ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ
Κεφάλαιο 1: Το ψάρι που ήθελε να αλλάξει το δέρμα του
«Θέλω να σου πω κάτι πριν φύγεις, κορίτσι μου, αλλά θέλω να με ακούσεις, εντάξει; Μη γυρίσεις γρήγορα.»
Ο θείος της την είχε πιάσει από τον αγκώνα όταν την αποχαιρετούσε. Τις λέξεις αυτές τις πρόφερε με έναν αγέλαστο, σχεδόν αυστηρό τρόπο που την είχε ξαφνιάσει.
«Μην γυρίσεις γρήγορα.»
Είχαν ακολουθήσει κι άλλα λόγια. Να μην βιαστεί, συμβουλές να μην επιτρέψει στο πείσμα και την ανυπομονησία της να της στερήσει όμορφες εμπειρίες, και πως όλα φαίνονται δύσκολα στην αρχή, μα καμιά δυσκολία δεν κρατάει για πολύ. Όμως αυτές οι τρεις λέξεις έσβησαν όλα τα άλλα, γιατί η Τίνα από δέκα χρονών παιδί φοβόταν τη μέρα που ο Καλοκαγαθίξ θα τις ξεστόμιζε.
Μη γυρίσεις.
Η Τίνα προσπάθησε να βελτιωθεί, να κάνει μια νέα αρχή. Ειλικρινά προσπάθησε να μην είναι τόσο ενοχλητική στους καινούριούς τις οικοδεσπότες όσο ήταν στον θείο της.
Αν και η ίδια δεν είχε προσωπική εμπειρία, η Τίνα ήταν σίγουρη ότι η ζωή στο χωριό ήταν πιο ευγενική, πιο πράα. Ότι οι άνθρωποι ήταν πιο στενά συνδεδεμένοι με τη φύση. Το χωριό καθόταν δίπλα στην θάλασσα, και σχημάτιζε ένα ειδυλλιακό τοπίο, έναν ύμνο στη φύση της Αρμορικής. Δεν υπήρχαν μποτιλιαρίσματα και ατυχήματα με κάρα για να κάνουν τους κατοίκους να χάνουν την ψυχραιμία τους. Δεν υπήρχε φασαρία και ακρίβεια στην αγορά για να τους μιζεριάζουν.
Γι' αυτό και οι καυγάδες που ξέσπαγαν σαν μπόρες σε καλοκαιρία με την παραμικρή αφορμή ήταν κάτι που την εξέπληξε ιδιαίτερα.
Οι άνθρωποι στη Λουτέτια ήταν πάντα βιαστικοί και κοντόφθαλμοι, και αντιμετώπιζαν τους πάντες με αδιαφορία και αγένεια. Η Τίνα είχε συνηθίσει να περνάει κατά κύριο λόγο απαρατήρητη. Όμως εδώ, όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω της από τη στιγμή που έφτασε, κι όλα τα στόματα ψιθύριζαν λες και η νεοφερμένη ήταν ψάρι σε ενυδρείο που πλήρωσαν εισιτήριο για να το επισκεφθούν.
Η Τίνα προσπάθησε… για καμιά εβδομάδα. Κράτησε το στόμα της κλειστό, έπλεξε τη μια αποτυχημένη κάλτσα μετά την άλλη, έκαψε φαγητά που της ανέθεσαν να προσέχει, πετάχτηκε σε συζητήσεις αντρών και κανείς δεν της έδωσε σημασία.
Και μια ωραία πρωία, δεν άντεξε άλλο.
Οι Γαλάτες είχαν μαζευτεί στην πλατεία, όπου ο Δρυΐδης μοίραζε μαγικό ζωμό. Πήγαινε καιρός από την τελευταία τους έφοδο σε κάποιο από τα τέσσερα ρωμαϊκά οχυρά που περικύκλωναν το χωριό, κι ήταν σίγουροι πως οι Ρωμαίοι τους είχαν πεθυμήσει.
Η Τίνα πήγε και στάθηκε στο τέλος της ουράς, να περιμένει τη σειρά της. Δεν είχε σκοτώσει ούτε έναν τόσο δα λεγεωνάριο από τότε που είδε πόσο ενοχλούσε τον Οβελίξ, είχε υπάρξει τόσο ήσυχη και υπάκουη, σίγουρα δεν θα τους πείραζε να την πάρουν μαζί για να ρίξει κι αυτή μερικές μπούφλες στον κατακτητή.
Πήγε λοιπόν και στάθηκε πίσω από τον Οβελίξ, που όσο κι αν του αρνιόταν ο Πανοραμίξ, εκείνος δεν σταματούσε ποτέ να ελπίζει. Κι όταν ο Οβελίξ αναπόφευκτα έφυγε με άδεια χέρια, η Τίνα έκανε ένα βήμα μπροστά και συνάντησε πεισμωμένα και ελπιδοφόρα τη ματιά του Δρυΐδη.
«Τίνα…» Αναστέναξε ο Πανοραμίξ, όμως προτού ειπωθεί κάτι περισσότερο, οι Γαλάτες γύρω τους ξεκίνησαν να γελάνε.
Η πλατεία αντιλάλησε με τα κακαρίσματα τους, λες και δεν είχαν μόλις δει έναν άνθρωπο να θέτει ένα εντελώς λογικό αίτημα, αλλά είχαν γίνει μάρτυρες στο αστείο της χρονιάς.
«Κοίτα ρε τη μικρή που θέλει και μαγικό ζωμό, χαχαχαχαχ.» Δάκρυζε από τα γέλια ο Αλφαβητίξ.
Κι η Τίνα δεν άντεξε άλλο, να τους αφήνει να ποδοπατάνε έτσι την τιμή της. Κάλυψε την απόσταση μέχρι τον ψαρά με μεγάλα θυμωμένα βήματα, σήκωσε την ήδη σφιγμένη γροθιά της και την προσγείωσε στο μάγουλο του.
Μπορεί να μην ενέκρινε την αναίτια βία, αλλά δεν θα καθόταν σαν χάνος να καταπίνει κάθε προσβολή!
Το όλο σκηνικό έκανε τους υπόλοιπους Γαλάτες να καταρρεύσουν κυριολεκτικά από τα γέλια, δείχνοντας τον σαστισμένο Αλφαβητίξ που κράταγε το μάγουλό του. Όμως καθώς εκείνος δήλωνε ρητά ότι δεν χτυπάει γυναίκες, και ο Αυτοματίξ δίπλα του είχε ξεσαγωνιαστεί να γελάει εις βάρος του, εκτόνωσε τον θυμό του στο σιδερά.
Η μία μπουνιά έφερε την άλλη, η Γέλλοουσαμπμαρίνα έβγαλε το εμπόρευμα από τα μπαούλα και στήθηκε καυγάς στην πλατεία.
«Μα τι κάνετε!» Αναφωνούσε το κορίτσι, σκύβοντας να αποφύγει ένα ψάρι που εκσφενδονίστηκε προς τη λάθος κατεύθυνση. «Τους Ρωμαίους πρέπει να βαράτε!»
Συνέχισε να προσπαθεί να σταματήσει όποιον Γαλάτη έβρισκε μπροστά της, χωρίς να καταφέρνει τίποτα, μέχρι που ο Αστερίξ την έπιασε από τη μέση και την πήγε σηκωτή στην άκρη, φοβούμενος ότι θα έτρωγε κατάμουτρα καμιά ξώφαλτση.
Κι αυτή ήταν η αρχή του τέλους για τις προσπάθειες της Πεισματίνας.
Με τις γυναίκες έτσι κι αλλιώς δεν τα πήγαινε ποτέ καλά. Τσαντιζόταν με τις νοικοκυρές που είχαν βαλθεί να την κάνουνε σαν τα μούτρα τους. Τα πράγματα που ζητούσαν από την Τίνα ήταν ανεκδιήγητα! Να μαγειρεύει, να πλέκει, να κρατάει καλό νοικοκυριό. Μα για ποια την είχανε περάσει, μα το Μπελένο;
Αυτές οι αντιδράσεις της δεν βοήθησαν και πολύ να γίνει αρεστή στις γυναίκες του χωριού. Οι φήμες εξαπλώθηκαν σαν τη φωτιά: η μικρή που ήρθε από τη Λουτέτια και νoμίζει ότι τα ξέρει όλα. Που μας σνομπάρει για τους χωριάτικους μας τρόπους. Μέσα σε μερικές ώρες ακόμη και γυναίκες τις οποίες η Τίνα δεν είχε άθελα της προσβάλλει, μόλις την έβλεπαν, σήκωναν τη μύτη ψηλά και έστρεφαν το κεφάλι από την άλλη.
Και οι άνδρες, η τελευταία της ελπίδα, συνήθως της φέρονταν λες και δεν υπήρχε. Και γιατί παρακαλώ έσκασαν στα γέλια όταν άκουσαν ότι το τόξο που κουβαλούσε ανήκε στην ίδια και όχι σε κάποιον άλλο;
Το κορίτσι επέστρεψε στην καλύβα του Δρυΐδη και κατέρρευσε αποσβολωμένη σε μια καρέκλα.
«Μα είστε ανυπότακτοι.» Μονολόγησε έπειτα, με το ύφος ενός ανθρώπου που του είχαν κουνήσει μπροστά στη μύτη ένα όμορφο κουτί, δεμένο με έναν υπέροχο φιόγκο. Και αυτή αφού ενθουσιάστηκε για τα καλά, το άνοιξε και βρήκε μέσα σκουλήκια, αράχνες και σάπια φύλλα.
Ο Δρυΐδης σήκωσε τα μάτια από τα υλικά που πολτοποιούσε σε ένα ξύλινο γουδί. Η Τίνα τον κοίταξε με ύφος, λες και ο Πανοραμίξ δεν έβλεπε το αυτονόητο.
«Στη Λουτέτια και σε όλη την υπόλοιπη Γαλατία τέτοιες συμπεριφορές είναι κατανοητές, αφού Ρωμαίοι φταίνε για την ανδρική κυριαρχία.» Εξήγησε η Τίνα στον απορημένο Δρυΐδη. «Οι Ρωμαίοι που είναι μισογύνηδες. Μας κατέκτησαν και μας επέβαλαν το μισογυνισμό τους. Όμως… Πανοραμίξ, εσείς δεν κατακτηθήκατε ποτέ;»
«Ποτέ.»
«Των ποτών, ποτέ, ποτέ;» Η κοπέλα ξαναρώτησε για να σιγουρευτεί. Δεν γινόταν η θεωρία που είχε διαρθρώσει τόσα χρόνια πριν, που την κρατούσε από την απελπισία, να ήταν τόσο λάθος.
«Ας το θέσω διαφορετικά.» Ο Πανοραμίξ αποπειράθηκε να λύσει την παρεξήγηση. «Στις σπάνιες φορές που ένας Ρωμαίος βρίσκεται εντός των τειχών του χωριού, κάτι που συνήθως είναι αθέλητη συνέπεια μιας σφαλιάρας που έτυχε να πέσει προς τη λάθος κατεύθυνση, τον βοηθάμε να επιστρέψει άμεσα και εξ αέρος στη Ρώμη για να ενημερώσει τον Καίσαρα ότι τα κατάφερε.»
Η Τίνα ήταν πραγματικά πολύ μπερδεμένη.
«Μα εμείς οι Κέλτες τιμάμε τις γυναίκες! Εμείς οι Κέλτες ξέρουμε την αξία της φύσης και της οικογένειας, γιατί δεν έχουμε χαθεί στη χαβούζα της αστυφιλίας. Θυμόμαστε και τιμάμε τους τρόπους της φύσης, και φύση χωρίς γυναίκα δεν υπάρχει. Αλλά τώρα μας αποικιοποίησαν οι φαλλοκράτες, τα πατριαρχικά γουρούνια, οι Ρωμαίοι, και ξεχάσαμε να αποδίδουμε στη γυναίκα τον σεβασμό που της αξίζει.»
«Μου πιάνεις τα φύλλα ιτιάς;»
Ο Πανοραμίξ δεν προσπάθησε να της εξηγήσει ότι οι γυναίκες έμεναν στο σπίτι στο πλαίσιο ενός κοινωνικού συμβολαίου. Ότι δεν χρειαζόταν να το βλέπει ως έλλειψη σεβασμού, γιατί ουσιαστικά δεν ήταν τίποτα παραπάνω από έναν απλό καταμερισμό εργασίας. Οι άντρες έξω, οι γυναίκες μέσα, απλούστατο και πρακτικό, και εν σοφία εποιημένο σύμφωνα με τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του κάθε φύλου. Όμως όλα αυτά της τα είχε πει κι ο θείος της, και η Πεισματίνα αρνιόταν να αποδεχτεί ότι το όλο σύστημα είναι στην πραγματικότητα πολύ πετυχημένο. Όταν μάλιστα άκουγε ότι η ρωμαϊκή εισβολή δεν είχε αλλάξει τίποτα, κι ότι τα πράγματα ήταν έτσι χρόνια τώρα, αρνιόταν κι αυτό να το δεχτεί, και τους έλεγε ότι έτσι θέλουν να πιστεύουν γιατί τους συμφέρει.
Μόνο μια φορά ο Πανοραμίξ της είπε κάτι. Είχε άλλωστε αναλάβει να συνεχίσει τα μαθήματα που της έκανε ο θείος της.
«Χμμ, για να δούμε.» Ξεκίνησε το θέμα από μόνος του, ενώ η Τίνα είχε μέρες να αναφερθεί σε αυτό. Έβαλε στο σακούλι του το γκι που μάζεψε και ξεκίνησαν μαζί να περπατούν προς το χωριό, ενώ το δάσος γύρω τους παλλόταν από ζωή.
«Λες ότι θεωρούμε τους άνδρες δυνατούς και τους αναθέτουμε όλα τα ενδιαφέροντα που συμβαίνουν έξω από το σπίτι, ενώ αφήνουμε τα βαρετά, τα εύκολα στο αδύναμο φύλο, τις γυναίκες. Και αυτό φυσικά είναι άδικο.»
Το κορίτσι τον κοίταξε με απερίγραπτη ελπίδα. Όμως ο Πανοραμίξ συνέχισε.
«Θα ήθελα να σε ρωτήσω για αυτά τα εύκολα… Εννοείς τη οικοκυρική, που απαιτεί εξυπνάδα, φειδώ, συνέπεια και συνεχή προσπάθεια καθημερινά, ώστε να εξασφαλίζεις ότι η σοδιά θα ταΐσει όλη την οικογένεια μέχρι το πέρας του χειμώνα; Ή τη γέννα, όπου η γυναίκα κουβαλάει μια νέα ζωή μέσα στο σώμα της για εννιά μήνες και έπειτα υποφέρει τις οδύνες, σωματικές και συναισθηματικές, για να το φέρει στον κόσμο; Ή τη μετέπειτα ανατροφή του παιδιού; Το παιδί, που βγήκε από το σώμα της, που το γαλούχησε για χρόνια και πριν το καταλάβει το μωρό της έχει μεγαλώσει και φεύγει από κοντά της. Ή μήπως εννοείς την ψυχική δύναμη που απαιτείται να είναι παντρεμένος κανείς με έναν άντρα που όλο εκτίθεται σε κινδύνους: τη θάλασσα, τον καιρό, τους πολέμους. Αυτά εννοείς εύκολα και βαρετά;»
«Εύκολα, όχι αυτά δεν…εμ…» Η Τίνα έμεινε αποσβολωμένη για λίγο, περπατώντας μηχανικά.
Ο Πανοραμίξ ανάπνευσε βαθιά το αυγιουστιάτικο αεράκι που αναστάτωνε τις φυλλωσιές. Σύντομα το πράσινο θα έδινε τη θέση του σε αποχρώσεις κίτρινες και καφετί. Σύντομα τα σύκα θα τελείωναν, και οι χωριανοί θα άρχιζαν να μαζεύουν μήλα και καρύδια.
Ούτε που βλεφάρισε όταν το κορίτσι εξερράγη σαν καλοκαιριάτικη μπόρα.
«Ακριβώς! Είμαστε καταδικασμένες να μαρτυρούμε για χάρη των υπολοίπων! Ενώ ο άντρας έχει επιλογές. Μπορεί να γίνει πολεμιστής, ψαράς, σιδεράς, βάρδος, Δρυΐδης, σοφός, στρατηγός και βασιλιάς. Είναι ελεύθερος. Εμείς είμαστε δεμένες στην στόφα!»
Ο Πανοραμίξ κοίταξε το κορίτσι που δεν είχε περάσει μια μέρα δεμένη ούτε στη στόφα, ούτε σε οποιοδήποτε άλλο έπιπλο του σπιτιού, και χαμογέλασε.
«Κάνε υπομονή, κορίτσι μου. Κάνε λίγη υπομονή, και ποιος ξέρει από που θα φυσήξει ο άνεμος αύριο.»
Όμως επικρατούσε νηνεμία στο χωριό, κι η Τίνα έβραζε μεσ' το ζουμί της. Πρώτα την πλήρωσε το εργαστήριο του Πανοραμίξ. Ο γερο-Δρύιδης γύρισε μια μέρα από το δάσος, και νόμιζε αρχικά ότι μπήκε σε λάθος καλύβα. Για τα επόμενα τρία τέταρτα της ώρας έπεσε θύμα της ακατάπαυστης διάλεξης της Τίνας περί των λόγων για τους οποίους η δική της διάταξη των υπαρχόντων του ήταν πιο συμφέρουσα από την δική του. Είχε αναδιοργανώσει τα βότανά και τα κατσαρολικά του σε σημείο που πέρασε την επόμενη εβδομάδα ρωτώντας για το παραμικρό, με υπομονή που μια φούσκωνε και μια ξεφούσκωνε, που είχε βάλει το ακόνιτο και που είχε καταχωνιάσει την μακριά του κουτάλα.
«Μα δεν με άκουγες όταν σου εξηγούσα; Τα βότανα είναι αλφαβητικά σε αυτά τα ράφια, εκτός αν χρησιμοποιούνται πολύ συχνά, οπότε θα τα βρεις εδώ, πάνω από τη χύτρα. Οι κουτάλες είναι κρεμασμένες πίσω από αυτή τη κουρτίνα για να μην σκονίζονται και τα κατσαρόλια…»
Κι έτσι προχωρούσε το πράγμα, μέχρι που σταμάτησε να ρωτάει για να αποφεύγει τις διαλέξεις και παραιτήθηκε να ψάχνει μόνος του μέχρι να συνηθίσει.
Η καλύβα ήταν πιο καθαρή από ποτέ, από τα παράθυρα μέχρι τη μαρμίτα, όλα μέσα στο μοναχικό δωμάτιο έλαμπαν, γιατί από ότι όλα έδειχναν η αποστροφή που ένιωθε η Τίνα για την νοικοκυροσύνη έκανε μια ιδιαίτερη εξαίρεση για τις καλύβες Δρυιδών.
Η μικρή είχε μια άποψη για το κάθετι, και αν κάτι δεν ενέπιπτε σε αυτήν την περιγραφή, τότε η Τίνα καθόταν και το μελετούσε μερόνυχτα ολόκληρα, μαζεύοντας τις πληροφορίες της κυρίως ανακρίνοντας τους χωριανούς. Τις μάζευε και τις παίδευε στο μυαλό της, μέχρι που έφτανε σε ένα συμπέρασμα που φαινόταν τόσο άκυρο, που οι χωριανοί αναρωτιόντουσαν αν το κορίτσι είχε ακούσει λέξη από όσα της είπαν.
Τις νύχτες που πέρναγε άγρυπνη και ανήσυχη, το κορίτσι αναρωτιόταν πως δεν την είχαν διώξει ακόμη με τις κλωτσιές. Ήθελε να κάνει καλή εντύπωση και να την συμπαθήσουν, αλλά γιατί κι εκείνοι δεν έβλεπαν ότι ακόμη κι αν τους έπρηζε, το έκανε χωρίς να το θέλει και με μόνο σκοπό να τους βοηθήσει; Απλά αυτοί ήταν μικρόνοες και δεν έβλεπαν ότι όσο δύσκολη κι αν φαίνεται μια αλλαγή, μόνο μακροπρόθεσμα φαίνεται η αξία της.
Πόσες δικαιολογίες είχε αναγκαστεί να δώσει για χάρη της ο Πανοραμίξ;
Κι όταν η τσαντίλα και η στενοχώρια της έφταναν σε μη διαχειρίσiμα επίπεδα, την κοπάναγε για ώρες στο δάσος. Τουλάχιστον εκεί ότι έκανε δεν επιδεχόταν κριτικής. Τουλάχιστον εκεί είχε τόσα να μάθει και να απασχοληθεί. Τόσα να της προσφέρουν μια ικανοποίηση. Κι η μεγαλύτερη ικανοποίηση έγκειτο στο να παίζει με τους Ρωμαίους.
Συνήθως άκουγε από μέτρα μακριά την καημένη περίπολο που είχε τραβήξει τον άτυχο κλήρο κι είχε σταλεί στο δάσος των τρελών ανυπόταχτων. Η Τίνα σκαρφάλωνε στο πρώτο δέντρο με πυκνή φυλλωσιά και περίμενε να φανούν οι λεγεωνάριοι, με ένα βέλος στερεωμένο στο τόξο της. Όταν έρχονταν εντός βεληνεκούς, απελευθέρωνε τη χορδή.
Το βέλος περνούσε ξυστά από έναν από τους λεγεωνάριους και η περίπολος είχε γίνει καπνός πριν καρφωθεί στον κορμό πίσω από το υποψήφιο θύμα.
Ακόμη και δύο τρεις φορές που είχε έρθει μούρη με μούρη με τους Ρωμαίους, μόνο η θέα ενός Γαλάτη, ακόμη και μιας νεαρής κοπέλας, από το χωριό των ανυπότακτων ήταν αρκετή για να τους κάνει να φύγουν τρέχοντας, τσιρίζοντας από φόβο και πανικό.
Τουλάχιστον υπήρχαν κάποιοι σε αυτό το μέρος που ήξεραν να σέβονται αυτούς που το αξίζουν.
Βέβαια το γεγονός ότι στο δάσος δεν κινδύνευε από Ρωμαίους, αλλά ούτε και από τίποτα άλλο, της στερούσε κάθε δικαιολογία να ζητήσει από το Δρυΐδη μαγικό ζωμό. Κι αυτό το συνειδητοποίησε αφού καυχήθηκε τι ωραία που τους κάνει ζάφτι τους λεγεωνάριους.
Οι διδασκαλίες του Πανοραμίξ ήταν κάτι, και μάλιστα ένα κάτι πολύ ενδιαφέρον, άλλα αυτό το κάτι διαρκούσε μόνο μια ώρα της ημέρας, αφήνοντας κενές τις υπόλοιπες.
Άσε που ήθελε όσο τίποτα άλλο να μάθει τη μυστική συνταγή του μαγικού ζωμού.
«Δηλαδή δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση να μου το πεις;»
«Από στόμα δρυΐδη σε αυτί δρυΐδη, Πεισματίνα.»
«Ένα μέρος του μόνο;»
«Κανένα, Τίνα.»
«Ένα συστατικό;»
«Όχι.»
«Το λιγότερο βασικό συστατικό μονάχα;»
«Ούτε με ποια κουτάλα πρέπει να ανακατευτεί δεν μπορώ να σου πω.»
«Έχει σημασία και η κουτάλα;! Γιατί;»
«Εκτός ορίων, Πεισματίνα. Εκτός ορίων.»
Δεν μπορούσε να επιμείνει παραπάνω. Στο κάτω κάτω ήταν φιλοξενούμενη κι έπρεπε να τους σεβαστεί.
Όμως ήταν σίγουρη πως αν κατάφερνε να μάθει τη συνταγή, οι χωριανοί θα την έβλεπαν με άλλο μάτι. Θα κέρδιζε το σεβασμό τους. Πόσες φορές πήρε από πίσω τον Πανοραμίξ στα κλεφτά, να παρακολουθήσει τι άλλα βοτάνια μάζευε στο δάσος εκτός από γκι… Κάθε φορά ο γερο-δρυΐδης κάπως τα κατάφερνε και εξαφανιζόταν από τα μάτια της. Λες και άνοιγε η γη να τον καταπιεί. Μπορεί και όντως αυτό να συνέβαινε, με κάποιο μαγικό που η κοπέλα ξαγρυπνούσε να προσπαθεί να φανταστεί. Ο πολυμήχανος δρυΐδης ήταν ικανός για πολλά, αυτό η Τίνα το είχε εμπεδώσει ήδη.
Το γεγονός ότι αυτή η αλλαγή στη συμπεριφορά της είχε συμπέσει με την πρώτη απουσία του Αστερίξ και του Οβελίξ, ήταν μια απλή σύμπτωση.
Είχαν πάει στη Ρώμη να φέρουν πίσω το βάρδο, τον οποίον –άκουσον, άκουσον- είχε απαγάγει ο έπαρχος της Γαλατίας για να τον πάει στον καίσαρα ως δώρο. Η ευγένεια του Οβελίξ ήταν ομολογουμένως μεγάλη απώλεια, αλλά η Τίνα εξεπλάγη που ένιωσε τόσο έντονα και την απουσία του Αστερίξ, ο οποίος δεν είχε σταματήσει να τη λέει μικρή και να ξεσπάει επάνω της τα νεύρα του (για τα οποία η Τίνα δεν έφερε κανενός είδους ευθύνη). Και με αυτούς τους δύο απόντες, τους μόνους εκτός του Πανοραμίξ με τους οποίους είχε αποκτήσει κάποια οικειότητα, η μικρή αισθανόταν πιο μόνη από ποτέ.
«Αστερίξ-»
«Όχι, Πανοραμίξ, όχι, όχι, απλά ΟΧΙ!»
«Μια ωρίτσα τη μέρα!» Πρώτη φορά ο Αστερίξ έβλεπε τον Δρυΐδη να ικετεύει. «Μόνο μια ωρίτσα και ξεμπερδεύεις. Έχει κατενθουσιαστεί με την ιδέα-»
Ο Αστερίξ κατέρρευσε αποσβολωμένος στην καρέκλα. «Δεν πιστεύω να της μίλησες πριν το ξεκαθαρίσεις μαζί μου;»
«Με άκουσε να λέω για τις σπηλιές στην άλλη άκρη του δάσους και ετοιμαζόταν να πάει να τις δει…» Εξήγησε μετανοιωμένα ο Δρυΐδης.
«Ααγκχχχ…» Ο Αστερίξ έτριψε τα μάτια του, κι έπειτα έμεινε με τον αγκώνα στηριγμένο στο τραπέζι, όμως το πόδι του έτρεμε από υπερβάλλουσα ενέργεια.
«Δεν βλέπω το πρόβλημα, Αστερίξ, η Τίνα είναι ήδη εξοικειωμένη με τα όπλα-»
«Μου ζητάς να πολεμήσω με ένα κορίτσι, Πανοραμίξ.»
Έστρεψε το βλέμμα ικετευτικά στο Δρυΐδη και ήταν σαν να του έλεγε: και η γαλατική αβρότητα; Που την βάζεις τη γαλατική αβρότητα; Ο Δρύιδης, πήγε και κάθησε δίπλα του, ακούμπησε ένα χέρι στον ώμο του.
«Όχι να πολεμήσεις. Να την διδάξεις.» Εξήγησε με μαλακή φωνή.
Το βλέμμα του Αστερίξ πλανήθηκε τριγύρω στην καλύβα του δρύιδη, λες και το σωστό αντεπιχείρημα βρισκόταν ανάμεσα στις κουτάλες που κρέμονταν στον τοίχο, τα βότανα και τα ζαρζαβατικά.
«Έχει το τόξο της αλλά πάντα ήθελε, λέει, να μάθει να χειρίζεται το σπαθί. Δεν είχε με ποιον να εξασκηθεί όλα αυτά τα χρόνια.» Συνέχισε ο Πανοραμίξ, με ένα μικρο χαμογελάκι λες και η όλη κατάσταση ήταν ιδιαίτερα ψυχαγωγική, ένα αστείο που ο πολεμιστής δεν μπορούσε να πιάσει. «Σε τι θα την ωφελήσει, δεν ξέρω, όμως περισσότερο κακό δεν πρόκειται να κάνει.»
«Κι αν χτυπήσει τι θα πούμε στο θείο της;»
Ο Αστερίξ επανέλαβε το αιώνιο επιχείρημα, στο οποίο κανείς δεν φαινόταν να δίνει την σημασία που του άρμοζε.
«Ο θείος της,» όντως αντέκρουσε ήρεμα ο Πανοραμίξ, «ξέρει καλύτερα από όλους μας ότι όταν η Τίνα βάζει κάτι στο μυαλό της κανείς δεν την σταματά. Και είναι προτιμότερο, θαρρώ, να μάθει στα δικά σου χέρια παρά σε κάποιου άλλου.»
Ο Αστερίξ του έριξε ένα δύσπιστο βλέμμα. «Ποιος άλλος θα δεχότανε να κάνει κάτι τέτοιο;»
«Άρα δέχεσαι;» Ο Πανοραμίξ έλαμψε από ευτυχία.
«Γγγγγ-»
«Έκτακτα, έκτακτα! Σκέφτομαι αύριο μετά την ανατολή, στο πλάτωμα εδώ μπροστά στην καλύβα μου, τι λες κι εσυ;»
Ο Αστερίξ δεν ήθελε να πει στον φίλο του ότι αν συνέχιζε έτσι, θα καταντούσε χειρότερος κι από τον Καλοκαγαθίξ. Αποδέχθηκε τη μοίρα του, ελπίζοντας ότι αν βοηθούσε τη μικρή να εκτονωθεί, θα σταματούσε να πονοκεφαλιάζει το Δρυΐδη του χωριού.
