόσωπό της, στα μάτια του φάνταζε ακόμα ωραιότερη. "Προσπάθησε να κοιμηθείς ξανά" την προέτρεψε. "Καταλαβαίνω ότι θα έχεις πολλές ακόμα απορίες, πολλά να με ρωτήσεις. Κι εγώ πολλά ακόμα, που θέλω να σου πω. Όλα όμως μπορούν να περιμένουν μέχρι το πρωί.

Η γυναίκα πλάγιασε και πάλι, δεν γύρισε όμως ξανά προς την μεριά του, παρά το βλέμμα της απόμεινε στραμμένο κατά την μεριά του ουρανού. Ο δροσερός άνεμος, που έμπαινε από το άνοιγμα του τοίχου, έκανε τους βοστρύχους από τα μακριά μαλλιά της να αναδεύονται. "Θα επιθυμούσα να μείνω μονάχη τώρα" μουρμούρισε.

Ο Έραγκον ταχτοποίησε πλάι της το νερό και το φαγητό, έτσι ώστε αυτή να φτάνει ότι χρειαζόταν. Κατόπιν έγειρε το κεφάλι σε έναν χαιρετισμό και κατέβηκε τις σκάλες προς την ύπαιθρο. Η Σαφίρα τον συνάντησε στα ριζά του πύργου ξυπνώντας και ταράζοντας τα άλογα. Ο Έραγκον τα ησύχασε με γλυκόλογα και χάδια, κατόπιν βάδισε μαζί με την εκλεκτή του προς το δάσος.

"Είναι όμορφη…"

"Για δύο πόδια, καλή είναι." Η δράκαινα είχε μοιραστεί με τον εκλεκτό της όλη την προηγούμενη εμπειρία του με την αφύπνιση της ξωτικιάς και την ολιγόλεπτη συζήτησή του μαζί της.

"Είναι… θαυμάσια, υπέροχη μέσα στην αδυναμία της." Η καρδιά του δρακοκαβαλάρη χτυπούσε με ταχείς ρυθμούς. Στα πράσινα μάτια και τα λεπτά μέλη της ξωτικιάς είχε προστεθεί και η μελωδία της φωνής της, να τον συνεπαίρνει.

"Είναι ζωντανή και ελεύθερη" του τόνισε η Σαφίρα. "Και αυτό το χρωστά αποκλειστικά σ' εσένα, μικρούλη."

Ο Έραγκον χάιδεψε τρυφερά το μουσούδι της. "Και σε σένα, φως των ματιών μου. Αν δεν την μετέφερες πάνω στην σέλα σου, αν δεν είχες συντελέσει στην απελευθέρωσή της…"

Η δράκαινα γουργούρισε ικανοποιημένη. Κάθισε πρώτα στα πίσω της πόδια, κατόπιν βολεύτηκε σαν μια γάτα διπλώνοντας την ουρά γύρω απ' το σώμα της. Ο Έραγκον ακούμπησε στο πλευρό της. "Και στον Μέρταγκ! Ιδίως σ' αυτόν." Δεν της άρεσε που γύριζε τις αναμνήσεις του πίσω στον χαμένο σύντροφό του, όμως ήταν ο Μέρταγκ που είχε αναγνωρίσει την τοποθεσία της άμαξας στα χαράγματα επάνω στο χώμα. Αυτός ήταν, που είχε συμπληρώσει τον αυτοσχέδιο χάρτη και είχε συλλάβει το σχέδιο της ενέδρας.

"Ναι," συμφώνησε και ο δρακοκαβαλάρης μελαγχολώντας "και στον Μέρταγκ." Η καρδιά του όμως ήταν τόσο γεμάτη από την ύπαρξη της ξωτικιάς, που γρήγορα η δική της σκέψη έδωσε την θέση της στην πρότερή του μελαγχολία. "Η φωνή της ηχεί σαν ανοιξιάτικο τραγούδι, η μυρωδιά της μοιάζει με ανθισμένο περιβόλι. Αχ, ας μπορούσα να πάρω από τα μάτια της την τόση θλίψη…" Κατά τις τελευταίες ώρες που πέρασε άυπνος εξετάζοντας το αναίσθητο κορμί της, το συναίσθημα μέσα του γι' αυτήν είχε θεριέψει.

"Να μην ξεχνάς, μικρούλη, τα σημάδια που άφησαν πάνω της οι άντρες του αυγοσπάστη" υπενθύμισε η δράκαινα στον εκλεκτό της.

"Τα σημάδια…" ο Έραγκον δεν τα ξεχνούσε. Ποτέ του δεν θα ξεχνούσε το θέαμα που αντίκρισαν τα μάτια του, μόλις έλυσε τα κορδόνια από το πουκάμισό της.

"Κι εσύ τα γιάτρεψες!" του τόνισε η Σαφίρα. "Η δύο-πόδια-μυτερά-αυτιά μας χρωστάει."

"Μονάχα με την δική σου βοήθεια, φως των ματιών μου."

Πάνω τους ο άνεμος απέσπασε κομμάτια από τα σύννεφα διώχνοντάς τα μακριά προς την δύση. Το φως των άστρων έλαμψε περισσότερο φωτίζοντας τις κορυφές των δέντρων. Στα μέρη της ανατολής ξεχώριζε το νέο φεγγάρι. Η μυρωδιά της προαυγινής ώρας ξεχύθηκε στην πεδιάδα. Ο Έραγκον ένοιωσε σαν χαμένος μέσα στον κόσμο. Οι νέες ευθύνες που βάραιναν επάνω του για να τις αναλάβει, ήταν κάτι που ποτέ του δεν είχε αποζητήσει.

"Πρέπει!" του τόνισε η Σαφίρα. "Πάρε παράδειγμα την στάση των συντρόφων μας που χάθηκαν. Εσύ κι εγώ, είμαστε δράκος και καβαλάρης! Οφείλουμε να συντρέξουμε όλους όσους έχουν την ανάγκη μας. Ο σφετεριστής των όρκων, ο αυγοσπάστης, μια μέρα θα πληρώσει για όλα τα κρίματά του. Η Αλαγαισία θα ξαναγίνει ελεύθερη."

.*.*.*.

Μπορούσε ακόμα να βλέπει τον θόλο του ουρανού και το φως των άστρων. Μπορούσε ξανά να νοιώσει το φύσημα του ανέμου επάνω στο πρόσωπό της.

…Εκείνοι όμως… οι δύο πιστοί σύντροφοί της… είχαν χαθεί… Ο ευγενικός Φέολιν ποτέ δεν θα τραγουδούσε ξανά υμνώντας το ασημένιο αστερόφωτο... Ο γλυκός Γκλένγουινγκ δεν θα μιμούταν άλλη φορά τους ήχους από τα τραγουδίσματα των φτερωτών κατοίκων των δέντρων…

Στα δικά της αυτιά έφταναν και πάλι κελαδήματα από το δάσος που ξυπνούσε χαιρετώντας την νέα μέρα…

…εκείνοι όμως δεν θα ξυπνούσαν...

Πήρε με το κουτάλι μία ακόμα μικρή ποσότητα από τα βρασμένα λαχανικά της και την έφερε ανόρεχτα στο στόμα μασώντας τα αργά. Αυτή μπορούσε ακόμα να γεύεται τους καρπούς της γης, ενώ οι δύο σύντροφοί της…

…Δεν ήταν άλλος, παρά αυτή η ίδια, που τους οδήγησε ως τον θάνατό τους…

Θα έπρεπε όμως να τρώει, αν ήθελε να συνεχίσει να ζει. Και η αποστολή της δεν είχε ακόμα λήξει. Στο άλλο χέρι της κρατούσε την γαβάθα με το φαΐ των ανθρώπων, φτιαγμένη κι αυτή από ξύλο νεκρό και όχι τραγουδισμένο. Ο δρακοκαβαλάρης είχε νωρίτερα προσφέρει κομμάτια νεκρού ζώου από το τελευταίο κυνήγι του στο δάσος, ζητώντας της να φάει τις σάρκες του, να δυναμώσει. Αηδιασμένη είχε αρνηθεί. Η μυρωδιά από το καμένο λίπος, που ο αέρας του τζακιού μετέφερε μέχρι τα ρουθούνια της από την εστία του ισογείου, της θύμιζε τις μέρες της φυλάκισής της στο Γκίλ'ιντ. Της θύμιζε τον Ίσκιο…

…Τις ώρες του φρικτού της μαρτυρίου…

Ποτέ δεν θα καταδεχότανε να μοιραστεί τα όσα έζησε στα χέρια των ανθρώπων, ιδίως μ' έναν άλλον άνθρωπο, εκπρόσωπο του είδους τους. Ούτε επρόκειτο να εξηγήσει την βαθύτερη αιτία της αποστροφής της για το κρέας. Αρκέστηκε μονάχα να του πει, ότι τα ξωτικά είχαν εξορίσει κάθε τι το ζωικό από το τραπέζι τους, κάθε τι που περιείχε αίμα, μη θέλοντας να μολύνουν με θάνατο αναίτιο τα απέραντά τους δάση. Δέχτηκε όμως με ευγνωμοσύνη τα λαχανικά που εκείνος εναλλακτικά της προσέφερε. Ευγνωμοσύνη ένιωθε και για το φως του ήλιου, που λίγο-λίγο υψωνόταν πάνω από την πεδιάδα, φωτίζοντας και ζεσταίνοντας την μικρή πέτρινη κάμαρα. Την ώρα που εκείνη έτρωγε να πάρει δυνάμεις, ο δρακοκαβαλάρης είχε αναλάβει να αποκριθεί σε όλες της τις ερωτήσεις. Περιέγραψε μετά με λεπτομέρειες την περιπέτειά του για να την σώσει μέσα από την άμαξα, την εξουδετέρωση του Ίσκιου, την μάχη με τους στρατιώτες.

Υπήρχε, κατά τα λεγόμενά του, ένας ακόμα σύντροφος μαζί του, σύντροφος που είχε χαθεί…

… Έτσι κι εκείνος, όπως και οι δύο δικοί της, οι χαμένοι της σύντροφοι…

Αυτός όμως ο σύντροφος δεν είχε χαθεί στην προσπάθεια να βοηθήσει τον δρακοκαβαλάρη να τη σώσουν. Είχε κατόπιν επιστρέψει με τη δική του θέλησή στην Ουρου'μπαίην. Εκεί θα προσπαθούσε, πάντα κατά τους ισχυρισμούς του δρακοκαβαλάρη, να ελευθερώσει τα δύο αυγά των δράκων, που ο Γκαλμπατόριξ κατείχε εδώ κι έναν αιώνα σκλαβωμένα. Γνώριζαν καλά για την ύπαρξη των αυγών αυτών τα ξωτικά. Δεν είχε έρθει όμως ακόμα καιρός, που θα ήταν τόσο δυνατοί για μια ανοικτή αντιπαράθεση με τον βασιλιά, ούτε να ανταποδώσουν κάποιο χτύπημα που θα μπορούσε να τον εξοντώσει. Μπορεί η ώρα αυτή να μην ερχόταν και ποτέ. Ίσως βέβαια τώρα μ' αυτόν τον δρακοκαβαλάρη στο πλευρό τους…

Η Άρυα στέναξε απαλά αφήνοντας την μισογεμάτη γαβάθα πλάι της. Αναζήτησε την κούπα του νερού για να ξεπλύνει το στόμα της κι ο νέος της την πρόσφερε.

…Πόσο νέος ήταν αλήθεια… σχεδόν παιδί, ακόμα και για τα στάνταρ των ανθρώπων…

Η ξωτικιά τον ευχαρίστησε ευγενικά. Ήθελε ακόμα να ευχαριστήσει και τον ερημίτη του πύργου, που την γιάτρεψε. Επιθυμούσε διακαώς να συναντήσει τον δράκο… να δει το πλάσμα που είχε ξεπηδήσει από το αυγό που αυτή η ίδια μετέφερε· να χαρεί την λαμπρότητά του με τα ίδια της τα μάτια. Και τα δύο θα έπρεπε να περιμένουν. Παρά την προθυμία και πρόταση του δρακοκαβαλάρη να την μεταφέρει στην αγκαλιά του ως κάτω, εκείνη είχε αρνηθεί. Ποτέ της δεν θα καταδεχόταν να παρουσιαστεί μπροστά στους άλλους υποβασταζόμενη.

…Δεν ήθελε ποτέ ξανά ανθρώπου χέρι… χέρι αντρικό, να την αγγίσει… Ακόμα κι αν αυτός ήταν δρακοκαβαλάρης…

Εκείνος είχε εξετάσει τις πληγές της. Με μάγουλα κοκκινισμένα και μάτια χαμηλωμένα από την ντροπή – προς τιμήν του – είχε παραδεχτεί ότι είχε χρησιμοποιήσει την μαγεία του, για να την γιατρέψει. Απέφυγε την όποια αναφορά στην γύμνια του κορμιού της, εκείνη όμως είχε καταλάβει.

"Μόλις θα νοιώσεις αρκετά δυνατή και έτοιμη γι' αυτό, είσαι ελεύθερη τα τραβήξεις τον δρόμο σου" συνέχιζε να μιλά ο δρακοκαβαλάρης. "Αν και θα πρέπει να γνωρίζεις, ότι η κινητικότητα των στρατιωτών της αυτοκρατορίας είναι μεγάλη. Αν χρειάζεσαι χρόνο περισσότερο για να συνέλθεις, ίσως καλύτερο θα ήταν να παρατείνεις την εδώ διαμονή σου. Το μέρος φαίνεται σίγουρο και εκτός προσβασιμότητας των αυτοκρατορικών. Όμως θα πρέπει να σε προειδοποιήσω," ο Έραγκον χαμήλωσε δυο τόνους την φωνή του μη θέλοντας να ακουστεί από το ισόγειο "ότι ο γέρος είναι μισότρελος. Επιπλέον γνωρίζει τον τρόπο να χρησιμοποιήσει μαγεία."

Μιλώντας της σιγανότερα είχε αυθόρμητα γείρει πιο κοντά της. Η μυρωδιά από τον ιδρώτα του εφηβικού του σώματος χτύπησε τα ρουθούνια της προξενώντας της αναγούλα. Οι άνθρωποι της μύριζαν πάντοτε άσχημα, οι άντρες τους χειρότερα. Είχε μάθει όμως με τους χρόνους να το ανέχεται, όποτε ήταν απαραίτητο να έρχεται σε επαφή μαζί τους. Τώρα διαπίστωνε, ότι μετά από την φυλάκισή της στο Γκίλ'ιντ, δύσκολα θα ανεχόταν πάλι ανθρώπινη προσέγγιση, όσο καλή θέληση να είχε ο άλλος. Στήθηκε ακίνητη… σφιγμένη… τα χέρια της έγιναν δυο γροθιές μαγκώνοντας τα στρωσίδια, λες και η κουβέρτα ήταν μια ασπίδα που θα την προστάτευε από την επαφή. Προσπάθησε πολύ να μην αφήσει να φανεί η αγένειά της. Εκείνος όμως τίποτε δεν κατάλαβε.

"Αν το επιθυμείς, μπορείς να ακολουθήσεις την δική μας την πορεία προς το Φάρδεν Ντουρ" συνέχισε. "Όσο επαφίεται στις δυνάμεις μας, εμείς θα σε προστατέψουμε."

Ήθελε να του πει, ότι αυτή δεν ήταν σαν τα αδύναμα θηλυκά των ανθρώπων, με τα οποία εκείνος είχε συνηθίσει να συναναστρέφεται. Ήταν δυνατή! Είχε αντιμετωπίσει μόνη τον Ίσκιο… τους φρουρούς του… και είχε επιβιώσει. Δεν χρειαζόταν την δική του προστασία. Παρά το ότι τα λόγια του την είχαν προσβάλει, δεν θα άφηνε ποτέ της να φανεί η παραμικρή δυσαρέσκεια. Μπορεί τούτος ο άνθρωπος να ήταν αγενής… μπορεί να ήταν άπραγος στις σχέσεις του με τους άλλους, η ίδια όμως καταγόταν από την ευγενέστερη γενιά. Δεν θα καταδεχόταν να μειώσει τον εαυτό της παραπονούμενη. Ως δρακοκαβαλάρης τούτος ο άνθρωπος πολλά είχε να διδαχθεί ακόμα. Η ώρα όμως η κατάλληλη δεν είχε ακόμα φτάσει, για να γενεί αυτή η συζήτηση.

"Πρόκειται να συνεχίσουμε το ταξίδι μας στο Φάρδεν Ντουρ και έχουμε μάλιστα πολύ καθυστερήσει" συνέχισε ο άνθρωπος. "Έχουμε χρέος ζωής να εκπληρώσουμε εκεί. Χρέος που το οφείλουμε στον φίλο και χαμένο σύντροφό μας. Αλλά θα σου μιλήσω σχετικά με αυτό αργότερα. Δεν θέλω τώρα περισσότερο να σε κουράζω. Προσπάθησε να κοιμηθείς, να ανακτήσεις τις δυνάμεις."

Έσκυψε πιότερο επάνω της, τόσο, όπου στα λόγια του τα τελευταία ένιωσε την ανάσα του στο πρόσωπό της. Αυτό την έκανε να ψυχραθεί ακόμα περισσότερο. Εικόνες από τον βασανισμό, από τους εξευτελισμούς που υπέστη στα χέρια των ανθρώπων, τρεμόπαιξαν μπροστά στα βλέφαρά της και έκλεισε απότομα τα μάτια. "Ο δρακοκαβαλάρης είναι άπραγο παιδί ακόμα" επανέλαβε στον εαυτό της. Ένα παιδί όμως των ανθρώπων…

… ρηχών και αγενών πλασμάτων… άσεμνα αφοσιωμένων σε ηδονές χυδαίες, που πήγαζαν από τις ορμόνες που έλεγχαν τα εφήμερα κορμιά τους… ελάχιστα καλύτεροι από τους σβώλους της άμμου…

Θυμήθηκε να την ξαπλώνουν στο κρύο πάτωμα του κελιού… να της ξεσχίσουν αδιάντροπα το ρούχο… να προσπαθούν…

Έκρυψε βιαστικά την απεχθή εικόνα πίσω από ένα πέπλο τυπικότητας. "Ευχαριστώ, δρακοκαβαλάρη, εσένα και τον υπερήφανο δράκο σου, για όσα κάνατε για μένα. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτά που χρεωστώ."

"Τίποτε δεν χρωστάς σ' εμάς" είπε το αγόρι με μια παράξενη, βαθιά χροιά να χρωματίζει την φωνή του. "Κάναμε το καθήκον μας όπως το νοιώθαμε, το ίδιο και ο χαμένος σύντροφός μας." Τραβήχτηκε από πάνω της παίρνοντας πάλι την προηγούμενη, ευγενική του στάση. "Θα σε αφήσω ν' αναπαυθείς τώρα. Αν χρειαστείς το παραμικρό, να μην διστάσεις να με φωνάξεις."

Άκουσε τα βήματά του να απομακρύνονται, την ξύλινη κατασκευή, που οδηγούσε στον δικό της χώρο, να τρίζει. Δεν έφταιγε το αγόρι για όλα όσα δοκίμασαν να της κάνουν οι στρατιώτες… για όσα τους διέταξε ο Ίσκιος να της κάνουν. Ούτε και ήταν τυχαίο ίσως, ότι τον διάλεξε ο δράκος για εκλεκτό του.

… αυτό το αγόρι των ανθρώπων…

Έτσι ήταν συμφωνημένο με τον Μπρομ, τον δρακοκαβαλάρη, χρόνους πριν. Το γαλανό αυγό θα έμενε έναν χρόνο στα ξωτικά και άλλον ένα στους ανθρώπους. Τα δύο γένη είχαν ίσες ευκαιρίες για έναν δρακοκαβαλάρη από το δικό τους γένος. Ήταν η ίδια που εμπιστεύθηκαν και είχε αναλάβει την μεταφορά αυτή του αυγού από τους μεν στους δε.

…Η ίδια και… οι νεκροί σύντροφοί της…

Η Άρυα ανακάθισε και πάλι μένοντας μονάχη. Οι ώρες του βασανισμού και όλων των εξευτελισμών που υπέστη ήταν κοντά ακόμα. Φυσικό ήταν να νοιώθει τόσο μεγάλη αποστροφή για το γένος των ανθρώπων. Άνθρωποι ήταν όμως και οι ορκισμένοι επαναστάτες. Άνθρωπος ήταν και ο Μπρομ, ο φίλος των ξωτικών, που τόσο μεγάλη εκτίμηση έτρεφε γι' αυτόν μέσα στην καρδιά της. Από το γένος το δικό τους είχε προβάλει ο νέος δρακοκαβαλάρης, ο εκλεγμένος από τον δράκο, το αυγό του οποίου η ίδια έφερε δώθε και εκείθε στα εδάφη της Αλαγαισίας. Από το γένος των ανθρώπων και ο χαμένος σύντροφός του, που μαζί κινδύνεψαν για να την σώσουν. Πήρε στα χέρια της ξανά την γαβάθα το φαΐ και βάλθηκε να τρώει. Έπρεπε να αναλάβει και πάλι τις δυνάμεις της. Η αποστολή που της είχαν αναθέσει, δεν είχε ακόμα τελειώσει.

.*.*.*.

Ολόκληρη η προηγούμενη πέρασε με ανάπαυση και γεύματα, που ο δρακοκαβαλάρης έφερνε μέχρι το δωμάτιό της. Ρωτούσε αν χρειαζόταν κάτι περισσότερο κι ακούγοντας την άρνησή της καθόταν για λίγο στο πάτωμα σιωπηλός, να την κοιτάζει με βλέμμα γεμάτο παράξενη μελαγχολία ανάμεικτη με αινιγματική λαχτάρα. Όσες φορές προσπάθησε να ξεδιπλώσει το νήμα μιας συζήτησης, η ίδια απάντησε λακωνικά, δείχνοντας καθαρά την προτίμηση στο να είναι μόνη. Αφού εκείνη του συμπεριφερόταν σαν να μην υπάρχει, ο νέος κατέβαζε τους ώμους και έπαιρνε ξανά θλιμμένος τον δρόμο προς το κάτω πάτωμα.

Η νύχτα σύρθηκε το ίδιο ήσυχη, με σκιές που βούτηξαν στις αναμνήσεις αγκαλιάζοντας τα σκοροφαγωμένα δοκάρια. Η ξωτικιά παρέμεινε βυθισμένη στην ενατένιση των άστρων, ακούγοντας το μακρόσυρτο μουρμουρητό του ανέμου που σκόνταφτε στους αρχαίους ογκόλιθους του πύργου. Ένιωθε το χάδι του στο πρόσωπό της, καθώς έμπαινε στο μικρό δωμάτιο από το άνοιγμα του τοίχου φέρνοντας μαζί του από τα μέρη της ανατολής τα πρώτα, πρώιμα ψιθυρίσματα μιας κρύας άνοιξης. Μα στο ξεκίνημα της νέας μέρας η Άρυα σηκώθηκε από την στρωμνή της. Με βήματα αργά, προσεκτικά, κατέβηκε την σκάλα ως το δωμάτιο του ισογείου. Το πρώτο φως της μέρας έμπαινε γκριζορόδινο από τα ανοίγματα των τοίχων και ο δυνατός, ανατολικός άνεμος είχε σκορπίσει κομμάτια από τα σύννεφα σαν απλωμένα ασπρόρουχα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Η μέρα προμηνυόταν εν μέρει καθαρή και ηλιόφωτη. Περήφανη κι ευθυτενής προχώρησε η ξωτικιά μπροστά στον γέροντα ερημίτη, που μόλις είχε ανασηκωθεί επάνω στο κρεβάτι του. Στρέφοντας το δεξί της χέρι ευγενικά στο στήθος χαιρέτησε καλημερίζοντας, ευχαριστώντας τον για την φιλοξενία και για την σωτηρία της. Ο δρακοκαβαλάρης είχε κοιμηθεί στο άλλο πλάι του τζακιού στο πάτωμα, κρατώντας αγκαλιασμένο ανάμεσα στα μπράτσα το σπαθί του. Μόλις κατάλαβε την παρουσία της τινάχτηκε ολόρθος.

"Άρυα… πώς;… Γιατί δεν φώναξες, να έρθω;"

Τον ευχαρίστησε για το ενδιαφέρον του με μια απλή, χαριτωμένη κίνηση της κεφαλής. "Είμαι καλά, μπορώ και μόνη μου" δήλωσε με αξιοπρέπεια, αρνούμενη σθεναρά την προσπάθειά του να την στηρίξει. "Επιθυμία μου είναι να επισκεφθώ τον δράκο."

Ο δρακοκαβαλάρης ζώστηκε το σπαθί του στερεώνοντας το θηκάρι στον ζωστήρα του. Την προσοχή της τράβηξε το ρουμπίνι της λαβής με σχήμα σαν το δάκρυ, δεμένο πάνω από τον χειροφύλακα με ασημένιο σύρμα. Είδε το σκοτεινό σημάδι από το δυσοίωνο όνομα του σπαθιού χαραγμένο στο, σαν χρώμα κόκκινου κρασιού, θηκάρι… Σπαθί γνωστό, αυτό και η φήμη του, στα ξωτικά του δάσους… Πού άραγε το είχε βρει; Ήταν ο Μπρομ που του το είχε δώσει μαζί με το γαλάζιο αυγό του δράκου; Τα μάτια της πέταξαν γοργά από το σπαθί στο πρόσωπο του νέου. Είχε πολλά να εξηγήσει, όταν η ώρα έφτανε, τούτος ο δρακοκαβαλάρης από το γένος των ανθρώπων. Προείχε όμως η λαχτάρα της καρδιάς της, να δει εκείνη.

Ένας γδούπος δυνατός ερχόμενος από έξω προειδοποίησε ότι η δράκαινα είχε προσγειωθεί αναμένοντας κι η ίδια την πολυπόθητη συνάντηση. Η ξωτικιά τράβηξε προς την έξοδο με βήμα σταθερό, πλάτη στητή, καρδιά γεμάτη αγαλλίαση. Η ώρα η μεγάλη είχε φτάσει! Για χρόνους πολλούς μετέφερε το γαλάζιο αυγό…

…εκείνη και οι δύο αγαπημένοι της νεκροί…

Μέσα στο μάλλινο σακούλι του το είχε πάντα, να το κρατά ζεστό κάτω από την αμασχάλη… ακουμπισμένο πάνω της… να δέχεται θερμότητα από το ίδιο το κορμί της…

Ο δρακοκαβαλάρης την ακολούθησε. "Αυτός είναι ο δράκος μου, ονομάζεται Σαφίρα. Σαφίρα, αυτή είναι η Άρυα, η ξωτικιά του δάσους" έκανε τις συστάσεις.

Ο δράκος τέντωσε τον μακρύ λαιμό του μυρίζοντας προς την μεριά της. Το υπέροχο κεφάλι με τα αστραφτερά κέρατα έκλινε λίγο προς την γη, προς την μεριά της. Τα τρομερά δόντια άστραψαν στο πρώτο φως της μέρας και τα γαμψά της νύχια έσκαψαν την γη. Οι λαμπερές φολίδες της αντανακλούσαν τα χρώματα της αυγής, σε έναν κόσμο που ποτέ ξανά δεν θα ήταν ο ίδιος με το χθες. Ο νέος δράκος είχε γεννηθεί… τρομερός… επιβλητικός… μεγαλοπρεπής!

Η Άρυα υποκλίθηκε γεμάτη ταπεινοφροσύνη μπροστά στην απαράβλητη ομορφιά του. "Είθε τα άστρα να σε προστατεύουν, Σκουλμπλάκα. Ω, υπέροχη Μπιάρτσκιουλαρ, που οι φολίδες σου φέγγουν λαμπερότερα από το φως το ίδιο. Άφησέ με να γεμίσω την ματιά μου με την παρουσία σου και την καρδιά μου με την χαρά της ύπαρξής σου. Είμαι εκείνη, που τόσους και τόσους χρόνους μετέφερα και ήμουν φύλακας του αυγού σου."

Ήταν βάλσαμο για τις πληγές του νου η ζαφειρένια παρουσία της και γέμιζε την καρδιά της Άρυα περηφάνια. Είχε εκπληρώσει μέρος του σκοπού της, με το να την βλέπει έτσι μεγαλόπρεπη να στέκεται μπροστά της κάτω από το φως του ήλιου που ανέτειλε.

"Ω, πιστέ μου Φέολιν… κι εσύ ευγενικέ Γλένγουινγκ, αν μπορούσατε μονάχα να την δείτε… να δείτε την τρομερή της ομορφιά και την αφάνταστη λάμψη των φολίδων της κάτω απ' το φως του ήλιου. Όμως εσείς τώρα πια… βρίσκεστε στο σκοτάδι… στο κενό…"

Όμως όχι! Δεν ήταν ώρα να την συνεπαίρνει η θλίψη. Θα είχε χρόνους μπροστά της… αιώνες, να πενθήσει τους δύο νεκρούς συντρόφους. Το μεγαλοπρεπές πλάσμα μπροστά της απαίτησε να ανοίξει το μυαλό της παραχωρώντας της την ύψιστη τιμή, να συνομιλήσει μαζί της απ' ευθείας. Είδε τον δρακοκαβαλάρη να υποκλίνεται μπροστά της και να φεύγει πάλι προς τα μέσα, συναινώντας προφανώς στην αίτηση της δράκαινας. Πάνω στην κορυφή του λόφου, μπροστά στα πεσμένα αγκωνάρια του μισοερηπωμένου, αρχαίου πύργου, κάτω από το χρυσαφένιο φως της ανατολής, απόμειναν μονάχες.

"Σε χαιρετώ, Άρυα ξωτικιά" είπε ο δράκος. "Χαίρομαι που είσαι εδώ μαζί μας και νίκησες τον θάνατο, για το καλό του δρακοκαβαλάρη μου και το δικό σου. Περπάτησε μαζί μου μέχρι την αρχή του δάσους, γιατί πολύ θέλω ν' ακούσω από σένα για τα χρόνια και τις περιπέτειες που πέρασα, πριν συναντήσω τον εκλεκτό μου. Όταν βρισκόμουν κλεισμένη μέσα στο αυγό, χωρίς να έχω ακόμα δει το φως της πυρωμένης σφαίρας, που ανυψώνεται στον θόλο του ουρανού."

Πέρασαν οι δύο τους αρκετή ώρα μαζί. Η Άρυα διηγιόταν ιστορίες παλιές, που η Σαφίρα ευχαριστιότανε ν' ακούει. Βάλσαμο ήταν η παρουσία της δράκαινας στην πονεμένη καρδιά της ξωτικιάς, που δεν θεωρούσε ότι είχε φτάσει ακόμα η ώρα να αποσυρθεί στην σκιά των προγονικών δασών της. Με την γέννηση του νέου δράκου και την ένωσή του σε ζευγάρι με τον καβαλάρη, ο καιρός των αγώνων είχε φτάσει. Η Άρυα δεν θα εγκατέλειπε μονάχους τους ανθρώπους στον δύσκολο αγώνα που είχαν αναλάβει. Υποχρέωση μεγάλη ήταν να προσκολληθεί κοντά στον καβαλάρη και τον δράκο του συμβουλεύοντας, βοηθώντας τους, μέχρι τουλάχιστον να γίνουν ισχυροί, ώστε να επιβιώσουν. Πολύ καλά το γνώριζε η ξωτικιά του δάσους, πέρα απ' τους πυκνόφυλλους ίσκιους της πρωτεύουσας των ξωτικών, ψηλά επάνω στα γκρεμίσματα των βράχων του Τελ Ναΐρ, ζούσε άλλο ένα παρόμοιο, αρχαίο ζευγάρι. Το μυστικό όμως αυτό δεν ήταν στην δική της δικαιοδοσία, για να το φανερώσει. Γνώριζε ακόμα την συμφωνία που είχε συνάψει ο Μπρομ μαζί τους, όταν παρέδιδε το ζαφειρένιο αυγό στα ξωτικά. Όταν ο νέος δρακοκαβαλάρης γεννιόταν από την ένωσή του με τον δράκο, αν ήταν άνθρωπος τα πρώτα μαθήματα θα τα έπαιρνε από τον ίδιο. Αργότερα θα ακολουθούσε η μετάβασή τους στα ξωτικά και η περαιτέρω διδαχή τους από το αρχαίο ζευγάρι. Δουλειά της Άρυα από δω και μπρος ήταν να βρίσκεται διαρκώς πλάι στον Έραγκον και την Σαφίρα, αφού ο Μπρομ δεν ζούσε πια. Απώτερο σκοπό της θα είχε να οδηγήσει και τους δύο στο δάσος των ξωτικών, στους νέους δασκάλους τους και μέντορές τους.

.*.*.*.

Ο Έραγκον είδε την Σαφίρα να οδηγεί την ξωτικιά προς τις παρυφές του δάσους. Παρακολούθησε με το βλέμμα του να χάνονται στην κατωφέρεια του λόφου, σε σημείο που πια δεν μπορούσε να τις δει. Η αγαπημένη της καρδιάς του είχε κλείσει την επαφή μαζί του προσηλωμένη στην συζήτηση που είχε με την Άρυα, ο καβαλάρης της όμως ήξερε, ότι θα μοιραζόταν τα πάντα μαζί του αργότερα. Ο Έραγκον βιάστηκε προς την γούρνα του νερού, όπου θα μπορούσε να βρέξει το πρόσωπό του διώχνοντας μακριά του τα υπολείμματα του ύπνου. Σήκωσε τα μανίκια, έχωσε ανατριχιάζοντας τα χέρια μέσα στη γούρνα και ένιψε με μπόλικο νερό το πρόσωπο, τα μαλλιά και τον λαιμό του. Κατόπιν παρέμεινε σκυμμένος πάνω από την αναταραγμένη επιφάνεια στάζοντας λεπτές σταγόνες στο υγρό, που ξανάπαιρνε σταδιακά την πρότερη, ακίνητη μορφή του. Είδε τον εαυτό του να καθρεφτίζεται με φόντο τον γαλάζιο ουρανό και μέρος της λευκόχρωμης πέτρας των εξωτερικών τοίχων του πύργου. Ένας μικρός κυματισμός ρυτίδωσε στιγμιαία την υγρή επιφάνεια, καθώς μία ακόμα στάλα έσταξε στην γούρνα από τα μαλλιά του. Οι άκρες τους κρέμονταν βρεγμένες πάνω απ' τους ώμους πλαισιώνοντας το πρόσωπό του. Καθώς κοίταζε το είδωλό του, μια φράση της αρχαίας γλώσσας που του είχε διδάξει ο Μπρομ έλαμψε αστραπιαία στον νου του …Ντραουμρ Κόπα… Ήταν η φράση που οι αρχαίοι δρακοκαβαλάρηδες επικαλούνταν κάθε φορά που ήθελαν να εποπτεύσουν από απόσταση ένα γνωστό τους πρόσωπο, ή γνώριμο μέρος όπου είχαν ταξιδέψει. Η συνειδητοποίηση τον χτύπησε απότομα.

…Μέρταγκ!...

Όσες από τις τελευταίες μέρες είχαν περάσει ταξιδεύοντας, παρά τις ώρες της βαθιάς του θλίψης για τον χαμό του συντρόφου τους και την μελαγχολία, στιγμή δεν σκέφτηκε να κατοπτεύσει ελέγχοντας την μοίρα εκείνου. Θα ήταν δυνατόν να 'δει' τι είχε απογίνει ο Μέρταγκ; Ή μήπως πίσω από τα προστατευμένα με ξόρκια τείχη της Ουρου'μπαίην η μαγεία του δεν λειτουργούσε; Και αν ακόμα ήταν δυνατόν να παρακολουθήσει τον σύντροφό του, θα κατόρθωνε να αντιμετωπίσει αυτό που θα έβλεπε; Η ιδέα ενός Μέρταγκ νεκρού και άκαμπτου βασάνισε το νου του για μερικές στιγμές. Ή μήπως όσοι ήσαν χαμένοι δεν εμφανίζονταν, οπότε, όσο κι αν προσπαθούσε, τίποτε δεν θα έβλεπε; Γοργά ατσάλωσε με αποφασιστικότητα τον εαυτό του πανέτοιμος να αντεπεξέλθει στα πάντα, συγκεντρωμένος με προσήλωση στον φίλο του.

"Ντράουμρ Κόπα!"

Την άλλη στιγμή η γαλάζια επιφάνεια σκούρυνε σε γκρίζο φόντο. Το πρόσωπο το δικό του χάθηκε μεμιάς και στην θέση του εμφανίστηκε θολά το πρόσωπο του Μέρταγκ. Η καρδιά του Έραγκον χτύπησε δυνατά. Ο σύντροφός του… ο φίλος και αδελφός του… εμφανιζότανε μπροστά του. Επικεντρώθηκε στα μάτια του που κάλυπταν σκιές και φαίνονταν κλεισμένα. Ίσως ο Μέρταγκ ακόμα να κοιμόταν, μα ο Έραγκον δεν μπόρεσε να δει τίποτε άλλο, απ' όσα ίσως υπήρχαν ολόγυρά του. Ξάφνου τα βλέφαρα πετάρισαν ανοίγοντας, το βλέμμα το ατσάλινο στράφηκε ψηλά κοιτάζοντας κάτι ή κάποιον, που πιθανών βρισκόταν από πάνω του. Ο Έραγκον έσφιξε τις πέτρινες άκρες της γούρνας με τα χέρια γεμάτος ελπίδα κι αγωνία. Ο Μέρταγκ ζούσε! Μια έκφραση γεμάτη δυσαρέσκεια ή πόνο αλλοίωσε τα χαρακτηριστικά του Μέρταγκ. Το πρόσωπό του φάνηκε καταβεβλημένο.

Η αναστάτωση που ένιωσε ο Έραγκον συνέτεινε σε μια γοργή απώλεια ενέργειας. Άφησε την μαγεία να χαθεί κι ο ίδιος σωριάστηκε πάνω στη γη ακουμπώντας την ράχη του στην κρύα, βρεγμένη πέτρα. Ο Μέρταγκ ζούσε… Απ' ότι όμως ο Έραγκον αισθάνθηκε και είδε, ο φίλος του βρισκόταν σε μπελάδες. Τι ακριβώς μπορεί να του είχε συμβεί στην Ουρου'μπαίην, ήταν αδύνατον να πει κανείς. Θα είχε άραγε κατορθώσει να πλησιάσει το παλάτι; Κι αν, ναι, θα είχε φτάσει ως τα αυγά των δράκων; Ή μήπως είχε εγκαταλείψει την προσπάθεια; Ή, χειρότερα ακόμα, είχε δοκιμάσει και προσπαθώντας αποτύχει και συλληφθεί; Αν είχε αφήσει πίσω του την πρωτεύουσα και κάλπαζε ελεύθερος αναζητώντας να ενωθεί και πάλι με τους Βάρντεν, ο Έραγκον πίστευε ότι δεν θα τον έβλεπε ποτέ τόσο εξαντλημένο.

Ο δρακοκαβαλάρης σηκώθηκε και έσιαξε με τα δάχτυλα τα μαλλιά του σπρώχνοντάς τα μακριά από τα μάτια. Συγύρισε τα ρούχα του και ίσιωσε στην μέση την θήκη του σπαθιού του. Σημασία είχε ότι ο Μέρταγκ ήταν ζωντανός. Κι αυτός, ο Έραγκον, τον είχε εγκαταλείψει. Είχε τρομάξει από τις επιπτώσεις που θα είχε πάνω του ένας πιθανός εξαναγκασμός του στην υπηρεσία του Γκαλμπατόριξ και είχε φύγει καλπάζοντας μακριά. Είχε επηρεαστεί από τις φοβίες της Σαφίρα και είχε τρέξει ο ίδιος να ξεφύγει. Είχε φοβηθεί την πιθανότητα του θανάτου της πολύτιμής του ξωτικιάς και είχε βιαστεί ν' αναζητήσει για την ζωή της θεραπεία, αναχωρώντας προς την ασφάλεια του Φάρδεν Ντουρ κι εγκαταλείποντας τον σύντροφό του μόνο. Είχε πειστεί και από τις συστάσεις του ίδιου του Μέρταγκ, όταν τον ικέτευσε να μεταφέρει τις πληροφορίες που με κόπο μάζεψε στους Βάρντεν. Η απότομη εναλλαγή των καταστάσεων στην ζωή του τον είχαν παρασύρει και είχε ακολουθήσει τον άνανδρο δρόμο της φυγής. Είχε εγκαταλείψει τον Μέρταγκ και την ύψιστη αποστολή της απελευθέρωσης των αυγών, όταν ο φίλος του τον είχε συντρέξει στις δυσκολίες του προσφέροντάς του την βοήθειά του, τις γνώσεις του και την λεπίδα του σπαθιού του. Τον είχε αφήσει μονάχο… τον είχε προδώσει…

"Είμαστε δράκος και καβαλάρης" τόνισε ο Έραγκον στον εαυτό του. "Είχαμε την ατυχία να γεννηθούμε στους χρόνους της τυραννίας. Ο δρόμος που ξανοίγεται μπροστά μας είναι δύσκολος και σπαρμένος με αγκάθια. Δεν είναι δυνατόν να φεύγουμε για να κρυφτούμε κάθε φορά που ένας κίνδυνος παραμονεύει. Είμαστε δράκος και καβαλάρης! Όχι μια πάπια κι ένα ποντίκι." Αυτό που έγινε μία φορά χάριν της ξωτικιάς, δεν επρόκειτο να ξαναγίνει. Άλλωστε η ίδια είχε γιατρευτεί και επιβιώσει. Θα πήγαιναν στο Φάρδεν Ντουρ αφού το υποσχέθηκαν στον Μέρταγκ. Θα έδιναν τις πληροφορίες που όφειλαν στον αρχηγό των Βάρντεν. Θα γύριζαν πάραυτα στην Ουρου'μπαίην, για να τον αναζητήσουν. Θα φρόντιζαν να τον συντρέξουν στις δυσκολίες του και να τον βοηθήσουν στον ευγενικό σκοπό του. Αν πράγματι κινδύνευε και είχε την ανάγκη τους, θα προσπαθούσαν να τον σώσουν.

Είδε την Σαφίρα του μαζί με την Άρυα να επιστρέφουν στην κορυφή του λόφου βαδίζοντας αργά προς την μεριά του. Η ξωτικιά περπατούσε πιο σταθερά τώρα. Ο άνεμος παρέσερνε τα μακριά μαλλιά της σαν ένα σκουρόχρωμο πέπλο, που τιναζόταν με κάθε δυνατό του φύσημα γύρω από τους ώμους. Η απόσταση έκανε τα λεπτά χαρακτηριστικά της να φαίνονται λεπτότερα. Η λυγερή της κορμοστασιά κινούταν λικνιστικά καθώς πλησίαζε, ανάβοντας στην καρδιά του φλόγες. Ίσως η Άρυα παρέμενε εδώ για λίγο μέχρι να ορθοποδήσει, πριν επιστρέψει στα δάση των προγόνων της. Ίσως ακόμα αποφάσιζε να περιμένει τον ίδιο και τον γυρισμό του. Η Σαφίρα έδωσε ώθηση στα πίσω της πόδια και πήδησε προς τα ουράνια ανοίγοντας τα φτερά της, πετώντας πάνω από την πεδιάδα για την καθημερινή, ανιχνευτική της βόλτα. Η Άρυα τον πλησίασε και στάθηκε μπρος του με επιβλητικό ύφος. Τα πράσινα μάτια της εξέπεμπαν μια ζωηρή λάμψη, που κατά τις προηγούμενες ημέρες δεν είχε διακρίνει.

"Σούρ'τουγκαλ!" χαιρέτησε και πάλι στρέφοντας το χέρι παράξενα πάνω στο στήθος.

"Άρυα!" Ο Έραγκον αναζήτησε με το μυαλό του την σύνδεσή του με την Σαφίρα. Σκόπευε να μιλήσει ταυτόχρονα και στις δύο για τις αποφάσεις του. "Η ώρα που πρέπει να συνεχίσουμε το ταξίδι μας προς το Φάρδεν Ντουρ έχει φτάσει. Η αποστολή, που μας ανάθεσε ο σύντροφός μας, πρέπει να εκπληρωθεί το ταχύτερο. Μεταφέρουμε πληροφορίες πολύ σημαντικές, που πρέπει να δοθούν στον ίδιο τον αρχηγό των Βάρντεν. Τα πάντα είναι γραμμένα από το χέρι του συντρόφου μας σε ένα σημειωματάριο, που φέρουμε μαζί μας. Επίσης, το πιο σημαντικό καθήκον είναι να προειδοποιήσουμε τον αρχηγό, ότι οι δίδυμοι μάγοι που τόσο εμπιστεύεται, είναι προδότες. Εργάζονται στην δούλεψη του βασιλιά και απώτερος στόχος τους είναι να βλάψουν τους επαναστάτες." Η ξωτικιά συνέχισε να τον κοιτάζει εξεταστικά με το καταπράσινο βλέμμα της στραμμένο επάνω του, βλέμμα που θύμιζε βλαστούς του δάσους. Η μυρωδιά της από πευκοβελόνες του φάνηκε πιο έντονη από τις προηγούμενες φορές που την είχε μυρίσει. Σε μια προσπάθεια να τραβήξει το μυαλό του μακριά από την έντονη επίδραση της παρουσίας της, ο Έραγκον αποφάσισε να της εμπιστευθεί τα σχέδιά του. "Το χρέος μας όμως δεν τελειώνει εδώ" τόνισε. "Πριν λίγο αναζήτησα με την μαγεία μου τον σύντροφό μου. Είδα πως είναι ζωντανός, αν και φοβάμαι ότι, γυρίζοντας στην Ουρου'μπαίην, έμπλεξε σε φοβερούς μπελάδες. Σκοπός του ήταν να αναζητήσει και να ελευθερώσει τα δύο αυγά των δράκων, που ο βασιλιάς κρατά φυλακισμένα. Μόλις τελειώσουμε την αποστολή που μας εμπιστεύθηκε στο Φάρδεν Ντουρ, σκοπεύουμε να γυρίσουμε στην πρωτεύουσα αναζητώντας τον."

"Έραγκον!" Η φωνή της Σαφίρα αντήχησε αυστηρή μέσα στο μυαλό του.

Η ξωτικιά τον μέτρησε με τα μάτια με παρόμοια αυστηρό βλέμμα. Όλη η προηγούμενη ζωηρότητα από πάνω της είχε χαθεί. Η χλομάδα επέστρεφε γοργά στα μάγουλά της, το ίδιο και το ψυχρό, απόμακρο ύφος της. "Σούρ'τουγκαλ, είσαι ακόμα πολύ νέος και άπειρος. Δεν γνωρίζεις τίποτε για την μαγεία του Γκαλμπατόριξ. Μια αντιπαράθεση μαζί του μπορεί να αποβεί μοιραία για σένα και τον δράκο σου" προειδοποίησε. "Δεν γίνεται να προσπαθήσεις να πάρεις από αυτόν τα αυγά των δράκων και ο φίλος σου που το δοκίμασε, όχι μονάχα ριψοκίνδυνος, μα τελείως άφρονας θα μπορούσε να θεωρηθεί. Ο βασιλιάς κατέχει άγνωστες μαγείες ακόμα και από μας τα ξωτικά και τα αυγά του είναι πολύ καλά προφυλαγμένα."

Ο δρακοκαβαλάρης δεν φάνηκε να εκπλήσσεται από τα λόγια της. Παρόμοια και σε παρόμοιο τόνο επαναλάμβανε η Σαφίρα στο μυαλό του, που τώρα την ένιωθε γοργά να επιστρέφει στον λόφο. "Κάποτε κλάπηκε απ' αυτόν το ζαφειρένιο αυγό της εκλεκτής μου" δήλωσε. "Αφού κάποιος κατάφερε να του το κλέψει, τότε ίσως αν δοκιμάζαμε κι εμείς, να κατορθώναμε κάτι αντίστοιχο. Κανένας δεν μπορεί να πει ποιο θα είναι το αποτέλεσμα, αν κάποιος δεν το προσπαθήσει" της τόνισε.

"Αυτό έγινε χρόνους πολλούς πριν και ίσως η τύχη τότε βοήθησε τον κλέφτη. Ο Γκαλμπατόριξ δεν θα επέτρεπε ποτέ πράξη παρόμοια να επαναληφθεί. Σίγουρα οι μαγείες του φυλάσσουν τα αυγά καλύτερα και από μία λεγεώνα των φρουρών του. Άλλωστε εσείς οι δύο είστε ζευγάρι νεαρό και άπειρο για μια ανοικτή αντιπαράθεση μαζί του."

"Η ξωτικιά μιλά σωστά!" Η δράκαινα προσγειώθηκε κοντά τους μ' ένα γδούπο και με βαριά βήματα πλησίαζε. Οι πατούσες της έσκαβαν το χώμα τινάζοντας μικρές πέτρες ολόγυρα, τα ζαφειρένια μάτια της ανοιγόκλεισαν προς την μεριά του και ο λαιμός της τεντώθηκε σχεδόν πάνω από τον εκλεκτό της. "Στο μέλλον θα βρεθούν ευκαιρίες πιο κατάλληλες, όταν εσύ κι εγώ γίνουμε δυνατότεροι."

"Μέχρι να γίνει αυτό, μπορεί εσύ κι εγώ να γίνουμε γνωστοί στον κόσμο σαν ο φοβητσιάρης δρακοκαβαλάρης και ο δειλός του δράκος. Θα το ήθελες αυτό; Εσύ δεν ήσουν που με προέτρεπες μετά τον θάνατο του Μπρομ, να κάνω στην ζωή μου καινούρια ξεκινήματα;" Λέγοντας τα επόμενα λόγια δυνατά, για να μοιραστεί τα λεγόμενά του και με την Άρυα, συνέχισε. "Ακόμα και αν δεν υπάρχει για μας δυνατότητα να αντιπαραβληθούμε στην μαγεία με τον Γκαλμπατόριξ και δεν κατορθώσουμε να φέρουμε ελπίδα σώζοντας τα αυγά των δράκων, υπάρχει ακόμα ζωντανός ο σύντροφός μας, που δεν σκοπεύω, να τον εγκαταλείψουμε στην μοίρα του."

"Έραγκον, όμως σκέψου, ότι…"

"Σαφίρα, θα ήτανε ντροπή για μας, αν εγκαταλείπαμε τον Μέρταγκ τώρα που έχει την ανάγκη μας. Εκείνος δεν μας εγκατέλειψε, παρ' όλο που κι αυτός κινδύνευσε μαζί μας."

Η ξωτικιά στύλωσε τα πράσινα μάτια της μέσα στα δικά του. "Αυτή είναι η απόφασή σου, Σούρ'τουγκαλ; Υπάρχει κάτι ή κάποιος, που θα μπορούσε να σε κάνει να αλλάξεις γνώμη;"

"Αυτή είναι η απόφασή μου, Άρυα και Σαφίρα," τόνισε ο Έραγκον "εμμένω σ' αυτήν!"

"Κάνεις του κεφαλιού σου" προειδοποίησε η δράκαινα. "Μία απόφαση όπως αυτή επηρεάζει και εμένα. Θα έπρεπε να δέχεσαι την γνώμη μου και μαζί να συμφωνούμε, ή να απορρίπτουμε το κάθε τι."

"Είμαι πεπεισμένος, αγαπημένη της καρδιάς μου, πως αν σκεφτείς τα λόγια μου, στο τέλος θα συμφωνήσεις πως έχω δίκιο." Με το χέρι του χάιδεψε τρυφερά τις μαλακές φολίδες στο πλάι του λαιμού της. Σαν ενωμένος που ήταν πάντοτε συναισθηματικά μαζί της, ένιωσε την περίσσια ανησυχία της γι' αυτόν. Σίγουρος ότι η απόφαση που είχε πάρει, παρά τη γρίνια της, σε τίποτε δεν έβλαπτε τον σταθερό δεσμό τους, ο δρακοκαβαλάρης στράφηκε προς την μεριά της Άρυα. "Ίσως θα ήταν καλύτερα για σένα, αν έμενες λίγο καιρό εδώ, μέχρι να συνέλθεις τελείως. Ίσως ακόμα, αν το θες, να ερχόσουνα μαζί μας ως την Σούρντα ή τους Βάρντεν."

Η ξωτικιά τον μέτρησε συνοφρυωμένη και σκεπτική. Τούτος εδώ, ο δρακοκαβαλάρης των ανθρώπων, ήταν πανέτοιμος να ρισκάρει την ζωή του και την ζωή του δράκου του για ένα καπρίτσιο…

… για έναν σύντροφο, που κινδύνευε…

Κάτι που κανένα ξωτικό δεν θα είχε κάνει. Αν ο γαλάζιος δράκος δεν είχε εκκολαφθεί προς χάριν του ανθρώπου, το όποιο ξωτικό θα θεωρούσε σαν το πολυτιμότερο όλων να διαφυλάξει την ζωή του. Κανένας ξωτικός ή ξωτικιά δεν θα διακινδύνευε την ύπαρξη του δράκου του προς χάριν ενός άφρονα ανθρώπου, που πίστεψε ότι θα μπορούσε να αντιπαραβληθεί έτσι εύκολα με τις μαγείες του Γκαλμπατόριξ.

… προς χάριν ενός συντρόφου που κινδύνευε να χαθεί… όπως είχαν χαθεί και οι σύντροφοι οι δικοί της…

Η Άρυα έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια πιέζοντας τα βλέφαρα, προσπαθώντας να φυλακίσει πίσω τους εικόνες που προσπαθούσε μάταια να ξεχάσει. Μπορεί αυτός να ήταν και ο λόγος, που ο γαλάζιος δράκος είχε εκλέξει τούτο το αγόρι των ανθρώπων. Ναι, σίγουρα κανένα ξωτικό δεν θα τολμούσε να πετάξει πίσω στην Ουρου'μπαίην, να βοηθήσει μια εφήμερη ζωή, να μην χαθεί. Ούτε κάποιο ξωτικό θα σκεφτόταν ποτέ να επιχειρήσει το τόλμημα, να προσπαθήσει να κλέψει από τον βασιλιά τα αυγά των δράκων. Ήταν δύο άνθρωποι που το αποφάσισαν.

Η ξωτικιά σταύρωσε αποφασιστικά τα χέρια της στο στήθος. Δεν υπήρχε περίπτωση καμία, να αφήσει τούτον τον νέο και απαίδευτο μοναχό του, να κάνει του κεφαλιού του όταν θα έφτανε στην Ουρου'μπαίην. Αν θα κατόρθωνε να τον πείσει να κρατηθεί μακριά από τον Γκαλμπατόριξ και τα ξόρκια, που σίγουρα προφύλαγαν τα αυγά των δράκων, ίσως υπήρχε μια μικρή ελπίδα, χρησιμοποιώντας και οι δύο την συνδυασμένη τους μαγεία, να αναζητήσουν και να ελευθερώσουν τον σύντροφό του. Ακόμα και αν δεν πετύχαιναν τον στόχο τους, κατόπιν ο δρακοκαβαλάρης δεν θα είχε λόγο να αρνηθεί την πρότασή της. Σκόπευε να τον οδηγήσει βαθιά στα ξωτικίσια δάση, εκεί όπου το αρχαίο ζευγάρι ανάμενε. Η ίδια θα αποδεχόταν την αποστολή να ταξιδέψει μαζί του, στρέφοντας το μυαλό της σε πιο θετικές δραστηριότητες από την θλίψη για τους νεκρούς της και τις πληγές, που προκάλεσε η κακοποίησή της στα τα χέρια των ανθρώπων και του Ίσκιου. Όσο γι' αυτόν τον άγνωστο, τον Μέρταγκ, ακόμα και αν δεν κατάφερναν να τον ελευθερώσουν, θα είχαν προσπαθήσει. Όπως αυτός προσπάθησε και μάλιστα συνέβαλε πολύ στην δική της απελευθέρωση. Αν ο αγαπημένος Φέολιν και ο ευγενικός Γκλένγουινγκ είχαν επιζήσει, η Άρυα θα έκανε το κάθε τι που θα μπορούσε, για να τους ξαναβρεί και να τους ξαναφέρει κοντά της. Έτσι έκανε κι ο δρακοκαβαλάρης. Εκείνη θα ήταν πάντοτε κοντά του ακολουθώντας τον και προστατεύοντάς τον. Αφού τώρα δεν γινόταν να του αλλάξει τα μυαλά, ίσως να τον μετάπειθε αργότερα, αν και εφ' όσον οι ενέργειές του στην Ουρου'μπαίην δεν είχαν κάποιο απτό αντίκρισμα.

Εφ' όσον η δράκαινα το επέτρεψε, φρόντισε να έρθει σε επαφή μαζί της καθησυχάζοντάς την. Ο καβαλάρης της μπορεί να ήταν ριψοκίνδυνος, θα είχε όμως αυτήν μαζί του, να τον συντρέχει με την μαγεία της. Μετά απευθύνθηκε στον Έραγκον. "Αν σε διαβεβαίωνα, ότι υπάρχει τρόπος να μεταφέρω με τρόπο μαγικό όσες πληροφορίες διαθέτεις κατ' ευθείαν στους Βάρντεν, θα με έπαιρνες μαζί σου στην Ουρου'μπαίην;"

Ο Έραγκον την κοίταξε ξαφνιασμένος. "Γνωρίζεις κάποιον από τους επαναστάτες;"

"Γνωρίζω! Εγώ είμαι αυτή που μετέφερα το αυγό της Σαφίρα από τα ξωτικά στους ανθρώπους και πάλι πίσω. Όταν η ομάδα μου δέχτηκε ενέδρα από τον Ίσκιο κατευθυνόμουν προς το Φάρδεν Ντουρ. Προσπάθησα με την μαγεία μου να στείλω το αυγό στον Μπρομ, που ήξερα ότι κατοικούσε στα βόρεια της Ραχοκοκαλιάς."

Ο Έραγκον δεν γνώριζε αυτή την λεπτομέρεια. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα από έκπληξη κοιτάζοντάς την. "Το αυγό προοριζόταν για τον Μπρομ;" Αυτό πολλά εξηγούσε, κάποια από τα οποία ο νεκρός σύντροφός του, ο αρχαίος δρακοκαβαλάρης, δεν του είχε αποκαλύψει.

"Ο Μπρομ είχε πολλά μυστικά!" συμφώνησε με τις σκέψεις του η Σαφίρα.

"Έτυχε όμως να βρεθώ εγώ στον δρόμο του αυγού, όταν είχα βγει στην Ραχοκοκαλιά για κυνήγι" είπε ο Έραγκον. Κατόπιν απορίες ξεχύθηκαν μέσα του γεμίζοντας το μυαλό του και ανταποκρίθηκε στην πρόταση της ξωτικιάς με ένα χείμαρρο ερωτήσεων. "Υπάρχει τρόπος, όχι μόνο να 'δεις' κάποιον που βρίσκεται μακριά, αλλά να μιλήσεις και μαζί του; Γίνεται να ακούσει ένας άνθρωπος, όσα έχει κάποιος άλλος να του πει από απόσταση; Και πώς σκοπεύεις να παρακάμψεις τους διδύμους;" Ο Μέρταγκ είχε πει, ότι οι δίδυμοι μάγοι ήταν πανούργοι. Φρόντιζαν να είναι αναμεμιγμένοι σε όλα, πείθοντας ότι είναι σε όλους απαραίτητοι. Τίποτε από όσα συνέβαιναν στους Βάρντεν δεν τους διέφευγε.

Η Άρυα δεν εξεπλάγη με την άγνοιά του. Χωρίς να πάψει να είναι μαζί του ευγενική, είχε εκφράσει άλλωστε τη γνώμη της για την απειρία του, ανέλαβε να επεξηγήσει. "Υπάρχει τρόπος να έρθω σε επικοινωνία με την μάγισσα Τριάννα, που ζει και εργάζεται με τους επαναστάτες. Πρόκειται για πρόσωπο αξιόπιστο και έχω σκοπό να την ορκίσω στην αρχαία γλώσσα, την γλώσσα της αλήθειας, να μεταφέρει όσα της πω στον Άτζιχαντ, τον αρχηγό τους."

Ο Έραγκον αναθάρρησε με τα λόγια της. Όχι μονάχα δεν θα ήταν υποχρεωμένος να ταξιδέψει ως το Φάρδεν Ντουρ ψάχνοντας τους επαναστάτες, θα κέρδιζε και χρόνο επιστρέφοντας στην Ουρου'μπαίην μια ώρα αρχύτερα. Το κυριότερο όμως ήταν, ότι η ξωτικιά θα παρέμενε μαζί του. "Αν υπάρχει τρόπος μαγικός να μεταφέρεις όλες τις πληροφορίες που κατέχουμε στον Άτζιχαντ, τότε σε παρακαλώ πολύ να το κάνεις. Θα έχουμε κερδίσει χρόνο πολύτιμο ώστε να επιστρέψουμε στην Ουρου'μπαίην, να προλάβουμε να σώσουμε τον φίλο μας και σύντροφό μας, προτού κάποιο χειρότερο κακό χτυπήσει την μοίρα του."

Η ξωτικιά κοίταξε το έδαφος γύρω της εξεταστικά. Κατόπιν έσκυψε με χάρη και περιμάζεψε ένα λεπτό τμήμα πέτρας, από αυτά που βρίσκονταν διασκορπισμένα ένα γύρω στο προαύλιο του πύργου. Δεν ήταν παραπάνω από το σπασμένο κομμάτι ενός από τους εξωτερικούς, λευκόχρωμους ογκόλιθους, που, αιώνες πριν, είχαν χρησιμοποιηθεί για να χτιστεί η εξωτερική επιφάνεια του οικοδομήματος. Το μέγεθός του ήταν στο μήκος περίπου ανθρώπινου βραχίονα και η μία του επιφάνεια ασυνήθιστα λεία. Η Άρυα εξέτασε το κομμάτι πέτρας, τέλος το έτεινε προς την μεριά του Έραγκον. "Αν θα ήθελες, δρακοκαβαλάρη, να το μετέφερες στον επάνω όροφο…"

Ο Έραγκον πήρε στα χέρια του το, σχετικά βαρύ για το μέγεθός του, κομμάτι πέτρας. Ένευσε στην ξωτικογυναίκα να προηγηθεί και ακολουθώντας την μπήκαν μαζί στο μεγάλο, στρογγυλό δωμάτιο του ισογείου. Ο Τένγκα καθόταν μπροστά στο μακρόστενο τραπέζι του, με τη μύτη του χωμένη σε έναν από τους ογκώδεις τόμους, που έστεκε ανοικτός μπροστά του. Αφοσιωμένος στα διαβάσματά του, ούτε που κατάλαβε την παρουσία τους. Κατά την διάρκεια της απουσίας τους, οι γάτες είχαν καταλάβει τον μικρό χώρο του άνω ορόφου και είχαν καταπιαστεί με το να εξετάσουν τα περιεχόμενά του. Δύο μάλιστα απ' αυτές είχαν ξαπλώσει φαρδιές πλατιές στο στρώμα της Άρυα γλείφοντας το μακρύ τους τρίχωμα. Το ένα από τα μικρά τους είχε ζητήσει καταφύγιο μέσα στην άδεια γαβάθα του φαγητού και τώρα κοιμόταν του καλού καιρού κουλουριασμένο σαν μια μικροσκοπική, γούνινη μπάλα. Η Άρυα το σήκωσε στην αγκαλιά της ψιθυρίζοντας κοντά στο αυτί του λέξεις μιας γλώσσας άγνωστης στον Έραγκον. Το ζωάκι ξύπνησε, τεντώθηκε και χασμουρήθηκε μέσα στα χέρια της, κατόπιν πήδηξε στο πάτωμα και έτρεξε προς το ισόγειο. Οι μεγαλύτερες το ακολούθησαν βαριεστημένα, αργοπορώντας πάνω στην ξύλινη, στερεωμένη σκάλα.

Η ξωτικιά κι ο δρακοκαβαλάρης έμειναν μόνοι στο δωμάτιο. Τα ψιθυρίσματα της Άρυα συνεχίστηκαν για λίγο δημιουργώντας πράσινους σπινθηρισμούς στους τοίχους και στα δοκάρια του πατώματος. Το αντιφέγγισμα διαρκώς απλώνονταν καλύπτοντας τον χώρο, δημιουργώντας με το μουντό του φως ένα προκάλυμμα μαγείας, που τους προστάτευε. Ο Έραγκον είχε την εντύπωση, ότι βρισκόταν στα βάθη ενός σκοτεινού δάσους ανάμεσα σε πυκνά φυλλώματα, εκεί όπου ούτε οι ακτίνες του ήλιου μπορούσαν να φτάσουν.

"Σαφίρα, τι είναι αυτό;" Μέσα από τις αισθήσεις που τους ένωναν, ο δρακοκαβαλάρης μοιράστηκε την μοναδική αυτή εμπειρία με την εκλεκτή του.

"Η δύο-πόδια-μυτερά-αυτιά ξαναβρίσκει την μαγεία της" γουργούρισε η Σαφίρα από τα ψηλότερα δοκάρια της οροφής, πάνω στα οποία είχε κουρνιάσει και πάλι. "Δεν ήταν τυχαίο, που συναντήθηκαν οι δρόμοι μας."

"Ίσως αυτή γνωρίζει όσα και ο Μπρομ" σχολίασε ακόμα απορημένος ο Έραγκον. "Αργότερα μπορεί να θελήσει να μας διδάξει." Το σιγανό γουργούρισμα της εκλεκτής του ήχησε σαν βαθύ τραγούδι μέσ' στο μυαλό του κι εκεί παρέμεινε, ν' αναμιγνύεται με τα ψιθυριστά ψαλσίματα της ξωτικιάς.

.*.*.*.

Με έντονο ενδιαφέρον ο Έραγκον παρακολούθησε την Άρυα να μαγεύει τον γύρω χώρο, ώστε να μην ακουστεί τίποτε από τις συνομιλίες τους παραέξω. Κατόπιν ασχολήθηκε με την λεία επιφάνεια του ογκόλιθου, μετατρέποντάς την με την μαγεία της. Η πλάκα απέκτησε μία ρευστή, γαλακτώδη και αργυρόλευκη υφή και στον Έραγκον φάνηκε ότι φωτεινοί κύκλοι στροβιλίζονταν επάνω της με εξαιρετική ταχύτητα. Η όλη διαδικασία του θύμισε το χυτό μέταλλο, που είχε δει πολλές φορές να κατεργάζεται ο Χορστ, ο σιδεράς του Κάρβαχωλ, στο εργαστήρι του. Τέλος μία ασημένια λάμψη την κάλυψε ολάκερη και το πρόσωπο μιας νέας, μελαχρινής γυναίκας εμφανίστηκε καθαρά επάνω της.

Η γυναίκα έδειχνε έκπληκτη με τούτο το αιφνίδιο κάλεσμα. "Άρυα, κομίστρια του γαλάζιου αυγού, πάει καιρός που περιμέναμε μάταια τον ερχομό σου." Τα μάτια της, σε εντυπωσιακό γαλάζιο χρώμα, καρφώθηκαν στην ξωτικιά απαιτώντας μια απόκριση. Το στόμα της στράβωσε σε ένα διφορούμενο χαμόγελο.

Η ξωτικογυναίκα στήθηκε με ένταση μπροστά στην μαγική εικόνα της άλλης, που είχε προσκαλέσει. "Μάγισσα Τριάννα," χαιρέτησε τυπικά με μια απλή κίνηση της κεφαλής "δεν είναι η ώρα η κατάλληλη να ιστορηθούν όσα συνέβησαν και συνετέλεσαν στο να μην είμαι συνεπής στην συνάντησή μου με τους Βάρντεν, όλα όμως θα απαντηθούν κάποια στιγμή."

Γεμάτος περιέργεια ο Έραγκον έγειρε πιο κοντά στην μαγεμένη επιφάνεια, παραξενεμένος για την διαύγεια της εικόνας και την καθαρότητα της φωνής που ακουγόταν μέσα απ' αυτήν. "Έχουμε πολλά να διδαχθούμε από αυτήν την ξωτικιά, χαρά της ζωής μου" έστειλε τις σκέψεις του στην Σαφίρα, παραξενεμένος με το είδος της μαγείας, που επέτρεπε να ακούγεται και φωνή. Η Άρυα στράφηκε ελάχιστα, έτσι ώστε η άλλη γυναίκα να μην μπορεί να δει το πρόσωπο που υπήρχε μαζί της μέσα στο δωμάτιο. "Δεν θέλει να αποκαλυφθώ; Παράξενο…"

"Η δύο-πόδια-μυτερά-αυτιά προτιμά να κρατήσει μυστική την ύπαρξή μας" δήλωσε η Σαφίρα. "Θεωρεί, ότι ασφαλέστερο θα είναι για μας, αν οι Βάρντεν και ο αρχηγός τους δεν γνωρίζουν προς το παρόν για την ύπαρξη δράκου και καβαλάρη."

"Όπως ακριβώς και ο Μπρομ" παρατήρησε ο Έραγκον.

"Η Άρυα πιστεύει, ότι μόλις ο αρχηγός μάθει για την ύπαρξή μας, θα απαιτήσει να μιλήσει απ' ευθείας μαζί σου. Θα προσπαθήσει να σε δεσμεύσει με κάποιον όρκο ή υπόσχεση, να ταξιδεύσουμε πάραυτα κοντά του. Καθόλου δεν θα του αρέσει το σχέδιό σου για επάνοδο στην Ουρου'μπαίην."

"Η ξωτικογυναίκα είναι σοφή."

"Δεν είμαι τόσο σίγουρη, ότι η σοφία της και μόνο υποκινεί μια τέτοια πράξη. Υπάρχει κάτι πιο βαθύ και πιο κρυμμένο στην καρδιά της."

"Ίσως γιατί πιστεύει στον σκοπό μας, να φέρουμε ελπίδα στη γενιά των δράκων. Να σώσουμε τον Μέρταγκ." Ο Έραγκον παρακολούθησε την Άρυα να αξιώνει τον όρκο της μάγισσας Τριάννα στην αρχαία γλώσσα, ότι θα μεταφέρει όσα ακούσει στον Άτζιχαντ τον ίδιο, χωρίς να παραλείψει το παραμικρό, αξίωση που πέτυχε άμεσα. Την έβαλε ακόμα να ορκιστεί, ότι σε κανέναν άλλον δεν θα μιλούσε για όσα μάθαινε, ούτε προτού τα μεταφέρει στον αρχηγό των Βάρντεν, ούτε μετά. Παραξενεμένη η μάγισσα ορκίστηκε για όλα.

Ο Έραγκον άκουσε την ξωτικογυναίκα, να προειδοποιεί τον Άτζιχαντ μέσω της Τριάννα για τους διδύμους μάγους και για την σκοτεινή συμμαχία που είχαν συνάψει με τον βασιλιά εις βάρος των Βάρντεν. Κατόπιν να διαβάζει από το χειρόγραφο του Μέρταγκ όλες τις λεπτομέρειες, που εκείνος είχε σημειώσει, δίνοντας βάρος ειδικό στα σχετικά με φήμες για μία πιθανή συμμαχία του Γκαλμπατόριξ με τα Ούργκαλ. Τέλος διεμήνυσε την άγνωστη μοίρα του κατασκόπου του, δίχως να αναφέρει αν είχε η ίδια συναντηθεί μαζί του, πώς και πού, ούτε ότι επρόκειτο να τον αναζητήσει επιστρέφοντας στην Ουρου'μπαίην. Μόλις η ξωτικιά διέκοψε την επαφή, η μαγεία χάθηκε και η επιφάνεια της πέτρας επανήλθε στο σύνηθες θολό της χρώμα. Ο Έραγκον έβαλε ασυναίσθητα το χέρι μέσα στην τσέπη του σακακιού του, εκεί όπου είχε κρατήσει φυλαγμένη την επιστολή του Μέρταγκ προς τη θυγατέρα του Άτζιχαντ, τη Ναζουάντα. Ο σύντροφός του είχε ζητήσει να μην την εμπιστευθεί σε άλλον, παρά να την παραδώσει στα δικά της και μόνο χέρια. Αν τα έφερνε η μοίρα ποτέ να την συναντήσει, έτσι θα έκανε. Αν όχι, τα μυστικά του φίλου του θα χάνονταν μαζί του.

"Μπορούμε να σκεφτούμε θετικά" γουργούρισε η Σαφίρα από τα ψηλά δοκάρια. "Ο ίδιος ο Μέρταγκ θα μιλήσει στην δύο-πόδια-στρογγυλά-αυτιά, όταν γυρίσει μαζί μας στο Φάρδεν Ντουρ."

"Σ' ευχαριστώ, γλυκιά μου." Η ευγενική σκέψη της δράκαινας έδωσε περίσσιο κουράγιο στην ανάστατη καρδιά του. Δέχτηκε από τα χέρια της ξωτικιάς σιωπηλά το σημειωματάριο πίσω, για να το τοποθετήσει και πάλι στην πρωτύτερη κρυψώνα του. Τα άλογα ήταν ταϊσμένα, ποτισμένα και ξεκούραστα. Η πολύτιμη ζωή της Άρυα είχε σωθεί κι η ίδια φαινόταν κάθε λεπτό να αναλαμβάνει τις δυνάμεις της. Κανένας άλλος λόγος δεν υπήρχε, για να χρονοτριβούν περισσότερο στα ερείπια του Εντούρ Ιθίντρα. Θα ζητούσαν λίγα τρόφιμα από τον Τένγκα, αφού πρώτα τον ευχαριστούσαν για την φιλοξενία του. Θα προμηθεύονταν μπόλικο νερό από την στέρνα και θα κινούσαν πάραυτα για το ταξίδι του γυρισμού στην Ουρου'μπαίην. Στον δρόμο θα είχαν χρόνο, να καταστρώσουν κάποιο σχέδιο, που θα αφορούσε τις επόμενες κινήσεις τους.

"Σ' ευχαριστώ για όλα, Άρυα, ξωτικιά του δάσους" εξέφρασε ο Έραγκον την ευγνωμοσύνη του στην ξωτικογυναίκα. Εκείνη στάθηκε αντίκρυ του κοιτάζοντάς τον με τα πράσινα, ζωηρά της μάτια. Μπορεί το ύφος της να ήταν σοβαρό, ίσως κι απόμακρο, μα η φωνή της ήχησε σαν θεία μελωδία μέσα στ' αυτιά του.

"Δεν θα σε αφήσω μονάχο, Σούρ'τουγκαλ. Όσους κινδύνους αποφασίσεις εσύ ν' αντιμετωπίσεις, θα είμαι πάντα στο πλευρό σου." Το πιο πιθανό ήταν να μην κατόρθωναν να πλησιάσουν καν' τα αυγά. Ούτε να μάθουν το παραμικρό γι' αυτόν τον σύντροφο του δρακοκαβαλάρη. Η Άρυα όμως δεν σκόπευε να τους αφήσει μόνους. Με τις δυνάμεις της μαγείας της θα τους προστάτευε. Με τις έμπειρες συμβουλές της σύντομα θα έπειθε τούτο το αγόρι των ανθρώπων, να την ακολουθήσει βαθιά στο δάσος των ξωτικών, όπου το αρχαίο ζευγάρι δράκου και καβαλάρη χρόνους ανάμεναν τον ερχομό αυτών που θα τους διαδέχονταν.

Ακούγοντας τα λόγια της ο Έραγκον υποκλίθηκε ευγενικά μπροστά της. Η πίστη της στο πρόσωπό του ατσάλωνε την θέλησή του και γέμιζε όλο το είναι του ελπίδα. Ήταν πανέτοιμος να χρησιμοποιήσει το σπαθί του και τον δράκο του, για να την προστατεύσει. Μέσα στα βάθη της καρδιάς του ένοιωσε πιο σίγουρος και αισιόδοξος για τις μελλοντικές επιτυχίες του. Ο ίδιος θα ήταν ο δρακοκαβαλάρης, που μαζί με τον δράκο του θα έσωνε τον Μέρταγκ, θα απελευθέρωνε τα δύο αυγά, θα υποστήριζε τους Βάρντεν και όποιες άλλες δυνάμεις τάσσονταν κατά του σφετεριστή. Το μέλλον ολόκληρης της Αλαγαισίας βρισκόταν πια στα δικά τους χέρια.

Μέσα του ένοιωσε την Σαφίρα να συμφωνεί μαζί του. Όσο περνούσε από τις δυνάμεις τους όλους θα τους συνέτρεχαν, γιατί όλοι από εκείνους εξαρτιόνταν. Θα έπαιρναν εκδίκηση από τον καταπατητή των όρκων, τον καταστροφέα των αυγών, τον δεσμοφύλακα των δύο τελευταίων του ευγενικού είδους των δράκων. Θα απελευθέρωναν την Αλαγαισία και όλα τα γένη που την κατοικούσαν. Θα συντελούσαν στο να αναγεννηθεί η καινούρια γενιά των δρακοκαβαλάρηδων.


Σ/Σ: Εντάξει, ήταν πολύ μεγάλο κείμενο, το ξέρω. Περισσότερες από δύο φορές αναρωτήθηκα, αν θα έπρεπε να το χωρίσω σε δύο κεφάλαια, όμως το κάθε ένα μέρος από αυτά μου φάνηκε ξεκάρφωτο μόνο του.

Ο τίτλος αναφέρεται και στους δύο ήρωες, μιας και ο Έραγκον αναζητά το αντίδοτο για να σώσει την ξωτικιά και η Άρυα έναν σκοπό, για να συνεχίσει να ζει.

Μου φάνηκε φυσικό να τονίσω την απέχθεια της ξωτικογυναίκας προς τους ανθρώπους και ειδικά τους άντρες, μιας και μόλις έχει βγει από τα χέρια τους βασανισμένη. Η Άρυα πάσχει από το σύνδρομο του επιζώντα· οι νεκροί σύντροφοι θα επανέλθουν αρκετές φορές στους ξυπνητούς της εφιάλτες.

Επίτηδες δεν συμπεριέλαβα Μέρταγκ – κόκκινο αυγό – Γκαλμπατόριξ - Σρούικαν σ' αυτό το κεφάλαιο, ούτε επίσης Βάρντεν και Ναζουάντα. Φανταστείτε πόσο μεγαλύτερο θα γινόταν. Άλλωστε είναι πονηριά εκ μέρους μου, να σας βάλω να αναρωτηθείτε τι γίνεται πίσω στην Ουρου'μπαίην και το Φάρδεν Ντουρ.

Ευχαριστώ που το διαβάσατε.