Στη μούσα μου, την 815 BrokenPencils.

Ο κόσμος ολάκερος ας είναι μια ιστορία, που θα γλυκάνει τις ζωές μας.


Κεφάλαιο 16

Δράκος και καβαλάρης

"Αχ, αδελφέ μου, είναι μακρύς και δύσκολος ο δρόμος προς την Ουρου'μπαίην, γεμάτος βάσανα και κινδύνους."

"Να μην παραπονιέσαι! Αν δεν υπήρχε η μαγεία μας, να εξουσιάζουμε μ' αυτήν τους αφελείς, ίσως να είμαστε και οι δύο προ πολλού νεκροί."

"Αυτό το βρομόπαιδο, ο γιος της Μαύρης Χείρας, θα μου το πληρώσει ακριβά, για όσους κόπους και κινδύνους εξ αιτίας του τραβάμε."

"Χα! Γιος της Μαύρης Χείρας λες. Για πες μου όμως, αναρωτήθηκες ποτέ ποιος είναι ο πατέρας του;"

"Δεν θέλει ρώτημα αυτό, αδελφέ μου. Όποιος έχει μάτια, βλέπει!"

*.*.*

Ο Μέρταγκ κοιμόταν.

Κοιμόταν και ονειρευόταν το πιο παράξενο όνειρο που είχε δει ποτέ του.

Βρισκόταν, λέει, στο δάσος έξω από την Άμπερον και είχαν βγει για κυνήγι μαζί με τον Τόρνακ. Η ξαφνική καταιγίδα χτύπησε απότομα και κεραυνοί κατέβαιναν απ' τα ουράνια σκάζοντας πάνω από τα κεφάλια τους. Ο Τόρνακ ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνουν αυτοί οι δύο για να προστατευτούν απ' το υγρό φορτίο. Κάποιος άλλος όμως άτυχος ή ανόητος κυνηγός, είχε φροντίσει να ζητήσει καταφύγιο κάτω από ψηλό δέντρο, με αποτέλεσμα να χτυπηθεί από την ρευστή ενέργεια του ουρανού. Όταν ο Τόρνακ και ο Μέρταγκ τον ανακάλυψαν, ο άνθρωπος ήταν σχεδόν νεκρός. Ο Τόρνακ όμως προσέφερε τη βοήθειά του στον ξένο και σύντομα αυτός άρχισε να επανέρχεται. Αρχικά δεν μπορούσε να μιλήσει, ούτε να κουνήσει χέρια και πόδια. Σταδιακά όμως συνήλθε κι άρχισε όπως-όπως να τους περιγράφει την δυσάρεστη αίσθηση που είχε βιώσει. Η γλώσσα του δεν μπορούσε να κινηθεί κανονικά… τα πόδια του τα ένοιωθε παράλυτα απ' τα γόνατα και κάτω… το ίδιο και τα χέρια… τα μάτια δεν μπορούσαν να εστιάσουν…

Ο Μέρταγκ ένοιωθε τελείως παράλυτο το σώμα κι όσο κι αν προσπάθησε, τα μάτια του δεν άνοιγαν.

…Απ' τη στιγμή που ο κεραυνός τον χτύπησε…

Αλλά όμως… δεν χτύπησε αυτόν ο κεραυνός, παρά τον ξένο κυνηγό… Έτσι δεν είχε γίνει; Αυτόν, όπου ο Τόρνακ…

Το μουδιασμένο του μυαλό ξεκίνησε ελάχιστα να λειτουργεί. Ο Μέρταγκ δεν ήταν πια και τόσο σίγουρος ότι κοιμόταν. Αυτό που είχε θεωρήσει αρχικά σαν όνειρο, δεν πρέπει να ήταν όνειρο παρά ανάμνηση. Πράγματι, είχαν κάποτε βρεθεί αυτός κι ο αγαπημένος του πατέρας στο δάσος έξω απ' την Άμπερον, να κυνηγήσουν. Και είχαν όντως συναντήσει καταιγίδα, με αποτέλεσμα να συμβούν όσα θυμόταν.

Γιατί όμως να τα θυμηθεί τώρα; Και αν πράγματι ήταν ξύπνιος και δεν ονειρευόταν, γιατί του ήταν αδύνατο ν' ανοίξει τα μάτια; Γιατί τα χέρια και τα πόδια του τα ένοιωθε παράλυτα; Γιατί είχε την αίσθηση, ότι ο κεραυνός τον χτύπησε στο δάσος; Ναι, πολύ καλά θυμόταν την αίσθηση του ρευστού μέταλλου να τον διαπερνά, σαν να είχε ξαφνικά ακουμπήσει με χέρι γυμνό το καμίνι του αρχισηδηρουργού του κόσμου.

Ο Μέρταγκ αποφάσισε να γυρίσει στο ένα του πλευρό. Σίγουρα δεν βρισκόταν στο δάσος έξω απ' την Άμπερον τη μέρα της ξαφνικής καταιγίδας κι ο Τόρνακ ήταν νεκρός εδώ και χρόνους. Βρισκόταν στην Ουρου'μπαίην… στον πύργο, που ο βασιλιάς… Μάλλον θα έφταιγε το ότι είχε κοιμηθεί ώρες πολλές στο κρύο πάτωμα της φυλακής του. Ίσως η κακή θρέψη και η δίψα που του είχαν επιβάλει για τιμωρία τον είχαν εξαντλήσει τόσο, που τώρα γίνονταν αιτία, να μην μπορεί να κινηθεί… να έχει παρακρούσεις…

Ο νέος προσπάθησε με όλη του τη θέληση να στρέψει το σώμα, όμως στάθηκε αδύνατο. Τα μουδιασμένα μέλη του δεν βοηθούσαν. Επιπροσθέτως, επάνω στο στήθος του ένοιωθε ένα βάρος να τον πιέζει. Βάρος, που όχι μονάχα τον εμπόδιζε να κινηθεί, αλλά του έκοβε και την ανάσα.

Παρ' όλο που ο νους σταδιακά άρχισε να δουλεύει παρέμενε ακόμα μουδιασμένος, όπως και το υπόλοιπό του σώμα.

…Αλλιώς, γιατί να μην μπορεί να θυμηθεί πότε ο κεραυνός τον χτύπησε;…

Ο Μέρταγκ δεν είχε πειστεί απόλυτα πως δεν κοιμόταν λίγο πριν. Δεν ήταν σίγουρος, πως το όνειρο που είδε του θύμιζε απλά μια από τις αναμνήσεις του. Μπορεί το χτύπημα του κεραυνού να ήταν αλήθεια. Λυσσομανούσε έξω από τον πύργο καταιγίδα; Μπορούσε ίσως ο κεραυνός να 'χει χτυπήσει πάνω στο σιδερένιο, καγκελόφραχτο παράθυρο επηρεάζοντας με τη ρευστή του ενέργεια και τον ίδιο; Γιατί όλες του οι αισθήσεις ήσαν νεκρές και το κορμί παράλυτο;

Αποφάσισε πως θα έπρεπε να περιμένει δίνοντας χρόνο στον εαυτό του. Να υπομονέψει. Αφού μπορούσε να ανασαίνει, αυτό σίγουρα σήμαινε ότι ο κεραυνός δεν είχε τερματίσει τη ζωή του. Επέτρεψε στον εαυτό του μικρές, κοφτές ανάσες. Αφού ήταν ακόμα ζωντανός, σε λίγο θα επανερχόταν. Όπως εκείνος ο κυνηγός στο δάσος έξω απ' την Άμπερον.

Το επόμενο που ένοιωσε ήταν μια απέραντη αίσθηση πείνας να γεμίζει την ύπαρξή του. Πείνα, ανάμεικτη με περιέργεια μεγάλη. Σαν κάποια διάνοια τεράστια να προσεγγίζει το μυαλό του ζητώντας άμεσα απ' αυτόν, να ανακουφίσει την ανάγκη της για θρέψη. Διάνοια άπραγη κι αθώα, φορτωμένη με πληθώρα αποριών, να ζητά επιτακτικά να γεμίσει το κενό της με απαντήσεις.

…Όχι… δεν θα μπορούσε να είναι ο βασιλιάς… Εκείνος…

Τρυφερά ακουμπούσε η διάνοια το μυαλό του. Τριβόταν απαλά στις παρυφές του νου, δίχως να προσπαθεί να διεισδύσει. Ήταν επίμονη, μα ευγενική. Και έμοιαζε τόσο φυσικό το να υπάρχει εκεί έξω περιμένοντας αυτόν να τη αποδεχτεί… Σαν και η διάνοια αυτή, να ήταν μία προέκταση του εαυτού του κι ο ίδιος ετοιμασμένος να ενωθεί μαζί της.

…Έφταιγε τάχα ο κεραυνός που τον είχε χτυπήσει στο κυνήγι;…

Η ακοή ήταν η πρώτη που επανήλθε.

Ένα παράξενο βουητό, σαν το γουργούρισμα μιας γάτας, γέμιζε τ' αυτιά του τώρα. Λες κι ένα σμάρι πολύβουες μέλισσες μαζί με την κυψέλη, είχε κατασκηνώσει πάνω στο στήθος του εμποδίζοντάς του την ανάσα.

Ένοιωσε αφή στα ακροδάχτυλα. Μπόρεσε ακόμα να κινήσει λίγο τους καρπούς του… τα χέρια απ' τους αγκώνες. Είχε την αίσθηση των ποδιών του… τα γόνατα λιγάκι να λυγίζουν. Κι ανάσα… Μπορούσε πιο αβίαστα πια ν' ανασαίνει, το βάρος πάνω στο στήθος του δεν ήταν τόσο. Σταδιακά επανερχόταν. Η σκέψη ήταν τώρα διαυγέστερη.

Κάτι τον σκούντησε στο σαγόνι απαλά… ένοιωσε καυτή μια ανάσα κοντά στα χείλη… γλώσσα τραχιά, να τον γλύφει πάνω στο μάγουλο... Κάτι το ζωντανό υπήρχε πάνω του.

Μισάνοιξε τα μάτια. Ακόμα δεν μπορούσε καθαρά να εστιάσει, όμως του φάνηκε ότι αμυδρά φώτιζε γύρω του μια ρόδινη αυγή. Έφερε μουδιασμένος το χέρι του στο στήθος… για να ψαύσει το πλάσμα που καθόταν πάνω του… για να νοιώσει την οδύνη από τρύπημα αιχμηρό στα δάχτυλα.

Μία περίεργη μουσούδα κόλλησε στη μύτη του. Χνώτο ζεστό απλώθηκε στο πρόσωπό του. Το πλάσμα ήταν παράξενο. Ολοκόκκινο και λαμπερό. Βολεύτηκε πάνω του καλύτερα, σιγανογουργουρίζοντας ευχαριστημένο σαν τον είδε να συνέρχεται.

Ο Μέρταγκ σύρθηκε προς τα πίσω, μέχρι που η ράχη του συνάντησε τον ξεφτισμένο τοίχο. Προσεκτικά ανορθώθηκε προσπαθώντας να καθίσει. Το πλάσμα ακολούθησε κι εκείνο την κίνησή του. Τέντωσε τον μακρύ, λεπτό λαιμό του καρφώνοντας δύο ρουμπινένια μάτια μέσα στα δικά του. Το προηγούμενο γουργούρισμα συνεχίστηκε κι επιτάθηκε. Ο Μέρταγκ κατάλαβε ότι μπροστά του, πάνω στην αγκαλιά του, είχε μία μικρογραφία της Σαφίρα. Του είχε δοθεί η ευκαιρία να παρατηρήσει πολύ καλά τη δράκαινα κατά τον χρόνο που ταξίδευαν παρέα, κατά τις νύχτες που αυτή κοιμόταν πλάι στον καβαλάρη της. Η μόνη διαφορά ήταν στο χρώμα των φολίδων…

… κόκκινες σαν τη φωτιά και σαν πολύτιμα ρουμπίνια… σαν το αίμα το χυμένο… σαν κόκκινο παλιό κρασί… του θύμιζε τον δράκο… Εκείνου!...

… στα περισσότερα τα κέρατα στο σαγόνι και την ράχη∙ άσπρα και λαμπερά, σαν φίλντισι… στα πιο χοντρά του μέλη.

Κατάπληκτος ο Μέρταγκ έφερε το χέρι του στο στόμα. Στο κέντρο της η παλάμη του ήταν καμένη. Μια κρούστα ασημιά άρχιζε ήδη να σχηματίζεται τριγύρω από το κάψιμο.

…το χτύπημα του κεραυνού…

Με ταραχή του ο νέος άντρας συνειδητοποίησε τι του είχε συμβεί. Το κόκκινο αυγό… αυτό που η καρδιά του είχε τόσο επιθυμήσει… αυτό για το οποίο είχε παρασυρθεί να επιστρέψει στην Ουρου'μπαίην… αυτό, που είχε γίνει αιτία να φυλακιστεί στον πύργο… το αυγό, που ο βασιλιάς είχε διατάξει να μεταφέρουν στο κελί του την προηγούμενη… αυτό το αυγό, είχε εκκολαφθεί γι' αυτόν. Αυτόν! Τον Μέρταγκ!

Ο δράκος καθόταν πιστά κουρνιασμένος πάνω του κι ο ίδιος είχε γίνει πια δρακοκαβαλάρης.

*.*.*

Η μέρα δεν είχε ακόμα ξημερώσει. Ότι είχε ο Μέρταγκ αρχικά νομίσει για ρόδινη αυγή δεν ήταν άλλο, παρά η λάμψη των φολίδων του μικρού δράκου κοντά στο πρόσωπό του. Άλικος και λαμπερός, ο πρώην κάτοικος του κόκκινου αυγού, βολεύτηκε ανάμεσα στο βραχίονα και την αμασχάλη του εκλεκτού του διπλώνοντας τις φτερούγες και τύλιξε γύρω απ' το χέρι του τη μακριά ουρά του. Ακούμπησε με εμπιστοσύνη το μουσούδι πάνω στο στήθος του και στύλωσε επίμονα τα μάτια μέσα στα δικά του. Ο Μέρταγκ είχε την αίσθηση ότι το πλάσμα επιζητούσε να επικοινωνήσει μαζί του. Το προηγούμενο σκούντημα και τρίψιμο επάνω στο μυαλό του που είχε νοιώσει, συνεχίστηκε και επιτάθηκε. Η ίδια η απέραντη αίσθηση της πείνας δυνάμωσε.

‟Λυπάμαι, φίλε μου" γέλασε μελαγχολικά ο Μέρταγκ. ‟Δεν έχω τίποτε για να σου δώσω. Ούτε νερό. Φοβάμαι, πως θα πρέπει να περιμένεις μέχρι αύριο το βράδυ, να έρθει ξανά ο υπηρέτης. Τότε θα μοιραστούμε ότι μας φέρουν." Και ο ίδιος διψούσε αφόρητα. Την προηγούμενη, αντί για τον γκριζοφορεμένο υπηρέτη, που πάντοτε έφερνε στη φυλακή του την μισογεμάτη κούπα με νερό και το ξερό ψωμί, είχε έρθει ο βασιλιάς με τους φρουρούς του αφήνοντάς του το κιβώτιο με το κόκκινο αυγό.

Το πλάσμα φάνηκε να καταλαβαίνει το νόημα των λόγων του, γιατί έκλεισε τα μάτια, χουρχούρισε καρτερικά και η αίσθηση της πείνας καταλάγιασε λιγάκι. Ο Μέρταγκ έφερε το καμένο χέρι στο κεφάλι του μικρού δράκου χαϊδεύοντάς τον προσεκτικά. Ήταν γεμάτος μικροσκοπικά κέρατα και μερικά απ' αυτά διαπερνούσαν τα ρούχα τρυπώντας τον επώδυνα. Παρ' όλα αυτά, η εγγύτητά του με το πλάσμα τον ανακούφιζε. Ο δράκος ήταν όμορφος, θα μπορούσε να πει ακόμα και μεγαλειώδης, αν και ήταν μικροσκοπικός σε σύγκριση με τη Σαφίρα. Τα δόντια του εκτείνονταν σε δύο σειρές μέσα στο στόμα και φαίνονταν ακόμα πιο κοφτερά απ' ότι τα κέρατα της ουράς του και της ράχης. Σε κάθε του κίνηση, ο δράκος τον ακολουθούσε εξακολουθώντας να βολεύεται πάνω του κολλητά. Ο Μέρταγκ κατάλαβε την εμπιστοσύνη που ένοιωθε γι' αυτόν το πλάσμα. Μα και ο ίδιος ένοιωθε έλξη περισσή γι' αυτόν. Δεν ήταν τελικά κάποιος κεραυνός η ενέργεια που τον είχε χτυπήσει ώρες πριν. Ήταν η πρώτη επαφή του με το δράκο. Ήταν η δύναμη που είχε ενώσει την ύπαρξη του ενός με τον άλλον.

Καθώς οι ώρες περνούσαν, ο Μέρταγκ όλο και περισσότερο συνειδητοποιούσε, πως είχε γίνει δρακοκαβαλάρης∙ ακριβώς όπως ο Έραγκον με τη Σαφίρα! Αυτή ήταν λοιπόν η έλξη που είχε νοιώσει για το κόκκινο αυγό. Αυτή που τον είχε τραβήξει πίσω στην πρωτεύουσα, στην αιχμαλωσία, στη φυλακή του. Λυπόταν και για τον εαυτό του και για τον μικρό του δράκο. Αντί να ταξιδεύουν ελεύθεροι μαζί με το άλλο ζευγάρι στο δρόμο προς τους Βάρντεν – προς τη Ναζουάντα – βρίσκονταν και οι δύο φυλακισμένοι στον πύργο της Ουρου'μπαίην∙ στα χέρια και τις διαθέσεις του Γκαλμπατόριξ. Όσο όμως ένοιωθε το πλάσμα να ζεσταίνει με το μικρό του βάρος το πλευρό του, η καρδιά του γέμιζε πληρότητα καταλαγιάζοντας την όποια ανησυχία. Πλημύριζε χαρά, που, αφήνοντας έξω από τη διπλή, ενωμένη ύπαρξή τους τον γύρω κόσμο, προσέγγιζε την πραγματική ευτυχία. Ταυτόχρονα υποδείκνυε επιτακτικότερη την ανάγκη της απόδρασης.

Είχε φωτίσει μόλις το πρωινό ο ήλιος, όταν ο βασιλιάς εμφανίστηκε και πάλι. Εκτός από τους φρουρούς του, τον συνόδευαν αυτή τη φορά δύο υπηρέτες. Ο πρώτος κουβαλούσε γαβάθα μεγάλη, γεμάτη ωμό ψιλοκομμένο κρέας, που την απίθωσε στο πάτωμα κοντά στον κόκκινο δράκο. Ο άλλος, δίσκο ασημένιο γεμάτο πιάτα σκεπασμένα, τον οποίο τοποθέτησε προσεκτικά επάνω στο τραπέζι. Ενώ ο μικρός δράκος ορμούσε προς τη γαβάθα με το φαγητό του καταβροχθίζοντας λαίμαργα τις πρώτες μπουκιές, ο Μέρταγκ σηκώθηκε με κόπο και υποκλίθηκε μπροστά στον Γκαλμπατόριξ.

Ο βασιλιάς φαινόταν εξαιρετικά ευχαριστημένος, κάτι που δεν απέφυγε να δείξει. Προφανώς οι εξελίξεις με την εκκόλαψη του νεοσσού, τον ικανοποιούσαν υπέρμετρα. Στάθηκε απέναντι από τον νέο δρακοκαβαλάρη παρατηρώντας τον εξεταστικά. Τα μάτια του, γεμάτα ανεξιχνίαστη χαρά, έμοιαζαν μάτια πεινασμένου αρπακτικού, που βλέπει την τροφή του. Απαίτησε ακόμα να εξετάσει ως και την πληγωμένη παλάμη του χεριού του.

‟Θυμάσαι, ω γιε του συμμάχου και καλύτερού μου φίλου, τα όσα είπαμε στο γεύμα των δεκάτων όγδοων γενεθλίων σου; Θυμάσαι, άραγε, τα όνειρα και τα σχέδιά μας, για ένα νέο τάγμα δρακοκαβαλάρηδων;" Με μια κίνηση θεατρική του χεριού του, έδειξε γύρω του τους ξεφτισμένους τοίχους. Η χροιά της φωνής του ανέβαινε στεντόρεια, σαν να απευθυνόταν σε μέγα πλήθος. ‟Σήμερα όλοι ας χαρούμε, γιατί η αρχή αυτού του τάγματος έχει ήδη επιτευχθεί. Θα πρέπει να καλωσορίσουμε εσάς του δύο στη νέα μας τάξη."

Ο βασιλιάς σήκωσε από το έδαφος τον κόκκινο νεοσσό. Τον απίθωσε επάνω στο τραπέζι κι αφού τον στριφογύρισε προσεκτικά με τα γαντοφορεμένα του χέρια, εξέτασε το στόμα, τα γαμψά του νύχια και τις λεπτές μεμβράνες των φτερών του. Αφού η εξέταση τον άφησε ικανοποιημένο, επέτρεψε στον μικρό δράκο να επιστρέψει στο φαγητό του. Κατόπιν στράφηκε ακόμα μία φορά στον Μέρταγκ, που τον παρατηρούσε σιωπηλός.

‟Μόλις δηλώσετε και οι δύο πίστη σ' εμάς, ω γιε του Μόρζαν, θα είστε το δεξί μας χέρι, όπως κάποτε είχε υπάρξει ο πατέρας σου και ο δράκος του. Οι εξουσίες που σας περιμένουν είναι υπέρτατες, το ίδιο και το μεγαλείο. Μία ολόκληρη αυτοκρατορία θα επευφημεί τα ονόματά σας, όλοι οι υπήκοοι θα σας υπακούνε και οι πάντες θα υποκλίνονται μπροστά σας. Εσύ προσωπικά, θα είσαι ο δεύτερος στην τάξη μετά από τον βασιλιά σου." Ο Γκαλμπατόριξ σταμάτησε να μιλά και με ένα βλέμμα πονηρό εξέτασε τι εντύπωση είχαν κάνει οι λόγοι του στον Μέρταγκ. Όταν δεν διαπίστωσε κάποια ιδιαίτερη χαρά ή αντίδραση του, απότομα σοβάρεψε. ‟Θα πρέπει βέβαια πρώτα να δηλώσεις την πίστη σου σ' εμάς στην αρχαία γλώσσα."

Αρχαία γλώσσα; Ο Μέρταγκ κάτι είχε συζητήσει για λέξεις της αρχαίας γλώσσας με τον Έραγκον. Θυμόταν ακόμα, ότι κάπου είχε διαβάσει σχετικά κατά τη μαθητεία του στην Άμπερον και τις βιβλιοθήκες της Ουρου'μπαίην. Η αρχαία γλώσσα, η γλώσσα της αλήθειας! Η γλώσσα, που δέσμευε κάποιον για πάντα, σε ότι είχε υποσχεθεί. Θέλοντας να αποφύγει τη συζήτηση, καμώθηκε ότι δεν κατάλαβε.

‟Μα, έχω ήδη ορκιστεί πίστη σ' εσάς, μεγαλειότατε."

‟Ναι, αλλά όχι στην αρχαία γλώσσα."

‟Πώς θα μπορούσα, όμως, να χρησιμοποιήσω γλώσσα, όταν μου είναι παντελώς άγνωστη η έννοιά της;"

Ο μορφασμός του Γκαλμπατόριξ έμοιαζε με ειρωνικό μειδίαμα. ‟Μπορείς να επαναλαμβάνεις, ότι ακριβώς σου λέμε."

‟Πιστεύω, μεγαλειότατε, πως μου είναι αδύνατον να κάνω κάτι, του οποίου δεν δύναμαι να κατανοήσω την βασική ουσία."

Η απόκρισή του δεν προκάλεσε άλλο, παρά τον γέλωτα του βασιλιά, που φάνηκε υπέρμετρα να διασκεδάζει∙ γέλωτα πηγαίο, χωρίς αυτός να δείξει την παραμικρότερη απογοήτευση για την υπεκφυγή του νέου. ‟Θα δείξουμε κατανόηση σ' εσένα για τα λεγόμενά σου, μιας και είναι απότομη η αλλαγή που επέφερε στη ζωή σου αυτή η ένωσή σου με το δράκο. Είναι απόλυτα φυσικό, ο νους σου να μην σκέφτεται ακόμα καθαρά." Ο Γκαλμπατόριξ έριξε μια ακόμα πεινασμένη ματιά στο νεοσσό, που, χορτασμένος τώρα από το φαγητό του, έγλυφε νωχελικά την άδεια του γαβάθα. ‟Θα παραμείνετε προς το παρόν και οι δυο κρατούμενοι στον ίδιο χώρο. Για όλο το πρώτο διάστημα της ένωσής τους, δράκος και καβαλάρης πρέπει να βρίσκονται κοντά ο ένας στον άλλο, να σταθεροποιηθεί ο δεσμός που τους ενώνει. Ο χρόνος αυτός, που απλόχερα σου δίνεται, ω γιε του Μόρζαν, θα είναι παραπάνω από αρκετός για σένα, ώστε να συνειδητοποιήσεις τη νέα σου κατάσταση. Ξέρω ότι είσαι φιλόδοξος πολύ και αν έχεις χρόνο να σκεφτείς καλύτερα τα γεγονότα, είμαι παραπάνω από σίγουρος, ότι θα δεχθείς να επαναλάβεις τους όρκους, ώστε πιστά να μας υπηρετήσεις."

Ο βασιλιάς κίνησε να φύγει, αφού έκανε πρώτα σήμα στους φρουρούς να προηγηθούν, αλλάζοντας όμως γνώμη, πισωγύρισε. Το ύφος του τώρα ήταν σκαιό, όλη η προηγούμενη ιλαρότητά του εξαφανισμένη. ‟Θα πρέπει επίσης να εξετάσεις το γεγονός, ότι για σας δεν υπάρχει εναλλακτική. Όλοι μας οι εχθροί πρόκειται σύντομα να καταστραφούν." Βαθιά μέσα στα μάτια του λαμπύριζε η τρέλα. Ο τόνος της φωνής του βάθαινε. Η όλη έκφραση του κορμιού του επεδείκνυε ανάγκη εντυπωσιασμού, υπεροψία υπέρτατη. ‟Γνώριζε, γιε του Μόρζαν, ότι πολύ σύντομα μία στρατιά των Ούργκαλ πρόκειται να κατευθυνθεί στον τόπο που οι εχθροί μας έχουν ζητήσει καταφύγιο. Τα δίποδα κτήνη θα ξετρυπώσουν τους Βάρντεν από τα λαγούμια των νάνων που κρύφτηκαν σαν τους δειλούς που είναι και θα τους σφάξουν ανελέητα. Μετά σειρά έχουν τα ξωτικά. Κανένας δεν θα απομείνει, να μας εναντιώνεται."

Ο Γκαλμπατόριξ βγήκε και πίσω του η σιδεροκαρφωμένη πόρτα της φυλακής σφραγίστηκε ξανά. Μ' ένα του λόγο ο βασιλιάς έδιωξε όλους τους φρουρούς του, αφού απόλυτη εμπιστοσύνη δεν μπορούσε να έχει σε κανέναν. Επρόκειτο να θέση ακοίμητο φύλακα, για να φυλά με μαγικές δυνάμεις το πολύτιμο ζευγάρι. Από εδώ κι εμπρός, κανένας δεν επιτρεπόταν να βγει από το κελί, ούτε να στέκεται απ' έξω. Εκείνοι οι υπηρέτες που θα έμπαιναν για να υπηρετήσουν δράκο και καβαλάρη, ήταν στον ίδιο απόλυτα αφοσιωμένοι, μιας και δική τους βούληση δεν διέθεταν. Αυτούς μόνο εμπιστευόταν να εφοδιάσει με το κατάλληλο ξόρκι για να μπαίνουν. Δύο σιδερόφρακτοι σκοποί αρκούσαν για τη φρούρηση της βάσης του πυργίσκου και την αρχή της σκάλας, να διώχνουν από εκεί όποιον άσχετο τολμούσε να πλησιάσει. Δεν ήταν καν ανάγκη αυτοί, να ανήκουν στην προσωπική σωματοφυλακή του.

Ο Γκαλμπατόριξ ακούμπησε στο ξύλο της πόρτας γυμνή την παλάμη του χεριού του, αυτή με το σημάδι που κάποτε τον είχε ενώσει με το δράκο. Ψέλνοντας λόγους μαγικούς, τοποθέτησε εκεί φρουρό με υπέρτατες δυνάμεις, για να διαφυλάξει το πιο πολύτιμο απόκτημά του. Κοντοστάθηκε για λίγο μόνος κοιτάζοντας την πόρτα με ύφος ικανοποιημένο. Σκόπευε σύντομα, να χωρίσει τον δράκο από τον καβαλάρη. Πρώτα όμως θα τους άφηνε για ένα διάστημα μαζί, να δέσει ο δεσμός τους∙ να γίνουν απαραίτητοι ο ένας στον άλλο. Κατόπιν είχε τρόπους να τους πείσει να εργαστούν στην υπηρεσία του. Καλό θα ήταν βέβαια ο Μέρταγκ να πειθόταν με το καλό και όχι με το άγριο. Η εμπιστοσύνη που είχε αρχίσει να χτίζεται μεταξύ του γιου του Μόρζαν και του αγοριού από το βορρά, μπορεί να αποδεικνυόταν χρήσιμη στο βασιλιά μονάχα αν ο Μέρταγκ δεχόταν εθελοντικά να συμπράξει. Δεν είχε μήπως ήδη υποσχεθεί, ότι θα παρασύρει το άλλο αγόρι; Τότε ο βασιλιάς θα είχε στη διάθεσή του κι ένα δεύτερο ζευγάρι, να εξαπολύσει ενάντια στους εχθρούς του.

*.*.*

Μόλις έμεινε μονάχος στη φυλακή του, ο Μέρταγκ ζήτησε πάλι κοντά του τον μικρό του δράκο, που, χορτασμένος τώρα πια, κούρνιασε στην αγκαλιά του. Μαζί πλησίασαν το τραπέζι ανοίγοντας τα ασημοκαπνισμένα καλύμματα του δίσκου, για να διαπιστώσει ο νέος έκπληκτος, ότι μπροστά του βρισκόταν ένα θρεπτικό πρωινό. Υπήρχε εκεί μια κούπα με ζωμό παχύρευστο, πλούσιο σε άρωμα και γεύση∙ ένα μεγάλο κομμάτι ψωμιού αφράτου που μοσχομύριζε, καθώς και μια πιατέλα φρέσκα φρούτα. Μία κρυστάλλινη καράφα, γεμάτη ως το χείλος με δροσερό νερό, συμπλήρωνε τα περιεχόμενα του δίσκου. Ο Μέρταγκ γονάτισε εκστασιασμένος μπροστά από το τραπέζι επιτρέποντας στο νεοσσό να μυρίσει τα πάντα. Για τόσες μέρες κακοταϊσμένος, τώρα αποφάσιζε να καταναλώσει την τροφή με μέτρο, φυλάσσοντας για αργότερα αρκετό απόθεμα. Γρήγορα όμως διαπίστωσε, ότι σε λίγες ώρες ο δίσκος αυτός του πρωινού επρόκειτο να αντικατασταθεί από άλλον, που περιείχε ένα πλούσιο γεύμα κι αργότερα άλλον με το δείπνο. Το ίδιο έμελε να συνεχιστεί και τις επόμενες ημέρες.

Ο βασιλιάς δεν επισκέφτηκε ξανά τον νέο του δρακοκαβαλάρη. Μονάχα οι υπηρέτες έρχονταν τρεις φορές κάθε ημέρα, για να παρέχουν στον δράκο την ίδια γεμάτη με ψιλοκομμένο κρέας γαβάθα και νερό, επίσης γεύματα θρεπτικά στον καβαλάρη, που πεινασμένος από τις προηγούμενες στερήσεις έτρωγε λαίμαργα ότι εύρισκε στο δίσκο. Στην ίδια ομάδα είχε προστεθεί κι ένας καθαριστής, που φρόντιζε να μαζεύει τις ακαθαρσίες του δράκου και να αλλάζει το δοχείο του Μέρταγκ, μιας και πια δεν του επιτρεπόταν η καθημερινή επίσκεψη στο αποχωρητήριο των κάτω ορόφων.

Εκτός από την πλούσια τροφή, άνεση άλλη ο βασιλιάς δεν τους παρείχε. Συνέχισαν οι δυο τους να ζουν στον ίδιο γυμνό και κρύο χώρο. Με το μικρό σιδερόφραχτο παράθυρο ψηλά στον τοίχο κάτω σχεδόν από την οροφή, να είναι η μόνη τους πηγή από μια στάλα φως. Κάποια ώρα της ημέρας μια μοναχική ηλιαχτίδα ξεγλίστραγε εκεί μέσα, διαγράφοντας για λίγο ένα μικρό τόξο πάνω στον απέναντι τοίχο. Μετά εξαφανιζόταν βιαστική. Τις νύχτες φαινόταν ένα κομμάτι ουρανού, απ' το οποίο ξέκριναν λίγα αστέρια. Η θέα του φωτός έδινε και στους δύο μία αμυδρή ελπίδα ελευθερίας. Ο κόκκινος νεοσσός σκαρφάλωνε με τα γαμψά του νύχια τον ξεφτισμένο από σοβάδες τοίχο, πολλές φορές με τη βοήθεια του Μέρταγκ. Σκάλωνε με τα πόδια και την ουρά ανάμεσα στη σιδεριά του παραθύρου κι εκεί απέμενε, να κοιτά τον ουρανό με περισσή λαχτάρα. Δεν ήταν άλλωστε ένα ουράνιο πλάσμα, που είχε απρόσμενα βρεθεί σε θέση δεινή, να ζει κλεισμένος σε κελί; Ποτέ του όμως δεν εκδήλωσε προσπάθεια να βγει από τη φυλακή του, αν και ίσως θα μπορούσε. Έμενε εκεί για ώρα, να αγναντεύει μέσα από τα κάγκελα έναν κόσμο άγνωστο, που λαχταρούσε να γνωρίσει∙ ένα κομμάτι ουρανό που ξέφευγε μέσα απ' τον φεγγίτη. Μετά κατέβαινε και πάλι, για να ζητήσει την αγκαλιά του ανθρώπου που ενώθηκε μαζί του.

Ο Μέρταγκ ξανάρχισε να νοιώθει για τον έξω κόσμο μια παρόμοια με του νεοσσού λαχτάρα∙ για τον ευρύ τον ουρανό, που ξεδιπλωνόταν πάνω απ' τη γη απέραντος. Έρχονταν κάποιες ώρες, που έπιανε τον εαυτό του ν' αναρωτιέται, αν ταίριαζε με τον δράκο γιατί ενώθηκαν. Ή μήπως αυτοί οι δύο είχαν ενωθεί επειδή ταιριάζουν; Δεν έτρεφε πολλές ελπίδες, ότι θα καταφέρουν να σωθούν. Η γνώση όμως, ότι ο Έραγκον και η Σαφίρα θα είχαν φτάσει πια στη Σούρντα και ότι ο Άτζιχαντ θα είχε στα χέρια τις πληροφορίες που του είχε στείλει, έφερναν στην καρδιά του ανακούφιση. Όταν ο δράκος κούρνιαζε σφιχτά στην αγκαλιά του, του εμπιστευόταν ψιθυριστά τις περιπέτειες που είχε γνωρίσει μαζί με το άλλο ζευγάρι, χαϊδεύοντάς τον τρυφερά. Του περιέγραφε την όμορφη γαλάζια δράκαινα και πόσο μεγαλόπρεπη φαινόταν, πως γυάλιζαν οι φολίδες της κάτω από το φως του ήλιου και της σελήνης. Του έταζε, πως αν ποτέ τη συναντούσαν πάλι, σίγουρα αυτή θα τον δεχόταν κάτω από την προστασία της φτερούγας της. Μέχρι να γίνει και ο ίδιος μεγάλος δράκος και τρανός, να τον θαυμάζει ο κόσμος όλος.

Τούτος ο μικρούλης νεοσσός είχε απομείνει πια ο μοναδικός σύντροφος και φίλος του Μέρταγκ, για να του περιγράφει τη ζωή που είχαν ζήσει με τον Τόρνακ στην Άμπερον. Του μιλούσε για τα κυνήγια τους στα γύρω δάση και πόσο θα του άρεσε να πήγαιναν οι δυο μαζί και πάλι εκεί, παρέα να κυνηγήσουν νερόκοτες, λαγούς κι ελάφια. Του περιέγραφε το όμορφο κάστρο με τα διπλά τείχη και τις καστρόπορτες, τις επάλξεις και τις ταράτσες γεμάτες καταπέλτες. Μοιραζόταν μαζί του τις εικόνες ενός ήλιου, που έγερνε στον ορίζοντα ολοπόρφυρος, βάφοντας χρυσοκόκκινο το χορτάρι της πεδιάδας. Μιλούσε για τους μαθητές που δίδασκε κάποτε και τα μαθήματα στη σχολή της ξιφασκίας. Μερικές φορές τολμούσε ακόμα να εκμυστηρευτεί και λίγα από τα συναισθήματα που έτρεφε για τη Ναζουάντα. Εξομολογήθηκε τις προσδοκίες που είχε κάποτε καλλιεργήσει, να ζήσει όλη του τη ζωή μαζί της και που πια είχαν χαθεί. Απέφυγε όμως να του πει κάτι για τους Βάρντεν.

Κι ο νεοσσός, η μόνη αλλά μεγάλη παρηγοριά του, έστρεφε πάνω του τα λαμπερά του μάτια γεμάτα θαυμασμό κι αγάπη κι άκουγε τα σιγανά του λόγια με προσοχή και προσήλωση μεγάλη. Μέσα στο νου του Μέρταγκ στάλαζε τότε καλοπροαίρετη ελπίδα και ψήγματα αισιοδοξίας. Λίγο-λίγο αρχίνησαν να μεταβιβάζονται στο μυαλό του ανθρώπου εικόνες από κομμάτια γαλάζιου ουρανού, αυτού που ο νεοσσός ξεχώριζε, όταν κοιτούσε έξω από τον σιδερόφραχτο φεγγίτη. Η αγάπη, η φροντίδα κι αισιοδοξία που περνούσε μέσα του από το μικροσκοπικό τούτο πλάσμα ήταν τόση, που ανακούφιζε για λίγο την καρδιά του. Ο δράκος ήταν ένα πλάσμα που ανήκε στα ουράνια. Κι αφού αυτός ενώθηκε μαζί του, γιατί να μην ανήκε στα ουράνια και ο ίδιος;

*.*.*

Θα προτιμούσε να ταξίδευε μονάχη.

…Ω, χίλιες φορές θα το προτιμούσε, αφού οι δύο σύντροφοι της καρδιάς ήσαν πια νεκροί…

…οι ωραίες τους διάνοιες σκορπισμένες στο κενό…

Θλιβόταν υπέρτατα να μην έχει εκείνους πια κοντά της. Να μην μπορεί ν' ακούει τα κελαηδιστά σιγανομουρμουρίσματα του Γκλένγουινκ. Να μην μπορεί να βλέπει τα χαμογελαστά, γεμάτα σοφία μάτια του Φέολιν.

Ένοιωθε το χάδι του ανέμου στο πρόσωπό της, ενώ εκείνοι δεν θα το ξανάνοιωθαν. Μπορούσε να δει το φως της αυγής με τα μάτια της, ενώ τα δικά τους είχαν για πάντα σβηστεί. Αισθανόταν τις ακτίνες του ήλιου να ζεσταίνουν το δέρμα της, ενώ εκείνων τα περήφανα κορμιά κατέφαγαν οι φλόγες. Αντιλαμβανόταν ακόμα και την αύρα της γης να ξεχύνεται γύρω της ζητώντας να θεραπεύσει τις πληγές της. Έπρεπε να νοιώθει γι' αυτό ευγνωμοσύνη.

Ήταν ζωντανή!

Ήταν ελεύθερη!

Δεν ήταν πια αλυσοδεμένη στη σιδερένια φυλακή της. Δεν ήταν θαμμένη μέσα στο πέτρινο υπόγειο. Δεν ήταν το κορμί της πλαγιασμένο επάνω στο σκληρό, νεκρό ξύλο, αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουνε κρεβάτι. Ούτε και η κούπα της ήταν γεμάτη σάρκες σφαγιασμένων ζώων, σάρκες καμένες στη φωτιά, πασαλειμμένες λίπος που στάζει. Αποφάσισε να σκεπάσει την πικρία που ένοιωθε για τον χαμό των δύο παλιών συντρόφων και να επικεντρωθεί σε όσα όφειλε σ' ετούτους τους καινούριους. Έπρεπε να υπομονεύει. Να κάνει κουράγιο για το χατίρι του νεανικού ζευγαριού δράκου και καβαλάρη, που τόσο απρόσμενα είχε προστεθεί η ευθύνη του στη ζωή της. Να βοηθήσει όσο μπορούσε για να σωθεί και ο δικός τους ο σύντροφος. Και το πιο κύριο απ' όλα; Μπορούσε να εμποδίσει τον νεαρό δρακοκαβαλάρη από το γένος των ανθρώπων και τον δράκο του, από το να γίνονται παράτολμοι. Θα έπρεπε να φροντίσει, ώστε να μην πέσουν στα χέρια του Γκαλμπατόριξ. Αυτό μπορούσε να το κάνει.

Ναι, ήταν ακόμα ζωντανή!

Ήταν ελεύθερη!

Κάθε που η σκέψη αυτή περνούσε από το μυαλό της, σπόροι ανακούφισης βλάσταιναν πάλι στην καρδιά της, για το δώρο της ζωής που της χαρίστηκε κι η ευγνωμοσύνη για τούτο το άγουρο παιδί και τον χαμένο σύντροφό του, πλημύριζε το είναι της.

Ένοιωθε τα μυώδη πλευρά του αλόγου να τραντάζονται ανάμεσα στα πόδια της, καθώς ο Κάντοκ τρόχαζε κι οι οπλές του κροτάλιζαν στην πετρώδη γη. Η Άρυα δεν έσφιγγε καν στα χέρια τα ινία, παρά από καιρού εις καιρόν, όταν αυτός λαχάνιαζε κόβοντας ταχύτητα, έσκυβε με χάρη κοντά στο αυτί του ψιθυρίζοντάς του λέξεις μαγικές, που μετά τις έπαιρνε ο άνεμος. Κάθε φορά που τα χείλη της ξωτικιάς απομακρύνονταν από το αυτί του ζώου, ο Κάντοκ ορμούσε μπροστά με ανανεωμένο σφρίγος, φτάνοντας στον καλπασμό τον ανώτερό του Σνοουφάιρ. Κάθε στιγμή που κυλούσε, κάθε ώρα που πετούσε, κάθε μίλι που χανόταν πίσω τους, έφερνε την ομάδα τους και πιο κοντά στην καρδιά της αυτοκρατορίας∙ στην Ουρου'μπαίην∙ στο άντρο του Γκαλμπατόριξ.

Ο δρακοκαβαλάρης κάλπαζε σε μικρή απόσταση από την ξωτικιά. Έχοντας αφήσει ελεύθερο το λευκό του άτι, ο Σνόουφαιρ ξεχυνόταν μπροστά με όλη του την ικμάδα, αφήνοντας πίσω του μίλια και μίλια άγονου εδάφους. Η δράκαινα Σαφίρα έσχιζε τον αιθέρα τόσο ψηλά από πάνω τους, που ούτε σαν κουκίδα δεν θα μπορούσαν μάτια από τη γη να την διακρίνουν. Κρυμμένη με μαεστρία πίσω απ' τα σύννεφα, παρέμενε πάντοτε με τρόπο μαγικό μαζί της συνδεδεμένη, για να θυμίζει στην ξωτικιά το ευγενικό βάρος του αυγού της, που εκείνη κουβαλούσε. Να αναδαυλίζει τις γεμάτες ελπίδα συζητήσεις της Άρυα με τους χαμένους της συντρόφους, κάθε φορά που αναμασούσαν τις προοπτικές μιας πιθανής του εκκόλαψης. Για να φέρνει ξανά στο νου της τη λαχτάρα τους, για μια νέα αυγή του είδους των δράκων, για ένα αύριο του κόσμου καλύτερο. Τότε παρόμοιες σκέψεις συνέπαιρναν το νου της ξωτικογυναίκας, που συνέχιζε να καλπάζει ξέφρενα επάνω στην ανοικτή πεδιάδα, με τον βορινό άνεμο να μαστιγώνει το πρόσωπο και τα λυτά μαλλιά της, ενώ ο δρακοκαβαλάρης καβάλα στον Σνουφάιρ ακολουθούσε από κοντά τον καλπασμό της. Σκέψεις που γέμιζαν την καρδιά της χαρμονή για την ύπαρξη δράκου-καβαλάρη.

Ο συγχρωτισμός όμως με τον άντρα-παιδί από το γένος των ανθρώπων, δεν ήταν πάντα εύκολος.

Την ενοχλούσαν οι επίμονες – αδιάκριτες όπως της φαίνονταν – ματιές, που αρκετές φορές τον έπιανε να ρίχνει προς τη μεριά της, όταν εκείνος νόμιζε πως δεν θα τον πρόσεχε. Υπήρχε βαθιά μέσα στο βλέμμα του μια ανεξιχνίαστη λαχτάρα, που προκαλούσε δυσφορία. Δειχνόταν ολοφάνερα μαγνητισμένος από την ύπαρξή της, λες κι έκρυβε μέσα του δεκάδες έντονες επιθυμίες περιμένοντας αυτήν να τις καλύψει. Το ίδιο την δυσαρεστούσαν και οι καταιγιστικές, πολλές φορές ακόμα και προσωπικές, ερωτήσεις του κατά τις σύντομες εκείνες ώρες που σταματούσαν, περισσότερο για να ξεκουράσουν και να ταΐσουν τα άλογά τους, παρά για τους ίδιους. Τότε έπρεπε ν' αλιεύσει μέσα της και τα τελευταία ίχνη υπομονής κι ευγένειας που της είχαν απομείνει – που η φυλάκιση, τα μαρτύρια και ο πόνος δεν είχαν στεγνώσει – για να μην του ζητά, να την αφήνει στην ησυχία της. Η άγνοιά του ακόμα και για τους βασικούς κανόνες ευγένειας και συμπεριφοράς, της προκαλούσαν θυμό κι αποστροφή. Όσο και να εύρισκε συναρπαστικό το να ταξιδεύει παρέα με ένα δράκο, θα έπρεπε πολύ να προσπαθήσει να σκέφτεται τον νέο αυτόν για δρακοκαβαλάρη. Αυτή του η ιδιότητα και μόνο, επίσης και η αίσθηση καθήκοντός της απέναντι στο ζευγάρι, ήταν η αιτία της ανεκτικότητάς της.

Η ξωτικογυναίκα έσκυψε μπροστά προς το άλογό της. Με λιγοστές λέξεις μυστικές κατάφερε να το τιθασεύσει καλύτερα και από τον πιο επιδέξιο καβαλάρη. Μετέφερε και πάλι προς αυτό με τη βοήθεια της μαγείας της εκείνο το είδος της ζωικής ενέργειας, που του έδινε δυνάμεις, κάνοντάς το να καλπάζει ασταμάτητα επάνω στη γυμνή πεδιάδα με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο χρόνος που έπρεπε να σταματήσουν για να ξεκουράσουν τα άλογά τους ολοένα πλησίαζε, πλησίαζε και η ώρα που η Άρυα θα ατσάλωνε τον εαυτό της, να ανεχτεί τον συγχρωτισμό της με τον δρακοκαβαλάρη. Με αγαλλίαση ψυχής και για μεγάλη της παρηγοριά αισθάνθηκε, ότι η Σαφίρα πετούσε κάθετα προς τη μεριά τους, δηλώνοντας ξεκάθαρα την επιθυμία της να περάσει χρόνο μαζί τους, να ξεκουράσει κι εκείνη τα φτερά της.

Η δράκαινα προσγειώθηκε στην άδεια πεδιάδα τινάζοντας με το βάρος των ποδιών της πέτρες και χώμα. Τα γαμψά νύχια της χώθηκαν στην άγονη γη ξεριζώνοντας κομμάτια πετρωμένης λάσπης. Αναφτερούγισε υπερήφανα επιδεικνύοντας την ευρεία έκταση των φτερών της, κατόπιν δίπλωσε με μεγαλειώδεις κινήσεις τις μεμβράνες στα πλευρά και κάρφωσε τα ζαφειρένια μάτια της στην ξωτικογυναίκα. ‟Σε χαιρετώ, κομίστρια του αυγού μου για τόσους χρόνους. Εύχομαι να έχεις αναλάβει τις δυνάμεις σου, για το καλό του καβαλάρη μου και το δικό σου."

‟Είθε τα άστρα να σε προστατεύουν, σκουλμπλάκα, εσένα και τον καβαλάρη σου" αποκρίθηκε η Άρυα. ‟Τα μάτια μου γεμίζουν φως, Μπιάρτσκιουλαρ, με τη λαμπρή σου παρουσία και η καρδιά μου αγαλλίαση για την ύπαρξή σου."

Η Σαφίρα πλησίασε την ξωτικιά κρεμώντας έξω απ' τα σαγόνια της τη γλώσσα. Με μία κίνηση τρυφερή την έγλυψε στο μάγουλο, κατόπιν κατευθύνθηκε προς τον καβαλάρη της και με την άκρη του ρύγχους ανακάτεψε τα ήδη ανάστατα μαλλιά του. Εκείνος αγκάλιασε σφιχτά το λαιμό της με τα μπράτσα του. Έμειναν έτσι ακίνητοι ώρα πολλή, μέχρι που συναισθήματα παράξενα άρχισαν ν' αναδεύονται στην καρδιά της ξωτικιάς. Μια ανείπωτη λαχτάρα που υπέβοσκε για χρόνους μέσα της. Λαχτάρα που υποδαύλιζε μαζί και αναμνήσεις, απ' τον καιρό που κουβαλούσε αυτή το αυγό της. Μια έντονη επιθυμία, που η Άρυα προσπάθησε να καταπνίξει αναγνωρίζοντας μέσα της βαθιά ψήγματα ζήλιας. Όμορφα δεν θα ήταν, αν θα μπορούσε να μετέχει κι εκείνη σ' έναν ακατάλυτο δεσμό σαν τον δικό τους;

Μοίρασαν στα άλογα την κριθή που απόμενε στα σακούλια κι όσο νερό είχε περισσέψει απ' το μακρύ ταξίδι. Κάθισαν πάνω στην κρύα γη, ο καβαλάρης στο πλευρό της δράκαινας, που αμέσως κουλουριάστηκε τριγύρω του∙ η ξωτικιά απέναντί τους παρέα με τα δύο άλογα, που χρειαζόταν να σταλάζει περιοδικά μέσα στο νου τους θάρρος, να μη φοβούνται. Ο δρακοκαβαλάρης της πρότεινε να κοιμηθεί, εκείνη όμως του αρνήθηκε.

‟Τα ξωτικά ανάγκη δεν έχουνε για ύπνο, Σούρτουγκαλ. Κοιμήσου λίγο εσύ, να ξαποστάσεις μαζί με τον δράκο σου. Πλησιάζει τούτο το ταξίδι μας στο τέλος του και πρέπει να ανανεώσετε τις δυνάμεις, που ίσως χρειαστεί να διαθέσετε."

Τους είδε να πλαγιάζουν μαζί, ένα κουβάρι ανάμεικτης αγάπης. Φτερά, φολίδες, κέρατα και νύχια τρομερά του δράκου τυλιγμένα τρυφερά τριγύρω από την ευαίσθητη, ανθρώπινη σάρκα του καβαλάρη. Είδε και τους δύο τους να ξεφεύγουν λίγες ώρες απ' τον κόσμο αυτόν βυθισμένοι στο μειωμένο συνειδητό τους. Έμεινε εκείνη ξάγρυπνη, να φυλάει την ύπαρξή τους, αναμένοντας με υπομονή τον ξυπνημό τους.

*.*.*

Κάμποσες μέρες και νύχτες είχαν περάσει, από εκείνο το πρωινό, που ο βασιλιάς διαπίστωσε με χαρά του, ότι το άλικο αυγό εκκολάφθηκε για τον εκλεκτό του. Ο γιος του Μόρζαν ήταν πια ο νέος δρακοκαβαλάρης, μέλος του ζευγαριού που ο βασιλιάς λογάριαζε να κάνει πιστό στον εαυτό του. Δεν γνώριζε τα αληθινά ονόματά τους, ώστε να αναγκάσει αυτούς τους δύο να δηλώσουν πίστη στο πρόσωπό του, ακόμα όμως δεν υπήρχε γι' αυτό τέτοια αδήριτη ανάγκη. Ο Γκαλμπατόριξ ήταν βέβαιος, ότι ο Μέρταγκ υπακούοντας, θα ορκιζόταν σ' αυτόν στην αρχαία γλώσσα. Αργότερα, θα έπρεπε βέβαια να φροντίσει, να δέσει το ζευγάρι με τα μυστικά ονόματα κι αυτό για την προσωπική του σιγουριά και εξασφάλιση. Δεν θα άφηνε ποτέ του δράκο και καβαλάρη να δράσουν ανεξέλεγκτοι και οι προσφερόμενοι όρκοι ήταν βέβαια καλοί, όχι όμως τόσο δεσμευτικοί, όσο οι εξαναγκασμένοι. Το ίδιο μήπως δεν είχε συμβεί με τον Σρούικαν; Το ίδιο και με τον Μόρζαν κάποτε. Ο δρακοκαβαλάρης είχε υπάρξει σ' αυτόν απόλυτα πιστός μέχρι το θάνατό του∙ όπλο θανατηφόρο στο χέρι του βασιλιά του. Το ίδιο θα συνέβαινε και με τον γιο του.

Υπήρχε βέβαια ένα πρόβλημα που έπρεπε να λύσει κι αυτό ήταν η μεγάλη αντιδραστικότητα του Σρούικαν. Ο βασιλιάς δεν είχε επίσημα ενημερώσει τον μαύρο δράκο του, ότι το κόκκινο αυγό εκκολάφθηκε. Ο Σρούικαν όμως, με κάποιον τρόπο ανεξιχνίαστο, το είχε καταλάβει. Η αντίδραση που είχε ακολουθήσει ήταν τόσο βίαιη, που ο Γκαλμπατόριξ δεν το περίμενε. Ο Δράκος είχε ουρλιάξει για ώρες την οργή του χτυπώντας το γιγάντιο κορμί του με σφοδρότητα επάνω στους πέτρινους τοίχους του δρακοστάσιου∙ σπάζοντας με τα γαμψά του νύχια ολόκληρα κομμάτια του δαπέδου∙ εκσφενδονίζοντας πύρινες φλόγες προς τα σιδεροκαλυμμένα δοκάρια της οροφής. Προτού ο βασιλιάς επικαλεστεί το όνομά του για να ελέγξει την μάνητά του, είχε προλάβει να κατακρεουργήσει με αγριότητα μεγάλη δύο από τους σκλάβους-φροντιστές του. Ακόμα και μετά την επίκληση του ονόματός του, ο Σρούικαν είχε συνεχίσει να συστρέφεται με πόνο δώθε-κείθε επάνω στα καμένα άχυρα της φωλιάς του τσακίζοντας τις φτερούγες και βρυχώμενος τη δυσαρέσκειά του. Τέλος η αγωνία του κατέληξε σε αγκομαχητό ανάμεικτο με τον κλαυθμυρισμό του παραπόνου του.

Ο Γκαλμπατόριξ είχε αναγκαστεί να επικαλείται το πραγματικό όνομα του δράκου κάθε μέρα, ώστε να τον καθησυχάζει. Είχε επίσης τοποθετήσει μάγια τριγύρω από το δρακοστάσιο, ώστε να αποκλείσει τη διάνοια του Σρούικαν να εξαπλωθεί πέρα από τους τοίχους της φωλιάς του. Φοβήθηκε μήπως αυτός κατάφερνε να βρει νοητά τον νεοσσό, να επηρεάσει το άπραγο μυαλό του κι έτσι μπορέσει να τον βλάψει.

Δεν θεωρούσε βέβαια ο βασιλιάς πρόβλημα μεγάλο τις αντιδράσεις του μαύρου δράκου του. Μπορεί αρχικά ο Σρούικαν να μην συναινούσε στην ιδέα ενός άλλου ζευγαριού κοντά του, καθαρά ίσως από ζήλεια προς το μικρό αρσενικό. Σιγά-σιγά όμως και με τον καιρό, θα συνήθιζε υποχρεωτικά την παρουσία του.

*.*.*

Φως!

Η χρυσή σφαίρα-που-ζεσταίνει-εκεί-ψηλά δεν είχε ακόμα φανεί στο κομμάτι-γαλάζιου-ανάμεσα-στα-κάγκελα. Το έξω-τετράγωνο-προς-το-φως όμως είχε ήδη πάρει ένα ρόδινο χρώμα, που τώρα εξαπλωνόταν βάφοντας κομμάτια-λευκού-αχνού-όχι-τόσο-ψηλά.

Αυγή, το ονόμαζε ο εκλεκτός του.

Αυγή, που έβαφε σύννεφα-που-ταξιδεύουν στο χρώμα των φολίδων της κοιλιάς του. Του άρεσε η ώρα αυτή πιότερο απ' τις άλλες. Με τη βοήθεια του αδελφού-καρδιάς-και-νου σκαρφάλωνε χώνοντας τα γαμψά νύχια του ανάμεσα στην-πέτρα-που-είναι-κρύα, για να φτάσει μέχρι το σκληρό-σίδερο-που-εμποδίζει κι εκεί να γαντζωθεί με πόδια και ουρά. Χαρά πλημύριζε τότε την ύπαρξή του, γιατί από εκεί μπορούσε να διακρίνει φως.

Αυγή… Σύννεφα… ένα κομμάτι Ουρανού… και Ήλιος. Έτσι ονόμαζε όλα αυτά που φαίνονταν από εκεί ο εκλεκτός του κι αυτός μάθαινε γοργά τις λέξεις. Καιρός πολύς δεν θα περνούσε κι η επικοινωνία τους δεν θα γινόταν μονάχα με συναισθήματα και εικόνες. Στόχος του ήταν να μιλά με λέξεις στον εκλεκτό του, που, δυστυχώς γι' αυτόν, παρέμενε εκεί κάτω, στο σκοτάδι.

Κάποιες φορές, μικρές-φτερούγες-που-πετούν περνούσαν μπροστά από το τετράγωνο, δίχως να δοκιμάσουν να σταθούν, όταν εκείνος βρισκόταν εκεί για να κοιτάξει.

Πουλιά, τα έλεγε ο σύντροφος-της-ψυχής.

Μία φορά που κάποιο τόλμησε, πικρά μετάνιωσε γι' αυτή την πρόκληση. Είχε αυτό ζητήσει καταφύγιο για λίγο στο μέρος έξω από το σκληρό-σίδερο-που-εμποδίζει και είχε τολμήσει να τον κοιτά στα μάτια συρίζοντας αμέριμνα. Δεν είχε όμως προλάβει να χαρεί γι' αυτή την πρόκληση, ούτε και να πετάξει μακριά, όταν ο θάνατος το βρήκε από το νύχι του ποδιού του. Του άρεσε πολύ, όταν γεύτηκε το φρέσκο αίμα. Τον δυσαρέστησε για λίγο, που τα σκληρά σίδερα τον εμπόδιζαν να βγει πιο έξω. Ό ίδιος δεν μπορούσε ακόμα να πετά, ξεδίπλωνε όμως τα όμορφα φτερά του με περηφάνια περισσή κι ο εκλεκτός τα θαύμαζε. ‟Θα έρθει η μέρα, που θα πετάξουμε μαζί. Εσύ κι εγώ!" είχε πει. Και το εννοούσε.

Άλλες πάλι φορές, νερό κατακρημνιζόταν βρέχοντάς τον κι η-φωτεινή-σφαίρα-που-ζεσταίνει κρυβόταν πίσω από σκούρο-αχνό-όχι-ψηλά.

Βροχή και βροχοσύννεφα τα αποκαλούσε ο αδελφός-της-καρδιάς-του-και-του-νου. Κι αυτά του άρεσαν. Τέντωνε όσο μπορούσε το φτερό, αφήνοντας τον εαυτό του να απολαύσει τις υγρές σταγόνες, που κυλούσαν πάνω του κάνοντας τις φολίδες του να λάμψουν.

Επικεντρώθηκε στα σύννεφα-που-ταξιδεύουν. Θα του άρεσε να βρίσκεται κι εκείνος εκεί ψηλά, μαζί κι ο εκλεκτός του. Να ταξιδεύουνε παρέα μαζί με τα σύννεφα, ακόμα και πιο πάνω από αυτά. Μια μέρα όμως, θα οδηγούσε τον αδελφό-του-νου εκεί-ψηλά, ψηλότερα ακόμα. Ίσως να προσπαθούσαν να φτάσουν ως τη χρυσαφένια σφαίρα-που-ζεσταίνει. Του Μέρταγκ-όνομα-εκλεκτού θα του άρεσε πολύ, αν και ισχυριζόταν, ότι κανείς δεν έφτασε ποτέ ως εκεί. Έλεγε, ότι αδύνατο ήταν, μιας και η ζεστή σφαίρα μπορούσε να κάψει τα φτερά του.

Η σκέψη ήταν δυσάρεστη κι ο ίδιος ανατρίχιασε. Κατέβηκε κάτω πεταρίζοντας, για να κουρνιάσει στην αγκαλιά του εκλεκτού. Κι εκείνος τον δέχτηκε με γεμάτη την καρδιά λατρεία. Η αγάπη πέρασε ανάμεσά τους μέσω του δεσμού τους. Πέρασαν μαζί και οι εικόνες του-εκεί-έξω. Της επιθυμίας για ταξίδι, που την μοιράζονταν αφού ήταν ένα.

‟Δεν θα είμαστε για πάντοτε κλεισμένοι εδώ" ο αδελφός του της καρδιάς του υποσχέθηκε. ‟Θα αποδράσουμε. Θα βρω τον τρόπο."


(συνεχίζεται)